(Εισήγηση
στο συνέδριο που διοργάνωσε ο Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών σε συνεργασία με το
Πανεπιστήμιο Πατρών και με κεντρικό θέμα «ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ» την Παρασκευή 26 και
Σάββατο 27 Μαΐου 2017)
Ως
ιατρική των καταστροφών νοείται
εκείνο το τμήμα της ιατρικής επιστήμης
που ασχολείται με την αναγνώριση και την ιατρική αντιμετώπιση επειγόντων
περιστατικών με πολυάριθμα θύματα μετά από φυσικές ή ανθρωπογενείς μαζικές
καταστροφές. Ως «καταστροφή» χαρακτηρίζεται μια κατάσταση κατά την οποία σε
μικρό χρονικό διάστημα προκύπτει μεγάλος αριθμός θυμάτων σε σχέση με τις
τρέχουσες δυνατότητες ενός συστήματος να τα περιθάλψει. Βασικό χαρακτηριστικό
των καταστάσεων αυτών είναι το στοιχείο της «μαζικότητας».
Οι
καταστάσεις καταστροφών θέτουν σε δοκιμασία τα όρια της κλασικής ιατρικής,
δημιουργώντας αμηχανία και ανασφάλεια. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων
καταστάσεων αποτελούν περιστατικά όπως το πρόσφατο τρομοκρατικό χτύπημα στο
Μάντσεστερ της Αγγλίας, τα τρομοκρατικά χτυπήματα στη μουσική σκηνή Μπατακλάν
στο Παρίσι, στη Νίκαια της Γαλλίας, στο αεροδρόμιο «Ατατούρκ» στην
Κωνσταντινούπολη, στο μετρό και το αεροδρόμιο των Βρυξελλών. Άλλα παραδείγματα
καταστροφής ανθρωπογενών παραγόντων αποτελεί η έκρηξη στο πυρηνικό εργοστάσιο
του Τσέρνομπιλ, το περιστατικό του Νορβηγού μακελάρη Μπρέιβικ, ενώ τέλος
πρόσφατο παράδειγμα καταστροφής από φυσικά αίτια είναι η σχεδόν ολική ισοπέδωση
του χωριού Αματρίτσε από τον καταστροφικό σεισμό που έπληξε την κεντρική Ιταλία
τον περασμένο χρόνο, το τσουνάμι του 2011 στην Ιαπωνία που προκάλεσε και την
μετέπειτα έκρηξη στο πυρηνικό εργοστάσιο της Φουκοσίμα κ.α. Αν κανείς σκεφτεί
ότι ο απολογισμός του τρομοκρατικού χτυπήματος στο αεροδρόμιο «Ατατούρκ» ήταν
περίπου 41 νεκροί και 239 τραυματίες, ή ότι του σεισμού στην Ιαπωνία το 2011
ήταν όπως υπολογίστηκε 5.363 τραυματίες, αντιλαμβάνεται αμέσως το μέγεθος για
το οποίο μιλάμε.
Τέτοιες καταστάσεις αφορούν
φυσικά και την Ελλάδα, όπου τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση ορισμένων
φυσικών καταστροφών (π.χ. πλημμύρες, πυρκαγιές), χωρίς όμως να λείπουν και οι
ανθρωπογενείς τοιαύτες, που οφείλονται στις μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών ή σε
αμέλεια των υπαιτίων. Συνεπώς και στη χώρα μας ανακύπτουν στην ιατρική επιστήμη
τα αυτά ζητήματα και διλήμματα.
Οι ιατροί, που θα σπεύσουν στο
σημείο της καταστροφής, θα πρέπει:
α) να εκτιμήσουν την
κατάσταση, ήτοι το είδος του συμβάντος, τον αριθμό των θυμάτων και τη βαρύτητα
των κακώσεών τους.
β) να προβούν σε αναγνώριση
των κακώσεων, να εκτιμηθούν δηλαδή τα ιατρικά προβλήματα των θυμάτων
γ) να προβούν σε διαλογή των
θυμάτων
δ) να προχωρήσουν στην
αντιμετώπιση των κακώσεων των θυμάτων και
ε) να γίνει διακομιδή, δηλαδή
η μεταφορά των θυμάτων στον κοντινότερο και καταλληλότερο υγειονομικό
σχηματισμό με το ταχύτερο και ασφαλέστερο μέσο.
Το βασικό ζήτημα που ανακύπτει
είναι ο εντοπισμός από τον ιατρό εκείνων των ασθενών που χρήζουν άμεσης παροχής
ιατρικών υπηρεσιών. Στη διεθνή βιβλιογραφία έχει αποτυπωθεί έντονος
επιστημονικός προβληματισμός σε σχέση ακριβώς με εκείνο το στοιχείο ή την
ιδιότητα που θα μπορούσε να βαρύνει ως κριτήριο για να προβεί κανείς στην επιλογή
των θυμάτων, που χρήζουν άμεσης βοήθειας και άρα για την προτεραιότητα που
πρέπει να δοθεί στις αντίστοιχες ιατρικές πράξεις.
Ένα από τα κριτήρια, που έχει
προταθεί από τη θεωρία είναι εκείνο της ηλικίας του θύματος. Σε όμοιο δηλαδή
κίνδυνο (ζωής ή υγείας) θα πρέπει ο ιατρός να προτιμήσει να σώσει το νεότερο
ηλικιακά άτομο. Η συγκεκριμένη πρόταση γίνεται δεκτή από μεγάλο μέρος της
ιατρικής επιστήμης αλλά βρίσκει και υποστηρικτές και στη νομική θεωρία. Κατά
την άποψή μου το κριτήριο αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Η αξία της ζωής ως
απόλυτο αγαθό δεν φθίνει με την πάροδο του χρόνου. Κατά συνέπεια καθίστανται –
από συνταγματική τουλάχιστον άποψη – ανεπίτρεπτες τέτοιου είδους σταθμίσεις της
αξίας της ανθρώπινης ζωής. Εκτός αυτού, τυχόν υιοθέτηση του σχετικού κριτηρίου
από τον νόμο θα οδηγούσε σε βάναυση προσβολή της απόλυτης προστασίας της αξίας
του ανθρώπου, αφού στην πράξη θα κατέληγε να παρέχει κατά προτεραιότητα
ιατρικές υπηρεσίες στους νεότερους, ακόμα κι αν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία είχαν
τις ίδιες πιθανότητες σωτηρίας. Θα εθεωρείτο με άλλα λόγια, κατ’ αποτέλεσμα, ως
υποδεέστερης αξίας η ζωή των ατόμων της τρίτης ηλικίας.
Επιπλέον, σύμφωνα με το
ά. 5 παρ. 5 Σ, το δικαίωμα στην υγεία και κατ’ επέκταση στη λήψη ιατρικής
φροντίδας είναι αναπαλλοτρίωτο και ανεπίδεκτο παραίτησης. Θα πρέπει δε να
ληφθεί υπόψη το γεγονός, που ούτε από την ιατρική επιστήμη αμφισβητείται, ότι
ενδέχεται πολλές φορές να μην ταυτίζονται οι μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης
με τη μικρότερη ηλικία.
Άλλο κριτήριο που προτάθηκε
είναι εκείνο του κοινωνικού ρόλου των κινδυνευόντων θυμάτων. Σύμφωνα μ’ αυτό,
προτεραιότητα έχει η διάσωση ενός καθηγητή Πανεπιστημίου από έναν άνεργο, ή
μιας μητέρας από μια γυναίκα χωρίς παιδιά.
Θα λέγαμε ότι και εδώ παρουσιάζεται ο ίδιος «χρησιμοθηρικός» χαρακτήρας
με το προηγούμενο κριτήριο, αφού αποβλέπει στη διατήρηση της ζωής που αποφέρει
για την κοινωνία μεγαλύτερο συνολικό όφελος. Έρχεται λοιπόν και αυτό σε ευθεία
παραβίαση με την απόλυτη προστασία της ανθρώπινης αξίας, αλλά και με την
ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας (ά. 5 παρ. 1, 2 Σ) και την προστασία της
ιδιωτικής ζωής (ά. 9 παρ. 1 εδ. β Σ). Αν ακολουθείτο το παραπάνω κριτήριο στη
«διαλογή» και παραγκωνίζονταν εκείνοι που δεν είχαν π.χ. λευκό ποινικό μητρώο,
η παραπάνω ενέργεια – ή πιο σωστά παράλειψη – θα ισοδυναμούσε με επαναφορά της
θανατικής ποινής και θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με το ά. 3 ΕΣΔΑ. Η σχέση
ιατρού – ασθενούς βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, η οποία θα διαρραγεί, αν
ξαφνικά ο ιατρός αναγορευθεί σε θεματοφύλακα του αποδεκτού από την κοινωνία
τρόπου συμπεριφοράς και συμβίωσης.
Ένα επιπλέον προτεινόμενο
κριτήριο είναι εκείνο της χρονικής προτεραιότητας, το οποίο εναρμονίζεται με
την αρχή prior tempore potior jure ( «πρότερος κατά χρόνον ισχυρότερος κατά
δικαίωμα»). Το κριτήριο αυτό υιοθετείται και στον ν. 3984/2011 «Δωρεά και
μεταμόσχευση οργάνων και άλλες διατάξεις». Ωστόσο, και αυτό το κριτήριο είναι
προβληματικό. Τούτο διότι αν εφαρμοζόταν θα οδηγούσε σε πλήρη παράβλεψη της
πολυμορφίας που εμφανίζουν τα περιστατικά συγκεκριμένης «καταστροφής» (μαζικού
ατυχήματος). Η εν λόγω παράβλεψη με τη σειρά της θα είχε ως αποτέλεσμα να
παρέχεται κατά προτεραιότητα ιατρική φροντίδα σε ασθενή του οποίου η κατάσταση
της υγείας του επιτρέπει την αναβολή, επειδή είχε απλώς την «τύχη» να εντοπισθεί νωρίτερα από τις
ομάδες διάσωσης σε σχέση με άλλον βαρύτερα τραυματισμένο.
