Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

MονΠρΠατρών 43/16: "Ακυρότητα συμβάσεως εργασίας - Βλαπτική μεταβολή - Επίσχεση εργασίας. Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Άκυρη σύμβαση εργασίας υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος δεν έχει βιβλιάριο υγείας – επίσχεση εργασίας επί άκυρης συμβάσεως εργασίας δεν νοείται – επίσης στην περίπτωση άκυρης συμβάσεως η επιδίκαση ωφέλειας κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού προϋποθέτει την πραγματική απασχόληση του μισθωτού. Συνέπεια της επισχέσεως εργασίας και αποχής του εργαζομένου είναι η λύση της άκυρης συμβάσεως"


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 43/2016

(...) Κατά το άρθρο 648 του ΑΚ ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, όσο δεν καταβάλλει δηλαδή τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του, σαν να εργαζόταν κανονικά (ΑΠ 1153/09 ΝΟΜΟΣ, Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Γ έκδοση, παρ. 18, αρ. 1311). 
Ωστόσο, όταν η σύμβαση εργασίας είναι για οποιοδήποτε λόγο άκυρη, αυτή θεωρείται σαν να μην έγινε (180 ΑΚ) και δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματά της. Στην περίπτωση, που παρά την ύπαρξη ακυρότητας, η σύμβαση τεθεί σε λειτουργία και ο εργαζόμενος παράσχει τη συμφωνημένη εργασία, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, προκειμένου να λάβει ο εργαζόμενος σε χρήμα την ωφέλεια που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας (ΑΠ 462/14 ΕλλΔνη 2014, σελ. 1639). Περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας συντρέχει και όταν παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 της κανονιστικής απόφασης Αιβ/8577/83 του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/40 και αντικαταστάθηκε με την 8405/29-10-1992 ΚΥΑ, ΦΕΚ Β 665/92, η οποία αντικαταστάθηκε εκ νέου με την ΥΑ Υ1γ/ΓΠ/οικ. 35797, ΦΕΚ Β 1199/12, με την απασχόληση σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, εργαζόμενου που παρέχει υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή των ποτών, χωρίς αυτός (ο εργαζόμενος) να έχει εφοδιαστεί με πιστοποιητικό υγείας όπου βεβαιώνεται ότι έχει υποβληθεί σε ιατρικες εξετάσεις και βρέθηκε να μην πάσχει από μεταδοτικό νόσημα (ΑΠ 1113/13 ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, η άκυρη σύμβαση δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματά της και δεν δημιουργεί δέσμευση για το μέλλον. Καθένα από τα μέρη μπορεί ανά πάσα στιγμή να θέσει τέρμα σ’ αυτή. Συνεπώς, εφόσον ο εργαζόμενος δεν οφείλει να παράσχει την εργασία του, δεν νοείται επίσχεση εργασίας του, αφού το εν λόγω δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 325 ΑΚ, συνίσταται στην άρνηση εκπλήρωσης οφειλόμενης παροχής. Εξάλλου, ζήτημα υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας και επομένως καταβολής μισθών υπερημερίας δεν τίθεται, διότι η υπερημερία προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση. Δηλαδή, αν ο εργοδότης παύσει από ορισμένο χρονικό σημείο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου που απασχολείται βάσει άκυρης σύμβασης, η σχέση εργασίας θεωρείται πως λύθηκε κατά τον παραπάνω χρόνο, καθόσον αυτή δεν αναγνωρίζεται από το νόμο και ενόψει τούτου δεν δύναται να εξακολουθεί να υφίσταται παρά τη θέληση του εργοδότη, ο οποίος δεν ενέχεται ούτε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εφόσον δεν αποκομίζει καμία ωφέλεια (Ζερδελής, οπ παρ. 12, αρ. 674, 677, 690, 691, 701 και 703 με τις εκεί παραπομπές). 
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 ΑΚ και 7 παρ. 1 του Ν. 2112/20 προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, όπως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού που γίνεται με σκοπό τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση και την απαλλαγή του ίδιου από την καταβολή αποζημίωσης, δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης από μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είτε εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης, και σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 795/07 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, ενόψει της ανωτέρω διαζευκτικής ευχέρειας, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 305, 306 ΑΚ και η επιλογή ανάμεσα στα ανωτέρω δικαιώματα γίνεται με δήλωση του εργαζόμενου στον εργοδότη.


Με την υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη εταιρία διατηρεί επιχείρηση καφέ μπαρ, στο οποίο απασχολείτο η μεν τρίτη ως βοηθός λογιστή και οι λοιποί ως σερβιτόροι, δυνάμει εγκύρων συμβάσεων εργασίας που συνήψαν με την αντίδικό της. Ότι σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεών τους, ο μισθός τους ανερχόταν σε ποσό 50 ευρώ ημερησίως για τους δύο πρώτους, 1.300 ευρώ μηνιαίως για την τρίτη και 38 ευρώ ημερησίως για τους δύο τελευταίους. Ότι τον Ιούλιο του έτους 2013, προέβησαν άπαντες σε επίσχεση εργασίας, λόγω ασυνέπειας της εναγόμενης σχετικά με την καταβολή των οφειλόμενων μισθολογικών παροχών, καλώντας την συγχρόνως να εξοφλήσει τις οφειλές της ώστε να επανέλθουν στην εργασία τους. Ότι με τον τρόπο αυτό κατέστησαν την εργοδότριά τους υπερήμερο δανειστή, ενώ οι απαιτήσεις τους δεν έχουν ικανοποιηθεί μέχρι σήμερα. Ότι η εμμονή της εναγομένης στην ως άνω αντισυμβατική της συμπεριφορά, γίνεται με σκοπό να εξαναγκαστούν οι ενάγοντες να παραιτηθούν, και να απαλλαγεί η ίδια από την υποχρέωση αποζημίωσής τους λόγω απολύσεως, συνεπώς συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των ένδικων συμβάσεων εργασίας. Ότι ενόψει τούτων, ασκούν το δικαίωμά τους να θεωρήσουν λυμένη τη σύμβασή τους με την εναγόμενη, οι δύο πρώτοι ενάγοντες και ο πέμπτος από την 1-1-2015, ενώ η τρίτη και ο τέταρτος από την 1-7-2014. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά και μετά από παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων τους που έλαβε χώρα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, (άρθρο 297 ΚΠολΔ), ζητούν: (...) Άπαντες οι ενάγοντες, αιτούνται επιπλέον των ποσών μισθών υπερημερίας, επιδομάτων εορτών, επιδόματος αδείας και αποζημιώσεως Α) να τους επιδικαστούν τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο, και ειδικότερα για τους μισθούς υπερημερίας από το τέλος κάθε μήνα στον οποίο αφορά το κάθε επιμέρους ποσό, για το επίδομα εορτών Πάσχα από τη Μεγάλη Τετάρτη, άλλως από την 30ή Απριλίου του ίδιου έτους, για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων από την 21η, άλλως από την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους και για το επίδομα άδειας, τις αποδοχές άδειας και την αποζημίωση απόλυσης, από την 31-1-2014 για τον πρώτο, τη δεύτερη και τον πέμπτο των εναγόντων και από την 30-6-2014 για την τρίτη και τον τέταρτο των εναγόντων, άλλως από την επίδοση της αγωγής, Β) αν για οποιοδήποτε λόγο η σύμβαση εργασίας τους με την εναγόμενη κριθεί άκυρη, να τους επιδικαστούν τα ίδια ποσά κατά κεφάλαιο και τόκους για την κάθε αιτία, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, Γ) να κηρυχθεί η παρούσα απόφαση ως προς τα καταψηφιστικά της αιτήματα προσωρινά εκτελεστή και Δ) να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά τους έξοδα.
Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα, η αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να δικαστεί κατά την προκείμενη διαδικασία ενώπιον τούτου του Δικαστηρίου που τυγχάνει υλικά και τοπικά αρμόδιο (άρθρα 14 παρ. 2 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ). 
Περαιτέρω, είναι νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, στηριζόμενη στα άρθρα 648 παρ. 1, 655 εδ. α´, 341 παρ. 1, 345 εδ. α´, 346 εδ. α´, 325, 329, 353, 656 παρ. 1 εδ. α´ ΑΚ, 1 παρ. παρ. παρ. 1, 2, 3 ΥΑ 19040/81 που εκδόθηκε σε εκτέλεση εξουσιοδότησης που παρείχε ο νόμος 1082/90, 3 παρ. 16 Ν. 4504/66, 2 παρ. 1 και 5 παρ. 4 Ν. 539/45, 1, 3 παρ. 1 και 7 Ν. 2112/20, 5 ΒΔ της 16/18-7-1920, 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 Ν. 3198/55, 74 παρ. 3 Ν. 3863/10, 70, 907, 908 και 176 ΚΠολΔ. Ως προς την επικουρική βάση της, η αγωγή είναι μη νόμιμη, εφόσον σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, η επιδίκαση τόσο της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή εργασίας του εργαζόμενου όσο και των λοιπών αποδοχών του που αναγνωρίζονται απευθείας από την εργατική νομοθεσία και σε απλές σχέσεις εργασίας, προϋποθέτουν την πραγματική απασχόληση του ενάγοντος, άρα μοναδική συνέπεια της αποχής από την εργασία λόγω επικαλούμενης επίσχεσης είναι η λύση της σχέσης εργασίας. Αναφορικά με το αίτημα για την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, τυγχάνει και αυτό απορριπτέο, διότι ναι μεν σχετικό δικαίωμα αναγνωρίζεται στον εργαζόμενο και για την περίπτωση λύσης άκυρης σύμβασης εργασίας με πρωτοβουλία του εργοδότη, ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες ιστορούν ότι θεώρησαν την επικαλούμενη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους ως άτακτη καταγγελία από την πλευρά της εναγόμενης, όχι όταν αποχώρησαν από την εργασία αλλά σε χρόνο μεταγενέστερο, κατά τον οποίο η σχέση εργασίας τους με την αντίδικό τους δεν υφίστατο. Κατόπιν τούτων, η αγωγή πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω από άποψη ουσιαστικής βασιμότητας, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη.
Προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη εταιρία διατηρεί κατάστημα που λειτουργεί σαν καφέ - εστιατόριο στη Μαρίνα Πάτρας. Στο πλαίσιο της λειτουργίας της εν λόγω επιχείρησής της, την 11-9-2000, την 14-4-2000, την 2-1-2007 και την 1-3-2000, προσέλαβε ως σερβιτόρους τον πρώτο, το δεύτερο, τον τέταρτο και τον πέμπτο των εναγόντων αντίστοιχα. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω ενάγοντες είχαν οποτεδήποτε εφοδιαστεί με βιβλιάριο υγείας στο οποίο πιστοποιείται ότι έχουν υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις και ότι βρέθηκαν να μην πάσχουν από μεταδοτικό νόσημα. Ενόψει τούτου, οι ένδικες συμβάσεις καθίστανται άκυρες, διότι εφόσον ως σερβιτόροι έρχονταν σε άμεση επαφή με τα τρόφιμα και τα ποτά που πωλούσε η εναγόμενη στο καταναλωτικό κοινό, η εν λόγω παράλειψη συνιστά παραβίαση της ως άνω υπουργικής απόφασης. Κατ’ ακολουθία, η αγωγή για τους εν λόγω ενάγοντες, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την κύρια βάση της που θεμελιώνεται σε έγκυρη σύμβαση εργασίας. Όσον αφορά στην τρίτη ενάγουσα, την 29-1-2007, προσελήφθη από την εναγόμενη δυνάμει έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να απασχοληθεί ως βοηθός λογιστή στο ανωτέρω κατάστημα, με συμφωνημένο μισθό ύψους 1.300 ευρώ μηνιαίως. Ήδη από το έτος 2008, η εναγόμενη επέδειξε ασυνέπεια ως προς την τήρηση συμβατικών της υποχρεώσεων αναφορικά με την καταβολή μέρους των αποδοχών της αντιδίκου της. Κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2013, οι συνολικές οφειλές της εναγόμενης προς την αντισυμβαλλόμενή της ανέρχονταν στο ποσό των 17.860 ευρώ που αντιστοιχούσε σε πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές. Για την παραπάνω αιτία, η τρίτη των εναγόντων, την 3-7-2013, επέδωσε στην εργοδότριά της εξώδικο έγγραφο, με την οποία της γνωστοποιούσε ότι από τον παραπάνω χρόνο, ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας της, δηλώνοντας συγχρόνως ότι θα επιστρέψει σ’ αυτήν αμέσως μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεών της. Με αυτήν την ενέργεια, κατέστησε υπερήμερο δανειστή την εναγόμενη, η οποία, έως το χρόνο επίδοσης της αγωγής, δεν προέβη σε καταγγελία της σύμβασης, ούτε ανταποκρίθηκε στην όχληση για την εξόφληση των χρεών της. Η εμμονή της στη μη καταβολή του μισθού της ενάγουσας, εφόσον η σύμβαση παρέμενε ενεργή, έγινε με σκοπό να εξαναγκαστεί η ενάγουσα να παραιτηθεί, και να απαλλαγεί η ίδια από την υποχρέωση αποζημίωσής της λόγω απόλυσης, συνεπώς συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Ενόψει τούτου, την 1-7-2014, η τρίτη των εναγόντων αποφάσισε να ασκήσει το δικαίωμά της να θεωρήσει την ως άνω μεταβολή ως άτακτη καταγγελια από την πλευρά της εργοδότριάς της. Ωστόσο, δεν προέκυψε ότι γνωστοποίησε στην αντισυμβαλλόμενή της την παραπάνω απόφαση πριν την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, που έλαβε χώρα την 23-12-2014. 
Για το λόγο όμως ότι η ενάγουσα, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης, είχε ήδη παύσει να παρέχει πραγματικά την εργασία της, προκειμένου να επέλθει η έννομη συνέπεια της λύσης της σύμβασης, ήταν απαραίτητη προηγούμενη ρητή δήλωσή της για την ως άνω επιλογή, χωρίς την οποία η εναγόμενη, δεν μπορούσε να λάβει γνώση της αποχώρησής της από την εργασία και της απόκρουσης της μεταβολής. Συνεπώς, η ένδικη σύμβαση εργασίας λύθηκε την 23-12-2014. Συνάγεται λοιπόν, ότι κατά το χρονικό διάστημα, από την 1-1-2014 έως την 23-12-2014, η σύμβαση των διαδίκων ήταν ισχυρή και η ενάγουσα δικαιούτο τις αποδοχές που θα έπρεπε να λάβει αν εργαζόταν κανονικά. Ειδικότερα, η εναγομένη της οφείλει (...) δηλαδή το συνολικό ποσό των 6.066,67 ευρώ. 
Εφόσον η οφειλόμενη αποζημίωση συνίσταται στην καταβολή τεσσάρων μισθών, η εναγόμενη είχε την υποχρέωση να καταβάλει το ήμισυ αυτής που αντιστοιχεί σε δύο μισθούς κατά τη λήξη της σύμβασης την 23-12-2014, και την επόμενη ισόποση δόση, την 23-2-2015. Προκύπτει λοιπόν, ότι η αξίωση της ενάγουσας από την εν λόγω αιτία δεν έχει υποπέσει στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία που τάσσεται από το νόμο, δεδομένου του χρόνου επίδοσης της αγωγής που συμπίπτει με το χρόνο της λύσης της σύμβασης. Κατόπιν τούτων, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την τρίτη των εναγόντων και να υποχρεωθεί η εναγόμενη, να της καταβάλει, ενόψει και του ύψους των αγωγικών αιτημάτων (άρθρο 106 ΚΠολΔ), (...) δηλαδή το συνολικό ποσό των 16.891,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό από την ημέρα που αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. 
Όσον αφορά στο αίτημα για την κήρυξη της προσωρινής εκτελεστότητας της απόφασης, αυτό πρέπει να γίνει δεκτό, λόγω της σημαντικής ζημίας που μπορεί να προκαλέσει στην ενάγουσα η καθυστέρηση στην εκτέλεση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου