Στην έκθεση άσκησης της έφεσης πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι έφεσης ή αναίρεσης, και δεν αρκεί η επίκληση του περιεχομένου των διατάξεων, διαφορετικά το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο. Στο έγκλημα της απιστίας, για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά και νομικές πράξεις με εξουσίας αντιπροσώπευσης του εντολέα, με δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Η λήψη μία μεταχρονολογημένης επιταγής από τον εντολέα, έστω και με τη γνώση της εγγενούς διακινδύνευσης να μη διαθέτει ο εκδότης κεφάλαια προς πληρωμή, συνιστά μια προβλεπτή διακινδύνευση για την περιουσία που δεν επιφέρει αναγκαία ζημία. Να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορούμενου για την πράξη της απιστίας με περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ.
Αριθμός: 101/2016
(Αριθ. Ειδ. Βιβλίου: 101/2016)
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Καραγιάννη, Πρόεδρο Εφετών, Βασιλική Γιαννακού - Εισηγήτρια και Βασιλική Κατσούλα, Εφέτες.
Συνεδρίασε στο γραφείο των διασκέψεων στις 8 Ιουνίου 2016 με παρουσία και του Γραμματέως Δημητρίου Παπαπάνου.
Το Συμβούλιο καλείται να αποφανθεί για την ποινική υπόθεση στην οποία ο Αντεισαγγελέας Εφετών Πατρών Γεώργιος Μπισμπίκης, έχει υποβάλει την πρόταση του με αριθμό 71/2016 που έχει ως εξής:
«Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 317§1α και 481 §1 ΚΠΔ, την υπ' αριθμ.1/2016 έφεση του ..., κατοίκου Πύργου Ηλείας, οδ. ... κατά του υπ' αρ.../3-3/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηλείας, με το οποίο ο εκκαλών παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών για να δικαστεί για το έγκλημα της απιστίας με βλάβη της περιουσιακής ζημίας άλλου, που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, ήτοι για παράβαση των Αρθρων 14, 27 παρ. 1, 51, 52, 390 εδ. β'-α' ΠΚ, και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά μεν τη διάταξη του αρθρου 463 εδ. α' ΚΠΔ «ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα», κατά δε την τοιαύτη του Αρθρου477 ΚΠΔ, όπως αντικ. με άρθρο 24 παρ. 1 του Ν. 3904/2010, «έφεση κατά του βουλεύματος επιτρέπεται στους διαδίκους και στον εισαγγελέα στις περιπτώσεις των επόμενων άρθρων και σε όσες άλλες ορίζει ειδικά ο νόμος», ενώ κατ' αυτήν του αρθρου 478 ΚΠΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3904/2011, «το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται στον κατηγορούμενο μόνο κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, το οποίο τον παραπέμπει στο δικαστήριο και μόνο για τους λόγους: α. της απόλυτης ακυρότητας και β. της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης». Οι λόγοι απόλυτης ακυρότητας εκτίθενται στην διάταξη του άρθρου 171 ΚΠΔ (βλ σχετ. το Αρθρο), ενώ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη την οποία έχει πραγματικά, και εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόστηκε (βλ. Ολ.ΑΠ 1/2002 ΠΧ Ν.Β 689) Τέλος, όπως συνάγεται από την διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ στην έκθεση, η οποία συντάσσεται από τον αρμόδιο γραμματέα για την δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου από τον δικαιούμενο, πρέττει να αναφέρονται όλοι οι λόγοι εφέσεως ή αναιρέσεως, διότι αν δεν περιέχεται κάποιος λόγος ή όλοι είναι αόριστοι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο. Δεν αρκεί δε η επίκληση του περιεχομένου των διατάξεων, και εν προκειμένω του άρθρου 478 Κ.Π.Δ,, όπως λ.χ. «ότι έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα ή εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όταν δεν εκτίθενται και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση ή δεν προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια που προσάπτεται στην απόφαση ή το βούλευμα (βλ. Ο.Λ.ΑΠ 644/85 ΠΧ ΛΕ 899 και Α.Π 1018/2000Ποιν.Δικ. 2000,1204)». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 390 του Π.Κ. (όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 36 παρ. 2 του ν. 2172/1993 «όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση». Από τη διάταξη αυτή, που προβλέπει το έγκλημα της απιστίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται αντικειμενικώς μεν η επέλευση βλάβης στην περιουσία τρίτου προσώπου της οποίας ο δράστης έχει τη διαχείριση ή επιμέλεια, με βάση τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, υποκειμενικός δε δόλος και δη άμεσος, δηλαδή πρέπει ο δράστης αφενός μεν να γνωρίζει ότι έχει την επιμέλεια ή τη διαχείριση ξένης περιουσίας, αφετέρου δε να προβλέπει τουλάχιστον ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του την πρόκληση ζημίας στην ξένη περιουσία και να αποδέχεται τη ζημία αυτή. Για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, με δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού (βλ. ΑΠ 970 /2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 97/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 3/2011, ΝΟΜΟΣ).Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών με την ανωτέρω έφεση του, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως αφού η επίδοση του βουλεύματος προς αυτές έλαβε χώρα την 8-3-2016 και η έφεση του ασκήθηκε την 17-3-2016 ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου Ηλείας, προσβάλλει το προαναφερόμενο βούλευμα δυνάμει του οποίου παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, για να δικαστεί αναφορικά με το ότι στον Πύργο Ηλείας, κατά το χρονικό διάστημα από 7-4-2009 έως και 26-5-2009, εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου είχε την διαχείριση, προκαλούντος περιουσιακή ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 30.000 ευρώ.
