Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

ΣτΕ 1901/2014 : «Η χορήγηση των αδειών, ο έλεγχος της εξυπηρέτησης των ανωτέρω σκοπών δημοσίου συμφέροντος και η επιβολή κυρώσεων ανατίθεται σε ανεξάρτητη αρχή, το 'Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης'»


Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1901/2014 του ΣτΕ που αφορούσε την αντικατάσταση της ΕΡΤ από τη ΝΕΡΙΤ ορίζεται με σαφήνεια ότι: «Η χορήγηση των αδειών, ο έλεγχος της εξυπηρέτησης των ανωτέρω σκοπών δημοσίου συμφέροντος και η επιβολή κυρώσεων ανατίθεται σε ανεξάρτητη αρχή, το 'Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης'».

Αριθμός 1901/2014 ΣτΕ 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

..........................................................................................

 Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος: «Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 παρ. 1, μέσα σε σαράντα ημέρες από την έκδοσή τους ή μέσα σε σαράντα ημέρες από την σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο. Αν δεν υποβληθούν στην Βουλή μέσα στις προαναφερόμενες προθεσμίες ή αν δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους, παύουν να ισχύουν στο εξής». Όπως έχει ήδη κριθεί (3612/2002 Ολομ., 3636/1989 Ολομ., 2289/1987 Ολομ.), αν η πράξη νομοθετικού περιεχομένου κυρωθεί μέσα στις συνταγματικές προθεσμίες από το νόμο, οι ρυθμίσεις της καθίστανται ρυθμίσεις του κυρωτικού της νόμου και μάλιστα αναδρομικώς, αφού η «κύρωση» από το νόμο εμπεριέχει εννοιολογικώς την αναδρομή του νόμου. 14. Επειδή, η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου «Τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005» εκδόθηκε στις 10.6.2013 και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 11.6.2013. Στις 18.7.2013 κατατέθηκε στη Βουλή σχέδιο νόμου με τίτλο «Κύρωση της από 10 Ιουνίου 2013 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005» (Α΄ 139)». Σύμφωνα με τη σχετική αιτιολογική έκθεση, με την εν λόγω Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, «επιχειρείται η συµπλήρωση της παρ. 2 του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005 προς άρση τυχόν αµφιβολιών ως προς το εύρος της παρασχεθείσας προς τους αρµόδιους Υπουργούς εξουσιοδότησης µε σκοπό να αντιµετωπιστεί κατεπειγόντως το θέµα της άµεσης έκδοσης της οριζόµενης στην παρ. 1 του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005 κανονιστικής πράξης στο πλαίσιο εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της χώρας που απορρέουν από τους νόµους 4046/2012 (Α΄ 28) και 4093/2012 (Α΄ 222) και αποτελούν προαπαιτούµενες ενέργειες στο πλαίσιο του εγκεκριµένου Μεσοπρόθεσµου Πλαισίου Δηµοσιονοµικής Στρατηγικής 2013-2016». Με το Π.Δ. 121/2013 (ΦΕΚ Α` 165/22.7.2013) κηρύχθηκε η λήξη των εργασιών της Συνόδου της Βουλής. Από την ανωτέρω ημερομηνία (22.7.2013), δηλ. την ημερομηνία λήξεως των εργασιών της Συνόδου της Βουλής, πρέπει να θεωρηθεί ότι ανεστάλη η προθεσμία για την κύρωση της Πράξης. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 1 και 64 παρ. 1 του Συντάγματος, η Βουλή, μετά το πέρας της διακοπής των εργασιών της, συνέρχεται εκ νέου σε τακτική σύνοδο την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου του ιδίου έτους, και, εν προκειμένω, στις 7.10.2013, ημερομηνία κατά την οποία και θα αρχίσουν οι εργασίες της Ολομέλειας της Βουλής, η οποία είναι και η μόνη αρμόδια κατά τα άρθρα 44 παρ. 1 και 72 παρ. 1 του Συντάγματος για την κύρωση της πιο πάνω πράξεως νομοθετικού περιεχομένου. Επομένως, από την ως άνω ημερομηνία (7.10.2013) θα συνεχίσει να τρέχει η τρίμηνη προθεσμία για την κύρωση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ανεξαρτήτως του ότι οι ρυθμίσεις που επιχειρούνται με την προσβαλλόμενη πράξη στηρίζονται νομίμως στην εξουσιοδότηση που περιεχόταν στην αρχική διατύπωση του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005, όπως είχε θεσπισθεί με το άρθρο 66 παρ. 1 του ν. 4002/2011, πάντως, η Πράξη αυτή υπεβλήθη ενώπιον της Βουλής μέσα στις προαναφερόμενες συνταγματικές προθεσμίες και, επομένως, εξακολουθεί να ισχύει κατά το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως (βλ. Ολομ. ΣτΕ 1250/2003). 15. Επειδή, σε επίπεδο συνταγματικών διατάξεων αναφορά στη ραδιοφωνία και παρεμφερή μέσα μετάδοσης έγινε το πρώτον στο πρώτο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 14 του Συντάγματος του 1952, σύμφωνα με το οποίο, «Αι προστατευτικαί του τύπου διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται επί των κινηματογράφων, δημοσίων θεαμάτων, φωνογραφίας, ραδιοφωνίας και άλλων παρεμφερών μέσων μεταδόσεως λόγου ή παραστάσεως». Στο άρθρο 15 του Συντάγματος του 1975 ορίστηκε ότι «1. Οι προστατευτικές για τον τύπο διατάξεις του προηγούμενου άρθρου δεν εφαρμόζονται στον κινηματογράφο, τη φωνογραφία, τη ραδιοφωνία, την τηλεόραση και κάθε άλλο παρεμφερές μέσο μετάδοσης λόγου ή παράστασης. 2. Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους και έχουν σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, πρέπει πάντως να εξασφαλίζεται η ποιοτική στάθμη των εκπομπών που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή τους και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας». Με την συνταγματική αναθεώρηση του 2001 η ανωτέρω παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε ως εξής: «Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. Ο άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την υποχρεωτική και δωρεάν μετάδοση των εργασιών της Βουλής και των επιτροπών της, καθώς και προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα». Περαιτέρω, στην παρ. 9 του άρθρου 14 του Συντάγματος, η οποία προστέθηκε με την Συνταγματική Αναθεώρηση του 2001, ορίζονται τα εξής: «Το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η οικονομική κατάσταση και τα μέσα χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης πρέπει να γίνονται γνωστά, όπως νόμος ορίζει. Νόμος προβλέπει τα μέτρα και τους περιορισμούς που είναι αναγκαίοι για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση. Απαγορεύεται η συγκέντρωση του ελέγχου περισσότερων μέσων ενημέρωσης της αυτής ή άλλης μορφής. Απαγορεύεται ειδικότερα η συγκέντρωση περισσότερων του ενός ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης της αυτής μορφής, όπως νόμος ορίζει». 

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των βασικών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 56/1974 (ΦΕΚ Α 256): «1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν άρθρον δεν κωλύει τα Κράτη από του να υποβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιοφωνίας κινηματογράφου ή τηλεοράσεως εις κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας. 2. Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας δύναται να υπαχθή εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότητα ή την δημοσίαν ασφάλειαν την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας». 16. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η ελευθερία της έκφρασης, βασική εκδήλωση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα καθενός να διαδίδει με τη χρήση των μέσων ενημέρωσης (Τύπου, ραδιοφωνίας, τηλεόρασης) ειδήσεις, σχόλια και απόψεις (δικαίωμα του πληροφορείν). Με τις ίδιες συνταγματικές διατάξεις, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 1 και 5 Α παρ. 1 του Συντάγματος, κατοχυρώνεται, εξ άλλου, το δικαίωμα του καθενός να ενημερώνεται τακτικά και ελεύθερα από κάθε διαθέσιμη πηγή για κάθε θέμα που τον ενδιαφέρει (δικαίωμα του πληροφορείσθαι). Με το πλέγμα των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, προστατεύονται οι ελευθερίες του πληροφορείν και του πληροφορείσθαι, ως αναγκαία προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου, αλλά και ως συστατικό στοιχείο του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η άσκηση των ελευθεριών αυτών υπόκειται μόνο στους απολύτως αναγκαίους περιορισμούς που προβλέπονται από τις αντίστοιχες συνταγματικές διατάξεις. Όπως γίνεται γενικά δεκτό, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (τύπος, ραδιοτηλεόραση, διαδικτυακά μέσα) επιτελούν πολλαπλές, κατ’ ιδίαν, λειτουργίες στη δημοκρατική κοινωνία. Ενδεικτικά: Πληροφορούν τους πολίτες και αποτελούν fora ανοιχτής ανταλλαγής ιδεών συμβάλλοντας στο να σχηματίσουν αυτοί ελεύθερα και δημόσια τη δική τους γνώμη για τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Ελέγχουν την πολιτική εξουσία και καθιστούν διαφανή τον τρόπο άσκησής της. Ενισχύουν την κοινωνική συνοχή δίνοντας στους πολίτες τη δυνατότητα να συμμετέχουν ως ενεργά μέλη ενός συνόλου στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Επιδρούν στην πολιτιστική καλλιέργεια και ικανοποιούν τις ποικίλες προσωπικές ανάγκες του κοινού (ψυχαγωγία, θέματα υγείας, δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου κ.ά.). Ειδικά ως προς τους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς, ο συνταγματικός νομοθέτης, έχοντας υπόψη τη μεγάλη εμβέλεια, την χρονική αμεσότητα και την ιδιαίτερη δύναμη επιρροής που διαθέτουν, με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος όρισε ότι η λειτουργία τους υπάγεται στον άμεσο έλεγχο του κράτους. Ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει τόσο τη χορήγηση αδείας λειτουργίας, όσο και τη μέριμνα ώστε κατά τη λειτουργία τους να εξυπηρετούνται συγκεκριμένοι σκοποί δημοσίου ενδιαφέροντος. Οι σκοποί αυτοί είναι: η αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών, ειδήσεων, προϊόντων λόγου και τέχνης, η ποιοτική στάθμη των προγραμμάτων σε αντιστοιχία με την κοινωνική αποστολή των εν λόγω μέσων και την πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας, ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου και η προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Η χορήγηση των αδειών, ο έλεγχος της εξυπηρέτησης των ανωτέρω σκοπών δημοσίου συμφέροντος και η επιβολή κυρώσεων ανατίθεται σε ανεξάρτητη αρχή, το «Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης». Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος (εδάφιο πρώτο έως τέταρτο) προβλέπεται η έκδοση νόμων για τη γνωστοποίηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, της οικονομικής κατάστασης και των μέσων χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης, καθώς και για τη θέσπιση μέτρων και περιορισμών αναγκαίων για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση, ορίζεται δε ότι απαγορεύεται η συγκέντρωση του ελέγχου περισσότερων μέσων ενημέρωσης της αυτής ή άλλης μορφής (όταν μάλιστα πρόκειται για ηλεκτρονικά μέσα απαγορεύεται η συγκέντρωση περισσότερων του ενός ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης της αυτής μορφής). Με το σύνολο των εν λόγω διατάξεων το κράτος καθίσταται ο ρυθμιστής της λειτουργίας της ραδιοτηλεόρασης και ο εγγυητής του πλουραλισμού των ιδεών και των πληροφοριών που μεταδίδονται. Το κράτος (η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία, καθώς και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή) υποχρεούται, απέχοντας από επεμβάσεις στο περιεχόμενο των εκπομπών, να λαμβάνει όλα τα αναγκαία θετικά μέτρα (νομοθετικά, οργανωτικά, διοικητικά και ουσιαστικά), περιλαμβανομένης της επιβολής και εκτέλεσης των προβλεπομένων κυρώσεων, ώστε να διασφαλίζεται η καθολική παροχή της ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας στην εθνική επικράτεια με πλήρη σεβασμό των προαναφερομένων συνταγματικών αξιών, με διαφάνεια ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς, την οικονομική κατάσταση και τη χρηματοδότηση των μέσων ενημέρωσης, καθώς και με την αποτροπή της συγκέντρωσης του ελέγχου των μέσων αυτών. Από τις ως άνω όμως συνταγματικές διατάξεις δεν προκύπτει ότι επιβάλλεται η λειτουργία δημόσιου φορέα ραδιοτηλεόρασης. Ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια, συνεκτιμώντας την οικονομική δυνατότητα του Κράτους σε κάθε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, να επιλέξει αν, με κριτήριο την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των συνταγματικών επιταγών για τη ραδιοτηλεόραση, είναι αναγκαίο και δυνατό να ιδρυθεί δημόσιος φορέας ραδιοτηλεόρασης. Σε περίπτωση, κατά την οποία επιλεγεί η ίδρυση δημόσιου φορέα ραδιοτηλεόρασης, σύμφωνα με το Σύνταγμα αυτός επιβάλλεται να έχει πλουραλιστική δομή, να οργανώνεται κατά τρόπο που αποτρέπει κυβερνητικές και κομματικές επιρροές και να λειτουργεί αυστηρά με βάση τις αρχές της αντικειμενικότητας, της αμεροληψίας και της πολυφωνίας. Οίκοθεν νοείται ότι η εκάστοτε νομοθετική επιλογή υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο ως προς τη συμφωνία της με τις προμνημονευόμενες συνταγματικές επιταγές. 17. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία καταργείται η ΕΡΤ Α.Ε. και παύει να υπάρχει πάροχος της δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα της ραδιοτηλεόρασης, πρέπει να ακυρωθεί λόγω αντίθεσης των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005 προς το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο, κατά τους αιτούντες, επιβάλλει την απρόσκοπτη (συνεχή) λειτουργία δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη, όπως αμέσως ανωτέρω εξετέθη, εκδοχή ότι από το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος προκύπτει ότι επιβάλλεται να υπάρχει δημόσια ραδιοτηλεόραση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη πράξη, η κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε. έγινε, πέραν των δημοσιονομικών λόγων, με σκοπό να ιδρυθεί νέος φορέας δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, ο νόμος για την ίδρυση του οποίου (ν. 4173/2013) δημοσιεύθηκε στις 26.7.2013, δηλαδή πριν από τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως ακυρώσεως (27.9.2013), σύμφωνα δε με τις διατάξεις του νόμου αυτού ο ορισμός των οργάνων διοίκησης του νέου φορέα γίνεται, με εξαίρεση τον πρώτο ορισμό, χωρίς την ανάμιξη της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Εξ άλλου, μέχρι να τεθεί σε λειτουργία ο νέος φορέας, άρχισε να λειτουργεί μεταβατικός φορέας δημόσιας ραδιοτηλεόρασης με στελέχωση και οργάνωση, οι οποίες υπερβαίνουν την απλή συμμόρφωση προς την απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. αναλυτικά σκέψεις 9 και 11), με αποτέλεσμα η λειτουργία του μεταβατικού αυτού φορέα («Ελληνική Δημόσια Ραδιοφωνία και Τηλεόραση») να έχει τακτικό χαρακτήρα, ενώ συνεχίσθηκε, απρόσκοπτα, υπό τον έλεγχο του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, και η λειτουργία των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών εθνικής και τοπικής εμβέλειας.18. Επειδή, περαιτέρω, κατά τη γνώμη των Συμβούλων Παρασκευής Μπραΐμη και Χρήστου Ντουχάνη, από το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος συνάγεται ότι επιβάλλεται η ύπαρξη δημόσιου φορέα ραδιοτηλεόρασης προς εκπλήρωση των σκοπών που αναγορεύονται από το ίδιο άρθρο σε σκοπούς δημόσιας υπηρεσίας (εξασφάλιση ποιοτικής στάθμης προγραμμάτων κ.λπ.). Και τούτο διότι, κατά κοινή πείρα, η εκπλήρωση των σκοπών αυτών δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο από ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι έχουν, κατά βάση, κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Λόγω όμως της φύσεως της κατά τα ανωτέρω δημόσιας υπηρεσίας και ενόψει της οργάνωσης της ραδιοτηλεόρασης με την επί μακρόν λειτουργία ιδιωτικών φορέων υπό τον έλεγχο του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, είναι επιτρεπτή, κατά παρέκκλιση από την αρχή της συνέχειας της δημόσιας υπηρεσίας, η διακοπή για εύλογο, και πάντως μικρό, χρονικό διάστημα της λειτουργίας του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, για λόγους αναδιοργάνωσής του, με την κατάργηση του υπάρχοντος και τη σύσταση και λειτουργία νέου, όπως εν προκειμένω, όπου πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως ιδρύθηκε νέος φορέας δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και άρχισε να λειτουργεί μεταβατικός φορέας δημόσιας ραδιοτηλεόρασης μέχρι να τεθεί ο νέος σε λειτουργία. Συνεπώς, ο ως άνω λόγος ακυρώσεως είναι, και κατά τη γνώμη των ανωτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος. 19. Επειδή, μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Χ. Ράμμος, Μ. Καραμανώφ, Δ. Αλεξανδρής, Π. Ευστρατίου, Μ. Γκορτζολίδου, Ι. Γράβαρης, Σ. Μαρκάτης, Α. Ντέμσιας, Θ. Αραβάνης και Α.Μ. Παπαδημητρίου, οι οποίοι διετύπωσαν την εξής γνώμη, στην οποία προσχώρησε η Πάρεδρος Μ. Σωτηροπούλου: Με την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος ο συνταγματικός νομοθέτης θεσπίζει μια θεμελιώδη για την λειτουργία αυτού τούτου του δημοκρατικού πολιτεύματος δημόσια υπηρεσία, την δημόσια ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία, ανεξάρτητα ή παράλληλα προς την ύπαρξη ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών φορέων. Σκοπός της υπηρεσίας αυτής είναι, όπως σαφώς και μάλιστα με έμφαση προκύπτει από το ίδιο το γράμμα της διατάξεως αυτής, κατ` αρχήν η παροχή αξιόπιστων και έγκυρων πληροφοριών στο κοινωνικό σύνολο, η ενημέρωση των πολιτών σε όλα ανεξαιρέτως τα σημεία της ελληνικής επικράτειας με τρόπο αντικειμενικό, πολυφωνικό, και με βάση τις αρχές της ισοπολιτείας και του σεβασμού, αλλά και διακίνησης όλων των ιδεών και απόψεων που αναπτύσσονται σε μια πλουραλιστική δημοκρατική πολιτεία. Αποσκοπεί δηλαδή η δημόσια αυτή υπηρεσία στην δημιουργία ενημερωμένων, συνειδητών και ωρίμων πολιτών, που διαθέτουν πολύπλευρη και σφαιρική ενημέρωση, κριτική σκέψη και ελεύθερο δημοκρατικό φρόνημα, που αποτελούν την απαραίτητη προϋπόθεση για την απρόσκοπτη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ορισμένες μάλιστα υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας, συγκεκριμένα η δωρεάν μετάδοση των εργασιών της Βουλής και η μετάδοση προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων, επιβάλλονται και ρητώς στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα από το Σύνταγμα (15 παρ. 2 εδ. δ΄ Συντ.). Ταυτόχρονα η δημόσια ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία αποσκοπεί και στην ανύψωση του πολιτιστικού επιπέδου των πολιτών, με την εκπομπή προγραμμάτων υψηλής ποιοτικής στάθμης, προγραμματικής ποικιλότητας και τούτο όχι μόνο για την ψυχαγώγηση αυτών, αλλά και διότι το υψηλό πολιτιστικό επίπεδο συντελεί και αυτό στην δημιουργία ωρίμων και ελεύθερων δημοκρατικών πολιτών. Τέλος, η δημόσια ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία είναι κατά την αντίληψη του Συνταγματικού Νομοθέτη απαραίτητη και για την διαρκή και έγκυρη ενημέρωση των πολιτών με τρόπο ψύχραιμο για θέματα της καθημερινότητας ή επικαιρότητας, που μπορεί να αφορούν άμεσα την ζωή, την υγεία και ασφάλειά τους, ή την ομαλή ροή του καθημερινού τους βίου, όπως είναι π.χ. οι μείζονες φυσικές καταστροφές, θεομηνίες, οι τρομοκρατικές επιθέσεις ή άλλες έκτακτες απρόβλεπτες περιστάσεις, στην διάρκεια των οποίων επιβάλλεται η συνεχής ροή υπεύθυνης ενημέρωσης. Τέτοιου τύπου και επιπέδου ενημέρωση και εν γένει υπηρεσία και μάλιστα σε μια χώρα με τόσο δύσκολη γεωγραφία, όπως η Ελλάδα, δεν μπορούν να προσφέρουν οι ιδιωτικοί ραδιοτηλεοπτικοί φορείς και κανάλια, των οποίων την παράλληλη λειτουργία το Σύνταγμα ανέχεται βέβαια, διότι το βασικό κριτήριο λειτουργίας τους είναι η επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους και ενδεχομένως η εξυπηρέτηση διαφόρων ισχυρών οικονομικών συμφερόντων. Και τούτο είναι καθοριστικό για την λειτουργία τους και δεν μπορεί να ανατραπεί, ακόμη και στην περίπτωση που θα υπάγονταν σε καθεστώς αυστηρότατων δεοντολογικών κανόνων σε ό,τι αφορά διάφορες όψεις της λειτουργίας τους αυτής. Όπως περαιτέρω προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας με βάση την ήδη εικοσαετή λειτουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης στην Ελλάδα, αλλά και με βάση τα διεθνή δεδομένα, οι ιδιωτικοί αυτοί φορείς προσφέρουν συχνά ένα πολύ χαμηλού επιπέδου ραδιοτηλεοπτικό προϊόν, κύριο χαρακτηριστικό του οποίου είναι ο εύκολος εντυπωσιασμός η πολιτιστική ένδεια και η αύξηση με κάθε δυνατό τρόπο της ακροαματικότητας, σε βάρος της ποιότητας και της αντικειμενικότητας, αλλά και της νηφαλιότητας της παρεχόμενης πληροφόρησης. Με την επικρατούσα μάλιστα τάση δημιουργίας όλο και περισσότερο μονοπωλιακών καταστάσεων στον χώρο επιτυγχάνεται η πλήρης χειραγώγηση των πολιτών και η μετατροπή τους σε απλούς καταναλωτές πληροφοριών και μηνυμάτων. Η αναγκαιότητα της υποχρεωτικής κατά το Σύνταγμα ύπαρξης μιας τέτοιας δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας έχει μάλιστα καταστεί σήμερα ακόμη πιο έντονη απ` ότι ήταν κατά τον χρόνο θεσπίσεως της επίμαχης διατάξεως, διότι με την λειτουργία του διαδικτύου, το οποίο κατά κοινή πείρα διακινεί πάσης φύσεως πληροφορίες και απόψεις, ακόμη και τις πιο αντίθετες στις αξίες του ανθρώπου και στις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος και ειδήσεις κακόβουλες, προδήλως ανακριβείς ή παραπλανητικές, έχει δημιουργηθεί σε πολλούς πολίτες πλήρης σύγχυση οφειλόμενη στην αδυναμία κριτικής αξιολόγησης και ταξινόμησης αυτής της πλημμυρίδας πληροφοριών. Ενόψει της προαναφερθείσας σπουδαιότητας της δημόσιας αυτής ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας υπό λειτουργική έννοια, βασικό, κατά το Σύνταγμα χαρακτηριστικό της αποτελεί η συνέχεια της παροχής της, με συνέπεια να μην είναι ανεκτή ούτε η πρόσκαιρη παραίτηση του Κράτους από αυτήν. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι την δημόσια αυτή ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία μόνο δημόσιος φορέας μπορεί, κατά το Σύνταγμα, να την παράσχει και για τον ακόλουθο θεμελιώδη λόγο που ανάγεται στην ίδια την φύση των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών φορέων. Πράγματι, οι τελευταίοι, ως κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα μπορούν ανά πάσα στιγμή να αναστείλουν την λειτουργία τους για λόγους, που ανάγονται είτε στο ότι έχουν καταστεί ζημιογόνα, είτε στην απλή επιθυμία των ιδιοκτητών τους να σταματήσουν την δραστηριότητα αυτή, είτε, τέλος, και σε αυτήν ακόμη την ενδεχόμενη παραβατικότητά τους και την συνακόλουθη ανάκληση της λειτουργίας τους. Αυτονόητο είναι βεβαίως ότι ως δημόσιος φορέας δεν νοείται κατ’ ανάγκην νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, καθώς και ότι ο φορέας αυτός δεν συνιστά μονοπώλιο. Δεν είναι, εξ άλλου, τυχαίο το ότι ο κοινός νομοθέτης έτσι αντελήφθη επί σειρά δεκαετιών το νόημα της συνταγματικής διατάξεως. Συνέστησε και διατήρησε συνεχώς υπό το καθεστώς του ισχύοντος Συντάγματος ένα δημόσιο φορέα παροχής ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών (την «Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση», ΕΡΤ Α.Ε.) τόσο με τον ν. 230/1975, όσο και τον ν. 1730/1987. Εξ άλλου ούτε και μετά την κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε. με την ήδη προσβαλλόμενη πράξη ο νομοθέτης τροποποίησε το εν λόγω πρότυπο οργάνωσης. Με το νόμο 4173/2013 ιδρύθηκε το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία «Νέα Ελληνική Ραδιοφωνία, Ίντερνετ και Τηλεόραση ΝΕΡΙΤ ΑΕ» πάλι ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ανώνυμη εταιρεία), για την εκπλήρωση των σκοπών «της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας» (άρθ. 2 παρ. 1). Με βάση τα προεκτεθέντα η κατάργηση του νομικού προσώπου της ΕΡΤ Α.Ε. χωρίς την ταυτόχρονη ίδρυση νέου αντίστοιχου φορέα, δυναμένου, ως εκ της νομικής του φύσεως, και του εξοπλισμού του να τη διαδεχθεί στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ως διαχειριστή δημόσιας υπηρεσίας, και να εκπέμψει πλήρες πρόγραμμα με βάση τις ως άνω συνταγματικές απαιτήσεις, έχει ως συνέπεια να αποστερηθεί το Κράτος και η ιδρυθείσα από αυτό ΕΡΤ Α.Ε., μόνη μέχρι σήμερα φορέας ασκήσεως της δημόσιας υπηρεσίας ραδιοτηλεόρασης υπό τη λειτουργική της έννοια, μεταξύ άλλων, της δυνατότητας πραγμάτωσης των ως άνω συνταγματικώς προβλεπομένων σκοπών. Τούτο όμως αντίκειται στο άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, εφόσον, όπως εξετέθη, ο νομοθέτης δεν επιτρέπεται να καταργήσει το φορέα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και δη επ` αόριστον. Ανεξάρτητα, δε, από τα προεκτεθέντα η υποχρέωση αυτή του νομοθέτη, συναπτόμενη και με την τήρηση της αρχής της συνεχούς λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας, καθίσταται ακόμη εντονότερη στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του ότι οι ιδιωτικοί φορείς ραδιοτηλεόρασης λειτουργούν παρανόμως μέχρι σήμερα με την ανοχή της Πολιτείας (ΣτΕ 3578/2010 Ολομ.). Με τα δεδομένα αυτά η προσβαλλόμενη πράξη κατά το μέρος της που καταργεί την ΕΡΤ Α.Ε. και τις θυγατρικές αυτής και διακόπτει την παροχή της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας προσκρούει, κατά την παρούσα γνώμη στο άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος και είναι για τον λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, ακυρωτέα. 20. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι νόμιμη, διότι δεν έχει συνυπογραφεί από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης, κατά παράβαση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005. Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης συνυπογράφει όταν με την κοινή απόφαση κατάργησης του φορέα μεταφέρονται αρμοδιότητες σε Υπουργείο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και καθορίζονται ή συνιστώνται οργανικές μονάδες επιπέδου Διεύθυνσης ή Τμήματος οι οποίες ασκούν τις αρμοδιότητες αυτές. Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη πράξη μεταφέρθηκαν στο Δημόσιο μόνο περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις, η δε παροχή της ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας με φορέα την ΕΡΤ Α.Ε. διακόπηκε. Επομένως, για την έκδοση της δεν απαιτείτο συνυπογραφή από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 

.......................................

 26. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2010 C 83/02) σχετικά με την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς την ανάμειξη δημοσίων αρχών και αδιακρίτως συνόρων. 2. Η ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η πολυφωνία τους είναι σεβαστές». Εξάλλου, το πρωτόκολλο αριθ. 29 που έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης «για το σύστημα δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης» ορίζει ότι τα κράτη μέλη, «εκτιμώντας ότι το σύστημα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στα κράτη μέλη είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες κάθε κοινωνίας, καθώς και με την ανάγκη να διασφαλίζεται η πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης, συμφώνησαν επί των ακόλουθων ερμηνευτικών διατάξεων, οι οποίες προσαρτώνται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Οι διατάξεις των Συνθηκών ισχύουν υπό την επιφύλαξη της αρμοδιότητας των κρατών μελών να μεριμνούν για τη χρηματοδότηση της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας, εφόσον η χρηματοδότηση αυτή παρέχεται σε ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς για την εκπλήρωση του στόχου της δημόσιας υπηρεσίας, έτσι όπως την έχει θεσμοθετήσει, οριοθετήσει και οργανώσει κάθε κράτος μέλος και εφόσον η χρηματοδότηση αυτή δεν επηρεάζει τις συνθήκες του εμπορίου και τον ανταγωνισμό εντός της Ένωσης σε βαθμό αντιβαίνοντα στο κοινό συμφέρον, ενώ λαμβάνεται υπόψη η πραγματοποίηση του στόχου που εξυπηρετεί αυτή η δημόσια υπηρεσία». 27. Επειδή, σε σειρά μη δεσμευτικών κειμένων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίζεται η ζωτική σημασία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης για την εξασφάλιση της δημοκρατίας, του πλουραλισμού, της κοινωνικής συνοχής και της πολιτιστικής και γλωσσικής πολυμορφίας [Ψήφισμα του Συμβουλίου της 25.1.1999 (1999/C030/1), Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τα κρατικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα στην ψηφιακή εποχή (2012/C099 σ. 50-56), Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση (2009/C257/1)]. Όμως η αρμοδιότητα θεσμοθέτησης και οργάνωσης συστήματος δημόσιας ραδιοτηλεόρασης ανήκει στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν διέπεται από το δίκαιο της Ένωσης. Ειδικότερα με τις ως άνω διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 29 «για το σύστημα δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης» επιτρέπεται η χρηματοδότηση της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας, εφόσον όμως το κράτος μέλος έχει επιλέξει να συστήσει δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα και δεν επιβάλλεται με αυτές υποχρέωση στα κράτη μέλη να διαθέτουν δημόσια ραδιοτηλεόραση. Εξ άλλου, οι διατάξεις του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 51 αυτού, διέπουν τις δράσεις των κρατών μελών μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης (βλ. και ΣτΕ Ολομ. 1286/2012) και δεν αφορούν, συνεπώς, τη λήψη από το κράτος μέλος μέτρων αμιγώς εσωτερικής πολιτικής. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος ότι η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί ως αντίθετη στο άρθρο 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο οποίος από προφανή παραδρομή σε ορισμένα σημεία του δικογράφου μνημονεύεται ως «Ευρωπαϊκός Χάρτης Κοινωνικών Δικαιωμάτων») και στο προσαρτηθέν στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ε.Ε. «Πρωτόκολλο 29 σχετικά με το σύστημα δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στα κράτη μέλη», τα οποία, κατά τους αιτούντες, εγγυώνται την ύπαρξη και λειτουργία της ΕΡΤ Α.Ε. ως παρόχου δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα της ραδιοτηλεόρασης. 28. Επειδή, προβάλλεται ακόμη ότι η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί λόγω αντίθεσής της προς το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, το οποίο, κατά τους αιτούντες, προστατεύει την ύπαρξη και λειτουργία της ΕΡΤ Α.Ε. ως παρόχου δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα της ραδιοτηλεόρασης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τις διατάξεις του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ δεν απορρέει για τα συμβαλλόμενα κράτη υποχρέωση να θεσπίζουν δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα, εφόσον υπάρχουν άλλα μέσα για τη διασφάλιση της ποιότητας και της ισορροπίας των προγραμμάτων (απόφαση Manole κατά Μολδαβίας της 17 Σεπτεμβρίου 2009 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων). Επομένως, εφόσον στην Ελλάδα υπάρχουν άλλα μέσα ενημέρωσης για τη διασφάλιση της ποιότητας και της ισορροπίας των προγραμμάτων, με τη λειτουργία μεγάλου αριθμού ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής («Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης»), η κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών της, με σκοπό μάλιστα να ιδρυθεί νέος φορέας δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, δεν παραβιάζει το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 

..............................................................

 32. Επειδή, με την Οδηγία 75/129/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17.2.1975 (ΕΕ L 048/22.2.1975, σελ. 29-30) σκοπήθηκε η προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις ομαδικές απολύσεις. Η εν λόγω Οδηγία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 94 ΕΚ) και σκοπός της είναι η βελτίωση της προστασίας των εργαζομένων και της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Η Οδηγία αυτή τροποποιήθηκε με την Οδηγία 92/56/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24.6.1992 (ΕΕ L 245/26.8.1992, σελ. 3-5) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με την Οδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 20.7.1998 (ΕΕ L 225/12.8.1998, σελ. 16), με την οποία κωδικοποιήθηκαν οι προγενέστερες ως άνω Οδηγίες. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 στοιχείο β της Οδηγίας, αυτή δεν εφαρμόζεται «επί των εργαζομένων στη δημόσια διοίκηση ή στους οργανισμούς δημοσίου δικαίου ή, στα κράτη μέλη που δεν γνωρίζουν την έννοια αυτή, επί των εργαζομένων σε αντίστοιχους οργανισμούς». Το ελληνικό δίκαιο εναρμονίσθηκε με τις ανωτέρω Οδηγίες με το ν. 1387/1983 «Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 110), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Ειδικότερα με τις διατάξεις του ν. αυτού ορίζονται τα εξής: «1. Ομαδικές απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζόμενους, για λόγους που δεν αφορούν το πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τα όρια της επόμενης παραγράφου. 2. Τα όρια, πέρα από τα οποία οι απολύσεις θεωρούνται ομαδικές, καθορίζονται από τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του μήνα και είναι τα εξής: ... 3. Για τον υπολογισμό του αριθμού των απολύσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, όλοι οι τρόποι λήξης της σύμβασης εργασίας που γίνονται με πρωτοβουλία του εργοδότη για έναν ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο των εργαζομένων, εξομοιώνονται με τις απολύσεις, υπό τον όρο ότι οι απολύσεις είναι τουλάχιστον πέντε» (άρθρο 1, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010, ΦΕΚ Α 115) και με το άρθρο 21 του ν. 3488/2006, ΦΕΚ Α 191). Σύμφωνα με το άρθρο 2 « «Πεδίο εφαρμογής» 1. Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στο προσωπικό που απασχολείται με σχέση εργασίας σε όλες τις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού τομέα καθώς και του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, που ασκούνται σύμφωνα με τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας … 2. Οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν εφαρμόζονται: α) στους εργαζόμενους με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σύμβαση εργασίας που συνδέεται με την εκτέλεση ορισμένου έργου ή συγκεκριμένων εργασιών αυτού, εκτός αν οι απολύσεις γίνουν πριν από τη λήξη της σύμβασης εργασίας ή την αποπεράτωση του έργου ή συγκεκριμένων εργασιών αυτού, β) στο προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, που απασχολείται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου … δ) στα πληρώματα των πλοίων. 3. Για τους εργαζομένους που απολύονται από εργοληπτικές επιχειρήσεις λόγω διακοπής ή αναστολής των εργασιών από αιτίες που οφείλονται αποδεδειγμένα στον κύριο του έργου, όταν αυτός είναι το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. εφαρμόζονται οι διαδικασίες που ορίζονται από τα άρθρ. 3, 4 και 5 παρ.1 και 2 του παρόντος νόμου» (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 6 του ν. 2736/1999 ΦΕΚ Α 172 και το άρθρο 38 παρ. 1 και 2 του ν. 1568/1985 ΦΕΚ Α 177). Με τα άρθρα 3 και 5 θεσπίζεται υποχρέωση του εργοδότη για πληροφόρηση και διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και καθορίζεται η σχετική διαδικασία, ενώ με το άρθρο 6 ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Ομαδικές απολύσεις που γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι άκυρες. 2. Στις ομαδικές απολύσεις εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις, οι σχετικές με την έγκυρη λύση της εργασιακής σχέσης και την καταβλητέα αποζημίωση». 33. Επειδή, από τις διατάξεις του νόμου 1387/1983 δεν προκύπτει ότι ο έλληνας νομοθέτης επεδίωξε να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 75/129/ΕΟΚ και σε εργαζομένους που απασχολούνται σε οργανισμούς δημοσίου δικαίου που ασκούν δημόσια εξουσία. Επομένως, κατά την έννοια του ν. 1387/1983 αλλά και της Οδηγίας 98/59/ΕΚ, οι διατάξεις περί ελέγχου των ομαδικών απολύσεων δεν εφαρμόζονται στο προσωπικό που απασχολείται σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, που ασκούν δημόσια εξουσία εξυπηρετώντας δημόσιο σκοπό (πρβλ. Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2012, C-583/10, United States of America κατά Christine Nolan, σκέψη 41, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, C-108/10, Scattolon, σκέψη 44). 34. Επειδή, η ΕΡΤ Α.Ε. ναι μεν ήταν νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που λειτουργούσε με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, αποτελούσε, όμως, δημόσια επιχείρηση με σκοπό την υπό του κράτους παροχή δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας, ανήκε στο δημόσιο τομέα, ελεγχόταν και εποπτευόταν από το Κράτος, είχε διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και τελούσε υπό κοινωνικό έλεγχο (άρθρο 1 ν. 1730/1987). Το μετοχικό της κεφάλαιο ανήκε αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο όνομα του οποίου εκδόθηκε ένας ονομαστικός αναπαλλοτρίωτος τίτλος (μετοχή). Τα ένδεκα από τα δέκα τρία μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου ορίζονταν από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού. Η γενική συνέλευση των μετόχων της απαρτιζόταν από έναν εκπρόσωπο του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού και έναν εκπρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονταν μεν οι διατάξεις του ν. 2190/1920 (ΦΕΚ Α 37) στο μέτρο, όμως, που δεν αντέβαιναν στις διατάξεις του ν. 1730/1987 (άρθρο 13 ν. 1730/1987). Σκοπός της ήταν η οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της κρατικής ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης, καθώς και συμβολή της, με τα μέσα αυτά στην ενημέρωση, στην μόρφωση και στην ψυχαγωγία του ελληνικού λαού, χωρίς, μάλιστα, την επιδίωξη απόκτησης κέρδους (άρθρο 2 ν. 1730/1987). Οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές της όφειλαν να αποβλέπουν στην εκπλήρωση των στόχων της δημόσιας υπηρεσίας, να εξυπηρετούν τις δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας και να αποτελούν παράγοντα της διασφάλισης της πολυφωνίας. Στην ΕΡΤ Α.Ε. είχε επιβληθεί η υποχρέωση κάλυψης του συνόλου του πληθυσμού της χώρας, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τον κατάλληλο τεχνικό εξοπλισμό. Τα ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα της έπρεπε να απευθύνονται σε όλα τα τμήματα του πληθυσμού, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες ειδικών κοινωνικών κατηγοριών, χωρίς να επηρεάζονται από το βαθμό θεαματικότητας και ακροαματικότητας των εκπομπών που προορίζονται γι’ αυτές (άρθρο 14 ν. 1730/1987). Στην ΕΡΤ Α.Ε. είχε εκχωρηθεί από το Κράτος το αποκλειστικό προνόμιο για την πραγματοποίηση ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών εθνικής εμβελείας (άρθρο 2 ν. 1730/1987). Πόροι της ΕΡΤ Α.Ε. ήταν, μεταξύ άλλων, έσοδα από ανταποδοτικό τέλος (εισφορά) και έκτακτη επιχορήγηση από τον κρατικό προϋπολογισμό. Οι διατάξεις για την παραγραφή αξιώσεων, για τόκους, προσωποκράτηση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που ίσχυαν υπέρ του Δημοσίου, εφαρμόζονταν και υπέρ της ΕΡΤ Α.Ε. και των εταιρειών που ιδρύονταν με αποκλειστικά κεφάλαιά της. Οι απαιτήσεις της εισπράττονταν σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα για την Είσπραξη Δημοσίων Εσόδων. Είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί, χωρίς αντάλλαγμα, χώρους του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ., των Ο.Τ.Α. και των οργανισμών του δημοσίου τομέα, να επιλέγει τα σημεία εγκατάστασης αναμεταδοτών ή πομπών της σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ επιτρεπόταν η απαλλοτρίωση ακινήτων υπέρ της ΕΡΤ Α.Ε. για λόγους δημόσιας ωφέλειας, για τη δημιουργία εγκαταστάσεων και την ανέγερση κτιρίων. Οι κάτοικοι αγροτικών ή αστικών ακινήτων υποχρεούνταν να ανέχονται, χωρίς αποζημίωση, κάθε εργασία ή εγκατάσταση, για την τηλεοπτική και ραδιοφωνική κάλυψη μιας περιοχής, πάνω ή κάτω από τα κτήματά τους ή επάνω σε αυτά (άρθρο 14 ν. 1730/1987). 35. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, η ΕΡΤ Α.Ε. δεν συνιστούσε επιχείρηση ή εκμετάλλευση που ασκούσε συνήθη οικονομική δραστηριότητα, λειτουργούσα σύμφωνα με τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας. Αντιθέτως, με βάση τους δημόσιους σκοπούς που επεδίωκε, το εύρος του ελέγχου που ασκείτο σε αυτήν από το Δημόσιο, τον τρόπο χρηματοδότησής της και τα προνόμια δημόσιας εξουσίας που της είχαν απονεμηθεί, είχε χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε οργανισμό δημοσίου δικαίου. Επομένως, η ΕΡΤ Α.Ε. εξαιρείτο από την εφαρμογή τόσο της Οδηγίας για τις ομαδικές απολύσεις, όσο και του ν. 1387/1983. Συνεπώς, τα προβαλλόμενα με το δικόγραφο προσθέτων λόγων, ότι με την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης παραβιάζονται οι κανόνες για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου