Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

ΜονΠρΘεσ 1070/16 : Επενδυτικά προγράμματα- Ευθύνη ασφαλιστικού συμβούλου και εταιρίας - Αδικοπραξία - Πρόστηση. Καταβολή ασφαλίστρων εκ μέρους του ενάγοντος στον ασφαλιστικό σύμβουλο (1ο εναγόμενο) για τη συμμετοχή του σε επενδυτικό πρόγραμμα της ασφαλιστικής εταιρίας (2ης εναγομένης), χρηματικών ποσών που όμως ο καθού ασφαλιστικός σύμβουλος - προστηθείς δεν απέδιδε στην εταιρία.



ΜονΠρΘεσ 1070/16 : Επενδυτικά προγράμματα- Ευθύνη ασφαλιστικού συμβούλου και εταιρίας - Αδικοπραξία - Πρόστηση. Καταβολή ασφαλίστρων εκ μέρους του ενάγοντος στον ασφαλιστικό σύμβουλο (1ο εναγόμενο) για τη συμμετοχή του σε επενδυτικό πρόγραμμα της ασφαλιστικής εταιρίας (2ης εναγομένης), χρηματικών ποσών που όμως ο καθού ασφαλιστικός σύμβουλος - προστηθείς δεν απέδιδε στην εταιρία. Αποδείχθηκε ότι η παράνομη και απατηλή συμπεριφορά του 1ου εναγομένου έλαβε χώρα κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε, δεδομένου ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά του εκδηλώθηκε καθ' υπέρβαση των ορίων των καθηκόντων του ως προστηθέντος της ασφ.εταιρίας. Ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της υπηρεσίας που ανέθεσε στον 1ο των εναγομένων η δεύτερη από αυτούς και της ζημιογόνου συμπεριφοράς του. Επίσης, κρίθηκε ότι ο ενάγων ήταν σε θέση να αντιληφθεί εγκαίρως το ψευδή χαρακτήρα των ισχυρισμών του ασφ. συμβούλου και να περιορίσει την περιουσιακή του ζημία. Επομένως, η ανωτέρω αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος συντέλεσε στην έκταση της ζημίας που υπέστη. Εν κατακλείδι δέχεται εν μέρει την αγωγή, προσδιορίζει την συνυπαιτιότητα του ενάγοντος σε ποσοστό 50%, περιορίζει αντίστοιχα την ευθύνη της 2ης εναγομένης και υποχρεώνει αμφότερους τους εναγομένους σε καταβολή αποζημίωσης.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ - ΑΡΙΘΜΟΣ 1070/2016
  
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Ιωάννη Μαμαδά, Πρωτοδίκη, ο οποίος ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και αϊτό τη Γραμματέα Δήμητρα Γκουτζίκα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του κατά τη δικάσιμο της 6ης Οκτωβρίου 2015 για να κρίνει κατά την τακτική διαδικασία την με αριθμό έκθεσης ……. αγωγή με αντικείμενο αξιώσεις από αδικοπραξία, η οποία επαναφέρεται προς συζήτηση με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………….. κλήση και αναφέρεται στη διαφορά μεταξύ:

ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Α. του Α, κατοίκου ………….. Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου Δικηγόρου του ΕΜ (AM ΔΧΘ. ....) που κατάθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: (1) Α. του Ι., κατοίκου ……. Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου Δικηγόρου του ΛΜ (AM Δ.Σ.Θ. ), και (2) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…… ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ Α.Ε.», η οποία εδρεύει στο ...... Αττικής και νόμιμα εκπροσωπείται, παραστάθηκε δε διά των πληρεξούσιων Δικηγόρων της ΘΤ (AM Δ.Σ.Θ. ) και ΝΦ (AM Δ.ΣΑ ) που κατάθεσαν προτάσεις,
ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την εκφώνηση της κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ανάπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα ταυτάριθμα της απόφασης πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου και στις προτάσεις που κατάθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ME TO NOMO
1.Από την ερμηνεία ης διάταξης του άρθρου 922 ΑK συνάγεται ότι για τη θεμελίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914επ. ΑΚ) αντικειμενικής και εις ολόκληρον ευθύνης του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε σε τρίτο από πράξη του προστηθέντος, απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων: (α) ύπαρξη σχέσης πρόστησης, η οποία καταγιγνώσκεται, όταν ο προστήσας απασχολεί διαρκώς ή παροδικώς τον προστηθέντα για τη διεκπεραίωση συγκεκριμένης υπόθεσης του ή για την εν γένει εξυπηρέτηση των συμφερόντων του, χωρίς να είναι αναγκαία η ύπαρξη οποιασδήποτε δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ τους, διατηρώντας το δικαίωμα να του παρέχει έστω και γενικής φύσης εντολές ή οδηγίες ως προς την εκπλήρωση των σχετικών του καθηκόντων, (β) παράνομη και υπαίτια πράξη του προστηθέντος, η οποία πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και (γ) τέλεση της ζημιογόνας πράξης του προστηθέντος κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή ακόμη και κατά κατάχρηση αυτής, δηλαδή τέλεση της τόσο εντός των καθηκόντων που ανατέθηκαν στο προστηθέντα ή με ευκαιρία ή αφορμή τα καθήκοντα αυτά, όσο και κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή και καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, υπό την πρόσθετη όμως στην περίπτωση αυτή προϋπόθεση της ύπαρξης μεταξύ της ζημιογόνου πράξης του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε εσωτερικής συνάφειας, η οποία συντρέχει όταν η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να εκδηλωθεί χωρίς την ύπαρξη της σχέσης πρόστησης ή όταν η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας, η τέλεση της οποίας κατέστη δυνατή χάρη στη θέση, στα μέσα και τις ευκαιρίες που χορήγησε ο προστήσας στον προστηθέντα στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης που τους συνδέει, και στη χρησιμοποίηση τους για άλλον σκοπό από εκείνον, για τον οποίο προορίζονταν (ΑΠ 631/2015 ΤΝΠ NOMOΣ ΑΠ 427/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 196/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2257/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 225/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1094/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΑΠ 534/2013, ΧρΙδΔ ΙΓ’ 581, ΑΠ 351/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και επίσης Καράκωστα, Αστικός Κώδικας, Ερμηνεία-Σχόλια-Νομολογία, τόμος 6, 2009, άρθρο 922, αριθ. 12-28, σελ. 1045-1053, Κορνηλάκη П., Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, τόμος Ι, 2002, σελ. 536-545, Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2Q04, σελ. 829-830 και τον ίδιο σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, Αστικός Κώδικας, Κατ' άρθρο ερμηνεία, τόμος IV, αριθ. 11-37, σελ.744-754).

Περαιτέρω, από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 1 του ν, 1569/1985, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της από τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 24 του ν. 2496/1997, προκύπτει ότι ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων, χωρίς όμως δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ή εκπροσώπησης της ασφαλιστικής επιχείρησης ή των λοιπών ως άνω προσώπων, με τα οποία συνδέεται με σύμβαση έργου. Ωστόσο, η νομική αυτή φύση της σχέσης του ασφαλιστικού συμβούλου με τα ως άνω πρόσωπα δεν αποκλείει εξ ορισμού την ύπαρξη μεταξύ τους σχέσης πρόστησης και ειδικότερα με την ασφαλιστική επιχείρηση, με συνέπεια τότε την εις ολόκληρον ευθύνη τους σε περίπτωση αδικοπραξίας του ασφαλιστικού συμβούλου κατά την εκτέλεση ή με ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία του, εφόσον η ασφαλιστική επιχείρηση με τη σχετική σύμβαση διαφύλαξε για την ίδια τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου που του ανέθεσε, παρέχοντας σε αυτόν δεσμευτικές οδηγίες και εντολές, στο πλαίσιο έστω και χαλαρής εξάρτησης, ενώ η ίδια ευθύνη ανακύπτει, σύμφωνα προς όσα ήδη μνημονεύτηκαν ανωτέρω, και όταν ο προστηθείς ενήργησε κατά κατάχρηση της θέσης του ή των μέσων που έθεσε στη διάθεση του η ασφαλιστική επιχείρηση (ΑΠ 188/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1440/2014 ΔΕΕ 2015, 162, ΑΠ 530/2014 ΔΕΕ 2015. 262, ΑΠ 316/2009 ΔΕΕ 2009. 811, ΕφΑΘ 5684/2011 ΔΕΕ 2012.486).

Στην προκείμενη περίπτωση με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …….2015 κλήση επαναφέρεται προς συζήτηση η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……. αγωγή, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 2ας Δεκεμβρίου 2014 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 19-05-2015» οπότε και δεν εκφωνήθηκε η υπόθεση. Με την ως άνω ενάγων ισχυρίζεται ότι ο πρώτος των εναγομένων εκμεταλλευόμενος του ως ασφαλιστικού συμβούλου της δεύτερης από αυτούς και εμπιστοσύνης που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ τους στο πλαίσιο προηγούμενης συνεργασίας τους με αντικείμενο τη διαμεσολάβηση του για την κατάρτιση περισσότερων ασφαλιστικών συμβάσεων διαφόρων ειδών μεταξύ του ενάγοντος και της δεύτερης εναγομένης, ισχυρίστηκε προς αυτόν ότι η τελευταία διέθετε επενδυτικό προϊόν με την ονομασία «.....», το οποίο αφορούσε στην αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και το οποίο εξασφάλιζε τόσο την επιστροφή του προς επένδυση κεφαλαίου όσο και υψηλές αποδόσεις που θα καταβάλλονταν στον ενάγοντα σε μηνιαία βάση. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι με τον τρόπο αυτό ο πρώτος εναγόμενος τον έπεισε να του καταβάλει τμηματικά κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη του έτους 2011 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2012 σε μετρητά το συνολικό ποσό των εκατόν σαράντα χιλιάδων ευρώ (140.000 €), το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του επενδύθηκε στην αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων. Παράλληλα, ισχυρίζεται ότι προς επίρρωση των κατά τα ανωτέρω ισχυρισμών του ο πρώτος των αντιδίκων του παρέδωσε μετά την ολοκλήρωση της καταβολής του ανωτέρω ποσού δύο (2) έγγραφα με το λογότυπο του ομίλου επιχειρήσεων, στον οποίο εντάσσεται η δεύτερη από αυτούς, τα οποία πιστοποιούσαν την καταβολή του εν λόγω ποσού, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του έτους 2011 έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2012 του κατέβαλε κάθε μήνα διάφορα χρηματικά ποσά υποστηρίζοντας ότι αποτελούσαν τους τόκους του κεφαλαίου που είχε επενδύσει ο ενάγων. Υποστηρίζει ακόμη ότι οι κατά τα ανωτέρω ισχυρισμοί του πρώτου εναγομένου σχετικά με την τύχη του χρηματικού ποσού, το οποίο του εμπιστεύθηκε, δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, καθώς ουδέποτε ο τελευταίος τοποθέτησε το ποσό αυτό σε επενδυτικό προϊόν της ομοδίκου του, αλλά αντίθετα το ενθυλάκωσε ο ίδιος ενσωματώνοντας το στην προσωπική του περιουσία, χωρίς να διαθέτει νόμιμο προς τούτο δικαίωμα. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η κατά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου των εναγομένων, ο οποίος συνδεόταν με σχέση πρόστησης με τη δεύτερη από αυτούς και ο οποίος ενήργησε καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων που του ανατέθηκαν από την τελευταία και αξιοποιώντας τα μέσα
που του παρείχε αυτή, είχε ως συνέπεια να υποστεί ο ίδιος περιουσιακή ζημία ύψους εκατόν σαράντα χιλιάδων ευρώ (140.000,00€), η οποία αντιστοιχεί στο χρηματικό ποσό που πείστηκε να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο, αλλά και την ηθική βλάβη, η οποία περιγράφεται στο δικόγραφο του. Με βάση τους ισχυρισμούς του αυτούς ο ενάγων ζητά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι με προσωρινά εκτελεστή απόφαση να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς: (α): το ποσό των εκατόν σαράντα χιλιάδων ευρώ (140.000,00€) ως αποζημίωση για την περιουσιακή του ζημία και (β) το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000€) ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, επιφυλασσόμενος μάλιστα να διεκδικήσει για την ίδια αιτία το ποσό των πενήντα ευρώ (50,00€) ενώπιον των αρμόδιων ποινικών δικαστηρίων, και μάλιστα με τους νόμιμους για αμφότερα τα κονδύλια τόκους από την επίδοση της αγωγής και, επίσης, να καταδικαστούν οι αντίδικοι του στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων.



Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα της η υπό κρίση αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας έχει καταβληθεί το τέλος δικαστικού ενσήμου που αναλογεί σε αυτό με τις προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. το με αριθμό ........-2015 διπλότυπο είσπραξης τύπου Β της Α' Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης και τα με αριθμούς ……. και …….. γραμμάτια είσπραξης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α,Ε,», τα οποία προσκομίζονται από τον ενάγοντα), αρμόδια εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 2, 22, 35 και 37 παρ. 1 ΚΠολΔ), για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία, και είναι νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 297εδ. α, 298, 299, 346, 481, 482, 914, 922, 926 εδ. α', 932 εδ. α και β' ΑΚ, 375 παρ. 1, 386 παρ. 1 και 3 ПΚ, 176, 907 και 908 παρ, 1 περ. δ' ΚΠολΔ, όπως η τελευταία από τις ως άνω διατάξεις ίσχυε πριν την αντικατάσταση της από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

II. Με τις προτάσεις που κατάθεσε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του ο πρώτος εναγόμενος αρνείται την αγωγή και ισχυρίζεται αφενός ότι απέδωσε στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των ενενήντα (90.000€) ως τόκους για το κεφάλαιο που τον εμπιστεύθηκε και ενάγων γνώριζε ότι το χρηματικό ποσό που τμηματικά του προοριζόταν για οποιοδήποτε επενδυτικό προϊόν της δεύτερης εναγομένης αποτελούσε τοκογλυφικό δάνειο προς τον ίδιο και ανέλαβε τον κίνδυνο αδυναμίας απόδοσης αυτού χάριν των υπέρογκων αποδόσεων που εξασφάλιζε. Οι ισχυρισμοί αυτοί του εναγομένου, οι οποίοι παρατίθενται υπό τον τίτλο «Ένσταση συντρέχοντος πταίσματος - Ένσταση μερικής εξοφλήσεως» συνιστούν άρνηση της υπό κρίση αγωγής, καθώς με αυτούς αμφισβητείται αφενός η έκταση της επικαλούμενης από τον ενάγοντα περιουσιακής του ζημίας και αφετέρου η παραπλάνηση αυτού από τον πρώτο εναγόμενο.
Περαιτέρω, με τις προτάσεις που κατάθεσαν νόμιμα και εμπρόθεσμα οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι της η δεύτερη εναγόμενη αρνείται το περιεχόμενο της κρινόμενης αγωγής και υποστηρίζει επικουρικά ότι ο ενάγων συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην επικαλούμενη από τον ίδιο ζημία του, καθώς κατέβαλε στο πρώτο εναγόμενο το χρηματικό ποσό, το οποίο μνημονεύεται στην αγωγή του, χωρίς να λάβει οποιοδήποτε έγγραφο παραστατικό προερχόμενο από την ίδια και παρά το γεγονός ότι τελούσε σε γνώση του γεγονότος ότι κανένα νόμιμο επενδυτικό προϊόν δεν εξασφάλιζε απόδοση του ύψους αυτής που του υποσχέθηκε ο πρώτος εναγόμενος χωρίς διακινδύνευση του επενδυόμενου κεφαλαίου. Με βάση τον ισχυρισμό της αυτό ζητά να μην επιδικαστεί στον ενάγοντα η αιτούμενη με την υπό κρίση αγωγή του αποζημίωση. Με το περιεχόμενο του αυτό ο εν λόγω ισχυρισμός της ενάγουσας, ο οποίος συνιστά ένσταση, παραδεκτά προτείνεται και είναι νόμιμος, καθώς στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1ΑΚ. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

III. Από την εκτίμηση της ένορκης εξέτασης των μαρτύρων, ενός από την πλευρά καθενός από τους διαδίκους, η οποία έλαβε χώρα νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα της απόφασης πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, αυτού, σε συνδυασμό προς α) το σύνολο των εγγράφων, τα οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η δεύτερη των εναγομένων, (β) τη δικαστική ομολογία του εναγομένου, το περιεχόμενο των προτάσεων που κατάθεσε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του και (γ) τα ανεπικύρωτα φωτοτυπικά αντίγραφα εγγράφων, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται συμπληρωματικά υπόψη ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:
Η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ασκεί με έδρα το Αμαρούσιο Αττικής εμπορική δραστηριότητα, η οποία συνίσταται στην παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών, και δραστηριοποιείται στους κλάδους των ασφαλειών ζωής, των επενδύσεων, των αμοιβαίων κεφαλαίων και της διαχείρισης διαθέσιμων κεφαλαίων. Στο πλαίσιο της δραστηριότητας της αυτής και προς προώθηση των εργασιών της έχει ιδρύσει περισσότερα υποκαταστήματα σε διάφορες περιοχές της ελληνικής επικράτειας και παράλληλα αξιοποιεί τις υπηρεσίες περισσότερων ασφαλιστικών συμβούλων και συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων, οι οποίοι δεν αποτελούν μέλη του προσωπικού της, αλλά τελούν υπό το καθεστώς του ελεύθερου επαγγελματία και συνδέονται με αυτήν με συμβάσεις έργου με αντικείμενο την προώθηση των ασφαλιστικών προϊόντων της στο καταναλωτικό κοινό, αλλά και την εν γένει εξυπηρέτηση των πελατών της. Παρά το γεγονός ότι τα εν λόγω πρόσωπα δεν εντάσσονται στην υπαλληλική ιεραρχία της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της οργανωτικής δομής της τελευταίας, λειτουργώντας στο πλαίσιο της εκτέλεσης του έργου που έχουν αναλάβει, υπό τις οδηγίες των νομίμων εκπροσώπων της και αξιοποιώντας σχετικά την υλικοτεχνική υποδομή που έχει αναπτύξει η τελευταία.

Στη χορεία των προσώπων αυτών εντάχθηκε εξάλλου και ο πρώτος εναγόμενος ο οποίος δραστηριοποιήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 07-12-2000 έως 25-01-2013 ως ασφαλιστικός σύμβουλος στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και της Χαλκιδικής (βλ. σχ. ανεπικύρωτο φωτοτυπικό αντίγραφο της με αριθμό πρωτοκόλλου …… βεβαίωσης ασφαλιστών του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης το οποίο νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η δεύτερη εναγομένη). Εξάλλου, κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2001 έως και 25-01-2013 παρείχε τις υπηρεσίες του κατά αποκλειστικό τρόπο στη δεύτερη εναγόμενη, με την οποία κατάρτισε σύμβαση έργου με αντικείμενο τη διαμεσολάβηση του μεταξύ της ίδιας και του καταναλωτικού κοινού ασφαλίσεων των κλάδων δραστηριοποίησης της τελευταίας, προμήθεια που υπολογιζόταν ως ποσοστό επί των πράγματι εκ καθαρών ασφαλίστρων από τις συμβάσεις οι οποίες καταρτίζονταν με τη μεσολάβηση του, αλλά και με έκτακτες ανταμοιβές (bonus), η καταβολή και το ύψος των οποίων τελούσαν σε συνάρτηση προς την έκταση της επαγγελματικής δραστηριότητας που ανέπτυσσε αυτός προς όφελος της εργοδότριας του (βλ. σχ. ανεπικύρωτο φωτοτυπικό αντίγραφο της από 28-02-2007 σύμβασης παραγωγικής συνεργασίας με ασφαλιστικό σύμβουλο σε συνδυασμό προς ανεπικύρωτα φωτοτυπικά αντίγραφα της από 24-01-2014 εξώδικης δήλωσης-καταγγελίας και πρόσκλησης της δεύτερης των εναγομένων προς τον πρώτο από αυτούς και της με στοιχεία …….. έκθεσης επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ………., τα οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η δεύτερη εναγόμενη). Μάλιστα, καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας του με την δεύτερη εναγόμενη ανάπτυξε αξιόλογη δραστηριότητα διαμεσολαβώντας στην κατάρτιση περισσότερων ασφαλιστικών συμβάσεων και διαμέσου αυτής στη βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων της εργοδότριας του. Η επιτυχημένη αυτή επαγγελματική πορεία του πρώτου εναγομένου οφειλόταν αφενός στις προσωπικές του ικανότητες και ιδιαίτερα στη δυνατότητα προσέγγισης των υποψήφιων πελατών και την πειθώ του και αφετέρου στο γεγονός ότι εξασφάλιζε στους τελευταίους χαμηλότερα ασφάλιστρα σε σχέση προς αντίστοιχα ασφαλιστικά προϊόντα αποδεχόμενος την μείωση της προμήθειας, η οποία αποτελούσε την αμοιβή του. Με τον τρόπο αυτό πέτυχε να εξασφαλίσει έναν εκτεταμένο κύκλο πελατών και να αποκτήσει σημαντική φήμη ως ασφαλιστής γεγονός που αντικατοπτρίστηκε άμεσα και στις σχέσεις του με τη δεύτερη εναγόμενη, καθώς αυτή του παραχώρησε ιδιαίτερο και ανεξάρτητο γραφείο στις εγκαταστάσεις του υποκαταστήματος της το οποίο βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη επί της οδού 25ης Μαρτίου αριθμός 125.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων ασκεί εμπορική δραστηριότητα η οποία συνίσταται στην εμπορία κατά κύριο λόγο ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού. Στο πλαίσιο της δραστηριότητας του αυτής ίδρυσε κατά το έτος ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ‘’…………………..’’ στην οποία και συμμετέχει ως ομόρρυθμος εταίρος (βλ. σχ. ανεπικύρωτα φωτοτυπικά αντίγραφα του από 01-02-2008 καταστατικού της ως άνω εταιρίας και των από 07-05-2008, 27-07-2009 και 05-02-2013 τροποποιήσεων αυτού, τα οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων). Στις αρχές του έτους 2009 ο ενάγων δέχτηκε στην έδρα της ως άνω εταιρίας του στην περιοχή των …… Θεσσαλονίκης την επίσκεψη του πρώτου εναγομένου, ο οποίος του παρουσίασε μία σειρά ασφαλιστικών προϊόντων τόσο της δεύτερης εναγομένης όσο και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…….. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.», η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων με τη δεύτερη εναγόμενη. Με δέλεαρ μάλιστα την προσφορά ιδιαίτερα χαμηλών ασφαλίστρων ο πρώτος εναγόμενος έπεισε τον ενάγοντα να προβεί στην κατάρτιση μίας σειράς ασφαλιστικών συμβάσεων με αντικείμενο την κάλυψη της αστικής του ευθύνης έναντι τρίτων από την κυκλοφορία αυτοκινήτων ιδιοκτησίας του (βλ. σχ. τα με αριθμούς συμβολαίου ………………….., ……………….. και ………… ασφαλιστήρια των με αριθμούς κυκλοφορίας …………….. ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτων αντίστοιχα, τα οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η δεύτερη εναγόμενη).

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών, οι οικονομικοί όροι των οποίων εμφανίζονταν ιδιαιτέρως ευνοϊκοί για τα συμφέροντα του ενάγοντος, σε συνδυασμό προς τις τακτικές επισκέψεις του πρώτου εναγομένου στην έδρα της εταιρίας του, αλλά και προς τον απολύτως πειστικό τρόπο παρουσίασης από αυτόν των υπηρεσιών της δεύτερης εναγομένης είχαν ως αποτέλεσμα την καλλιέργεια αισθημάτων εμπιστοσύνης του ενάγοντος προς τον πρώτο εναγόμενο και την ανάπτυξη μεταξύ τους σχέσεων, οι οποίες προσέλαβαν και προσωπικό χαρακτήρα. Το θετικό αυτό κλίμα που κυριάρχησε στις σχέσεις μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του ενάγοντος είχε ως απότοκο την κατάρτιση μεταξύ του τελευταίου και της δεύτερης εναγομένης τριών (3) συνολικά ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής και υγείας οι οποίες αφορούσαν στον ενάγοντα και σε άλλα μέλη της οικογένειας του και οι οποίες συνάφθηκαν χάρη στη διαμεσολάβηση του πρώτου εναγομένου. Για την κατάρτιση όλων ανεξαιρέτως των συμβάσεων αυτών χρησιμοποιήθηκαν προαριθμημένες αιτήσεις, οι οποίες έφεραν το λογότυπο της δεύτερης εναγομένης, αποτελούνταν από περισσότερες σελίδες και περιείχαν ερωτηματολόγια που αφορούσαν στα προσωπικά στοιχεία του συμβαλλόμενου και του ασφαλιζόμενου, στον τρόπο καταβολής του συμφωνημένου ασφαλίστρου, στο είδος και την έκταση της παρεχόμενης ασφάλισης και στην κατάσταση της υγείας του συμβαλλόμενου και του ασφαλιζόμενου, ενώ σε καθεμία από τις παραπάνω αιτήσεις επισυνάφθηκαν φωτοτυπικά αντίγραφα του δελτίου ταυτότητας και του εκκαθαριστικού σημειώματος φόρου εισοδήματος του ενάγοντος, καθώς και κρίσιμων ιατρικών εγγράφων, τα οποία αφορούσαν στον ίδιο ή σε άλλα μέλη της οικογένειας του (βλ. σχ. ανεπικύρωτα φωτοτυπικά αντίγραφα των με αριθμούς ……………….αιτήσεων ασφάλισης ζωής και υγείας, τα οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η δεύτερη εναγόμενη). Η κατάρτιση των κατά τα ανωτέρω συμβάσεων, η οποία επιτεύχθηκε με τη διαμεσολάβηση του πρώτου εναγομένου και η οποία παρουσιαζόταν οικονομικά επωφελής για τον ενάγοντα χάρη στη μειωμένη προμήθεια που εισέπραττε ο πρώτος από τους αντιδίκους του, συνέβαλε ακόμη περισσότερο στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης του προς αυτόν. Μάλιστα ο πρώτος εναγόμενος δεν περιορίστηκε στην παρουσίαση ασφαλιστικών προϊόντων προς τον ενάγοντα, αλλά φρόντιζε να του παρέχει και επιπρόσθετες διευκολύνσεις και εξυπηρετήσεις. Σε αυτές εντασσόταν η είσπραξη των ασφαλίστρων, τα οποία αφορούσαν στις κατά τα ανωτέρω συμβάσεις ασφάλισης, στην έδρα της εταιρίας του ενάγοντος και η απόδοση αυτών στη δεύτερη εναγομένη, παρά το γεγονός ότι στις σχετικές αιτήσεις που είχε συμπληρώσει ο ενάγων για την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων είχε επιλεγεί ως τρόπος καταβολής των ασφαλίστρων η εξόφληση αυτών με ταχυδρομική επιταγή, χωρίς ουδέποτε να σημειωθεί οποιαδήποτε αταξία ή καθυστέρηση ως προς την απόδοση των χρηματικών αυτών ποσών στη δεύτερη εναγομένη έως και τον Οκτώβριο του έτους 2012.
Αποδείχτηκε ακόμη ότι ο πρώτος εναγόμενος εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη του ενάγοντος προς το πρόσωπο του προσέγγισε αυτόν κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2011 και του πρότεινε τη συμμετοχή του σε επενδυτικό προϊόν με την επωνυμία ‘’……-ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ….’’. Ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι το προϊόν αυτό είχε εκπονηθεί από τη δεύτερη εναγόμενη και είχε ως αντικείμενο του την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων από περισσότερες ανώνυμες εταιρίες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων (Α.Ε.ΔΑΚ.), οι οποίες αντιπροσωπεύονταν από την εργοδότρια του. Παράλληλα, ο πρώτος εναγόμενος παρουσίασε το εν λόγω προϊόν ως μία ιδιαίτερα ελκυστική επενδυτική ευκαιρία υποστηρίζοντας ότι εξασφάλιζε την επιστροφή ακέραιου του επενδυμένου κεφαλαίου και μάλιστα εντός χρονικού διαστήματος δέκα (10) ημερών από την υποβολή σχετικού αιτήματος και χωρίς να είναι αναγκαία η δέσμευση αυτού για χρονικό διάστημα ευρύτερο του ενός (1) μήνα, ενώ παράλληλα παρείχε υψηλότατη οικονομική απόδοση με ελάχιστο ετήσιο επιτόκιο δέκα εκατοστών (10%) επί του επενδυμένου κεφαλαίου, το οποία μάλιστα μπορούσε να καταβάλλεται μετά από σχετικό αίτημα του επενδυτή σε μηνιαία βάση και το οποίο απέβαινε διευρυνόμενο σε περίπτωση επένδυσης μεγαλύτερων χρηματικών ποσών,
Επιπλέον, αποδείχτηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία όντως διέθετε επενδυτικό πρόγραμμα με την επωνυμία «….Σύστημα Επένδυσης ….», το οποίο είχε ως αντικείμενο του την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων από ανώνυμες εταιρίες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων (Α.Ε.Δ.ΑΧ) που αντιπροσωπεύονταν από την ίδια. Ωστόσο, οι όροι του εν λόγω προγράμματος ήταν εντελώς διαφορετικοί από αυτούς που περιέγραψε ο πρώτος εναγόμενος στον αντίδικο του. Συγκεκριμένα, βασικό χαρακτηριστικό του εν λόγω προγράμματος ήταν η ύπαρξη κινδύνου απομείωσης ή και απώλειας του επενδυμένου σε αυτό κεφαλαίου, ο οποίος αυξανόταν σε περίπτωση επιδίωξης μεγαλύτερης απόδοσης, η διάρκεια αυτού ήταν σε κάθε περίπτωση ευρύτερη του ενός μήνα, δεν υπήρχε δυνατότητα μηνιαίας απόληψης τόκων, ενώ η αποδέσμευση του επενδυμένου κεφαλαίου πριν από την παρέλευση του συμφωνημένου σχετικά χρονικού σημείου, προϋπέθετε την εξαγορά του σχετικού ασφαλιστικού συμβολαίου και επομένως απέφερε μείωση του κεφαλαίου αυτού. Εξάλλου, η συμμετοχή στο εν λόγω πρόγραμμα προϋπέθετε την τήρηση έγγραφης διαδικασίας, δηλαδή τη συμπλήρωση προαριθμημένης αίτησης, η οποία αποτελούταν από έξι (6) σελίδες και περιείχε ερωτηματολόγια που αφορούσαν στα προσωπικά στοιχεία του συμβαλλομένου και του ασφαλιζόμενου, στον τρόπο καταβολής του ασφαλίστρου, στην επιλογή των αμοιβαίων κεφαλαίων και στην κατάσταση της υγείας του ασφαλιζόμενου και του συμβαλλόμενου (βλ.σχ. ανεπικύρωτο φωτοτυπικό αντίγραφο της κατά τα ανωτέρω αίτησης, το οποίο νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η δεύτερη εναγόμενη).
Κατά συνέπεια, αποδείχτηκε όтι οι ισχυρισμοί του αναφορικά με τους όρους του προγράμματος σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, γεγονός то οποίο αναμφίβολα γνώριζε αυτός λόγω της εκτεταμένης και πολυετούς ενασχόλησης του με τις υποθέσεις της δεύτερης εναγομένης. Ωστόσο, ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην παράσταση των ψευδών αυτών ισχυρισμών προς τον ενάγοντα με σκοπό να αποκομίσει παράνομο όφελος σε βάρος της περιουσίας του, то οποίο θα συνίστατο στο χρηματικό ποσό που θα του παρέδιδε προς επένδυση ο αντίδικος τους και το οποίο θα παρέμενε τελικά στα χέρια του ίδιου.

Οι ιδιαίτερα ευνοϊκοί όροι που κατά τους ψευδείς ισχυρισμούς του τελευταίου παρουσίαζε το προτεινόμενο προϊόν σε συνδυασμό προς το γεγονός ότι η τήρηση αυτών εμφανιζόταν να βρίσκεται υπό την αιγίδα της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας η οποία απολαμβάνει ιδιαίτερης αξιοπιστίας και εκτίμησης λόγω του οικονομικού της μεγέθους και της πολυετούς παρουσίας της στην ελληνική ασφαλιστική αγορά, οδήγησαν τον ενάγοντα, ο οποίος τελούσε υπό καθεστώς πλήρους εμπιστοσύνης προς τον πρώτο εναγόμενο και αποδοχής των ισχυρισμών του, στην απόφαση να συμμετέχει στην προτεινόμενη επένδυση, Για τον λόγο αυτό και χωρίς να συμπληρώσει οποιαδήποτε αίτηση ή άλλο έγγραφο που απευθυνόταν προς τη δεύτερη εναγόμενη, ο ενάγων κατέβαλε τμηματικά στον πρώτο εναγόμενο εντός του χρονικού διαστήματος από τον Σεπτέμβριο του έτους 2011 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2012 το συνολικό ποσό των εκατόν σαράντα χιλιάδων ευρώ (140.000,00€), γεγονός το οποίο συνομολογείται άλλωστε και από τον αντίδικο του. Η καταβολή του ανωτέρω ποσού γινόταν με μετρητά, τα οποία παρέδιδε ο ενάγων στον πρώτο εναγόμενο, χωρίς να αποδεικνύεται ότι έλαβε σχετικά οποιαδήποτε έγγραφη απόδειξη. Κατά το ίδιο μάλιστα χρονικό διάστημα ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλλε σε μηνιαία βάση προς τον ενάγοντα διάφορα επιμέρους χρηματικά ποσά, η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται στις εννιά χιλιάδες ευρώ (9.000,00€) και τα οποία αποτελούσαν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του την απόδοση του κεφαλαίου που είχε επενδυθεί από ενάγοντα. Η καταβολή των ποσών αυτών γινόταν είτε με την παράδοση μετρητών από τον πρώτο εναγόμενο στον ενάγοντα είτε με την εξόφληση από τον πρώτο υποχρεώσεων του τελευταίου προς τη δεύτερη εναγόμενη, οι οποίες αφορούσαν στην καταβολή ασφαλίστρων, χωρίς όμως και στην περίπτωση αυτή να έχει περιέλθει στην κατοχή του ενάγοντα οποιοδήποτε παραστατικό έκδοσης της δεύτερης εναγομένης. Τα μόνα έγγραφα που σχετίζονταν με την κατά τα ανωτέρω επένδυση του ενάγοντος παραδόθηκαν σε αυτόν από τον πρώτο εναγόμενο μετά την ολοκλήρωση της καταβολής του ποσού των εκατό σαράντα χιλιάδων ευρώ (140.000€) και ήταν δύο αντίγραφα της τέταρτης σελίδας της έντυπης αίτησης η οποία περιγράφεται ανωτέρω, στο ένα από τα οποία ο πρώτος εναγόμενος είχε καταχωρήσει το ονοματεπώνυμο του αντιδίκου του, ενώ στο άλλο αναγραφόταν η επωνυμία της εταιρίας του τελευταίου. Επιπλέον, σε καθένα από τα έγγραφα αυτά είχε καταχωρηθεί ως εφάπαξ ασφάλιστρο το ποσό των εβδομήντα χιλιάδων ευρώ (70.000,00€) και ως διάρκεια του προγράμματος το χρονικό διάστημα από 15-01-2012 έως 15-01-2013, μετά την παρέλευση του οποίου θα έπρεπε να αποδοθεί στον ενάγοντα το επενδυμένο κεφάλαιο του.

Ωστόσο, το κεφάλαιο αυτό, το οποίο ουδέποτε περιήλθε στη δεύτερη εναγόμενη, δεν αποδόθηκε στον ενάγοντα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του τελευταίου προς αμφότερους τους αντιδίκους του, αλλά αντίθετα ενσωματώθηκε από τον πρώτο εναγόμενο στην προσωπική του περιουσία. Μάλιστα, ο τελευταίος διέκοψε από την 25-01-2013 κάθε επικοινωνία του με τον αντίδικο του. Η παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου είχε ως συνέπεια να υποστεί ο ενάγων περιουσιακή ζημία συνολικού ύψους εκατόν τριάντα μίας χιλιάδων ευρώ (131.000,00€), η οποία προκύπτει από την αφαίρεση από το συνολικό ποσό των εκατόν σαράντα χιλιάδων ευρώ (140.000,00€) που παρέδωσε σε μετρητά στον πρώτο εναγόμενο, του ποσού των εννιά χιλιάδων ευρώ (9.000,00€), το οποίο του αποδόθηκε από τον ανωτέρω αντίδικο του είτε άμεσα με την παράδοση μετρητών είτε έμμεσα με την εξόφληση υποχρεώσεων του προς τη δεύτερη εναγόμενη.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν δύναται άλλωστε να ανατραπεί από τον προτεινόμενο από τον πρώτο εναγόμενο ισχυρισμό ότι ο ενάγων παρέδωσε σε αυτόν το ποσό των εκατό σαράντα χιλιάδων ευρώ (140.000 ευρώ) τελώντας σε γνώση της δεινής του οικονομικής κατάστασης και επιχειρώντας να αξιοποιήσει αυτήν απαιτώντας την καταβολή υπέρογκων τόκων. Ο ισχυρισμός αυτός ο οποίος δεν επαληθεύεται από κανένα από τα αποδεικτικά μέσα που έχουν νόμιμα τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, έρχεται σε αντίθεση προς την κοινή λογική, καθώς εμφανίζει τον ενάγοντα να επιδιώκει υψηλές αποδόσεις του κεφαλαίου του σε βάρος ενός οικονομικά κατεστραμμένου προσώπου και χωρίς καμία εγγύηση και εξασφάλισης της δυνατότητας ανάκτησης αυτού, και αποδυναμώνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι θύματα της απατηλής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου αποτέλεσαν περισσότεροι πελάτες του, μεταξύ των οποίων δεν υφίσταται κανένα κοινό στοιχείο ή σύνδεσμος με συνέπεια την παραπομπή του τελευταίου ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, η οποία τελέστηκε κατ' επάγγελμα και από την οποία προήλθε περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00€) (βλ. σχ. ανεπικύρωτο φωτοτυπικό αντίγραφο του με αριθμό 231/27-02-2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων).

Επιπρόσθετα, αποδείχτηκε ότι μεταξύ των δύο εναγομένων υφίστατο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου από αυτούς σχέση πρόστησης, καθώς αυτός με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου ενεργούσε- προς εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων της δεύτερης εναγόμενης και δη για την ενημέρωση των πελατών της για τα προγράμματα της, συμπεριλαμβανομένων και των επενδυτικών, για την εξυπηρέτηση των τελευταίων για οποιοδήποτε θέμα σχετικό- με τα επενδυτικά αυτά προγράμματα, καθώς και για τη διαμεσολάβηση προς προώθηση των προϊόντων της στα οποία περιλαμβάνονται και η διάθεση των τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων της εταιρίας. Εξάλλου, στο πλαίσιο της δραστηριότητας του αυτής ο πρώτος εναγόμενος ενεργούσε σύμφωνα με τις οδηγίες και υπό την επίβλεψη των νομίμων εκπροσώπων της αντιδίκου του. Από την άλλη, αποδείχτηκε ότι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, έλαβε χώρα με ευκαιρία και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε από την ομόδικο του, δεδομένου ότι η ζημιογόνα συμπεριφορά του σε βάρος του ενάγοντος εκδηλώθηκε καθ' υπέρβαση των ορίων των καθηκόντων του ως προστηθέντος και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών της προστήσασας αυτόν ασφαλιστικής εταιρίας. Εξάλλου, υφίσταται εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνας συμπεριφοράς του και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε, καθώς οι απαρτίζουσες αυτήν πράξεις του και η ζημία που προκλήθηκε από αυτές σε βάρος του ενάγοντος, δεν θα είχαν λάβει χώρα σε περίπτωση έλλειψης της σχέσης πρόστησης μεταξύ των δύο εναγομένων. Συγκεκριμένα η ιδιότητα του πρώτου των εναγομένων ως ασφαλιστικού συμβούλου της δεύτερης από αυτούς η διακριτική υπηρεσιακή του μεταχείριση από την τελευταία, η οποία εκδηλώθηκε με την εγκατάσταση σε ιδιαίτερο γραφείο στο υποκατάστημα της επί της οδού ………. στη Θεσσαλονίκη και η αναγνώριση που απολάμβανε χάρη στην επαγγελματική του αποτελεσματικότητα, αποτέλεσαν το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση των ζημιογόνων πράξεων σε βάρος του ενάγοντος καθώς τα ανωτέρω στοιχεία από κοινού συμπλεκόμενα προσέδωσαν αληθοφάνεια και αξιοπιστία στο περιεχόμενο των ψευδών ισχυρισμών του, κάμπτοντας τις όποιες αμφιβολίες και πιθανές αντιστάσεις του ενάγοντος ο οποίος θεωρώντας δεδομένη την εμπλοκή της δεύτερης εναγομένης στο προτεινόμενο από τον αντίδικο του επενδυτικό πρόγραμμα, δικαιολογημένα απέβλεπε στην ασφαλή και επικερδή επένδυση των κεφαλαίων υπολογίζοντας την μεγάλη οικονομική επιφάνεια, την φερεγγυότητα και την αξιοπιστία της τελευταίας. Επομένως το κυρίαρχο στοιχείο που επηρέασε την αντίδραση του ενάγοντος στην απατηλή συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου ήταν η ιδιότητα του ως ασφαλιστικού συμβούλου και συνεργάτη της δεύτερης εναγόμενης και ασφαλώς όχι η προσωπική του δραστηριότητα και επάρκεια αναφορικά με τη διαχείριση των κεφαλαίων του, η οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να τον οδηγήσει από μόνη της στη συμμετοχή στο ένδικο επενδυτικό πρόγραμμα. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο είναι σε θέση να καταγνώσει την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της υπηρεσίας που ανάθεσε στον πρώτο των εναγομένων η δεύτερη από αυτούς και της ζημιογόνας συμπεριφοράς του σε βάρος του ενάγοντος παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της δεύτερης εναγομένης.

Πέραν των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων, αποδείχτηκε ότι η στάση του ενάγοντος έναντι της απατηλής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου απέκλινε από τον τρόπο αντιμετώπισης που θα υιοθετούσε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις ένας μέσος συνετός άνθρωπος με τις γνώσεις και την κοινωνική και οικονομική εμπειρία του. Συγκεκριμένα, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων αποτελεί έμπειρο επιχειρηματία, ο οποίος διαθέτει γνώση και αντίληψη των συνθηκών που επικρατούν στην οικονομία και ο οποίος μπορούσε κατά συνέπεια να αντιληφθεί ότι, λόγω της οικονομικής κρίσης που είχε ήδη εκδηλωθεί από το έτος 2007 στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι αποδόσεις της πλειοψηφίας των επενδυτικών προϊόντων ήταν ιδιαίτερα χαμηλές και ότι κάθε προϊόν που εξασφάλιζε υψηλότερες αποδόσεις ήταν στενά συνυφασμένο με τη διακινδύνευση του κεφαλαίου που αποτελούσε το αντικείμενο του. Περαιτέρω, ο ενάγων είχε ήδη καταρτίσει περισσότερες ασφαλιστικές συμβάσεις με τη δεύτερη εναγομένη και ήταν εξοικειωμένος με την προσυμβατική διαδικασία, η οποία τηρούταν από την τελευταία και η οποία χαρακτηριζόταν από τον έγγραφο χαρακτήρα της. Από την άλλη, μπορούσε να αντιληφθεί ότι αποτελούσε εξαιρετικά ασυνήθιστο γεγονός η καταβολή ενός τόσο μεγάλου χρηματικού ποσού, όσο αυτό που κατέβαλε ο ίδιος στον πρώτο εναγόμενο, χωρίς να λάβει οποιοδήποτε παραστατικό από τη δεύτερη εναγόμενη, για λογαριασμό της οποίας υποτίθεται ότι ενεργούσε ο αντίδικος του. Μάλιστα παρά το γεγονός ότι ο ενάγων είχε λάβει ήδη γνώση της από 05-10-2012 ειδοποίησης της δεύτερης εναγομένης περί της μη καταβολής των οφειλόμενων σε αυτήν ασφαλίστρων, τα οποία όμως αυτός είχε ήδη αποδώσει νωρίτερα στον ενάγοντα, εξακολούθησε να του καταβάλλει και άλλα χρηματικά ποσά στο πλαίσιο της συμμετοχής του στο υποτιθέμενο επενδυτικό πρόγραμμα. Ενόψει των ανωτέρω και υπό την προϋπόθεση της επίδειξης της απαιτούμενης επιμέλειας ο ενάγων ήταν σε θέση να αντιληφθεί εγκαίρως τον ψευδή χαρακτήρα των ισχυρισμών του πρώτου εναγομένου και να περιορίσει την περιουσιακή του ζημία. Επομένως, η κατά τα ανωτέρω αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος συντέλεσε στην έκταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει μερικά δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της η προτεινόμενη από τη δεύτερη εναγόμενη ένσταση, να προσδιοριστεί η συνυπαιτιότητα του ενάγοντος σε ποσοστό πενήντα εκατοστών (50%) και να περιοριστεί αντίστοιχα η ευθύνη της δεύτερης εναγόμενης προς αποζημίωση του.
Τέλος, αποδείχτηκε ότι η παράνομη και η υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, είχε ως συνέπεια να υποστεί ο ενάγων ηθική βλάβη, η οποία συνίσταται στα αισθήματα λύπης, στενοχώριας και άγχους τα οποία βίωσε εξαιτίας της απώλειας ενός τόσο μεγάλου χρηματικού ποσού. Συντρέχει, επομένως, νόμιμη περίπτωση επιδίκασης σε αυτόν εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου που διαμορφώνεται με βάση την εκτίμηση του είδους και του μεγέθους της προσβολής του ενάγοντος, της υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου και της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να ανέλθει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000,00€).
IV. Με βάση τα πραγματικά γεγονότα που αποδείχτηκαν πρέπει να γίνει μερικά δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της η υπό κρίση αγωγή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς στον ενάγοντα το ποσό των εξήντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (68.500,00€) και ο πρώτος από αυτούς το επιπλέον ποσό των εξήντα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (65.500,00€) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ωστόσο, η παρούσα απόφαση δεν πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, καθώς δεν συντρέχει κίνδυνος πρόκλησης σημαντικής βλάβης στον ενάγοντα από ενδεχόμενη καθυστέρηση της εκτέλεσης (άρθρα 907 και 908 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠοΛΔ). Τέλος, πρέπει να κατανεμηθούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων ανάλογα με την έκταση της νίκης και αντίστοιχα της ήττας καθενός από αυτούς (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ), σύμφωνα προς όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ μερικά την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ αμφότερους τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς στον ενάγοντα το ποσό των εξήντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (68.500,00€) και τον πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εξήντα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (65.500,00€) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγόμενους στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος το οποίο ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους την 3η Φεβρουαρίου 2016.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου