Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Ν.489/76 #ΑΠ_461/2017. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Ν.489/76 #ΑΠ_461/2017. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Αυγούστου 2018

"Η ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΠΑΘΟΝΤΟΣ ΣΕ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ - ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ Η ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ / Η Εξαίρεση από την ασφάλιση των προσώπων του άρθρου 7 του Ν. 489/76 (Οδηγός-Κύριος-Κάτοχος-Ασφαλισμένος κλπ του ζημιογόνου αυτοκινήτου) / (Με αφορμή την υπ’ αριθμ. 461/2017 απόφαση του Δ΄ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου) [Υπό Γεωργίου Αμπατζή Δικηγόρου ε.τ.]



Εργασία του Γεωργίου Αμπατζή, Δικηγόρου Πατρών ε.τ. δημοσιευθείσα στο Περιοδικό "Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου" στον Τόμο 2018 Τεύχος 1ο. 


ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΚΑΙ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΜΕΛΕΤΗΣ
Η σχολιαζόμενη απόφαση καλείται να λύσει το πρόβλημα της σύγκρουσης μεταξύ συγκεκριμένων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου (αρθρ. 1 εδαφ. 1 της Τρίτης Κοινοτικής Οδηγίας) και του εθνικού δικαίου (αρθρ. 7 του Ν. 489/76), που αφορά την ασφαλιστική κάλυψη των παθόντων σε τροχαίο ατύχημα όταν αυτοί έχουν μία από τις ιδιότητες που αναφέρονται πάρα πάνω. Η απόφαση αυτή διαπιστώνει κατ’αρχήν τον συγκρουσιακό χαρακτήρα μεταξύ των δύο αυτών ρυθμίσεων (παρ. ΙΙΙ α της μελέτης) και παραθέτει ακολούθως τις διατάξεις των κρίσιμων κοινοτικών οδηγιών από τις οποίες προκύπτει ότι η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει όλους τους επιβάτες χωρίς καμία εξαίρεση (παρ. ΙΙΙ β) και τις αποφάσεις του ΔΕΕ, με τις οποίες επιβεβαιώνεται από τη νομολογία αυτού του δικαστηρίου η πάρα πάνω αρχή (παρ. ΙΙΙ γ). Ενώ λοιπόν θα περίμενε κανείς, ως λογική συνέπεια των πάρα πάνω αναφορών της, η απόφαση αυτή να μην εφαρμόσει τη διάταξη του εθνικού μας δικαίου αλλά εκείνη της Τρίτης κοινοτικής οδηγίας, υποβοηθούμενη προς τούτο και από την πρόσφατη νομολογία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (παρ. ΙΙΙ δ), προχώρησε στην άρση της σύγκρουσης με επιλογή και εφαρμογή του εθνικού μας δικαίου. Ως αιτιολογία στην απόφαση αναφέρεται ότι η σχετική κοινοτική οδηγία δεν μπορεί να εφαρμοσθεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, λόγω του περιορισμού του «οριζόντιου» αποτελέσματός της, της εφαρμογής της δηλαδή μόνο έναντι του κράτους («κάθετο αποτέλεσμα») και όχι και κατά του ΕΚ, το οποίο είναι Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου. Με την κρίση της αυτή η εν λόγω απόφαση έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τη νομολογία τόσο της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (αποφάσεις 10/2013, 4/2017 και 5/2017) όσο και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης- υπόθεση Foster και υπόθεση Skandia (παρ. ΙΙΙ ε). Αναλύεται ακολούθως η υποχρέωση που είχε το δικαστήριο αυτό να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα προς το ΔΕΕ για την ερμηνεία της σχετικής κοινοτικής οδηγίας με βάση τις ρυθμίσεις της ενωσιακής νομοθεσίας και τις θέσεις της νομολογίας του ΔΕΕ (παρ. IV). Τέλος αναφέρονται οι συνέπειες που επέρχονται στην πράξη από τις θέσεις που υιοθέτησε η σχολιαζόμενη απόφαση (παρ. V).    


Ι. Εισαγωγή

Ένα μεγάλο πρόβλημα που φέρνει στην επικαιρότητα η υπ’αριθ. 461/2017 απόφαση του Δ΄Τμήματος του Αρείου Πάγου είναι το πώς θα διασφαλισθεί η μεταχείριση του έλληνα πολίτη από την ελληνική έννομη τάξη, έτσι ώστε αυτή να ανταποκρίνεται στους κανόνες του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στον ευαίσθητο τομέα της προστασίας εκείνων οι οποίοι υφίστανται ζημία από αυτοκινητικά ατυχήματα. Το βασικό αίτημα είναι να εξομοιωθεί ο έλληνας με τον ευρωπαίο πολίτη των υπολοίπων κρατών μελών της Ένωσης. Πρόκειται ακριβώς για την περίπτωση της εφαρμογής και στην Ελλάδα του «κοινοτικού κεκτημένου», το οποίο έχει αποδεχθεί η χώρα μας με την ένταξή της στην Ένωση. Σαν τέτοιο νοείται, σύμφωνα με τις πάγιες διακηρύξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κοινό υπόβαθρο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συνδέει το σύνολο των κρατών μελών της Ένωσης και περιλαμβάνει, μεταξύ των άλλων, τη νομοθεσία που έχει εκδοθεί σε εφαρμογή των συνθηκών και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΔΕΕ). Η παρατήρηση αυτή γίνεται διότι ο κοινός νομοθέτης της χώρας μας έχει θεσπίσει στον τομέα της υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, διατάξεις οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 489/1976, με την οποία εξαιρέθηκε μία μεγάλη κατηγορία πολιτών από την προστασία της ασφαλιστικής κάλυψης, τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του ίδιου νόμου, με την οποία μετακυλίεται η υποχρέωση αποζημίωσης των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αποκλειστικά στον ασφαλισμένο όταν υπόχρεο είναι το Επικουρικό Κεφάλαιο (εφεξής ΕΚ) και τη διάταξη του άρθρου 4 του Νόμου 4092/2012, με την οποία επέρχονται ποσοτικοί περιορισμοί στην αποζημίωση και στη χρηματική ικανοποίηση όταν υπόχρεο προς πληρωμή είναι το ΕΚ. Οι πάρα πάνω διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, οι οποίες θεσπίσθηκαν από τον έλληνα νομοθέτη για την εξυπηρέτηση προφανώς οικονομικών συμφερόντων των φορέων της ιδιωτικής ασφάλισης και εις βάρος των συμφερόντων των ασφαλισμένων[1], έρχονται σε άμεση αντίθεση με τις σχετικές διατάξεις των Κοινοτικών Οδηγιών, με αποτέλεσμα να διασαλεύεται η ομαλή συνεργασία της ελληνικής έννομης τάξης με το νομοθετικό καθεστώς  της Ένωσης. Ειδικώτερα με τις ρυθμίσεις του εθνικού μας δικαίου ο κοινός νομοθέτης έρχεται σε άμεση αντίθεση τόσο με τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, με την οποία εκχωρήθηκαν με τη συναίνεση του ελληνικού κράτους δικαιώματα στα όργανα της Ένωσης, όσο και με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο προσδίδει υπερνομοθετική ισχύ στις διεθνείς συμβάσεις οι οποίες επικυρώνονται με νόμο. Αυτό τονίζεται ιδιαίτερα στην ερμηνευτική δήλωση που έχει τεθεί στο πάρα πάνω άρθρο του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου αποτελούν το θεμέλιο για τη συμμετοχή της χώρας μας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το σύστημα λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει θεσμοθετήσει μηχανισμούς εναρμόνισης της εσωτερικής νομοθεσίας των κρατών μελών με εκείνη της Ένωσης. Αυτό επιτυγχάνεται με την υποχρέωση αφενός του εθνικού νομοθέτη να ενσωματώνει εγκαίρως στο δίκαιό του τις κοινοτικές οδηγίες και με τις εξουσίες αφετέρου οι οποίες παρέχονται στον εθνικό δικαστή, ο οποίος και ανάγεται, όπως χαρακτηριστικά έχει γραφεί, σε ελεγκτικό βραχίονα κρατών και οργάνων.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με μία σειρά σχετικά πρόσφατων αποφάσεών της, οι οποίες αναφέρονται πάρα κάτω, έχει καθιερώσει τους βασικούς ερμηνευτικούς κανόνες τους οποίους οφείλει να ακολουθήσει ο έλληνας δικαστής, ώστε αυτός να εκπληρώσει τον προαναφερόμενο ρόλο του. Όμως το Δ΄Πολιτικό Τμήμα αυτού του δικαστηρίου δεν φαίνεται να ακολουθεί αυτές τις κατευθυντήριες αρχές που καθιέρωσε η Ολομέλεια ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των κοινοτικών οδηγιών, αλλά ακολουθεί τη δική του μοναχική πορεία. Η απόκλιση αυτή έχει ως αποτέλεσμα την άρση της προστασίας την οποία παρέχει το ενωσιακό δίκαιο στους παθόντες από τροχαίο ατύχημα, τουλάχιστον στον βαθμό που την απολαμβάνει και ο μέσος ευρωπαίος πολίτης.  

ΙΙ. Η απόφαση 461/2017 του Αρείου Πάγου

Με την υπ’αριθ. 461/2017 απόφασή του το Δ΄Τμήμα του Αρείου Πάγου έκρινε ότι οι συγγενείς του επιβάτη ζημιογόνου αυτοκινήτου ο οποίος θανατώνεται σε τροχαίο ατύχημα, δεν έχουν δικαίωμα να διεκδικήσουν  χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, διότι ο θανών ήταν ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου στο οποίο αυτός επέβαινε. Στην κρίση του αυτή κατέληξε το πάρα πάνω δικαστήριο ερμηνεύοντας το άρθρο 7 του Ν. 489/1976, όπως αυτό διαμορφώθηκε από το άρθρο 4 του ΠΔ 264/91, με το οποίο και εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη μία ευρεία κατηγορία προσώπων. Τα πρόσωπα αυτά είναι, εκτός από τον υπαίτιο οδηγό και ο κύριος, ο συγκύριος, ο κάτοχος, ο συγκάτοχος, ο αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση ασφάλισης με τον ασφαλιστή και οι νόμιμοι εκπρόσωποι του νομικού προσώπου που έχει συνάψει τη σύμβαση ασφαλίσεως. Η απόφαση αυτή είναι η τελευταία μιας σειράς αποφάσεων του Δ΄Τμήματος, οι οποίες ακολουθούν αυτή την ερμηνεία της πάρα πάνω διάταξης, παρά το γεγονός ότι αυτή έρχεται σε άμεση αντίθεση προς τις κοινοτικές οδηγίες οι οποίες ρυθμίζουν την ασφαλιστική προστασία του παθόντος σε τροχαίο ατύχημα[2].
Με το ζήτημα αυτών των εξαιρέσεων που εισάγει το άρθρο 7 του Ν. 489/1976 έχουμε ασχοληθεί επανειλημμένα και έχουμε υποστηρίξει ότι η ρύθμιση αυτή δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από τον εθνικό δικαστή διότι διαφορετικά παραβιάζονται, εκτός από τις συνταγματικές, και δεσμευτικές διατάξεις του ενωσιακού δικαίου[3]. Οι λόγοι για τους οποίους κρίθηκε σκόπιμο να επανέλθουμε στο ζήτημα αυτό είναι οι ακόλουθοι: 1) Ότι δημοσιεύθηκαν εν τω μεταξύ οι αποφάσεις 4 και 5/2017 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, οι οποίες έκριναν ad hoc ότι οι περιορισμοί στην ασφαλιστική κάλυψη που εισάγονται στην εθνική νομοθεσία είναι ανίσχυροι και ανεφάρμοστοι, διότι συγκρούονται προς τις σχετικές διατάξεις των κοινοτικών οδηγιών. 2) Ότι μεγαλώνει ο κίνδυνος να παγιωθεί μία κατάσταση η οποία, με επιλογή του εγχώριου νομοθέτη, υποβαθμίζει τον έλληνα πολίτη σε πολίτη δεύτερης κατηγορίας, σε σύγκριση με τον πολίτη των υπολοίπων κρατών μελών της Ένωσης, επιλογή η οποία φαίνεται να επικροτείται και από τον έλληνα δικαστή. Η υποβάθμιση αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι  τα κράτη μέλη της Ένωσης έχουν συμμορφωθεί προς τις σχετικές οδηγίες οι οποίες προβλέπουν την ασφαλιστική κάλυψη όλων των επιβατών, ανεξάρτητα από την ιδιότητα που αυτοί έχουν, με μοναδική εξαίρεση τον υπαίτιο οδηγό. (Για τις σχετικές ρυθμίσεις στην εσωτερική νομοθεσία της Ο.Δ. της Γερμανίας και της Αυστρίας βλέπετε μελέτη μας σε ΕπΣυγκΔικ 2012 σελ. 290).

ΙΙΙ. Η κατάστρωση των νομικών συλλογισμών της σχολιαζόμενης απόφασης –Κριτικές παρατηρήσεις

Ο τρόπος με τον οποίο διαρθρώνεται το σκεπτικό της σχολιαζόμενης απόφασης, κατά τις αρχικές αναφορές της στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτή θα κατέληγε στη μη εφαρμογή του άρθρου 7 του Ν. 489/76, αλλά στην εφαρμογή απευθείας της διάταξης του άρθρου 1 εδαφ.1 της Τρίτης κοινοτικής οδηγίας (οδηγία 90/232/ΕΟΚ), η οποία επιβάλει στον εθνικό νομοθέτη την υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη όλων των επιβατών του αυτοκινήτου, πλην του οδηγού. Στην εντύπωση αυτή καταλήγει ο αναγνώστης της απόφασης, αφού αυτή διαπιστώνει κατ’αρχήν την αντίθεση που υπάρχει μεταξύ των πάρα πάνω διατάξεων του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου και παραθέτει ακολούθως τα κείμενα των σχετικών οδηγιών όπως επίσης και την πλούσια νομολογία των αποφάσεων του ΔΕΕ, με τις οποίες κρίνεται ότι οποιαδήποτε εξαίρεση των επιβατών από την  υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη που προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους είναι ανεπίτρεπτη.  Και αυτό διότι, όπως με επιτυχία έχει γραφτεί, ο κανόνας του κοινοτικού δικαίου διεκδικεί μια θέση στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του εθνικού δικαστή[4].

α. Η διαπίστωση της αντίθεσης μεταξύ του άρθρου 7 του Ν. 489/76 και των κοινοτικών οδηγιών
Η υπ’αριθ. 461/2017 απόφαση του ΑΠ διαπιστώνει κατ’αρχήν την αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 489/76 και εκείνη του άρθρου 1 εδ. 1 της αποκαλούμενης Τρίτης κοινοτικής οδηγίας. Η απόφαση αυτή αναφέρει επί λέξει στο κείμενό της ότι «….από την αντιπαραβολή της διάταξης του άρθρου 1, πρώτο εδάφιο, της Τρίτης οδηγίας 90/232/ΕΟΚ, της 14ης Μαΐου 1990, η οποία επιτάσσει ότι η ασφάλιση που καλύπτει την αστική ευθύνη τη σχετική με την κυκλοφορία οχήματος πρέπει να καλύπτει την ευθύνη για τις σωματικές βλάβες όλων των επιβατών, πλην του οδηγού, που προκύπτουν από την κυκλοφορία ενός οχήματος και προβλέπει την εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη μόνο του οδηγού, με τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν.489/1976, προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 489/1976 περιέχει σημαντική απόκλιση προς την ως άνω διάταξη της Τρίτης οδηγίας, αφού η τελευταία αυτή διάταξη (το άρθρο 7 του Ν. 489/76) εξαιρεί, μεταξύ άλλων, από τον ορισμό των ζημιωθέντων τρίτων κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και 6 παρ. 2 κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφάλισης καθώς και εκείνο το οποίο έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση και συνεπώς αποκλείεται από την εν λόγω διάταξη η ασφαλιστική κάλυψη του κυρίου του οχήματος και ασφαλισμένου ως τρίτου θύματος, σε ατύχημα που λαμβάνει χώρα, καθ΄όν χρόνο ο ίδιος συνεπιβαίνει στο όχημα του οποίου είναι κύριος..». Με την διαπίστωση της αντίφασης αυτής μεταξύ εθνικού και ενωσιακού δικαίου, η οποία διαπίστωση γίνεται στην εν λόγω απόφαση, έρχεται και πάλι στο προσκήνιο το μεγάλο πρόβλημα της λειτουργικής θέσης του έλληνα δικαστή στο κρίσιμο αυτό ζήτημα της εναρμόνισης των ρυθμίσεων του εσωτερικού προς το ενωσιακό δίκαιο. Ο εθνικός δικαστής, αφού διαπιστώνει τον συγκρουσιακό χαρακτήρα των δύο διατάξεων, οφείλει να προχωρήσει στην άρση της σύγκρουσης με την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου και τη μη εφαρμογή της αντίθετης προς αυτό διάταξης του εσωτερικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός απορρέει  1) από τα σχετικά κείμενα των κοινοτικών οδηγιών, 2) από τη νομολογία του ΔΕΕ, τα οποία και παραθέτει η σχολιαζόμενη απόφαση και 3) από τη νομολογία των Ανωτάτων δικαστηρίων. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου αποτελούν σημαντικό βοήθημα στην κρίση αυτή του έλληνα δικαστή, αφού αυτή με πλούσια πρόσφατη νομολογία της έχει καθορίσει τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές που οφείλει να ακολουθήσει ο έλληνας δικαστής, όταν καλείται να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το δίκαιο της Ένωσης και ειδικώτερα τις διατάξεις των κοινοτικών οδηγιών.

 β. Η αναφορά των κοινοτικών οδηγιών
Αφού διαπιστώνει την πάρα πάνω αντίθεση μεταξύ του ενωσιακού και του εθνικού μας δικαίου η σχολιαζόμενη απόφαση αναφέρει τις ακόλουθες διατάξεις των κοινοτικών οδηγιών, οι οποίες έχουν το ίδιο ρυθμιστικό περιεχόμενο με εκείνη του άρθρου 7 του Ν. 489/76. 1) Την Οδηγία 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24-4-1972, την αποκαλούμενη Πρώτη Οδηγία[5], η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το π.δ. 1019/1981. Η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 αυτής της Οδηγίας ορίζει ότι «….κάθε κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση. Η έκταση της καλυπτόμενης ευθύνης και οι όροι και συνθήκες καλύψεως καθορίζονται με βάση τα μέτρα αυτά.». 2)  Την Οδηγία 85/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 30-12-1983, η οποία αναφέρεται ως Δεύτερη Οδηγία[6] και έγινε εσωτερικό δίκαιο με το π.δ. 264/1991. Με το άρθρο 1 παρ. 1 αυτής της Οδηγίας, θεσπίσθηκε ο κανόνας ότι «…. Η ασφάλιση που αναφέρεται στο άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ καλύπτει υποχρεωτικά τις υλικές ζημίες και τις σωματικές βλάβες». Το άρθρο 3 παρ. 1 εξάλλου της ίδιας Οδηγίας προβλέπει ότι: «…..Τα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου, του οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου το οποίο φέρει σε περίπτωση ατυχήματος την αστική ευθύνη η οποία καλύπτεται από την ασφάλιση του άρθρου 1 παρ. 1 δεν μπορούν να αποκλεισθούν, λόγω του δεσμού συγγενείας από το δικαίωμα ασφάλισης για τις σωματικές βλάβες τους…». 3) Τη διάταξη του άρθρου 1 της Οδηγίας 90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14-5-1990, αποκαλούμενης Τρίτης Οδηγίας[7] η οποία ορίζει ότι «…η ασφάλιση που προβλέπει το άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ (δηλαδή της Πρώτης Οδηγίας), καλύπτει την ευθύνη για σωματικές βλάβες όλων των επιβατών, πλην του οδηγού που προκύπτουν από την κυκλοφορία ενός οχήματος. Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ 314/1993, αλλά μόνο εν μέρει και ειδικώτερα ως προς τα άρθρα 3 και 4 αυτής. Με το άρθρο 6 παρ. 2 αυτής της Οδηγίας χορηγήθηκε στην ελληνική δημοκρατία προθεσμία έως την 31-12-1995, προκειμένου να ενσωματώσει στο εσωτερικό δίκαιο τόσο το πάρα πάνω άρθρο 1 αυτής όσο και το άρθρο 2, το οποίο αναφέρεται στο ενιαίο ασφάλιστρο και τη διασφάλιση της ασφαλιστικής κάλυψης σε όλο το έδαφος της Κοινότητας, η οποία ενσωμάτωση δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα.
Για την αποφυγή οποιασδήποτε παρανόησης πρέπει να τονισθούν τα ακόλουθα: α) ότι οι διατάξεις των Κοινοτικών Οδηγιών που μνημονεύονται πάρα πάνω αναφέρονται αποκλειστικά στην υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης και όχι στην προαιρετική ασφάλιση και β) ότι οι κοινοτικές οδηγίες έχουν για τα κράτη μέλη την ίδια δεσμευτικότητα που έχουν και οι διατάξεις των κανονισμών και δεν βρίσκονται σε κατώτερη ιεραρχική θέση προς τους τελευταίους[8].