Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Συνταγματικό Δικαστήριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Συνταγματικό Δικαστήριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

"Χρειαζόμαστε πραγματικά ένα Συνταγματικό Δικαστήριο; Μια πάντα επίκαιρη συζήτηση" [Βασίλειος Π. Ανδρουλάκης, Πάρεδρος Σ.τ.Ε.]

  


       1.  «Όταν … διάταξις νόμου αντίκειται εις το Σύνταγμα, ως μεταβάλλουσα δι’ απλού νομοθετήματος θεμελιώδη διάταξιν αυτού … δικαιούται το δικαστήριον να μη εφαρμόζη αυτήν εν τω θέματι περί ου δικάζει». Αυτή η κρίσιμη σκέψη της ΑΠ 23/1897 αποτελεί τη γενέθλια σκέψη του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στη πατρίδα μας, τουλάχιστον σε επίπεδο ανωτάτου δικαστηρίου. Είναι σημαντικό ότι η αρμοδιότητα του ελέγχου της αντισυνταγματικότητας αναγνωρίστηκε από την ίδια τη νομολογία, την αναγνώρισε ο ίδιος ο δικαστής υπέρ του εαυτού του και δεν προηγήθηκε ο συντακτικός ή ο αναθεωρητικός νομοθέτης.
            Από την περίοδο εκείνη το σύστημα ελέγχου της αντισυνταγματικότητας παίρνει τα βασικά του χαρακτηριστικά, δηλαδή τον διάχυτο (και όχι συγκεντρωτικό), τον παρεμπίπτοντα (και όχι ευθύ) και τον συγκεκριμένο (και όχι αφηρημένο) χαρακτήρα του. Κυρίως δε, η διάταξη που κρίνεται αντισυνταγματική δεν ακυρώνεται. Απλώς δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη υπόθεση.
            Ακολούθησε το Σύνταγμα του 1927, με την προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 5, κατά την οποία: «Η αληθής έννοια της διατάξεως είναι ότι τα δικαστήρια υποχρεούνται να μη εφαρμόζουν νόμον, ούτινος το περιεχόμενον αντίκειται προς το Σύνταγμα» (το άρθρο 5 αναφερόταν στην απονομή της δικαιοσύνης από ανεξάρτητα δικαστήρια που υπόκεινται μόνο στους νόμους). Στην ερμηνευτική αυτή δήλωση στηρίχθηκε η πρώτη απόφαση του Σ.τ.Ε., η 1/1929, με την οποία κρίθηκε αντίθετη προς το Σύνταγμα νομοθετική διάταξη περί ιδρύσεως υπηρεσιακού συμβουλίου που δεν πληρούσε τους όρους που έθετε το άρθρο 114 του τότε ισχύοντος Συντάγματος.
            Το Σύνταγμα του 1975 είναι διεξοδικότερο ως προς το ζήτημα που μας απασχολεί, αφού όχι μόνο στο άρθρο 93 παρ. 4 επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν την ερμηνευτική δήλωση του Συντάγματος του 1927, αλλά περιέχει και τη διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2, σύμφωνα με την οποία οι δικαστές κατά την άσκηση του έργου τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους και σε καμιά περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται προς διατάξεις που τίθενται κατά κατάλυση του Συντάγματος (διάταξη που συμπληρώνει την προηγούμενη). Επίσης, μέσω της αναθέσεως στο Α.Ε.Δ. της άρσης της αμφισβήτησης ως προς την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα διατάξεων τυπικού νόμου, όταν υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων, ο έλεγχος συνταγματικότητας οργανώνεται πληρέστερα και από δικονομικής πλευράς. Οπότε, από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος 1975 είναι δυνατή η κήρυξη ως ανίσχυρης erga omnes διατάξεως νόμου που κρίνεται αντίθετη προς το Σύνταγμα με απόφαση του Α.Ε.Δ. και για τούτο η σχετική απόφαση δημοσιεύεται στην ΕτΚ. Στην καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, οργάνωση του ελέγχου συνετέλεσε η αναθεώρηση του 2001: Με τη νέα διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 100, όταν ένα τμήμα ανωτάτου δικαστηρίου κρίνει ότι διάταξη νόμου είναι αντισυνταγματική οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στην οικεία Ολομέλεια προς οριστική κρίση. Τέλος, σε επίπεδο νόμου (άρθρο 1 του ν. 2479/1997, Α’ 67), προβλέπεται η δυνατότητα παρεμβάσεως τρίτων προσώπων στις ενώπιον του Α.Ε.Δ. και των Ολομελειών των ανωτάτων δικαστηρίων δίκες στις οποίες τίθεται ζήτημα συμφωνίας διατάξεως νόμου προς το Σύνταγμα.
            Εν τω μεταξύ, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στα τέλη του ΧΙΧ αι. και τα πρώτα χρόνια του ΧΧ αι. η Ελλάδα παραμένει η μοναδική χώρα όπου ασκείται δικαστικός έλεγχος της αντισυνταγματικότητας των νόμων. Στη δεκαετία του 1920 ιδρύεται το πρώτο Συνταγματικό Δικαστήριο, το Αυστριακό, υπό την επίδραση, όπως ξέρουμε, των ιδεών του Κέλσεν, ενώ μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, όταν πλέον επικρατεί η αντίληψη ότι ο έλεγχος της αντισυνταγματικότητας αποτελεί στοιχείο του κράτους δικαίου, Συνταγματικά Δικαστήρια ιδρύονται σιγά – σιγά σε πολλές χώρες. Το ίδιο κύμα ιδρύσεως Συνταγματικών Δικαστηρίων, ως στοιχείο εμπέδωσης του κράτους δικαίου, παρατηρείται, υπό την ώθηση του Συμβουλίου της Ευρώπης, μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, στα πρώην σοσιαλιστικά κράτη.
            Έτσι, η Ελλάδα ενώ στα τέλη του ΧΙΧ αι. ήταν η μόνη ευρωπαϊκή χώρα όπου ασκείτο διάχυτος, συγκεκριμένος και παρεμπίπτων δικαστικός έλεγχος αντισυνταγματικότητας των νόμων, αποτελώντας, κατά τη διατύπωση του Α. Καϊδατζή, «παρέκκλιση από τα ευρωπαϊκά πρότυπα», έναν αιώνα μετά, στα τέλη του ΧΧ αι., έχει χάσει τη μοναδικότητά της αυτή, παραμένοντας πλέον από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες όπου ο έλεγχος αυτός δεν ασκείται από Συνταγματικό Δικαστήριο αλλά διατηρεί τα παραπάνω χαρακτηριστικά.
            2.         Σε προτάσεις αναθεωρήσεως του Συντάγματος, από τη δεκαετία του 1990 έως σήμερα, αλλά και σε κείμενα και παρεμβάσεις πολιτικών και ακαδημαϊκών, υποστηρίζεται η ιδέα δημιουργίας και στην Ελλάδα Συνταγματικού Δικαστηρίου.
            Βασικό επιχείρημα που προβάλλεται υπέρ της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι η ανασφάλεια δικαίου που δημιουργείται από το ισχύον σύστημα ελέγχου της αντισυνταγματικότητας των νόμων, οφειλόμενη στο ότι μπορεί να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις των δικαστηρίων, στο ότι ο νόμος μπορεί να κριθεί αντισυνταγματικός πολλά χρόνια μετά την έναρξη εφαρμογής του και στο ότι, από τη στιγμή που τεθεί το ζήτημα της ασυμφωνίας μιας νομοθετικής διάταξης προς το Σύνταγμα, απαιτείται πολύς χρόνος μέχρι την οριστική επίλυση του θέματος. Υποστηρίζεται ότι το ισχύον σύστημα λειτουργούσε ικανοποιητικά στο παρελθόν όταν η νομοθετική δραστηριότητα δεν ήταν ούτε τόσο λεπτομερής, ούτε τόσο συχνή όσο σήμερα. Με την ταχύτητα που εξελίσσεται η σύγχρονη ζωή, δεν μπορούμε να αναμένουμε να λυθεί οριστικά το όποιο ζήτημα συνταγματικότητας μετά την πάροδο ικανού χρονικού διαστήματος και αφού εκδοθούν αντίθετες δικαστικές αποφάσεις, που θα επιτείνουν τη σύγχυση και την ανασφάλεια. Επιβάλλεται άμεση εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων σχετικά με τη συνταγματικότητα των νόμων. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, στη σύντομη επίλυση θα συντελέσει το Συνταγματικό Δικαστήριο.
            Υπάρχει, όμως, και διαφορετική προσέγγιση, που δεν εστιάζει τόσο στο ζήτημα της (αν)ασφάλειας δικαίου και της ταχύτητας. Σύμφωνα με αυτή, το σύστημά μας είναι μόνο κατ’ όνομα διάχυτου ελέγχου. Στην πράξη και στη δικονομία έχουν αναπτυχθεί ισχυροί μηχανισμοί συγκέντρωσης του ελέγχου, ιδίως στο χώρο της διοικητικής δικαιοσύνης, όπου η συνταγματική κατοχύρωση της αιτήσεως ακυρώσεως, το τεκμήριο του ακυρωτικού ελέγχου υπέρ του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά και η συνταγματική κατοχύρωση της αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κάμπτουν ως ένα σημείο τον διάχυτο έλεγχο συνταγματικότητας και του προσδίδουν στοιχεία συγκεντρωτικού. Με την αντίληψη αυτή, περισσότερο από κάθε άλλη, συνδυάζεται κριτική στη νομολογία. Οπότε, σύμφωνα με τον Ε. Βενιζέλο, «το συνταγματικά κρίσιμο ζήτημα [είναι] … ο τρόπος συγκρότησης του αρμοδίου δικαστηρίου και η σχέση του με τα πολιτικά όργανα του κράτους. Δηλαδή, η θεσμική ισορροπία πολιτικής εξουσίας και δικαστικής εξουσίας». Εδώ αναδεικνύεται ανάγλυφα μια μορφή δυσπιστίας απέναντι στον τακτικό δικαστή, τον επαγγελματία δικαστή, ο οποίος, όπως υπονοείται, δεν έχει την αναγκαία πολιτική ευαισθησία στην προσέγγιση και κατανόηση του κειμένου του νόμου. Για τούτο αναζητείται ένα άλλο όργανο, το Συνταγματικό Δικαστήριο, που θα αναλάβει την ιδιαίτερη αυτή αρμοδιότητα του ελέγχου της συνταγματικότητας, που εξ ορισμού έχει και πολιτικές διαστάσεις, εφ’ όσον ο νόμος αποκρυσταλλώνει την πολιτική ισορροπία που έχει επιτευχθεί στο Κοινοβούλιο. Συμπληρωματικά προβάλλεται, ως επιπλέον επιχείρημα υπέρ του Συνταγματικού Δικαστηρίου, πως όλες σχεδόν οι ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν πλέον τέτοιου τύπου δικαιοδοσίες.
            Σε πρόσφατες προσεγγίσεις, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, επισημαίνεται ιδιαιτέρως το ζήτημα του ελέγχου ζητημάτων λειτουργίας των θεσμών, που με τα κρατούντα δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, αλλά και το ζήτημα του πληρέστερου ελέγχου της εφαρμογής των συνταγματικών κανόνων σε τομείς όπου αυτός είναι ασθενικός (π.χ. interna corporis). Για την επίλυση των εν λόγω αμφισβητήσεων προτείνεται η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Είναι αμφίβολο, βέβαια, αν μπορεί να ιδρυθεί ένα δικαστήριο αρμόδιο αποκλειστικά για τις διαφορές αυτές, χωρίς, δηλαδή, να έχει αρμοδιότητα και για την εξέταση της ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας του νόμου.