Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Επίσχεση εργασίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Επίσχεση εργασίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

AΠ 767/2018 : "Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας θεωρείται και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη"




Αριθμός 767/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου-Εισηγητή, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΑΤ, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Β. του Θ., ..., 2)Ι. Γ. του Π., κάτοικου ..., 3)Π. Ι. του Χ., κάτοικου ..., και 4)Κ. Κ. του Ε., ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ΙΝ, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Εορδαίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την με αριθμό κατάθεσης ...6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 28-6-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 73/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης της εργοδότριας εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας κατά της εκδοθείσας ερήμην της 169/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Εορδαίας. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου, έγινε δεκτή εν μέρει κατ’ ουσία η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον καθένα εργαζόμενο ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το αναφερόμενο ποσό για μισθούς υπερημερίας λόγω επίσχεσης της εργασίας από τους τελευταίους. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, υφισταμένης σύμβασης εργασίας, εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την οφειλόμενη απ’ αυτόν παροχή εργασίας (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού, αλλά και για την παράβαση εργοδοτικού διευθυντικού δικαιώματος) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαιτήσεώς του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ’ αυτόν αντιπαροχής. Κατ’ ακολουθία, αν υφίσταται ασφάλεια ως προς την εκπλήρωση της ανταξίωσής του αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επίσχεσης. Το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Τούτο δε διότι, ενώ κατά κανόνα, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται για το δανειστή τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της οφειλόμενης προς αυτόν παροχής, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται η αξίωσή του, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η παροχή εργασίας για όσο χρόνο διαρκεί η επίσχεση καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά. Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει την επίσχεση εργασίας, λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής, πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη (ΑΠ 117/2017ΑΠ 114/2017ΑΠ 447/2015, ΑΠ 940/2015, ΑΠ 1248/2015, ΑΠ 790/2014). 
Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 1114/2017, ΑΠ 324/2017ΑΠ 117/2017, ΑΠ 940/2015, ΑΠ 1248/2015, ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 1502/2010). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών ή το δικαιολογημένο αυτής, κρίνεται τελικά από το δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του εργαζόμενου, σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους της καθυστέρησης πληρωμής τους (ΑΠ 1114/2017). 
Περαιτέρω, όταν η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 (ή 560 αρ. 5, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015) ΚΠολΔ, επιπλέον δε η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 (ή 560 αριθ. 6, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015) ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1127/2008, ΑΠ 363/2007). 
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν τα αυτοτελή περιστατικά που δεν λήφθηκαν υπόψη είναι αλυσιτελή και συνεπώς δεν θεωρούνται ουσιώδη, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1127/2008). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ( 560 αρ. 6) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 117/2017ΑΠ 114/2017). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006,ΑΠ 117/2017ΑΠ 114/2017). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 117/2017ΑΠ 114/2017, ΑΠ 455/2014). Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια, δηλαδή, στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 117/2017ΑΠ 114/2017, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1504/2011, ΑΠ 479/2009). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1/1999, ΑΠ 73/2017). 

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

MονΠρΠατρών 43/16: "Ακυρότητα συμβάσεως εργασίας - Βλαπτική μεταβολή - Επίσχεση εργασίας. Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Άκυρη σύμβαση εργασίας υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος δεν έχει βιβλιάριο υγείας – επίσχεση εργασίας επί άκυρης συμβάσεως εργασίας δεν νοείται – επίσης στην περίπτωση άκυρης συμβάσεως η επιδίκαση ωφέλειας κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού προϋποθέτει την πραγματική απασχόληση του μισθωτού. Συνέπεια της επισχέσεως εργασίας και αποχής του εργαζομένου είναι η λύση της άκυρης συμβάσεως"


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 43/2016

(...) Κατά το άρθρο 648 του ΑΚ ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, όσο δεν καταβάλλει δηλαδή τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του, σαν να εργαζόταν κανονικά (ΑΠ 1153/09 ΝΟΜΟΣ, Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Γ έκδοση, παρ. 18, αρ. 1311). 
Ωστόσο, όταν η σύμβαση εργασίας είναι για οποιοδήποτε λόγο άκυρη, αυτή θεωρείται σαν να μην έγινε (180 ΑΚ) και δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματά της. Στην περίπτωση, που παρά την ύπαρξη ακυρότητας, η σύμβαση τεθεί σε λειτουργία και ο εργαζόμενος παράσχει τη συμφωνημένη εργασία, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, προκειμένου να λάβει ο εργαζόμενος σε χρήμα την ωφέλεια που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας (ΑΠ 462/14 ΕλλΔνη 2014, σελ. 1639). Περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας συντρέχει και όταν παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 της κανονιστικής απόφασης Αιβ/8577/83 του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/40 και αντικαταστάθηκε με την 8405/29-10-1992 ΚΥΑ, ΦΕΚ Β 665/92, η οποία αντικαταστάθηκε εκ νέου με την ΥΑ Υ1γ/ΓΠ/οικ. 35797, ΦΕΚ Β 1199/12, με την απασχόληση σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, εργαζόμενου που παρέχει υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή των ποτών, χωρίς αυτός (ο εργαζόμενος) να έχει εφοδιαστεί με πιστοποιητικό υγείας όπου βεβαιώνεται ότι έχει υποβληθεί σε ιατρικες εξετάσεις και βρέθηκε να μην πάσχει από μεταδοτικό νόσημα (ΑΠ 1113/13 ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, η άκυρη σύμβαση δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματά της και δεν δημιουργεί δέσμευση για το μέλλον. Καθένα από τα μέρη μπορεί ανά πάσα στιγμή να θέσει τέρμα σ’ αυτή. Συνεπώς, εφόσον ο εργαζόμενος δεν οφείλει να παράσχει την εργασία του, δεν νοείται επίσχεση εργασίας του, αφού το εν λόγω δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 325 ΑΚ, συνίσταται στην άρνηση εκπλήρωσης οφειλόμενης παροχής. Εξάλλου, ζήτημα υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας και επομένως καταβολής μισθών υπερημερίας δεν τίθεται, διότι η υπερημερία προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση. Δηλαδή, αν ο εργοδότης παύσει από ορισμένο χρονικό σημείο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου που απασχολείται βάσει άκυρης σύμβασης, η σχέση εργασίας θεωρείται πως λύθηκε κατά τον παραπάνω χρόνο, καθόσον αυτή δεν αναγνωρίζεται από το νόμο και ενόψει τούτου δεν δύναται να εξακολουθεί να υφίσταται παρά τη θέληση του εργοδότη, ο οποίος δεν ενέχεται ούτε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εφόσον δεν αποκομίζει καμία ωφέλεια (Ζερδελής, οπ παρ. 12, αρ. 674, 677, 690, 691, 701 και 703 με τις εκεί παραπομπές). 
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 ΑΚ και 7 παρ. 1 του Ν. 2112/20 προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, όπως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού που γίνεται με σκοπό τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση και την απαλλαγή του ίδιου από την καταβολή αποζημίωσης, δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης από μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είτε εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης, και σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 795/07 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, ενόψει της ανωτέρω διαζευκτικής ευχέρειας, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 305, 306 ΑΚ και η επιλογή ανάμεσα στα ανωτέρω δικαιώματα γίνεται με δήλωση του εργαζόμενου στον εργοδότη.

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

ΜΠρΑθ 664/16 : "Επίσχεση εργασίας - Κάμψη της αρχής μη ευθύνης των διοικούντων ΑΕ - Αδικοπραξία. Επίδειξη εγγράφων - Φορολογικό απόρρητο"



Oι ενάγοντες άσκησαν το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας τους με δήλωση προς την πρώτη εναγομένη - εργοδότρια, η οποία είχε την απαίτηση από τους εργαζόμενους να παρέχουν την εργασία τους χωρίς να πληρώνονται, ενώ η ίδια να συνεχίζει τη δραστηριότητά της απο την οποία να εισπράττει οικονομικό όφελος. Συνδρομή των προϋποθέσεων για την άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης, αξιώνοντας από την εργοδότρια εταιρία δεδουλευμένες αποδοχές. Εν προκειμένω συντρέχει περίπτωση αδικοπραξίας των εναγομένων - διοικούντων της ΑΕ, διότι υπάρχει πταίσμα, οπότε υφίσταται προσωπική ευθύνη κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Ως εκ τούτου κάμπτεται η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρεία. Eπίδειξη εγγράφων - απαράδεκτο το αίτημα των εναγομένων περί επιδείξεως εγγράφων που αφορά στα εκκαθαριστικά σημειώματα των εργαζομένων για το κρίσιμο φορολογικό έτος, προκειμένου να διαπιστωθεί, εάν αυτοί είχαν εργαστεί και σε άλλους εργοδότες - φορολογικό απόρρητο. Εν μέρει δεκτή η αγωγή.

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 664/16

(...) Kατά το άρθρο 281 AK «H άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Oλ AΠ 8/2001). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 648 του AK ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της συμβάσεως, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. 
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 του AK, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Kώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (και κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. H επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, όσο δεν καταβάλλει δηλαδή τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Tο δικαίωμα όμως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς της ως άνω διατάξεως του άρθρου 281 του AK. Συνεπώς η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. 
Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυνανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη ή όταν ο μισθωτός, για να λάβει τον μισθό του από τον υπερήμερο εργοδότη, παραμένει με την θέλησή του για μακρό χρονικό διάστημα άνεργος και αποφεύγει αδικαιολόγητα και κακόβουλα να φροντίσει για ανεύρεση άλλης εργασίας, ενώ μπορεί εύκολα να ανεύρει και να προσφέρει την εργασία του σε άλλον εργοδότη (AΠ 1248/2015, AΠ 940/2015, Aʹ Δημοσίευση NOMOΣ). 
Eξάλλου, κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 του AK, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, τότε ευθύνεται και αυτό σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου (AΠ 1285/1980). Eιδικότερα, επί ανώνυμης εταιρείας, οι διοικούντες αυτή, δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρείας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρεία προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 του AK, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρεία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (AK 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τους (AΠ 1565/2013, Aʹ ΔHMOΣIEYΣH NOMOΣ, E7 2014/555, EEMΠΔ 2014/132).