Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2024

Ανήλικος θύμα και δράστης: Η «συστημική διασταύρωση» για τους ανηλίκους μέσα από τη μελέτη μιας ατομικής περίπτωσης (Case Study) [ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Ν. ΖΑΓΟΥΡΑ / ΜΑΡΙΑ Π. ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗ]

 


Ανήλικος θύμα και δράστης:

Η «συστημική διασταύρωση» για τους ανηλίκους μέσα από τη μελέτη μιας ατομικής περίπτωσης (Case Study)

[Παρασκευη Ν. Ζαγουρα* / Μαρια Π. Κρανιδιωτη]

 

Εισαγωγή: Κακομεταχείριση ανηλίκων και παραβατικότητα

Ο «φαύλος κύκλος της βίας», στην περίπτωση ενήλικων εγκληματιών που έχουν υπάρξει θύματα κακομεταχείρισης – δηλ. κακοποίησης ή (και) παραμέλησης – κατά την παιδική τους ηλικία, έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών[1] και οι συνέπειες άλλωστε, της κακομεταχείρισης των παιδιών εκτείνονται και πέραν της εφηβικής ηλικίας. Στην εγκληματολογική, μεταξύ άλλων, γραμματεία έχει δοθεί ειδικότερη έμφαση στο φαινόμενο της συνύπαρξης των δύο καταστάσεων, της κακοποίησης – παραμέλησης και της παραβατικότητας, ενόσω το άτομο, θύμα και δράστης, διανύει την παιδική του ηλικία. Τα κακοποιημένα παιδιά εμφανίζουν πληθώρα προβλημάτων και κατά την αναπτυξιακή φάση της εφηβείας τους, όπως η χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών, η αποτυχία στο σχολείο, οι συναισθηματικές εντάσεις και η επιβαρυμένη υγεία, σε αυτά δε τα προβλήματα συγκαταλέγεται και η παραβατικότητα[2]. Από άλλη σκοπιά, τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν επίσης, ότι τα παιδιά που περιέρχονται στην ευθύνη του κράτους, στο πλαίσιο μιας δικαστικής διαδικασίας, λόγω κακοποίησης ή (και) παραμέλησης (dependency status), βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο συγκριτικά με το μέσο παιδί, όσον αφορά τη σχολική τους εξέλιξη, την κοινωνικοποίηση, την ψυχική τους υγεία και τη χρήση ουσιών[3], αλλά και την είσοδό τους στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης[4].

 

Ωστόσο, μολονότι οι περισσότερες μελέτες αναδεικνύουν εν γένει μια θετική συσχέτιση ανάμεσα στην κακομεταχείριση και το έγκλημα, πολλά ερωτήματα γύρω από τη συσχέτιση αυτή παραμένουν αναπάντητα. Για παράδειγμα, λίγες μελέτες επικεντρώνονται στα βιώματα των παιδιών μέσα στο ίδιο το σύστημα παιδικής προστασίας[5], και ειδικότερα, στην «εκτός οικίας φροντίδα», εφόσον εμπλακούν με αυτό, ή στο ερώτημα κατά πόσον τα βιώματα αυτά ασκούν μεγαλύτερη ή μικρότερη επίδραση στη μεταγενέστερη συμπεριφορά τους, από ό, τι η κακομεταχείρισή τους μέσα στην οικογένεια[6]. Ένα άλλο, γενικότερο ερώτημα ανακύπτει από το γεγονός ότι οι έρευνες επικεντρώνονται, συνήθως, σε αδρές συσχετίσεις της παραβατικότητας με διάφορους παράγοντες που ενδέχεται να την προκαλούν, χωρίς να επιχειρούν να περιγράψουν την ακριβή σχέση της παραβατικότητας με την κακοποίηση ή την παραμέληση του ατόμου. Η σχέση αυτή δεν είναι δυνατόν να αναδειχθεί με πληρότητα μέσα από μια ποσοτική προσέγγιση της (ενδεχόμενης) διασύνδεσης των δύο φαινομένων, όπως συχνά γίνεται στην εγκληματολογική έρευνα[7]. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, αναζητήσαμε μεθόδους και εργαλεία της ποιοτικής κατεύθυνσης, που θα μας επιτρέψουν να διερευνήσουμε και να περιγράψουμε αυτή τη διασύνδεση (υπό 3). Στη συνέχεια, επιλέξαμε ένα πεδίο για την έρευνά μας, το οποίο να προσφέρεται για την ανάδειξη της σχέσης της κακοποίησης – παραμέλησης με την παραβατικότητα, στη μεγαλύτερη δυνατή έκταση και βάθος, και με τη μέγιστη δυνατή λεπτομέρεια και ακρίβεια[8]. Το πεδίο αυτό είναι εκείνο της πολιτειακής αντίδρασης[9] απέναντι στα δύο φαινόμενα. Η εγκληματολογική γραμματεία μάλιστα αναφέρεται συχνά σε μια κατηγορία ανηλίκων των οποίων τόσο η κακοποίηση – παραμέληση όσο και η παραβατικότητα δεν ανήκουν στο σκοτεινό αριθμό των περιπτώσεων αυτών. Παρακάτω αναπτύσσουμε την προβληματική γύρω από αυτή την κατηγορία.

 

Οι νέοι «μεικτού ρεπερτορίου» και η «διασταύρωση» των συστημάτων παιδικής προστασίας και ποινικής δικαιοσύνης

Στη σύγχρονη γραμματεία των Κοινωνικών Επιστημών[10], με τον όρο «νέοι μεικτού ρεπερτορίου» (crossover youth) εννοούνται οι νέοι που έχουν  βιώσει κακοποίηση ή (και) παραμέληση και έχουν εμπλακεί με την παραβατικότητα. Στην ευρεία του θεώρηση ο ορισμός[11] αναφέρεται σε οποιονδήποτε νέο με τέτοιες εμπειρίες, ανεξαρτήτως του εάν η κακοποίηση – παραμέλησή του και η παραβατικότητά του έχουν εντοπισθεί αντιστοίχως, από το σύστημα παιδικής προστασίας ή από το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης ανηλίκων αντίστοιχα. Ο όρος μπορεί να περιλαμβάνει και άτομα που έχουν κακοποιηθεί -παραμεληθεί κατά την ανηλικότητα και έχουν εμπλακεί με την εγκληματικότητα ως νεαροί ενήλικες–  ενδεχομένως δε, αλλά όχι απαραίτητα, να έχουν εμπλακεί και με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης για ενήλικες. Σε κάθε περίπτωση, γίνεται δεκτό ότι για τον πληθυσμό των νέων «μεικτού ρεπερτορίου» απαιτείται ένα ισχυρότερο πλέγμα υπηρεσιών και υποστήριξης από ό,τι για τους άλλους νέους που απαντούν σε ένα από τα παραπάνω κριτήρια, είτε της κακοποίησης-παραμέλησης είτε της παραβατικότητας, τους οποίους, αντιστοίχως, διαχειρίζονται ξεχωριστά τα δύο συστήματα.

 

Υποκατηγορία[12] της ομάδας των νέων «μεικτού ρεπερτορίου» είναι οι «νέοι διττής εμπλοκής» (dually – involved youth), εκείνοι δηλαδή που σε κάποιο βαθμό είναι ταυτόχρονα εμπλεγμένοι τόσο με το σύστημα παιδικής προστασίας όσο και με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης ανηλίκων. Η εμπλοκή τους μπορεί να έχει άτυπο (ειδικο)προληπτικό χαρακτήρα (π.χ. αυτόβουλη προσέλευση στο σύστημα παιδικής προστασίας ή/και άτυπη κατά παρέκκλιση διαδικασία στην ποινική δικαιοσύνη ανηλίκων), τυπικό (π.χ. να υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις περί κακοποίησης-παραμέλησης ή/και παραπομπή σε δικαστήριο ανηλίκων) ή να αποτελεί συνδυασμό των δύο. Σ’ αυτούς συγκαταλέγονται και οι «νέοι διττής ταυτότητας» (dually–identified youth), εκείνοι δηλαδή που έχουν μια τρέχουσα εμπλοκή με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης των ανηλίκων και που είχαν κατά το παρελθόν (και όχι στο παρόν) εμπλοκή και με το σύστημα παιδικής προστασίας[13]. Ομοίως, στον ορισμό των «νέων διττής εμπλοκής» μπορεί να περιλαμβάνονται και άτομα που έχουν εμπλακεί με το σύστημα παιδικής προστασίας ανηλίκων ως κακοποιημένοι ή (και) παραμελημένοι ανήλικοι και έχουν, στη συνέχεια, εμπλακεί με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης για ενήλικες, ως νεαροί ενήλικες.

 

Περαιτέρω υποκατηγορία[14] της πληθυσμιακής ομάδας των «νέων διττής εμπλοκής» είναι οι «νέοι διττής εκδίκασης» (dually – adjudicated youth), εκείνοι δηλ. που έχουν εμπλακεί, με τυπικό τρόπο και δη δικαστικά, και με τα δύο συστήματα και υπόκεινται στην επίσημη φροντίδα και τον έλεγχό τους. Όπως και παραπάνω, στον ορισμό μπορεί να περιλαμβάνονται και άτομα που έχουν εμπλακεί μέσω μιας δικαστικής διαδικασίας με το σύστημα παιδικής προστασίας ως κακοποιημένοι ή (και) παραμελημένοι ανήλικοι, και έχουν, στη συνέχεια, εμπλακεί και με το δικαστικό μέρος της ποινικής δικαιοσύνης για τους ενήλικες, ως νεαροί ενήλικες.

 

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024

ΕφΠειρ 11/24 : ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΜΙΣΘΩΣΗ - ΔΙΑΚΟΠΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ - ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΜΙΣΘΩΤΗ - ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ - ΛΥΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ. ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ - ΑΝΑΚΟΠΗ - ΑΚΥΡΩΣΗ.

 


Διαφορά από σύμβαση εμπορικής μίσθωσης στο πλαίσιο της οποίας η μισθώτρια χρησιμοποίησε το μίσθιο για τη στέγαση της επιχείρησης εστίασης (εστιατορίου), την τήρηση των όρων της σύμβασης εγγυήθηκαν η δεύτερη και ο τρίτος των ανακοπτόντων - Έκδοση από τους συνεκμισθωτές διαταγής πληρωμής για απαιτήσεις από μισθώματα - Άσκηση ανακοπής. Προκύπτει ότι οι αντίδικοι είχαν έλθει σε διαπραγμάτευση για το ζήτημα του συμψηφισμού των ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων με την καταβληθείσα, κατά την έναρξη της μίσθωσης, εγγυοδοσία και στο πλαίσιο της συναινετικής διευθέτησης των μεταξύ τους εκκρεμοτήτων, η μισθώτρια διέκοψε τη λειτουργία της επιχείρησής της και αποχώρησε από το μίσθιο, παραδίδοντας τα κλειδιά του καταστήματος. Το ίδιο γεγονός της διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης της μισθώτριας υποδηλώνει ότι δεν υπήρχε έκτοτε ανάγκη παραμονής της στο μίσθιο, αφού αυτή ως μόνη συνέπεια θα είχε την επιβάρυνσή της με την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στους συνεκμισθωτές. Συνάγεται λοιπόν, η ανυπαρξία υποχρέωσης της μισθώτριας για την καταβολή των μισθωμάτων για την πληρωμή των οποίων εκδόθηκε η ένδικη διαταγή. Ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Απορρίπτει την έφεση.


MΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 3ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 11/2024

 

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Αναστάσιο Αναστασίου, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Τ.Λ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

..................

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

...

ΙΙ. Με την ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους οι τότε ανακόπτοντες και ήδη εφεσίβλητοι ζήτησαν την ακύρωση της υπ’ αριθμ. ……/21.2.2022 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν νομιμοτόκως στους τότε καθ’ ων η ανακοπή και ήδη εκκαλούντες αντιδίκους τους το χρηματικό ποσόν των δεκατριών χιλιάδων εκατόν τριάντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (13.137,50 €) για μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου 2015 έως και Μαρτίου 2016, οφειλόμενα από τη μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής μισθώσεως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά παραδοχή ως βάσιμου λόγου της ανακοπής κατά τον οποίον η απαίτηση για την ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη, εξοφλήθηκε κατά τη λύση της μίσθωσης που επήλθε, πριν τη συμβατική λήξη της, με άτυπη συμφωνία των μερών και η εξόφληση έγινε με συμψηφισμό των οφειλομένων μισθωμάτων, αφενός, με την καταβληθείσα κατά την έναρξη της μίσθωσης εγγυοδοσία και, αφετέρου, με την αξία κινητών πραγμάτων, που είχαν εισφερθεί στο μίσθιο και παρέμειναν σ’ αυτό μολονότι η απομάκρυνσή τους ήταν εφικτή, δέχθηκε την ανακοπή και με την εκκαλούμενη απόφασή του ακύρωσε την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής και την συμπροσβληθείσα επιταγή προς εκτέλεση που είχε συνταχθεί κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφό της. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται τώρα οι εκκαλούντες και για τους αναφερόμενους στην ένδικη έφεσή τους λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούν την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η ανακοπή.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 533 § 1 και 534 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως και των λόγων της ερευνά την ουσιαστική βασιμότητα αυτών και, αν πλήττεται η εκκαλουμένη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της πρωτοβάθμιας απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που προσκομίζεται ενώπιόν του στο σύνολό του, δηλαδή τόσον τα, παραδεκτά και νόμιμα, αποδεικτικά μέσα που είχαν με επίκληση προσκομισθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσον και εκείνα που υπό τους όρους του άρθρου 529 ΚΠολΔ παραδεκτώς προσκομίζονται για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη (ΑΠ 1855/2006, ΔιΜΕΕ 2007/283 = ΔΕΕ 2007/1347, ΑΠ 1440/2005, Δνη 2006/155, ΜονΕφΠειρ. 533/2014, πρώτη δημοσίευση σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών [ΤΝΠ] ΝΟΜΟΣ, Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία, ΙΙΙ, 2007, § 115, αρ. 2, σελ. 273). Επομένως, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, ειδικότερος λόγος αυτής περί εσφαλμένης λήψεως ή μη λήψεως υπόψη εκ μέρους του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή προσδόσεως από αυτό αυξημένης ή ελαττωμένης έναντι της προβλεπόμενης στο νόμο αποδεικτικής δύναμης σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και του οποίου γίνεται επανεπίκληση και επαναπροσκομιδή, αποβαίνει άνευ αντικειμένου και απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού σε κάθε περίπτωση το εφετείο έχει και χωρίς ειδικό παράπονο την υποχρέωση καθολικής επανεκτιμήσεως των αποδείξεων, της οποίας η παραβίαση κατά την κατάστρωση της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού του συλλογισμού ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως της δικής του αποφάσεως (ΟλΑΠ 42/2002, ΕΕΔ 2003/425 = Δνη 2003/375).

Κατ’ ακολουθίαν, ο πρώτος από τους λόγους της ένδικης έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες, πέραν των αιτιάσεων που επί της ουσίας με τους λοιπούς προβάλλουν, μέμφονται την εκκαλουμένη, επειδή αξιολόγησε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα τις με αριθμούς …../2018 και …../2018 δύο [2] ένορκες βεβαιώσεις, στις οποίες θα γίνει αναφορά και πιο κάτω, μολονότι αυτές είχαν ληφθεί στο πλαίσιο άλλης δίκης και, επομένως, μπορούσαν να αποτελέσουν βάση συναγωγής δικαστικών τεκμηρίων και μόνον, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, τούτο δε ανεξαρτήτως, πρώτον, του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι ελήφθησαν υπόψη οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις, όπως και το σύνολο των εγγράφων που προσκομίστηκαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και, δεύτερον, του ότι το αποδιδόμενο στην εκκαλουμένη σφάλμα, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι πράγματι εμφιλοχώρησε, δεν αρκεί για την ευδοκίμηση της εφέσεως και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, καθόσον το αποδεικτικό της πόρισμα δύναται να κριθεί, παρά ταύτα, ορθό, με αποτέλεσμα το απαράδεκτο του ερευνώμενου λόγου να απορρέει και από την αλυσιτέλεια της προβολής του.

Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2024

ΑΠ 1846/2023 : "Αναιρετικοί λόγοι κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων - Αποδεικτικά μέσα - Ένορκες βεβαιώσεις"

 


Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη. Στους περιοριστικά απαριθμούμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων δεν περιλαμβάνεται αναιρετικός λόγος αντίστοιχος με εκείνον του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ περί αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Απαράδεκτος αναιρετικός λόγος.


Αριθμός 1846/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ., κατοίκου Πατρών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΓΗ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ., κατοίκου Πατρών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΓΧ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 233/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η υπό κρίση, από 13.5.2021, αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Πατρών την 13-5-2021 (ΚΠολΔ 495 παρ.1), στρέφεται κατά της 233/2020 απόφασης του εν λόγω Ειρηνοδικείου, η οποία δημοσιεύθηκε την 23-10-2020 και επικυρωμένο αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 12-4-2021 (βλ. βεβαίωση επί του σώματός της, της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών με έδρα το Πρωτοδικείο Πατρών ...). Η αίτηση ασκείται από ηττηθέντα διάδικο και στρέφεται κατά απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη, λόγω παρέλευσης άπρακτης της τριακονθήμερης προθεσμίας άσκησης έφεσης (ΚΠολΔ 518 παρ.1). Η κατάθεση της αίτησης αναίρεσης έγινε την 13-5-2021, δηλαδή μετά από την εκπνοή της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (12-4-2021) για την άσκηση αναίρεσης (ΚΠολΔ 564 παρ.1). Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 564, 577 παρ. 3).

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ', του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019). Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με το ν. 4335/2015 αρχικά και το ν. 4842/2021 στην συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, «κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίου όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Εξ' αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 11 που ιδρύεται «αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν» (ΑΠ 1032/2019).

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2024

ΕφΑθ 3590/2023: "Ασφαλιστήριο ζωής - Πρόσθετη κάλυψη απαλλαγής από την πληρωμή ασφαλίστρων σε περίπτωση Διαρκούς Ολικής Ανικανότητας ή Σοβαρής Ασθένειας"

 



Η παροχή της απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων, ήτοι η σε είδος παροχή της ασφάλισης άνευ καταβολής ασφαλίστρων, έπρεπε να παρασχεθεί άμεσα μεν, αφού η ΔΟΑ ήταν απότοκος «σοβαρών ασθενειών», πλην όμως όχι απεριορίστως, ήτοι ισοβίως και άνευ ετέρου τινός, διότι η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση, κατά το εν προκειμένω κρίσιμο μέρος της, διαμορφώθηκε ως ασφάλιση ζημίας, με συγκεκριμένη ασφαλιστική κάλυψη, ώστε, προς καταβολή του εξεταζόμενου ασφαλίσματος, να πρέπει να εξακολουθεί η ασφαλιστική περίπτωση, ήτοι η ΔΟΑ. Από τους όρους του Παραρτήματος Β΄, ερμηνευόμενους υπό το πρίσμα των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με αναζήτηση δηλαδή της αληθινής βούλησης των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, σαφώς συνάγεται ότι α) η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να απαλλάσσει τον εκκαλούνται ασφαλισμένο της από τη συμβατική υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων σε περίπτωση εκδηλώσεις οποιασδήποτε σοβαρής ασθένειας από τις οριζόμενες στον κατάλογο του άρθρου 1 υπ' αριθ. ΙΙ του ως άνω Παραρτήματος και β) σε περίπτωση ιάσεως της ως άνω σοβαρής ασθενείας, γεγονός το οποίο ο ασφαλισμένος υποχρεούται να γνωστοποιήσει στην ασφαλιστική, ενεργοποιείται εκ νέου η υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, από την οποία το ένα συμβαλλόμενο μέρος και εν προκειμένου η εφεσίβλητη η ασφαλιστική εταιρία βαρύνεται σε κάθε περίπτωση, δηλαδή, ακόμη και στην περίπτωση ιάσεως της σοβαρής ασθενείας με την εκπλήρωση της παροχής της, ήτοι την παροχή ασφαλιστικής καλύψεως και το έτερο μέρος απαλλάσσεται στο διηνεκές από την υποχρέωση εκπληρώσεως της αντιπαροχής του, ήταν την καταβολή του προβλεπομένου ασφαλίστρου, δικαιούμενο σε λήψη όλων των οφειλομένων συμβατικών παροχών του αντισυμβαλλομένου μέρους, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθώς αντίκειται στο σκοπό της ερμηνευόμενης συμβάσεως, που συναρτά την καταβολή της παροχής της εκκαλούσας ασφαλισμένης σε αμφότερες τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές περιπτώσεις δηλαδή τόσο επέλευσης της ανικανότητας όσο και της ασθένειας, με τον διαρκή χαρακτήρα των καταστάσεων αυτών, εξαιτίας των οποίων οι ασφαλισμένος περιέρχεται σε μόνιμη αδυναμία να ασκήσει απρόσκοπτα τη δραστηριότητά του που θα του αποφέρει τα απαραίτητα εισοδήματα για να καλύψει τις βιοτικές ανάγκες του, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσής του για πληρωμή των ασφαλίστρων. Εξάλλου η υποβολή του ασφαλισμένου σε τακτικούς κλινικοεργαστηριακούς ελέγχους πραγματοποιείται βάσει τους ισχύοντος διεθνώς πρωτοκόλλου και για λόγους έγκαιρης ανίχνευσης μεταστάσεων ή υποτροπών, αφού οι πιθανότητες αυτές είναι αυξημένες σε όσους έχουν διαγνωστεί ότι πάσχουν από καρκίνο.

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

15° ΤΜΗΜΑ

Αριθμός απόφασης 3590/2023

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά της ήδη εφεσιβλήτου, από 14-04-2020 (αριθμ. εκθ. κατ. ./25-05-2020). αγωγή του και για τους λόγους που περιέχονται σε αυτή ζήτησε τα αναφερόμενα στο αιτητικό της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 1748/2021 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου που απέρριψε αυτή. Κατά της απόφασης αυτής, ο εκκαλών άσκησε την από 08-09-2021 (αριθμ. εκθ. κατ. στο εκδόν δικαστήριο ./10-09-2021), έφεσή του απευθυνόμενη προς το Δικαστήριο τούτο και για τους λόγους που περιέχονται σε αυτή ζήτησε τα αναφερόμενα στο αιτητικό της.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 08-09-2021 (αριθμ. εκθ. κατ. ./10-09- 2021) έφεσή του, ηττηθέντος πρωτοδίκως, ενάγοντος κατά της υπ' αριθμόν 1748/2021 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία αρμοδίως φερόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 επ., 511, επ., 513 επ. 518 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι: α) η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα στις 15-07-2021, όπως προκύπτει από την κατ’ άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ σημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών . επί του αντιγράφου της επιδοθείσας απόφασης, η δε έφεση ασκήθηκε δια της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 10-09-2021 (και έλαβε αριθμό ./2021), ήτοι εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 495 επ., 511 επ. παρ. 1,518 παρ. 1 και 147 παρ. 2 ΚΠολΔ και β) για το παραδεκτό της, ο εκκαλών, κατά την άσκηση της, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως της αρμοδίου γραμματέως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατέθεσε το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 Αγ ΚΠολΔ παράβολο ύψους 150 ευρώ (υπ’ αριθμ. … ε-παράβολο). Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, κατά την ίδια διαδικασία το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο ήδη εκκαλών, με την από 14-04-2020 (αριθ. εκθ. κατ. ./25-05-2020) αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ήδη εφεσίβλητης ισχυρίσθηκε ότι ενώ βάσει όρου της συναφθείσας μεταξύ αυτού, ως λήπτη και ασφαλιζόμενου και της εναγόμενης σύμβασης ασφάλισης ζωής, μετά την επέλευση της περιγραφόμενης στην αγωγή, συνιστάμενης σε ασθένεια ασφαλιστικής περίπτωσης, όφειλε αυτή να τον απαλλάξει εφεξής από την καταβολή ασφαλίστρων, η εναγόμενη αντισυμβατικά και αντίθετα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μετά την αρχική ενεργοποίηση του όρου, αιτήθηκε την εφεξής καταβολή ασφαλίστρων. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, κατά τη δέουσα εκτίμηση των αιτημάτων της αγωγής, να αναγνωρισθεί α) ότι η ασφαλιστική σύμβαση είναι ισχυρή, συμπεριλαμβανομένων και των περιεχομένων στα παραρτήματα όρων ως και η υποχρέωση της εναγομένης να απαλλάξει αυτόν από την 04-06-2021 και εφόρου ζωής του από την καταβολή ασφαλίστρων και β) η υποχρέωση της εναγόμενης στην καταβολή προς τον ενάγοντα του αχρεωστήτως καταβληθέντος από αυτόν ποσού των 1.912,32 ευρώ για ασφάλιστρα, καταδικαζόμενης αυτής ταυτοχρόνως στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη υπ’ αριθμόν 1748/2021 οριστική απόφαση ταυ Δικαστηρίου αυτού (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που απέρριψε την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση και τους λόγους που διαλαμβάνονται σε αυτή ο εκκαλών για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας την εξαφάνισή της ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 και 27 παρ.1 του Ν. 2496/1997 συνάγεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, που αποδεικνύεται με έγγραφο εκδιδόμενο από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφαλίσεως) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση). Λήπτης της ασφάλισης είναι το πρόσωπο που καταρτίζει την ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή. Ασφαλισμένος δε, είναι το πρόσωπο που σχετίζεται με την ασφάλιση, αφού αυτή δικό του κίνδυνο αφορά. Ειδικότερα, είναι το πρόσωπο του οποίου το συμφέρον απειλείται από τον κίνδυνο (στις ασφαλίσεις ζημιών) ή το πρόσωπο τη ζωή ή την υγεία του οποίου αφορά η ασφάλιση (στις ασφαλίσεις προσώπων). Κατά κανόνα οι ιδιότητες του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο (ΑΠ 427/2021, ΤρΝομΠλ Νόμος). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των αρ. 1 επ., 7, 27, 31 και 32 ν. 2496/1997, προκύπτει, ότι με τη σύμβαση της ασφάλισης, ο ασφαλιστής υποχρεούται αντί ασφαλίστρου να αποζημιώσει τις απώλειες ή ζημίες, οι οποίες ενδέχεται να συμβούν στον ασφαλιζόμενο από ορισμένα τυχαία ή ανώτερος βίας περιστατικά ή ασθένειες, οι οποίες δεν υπήρχαν ή υπήρχαν, αλλά ο ασφαλισμένος δικαιολογημένα αγνοούσε την ύπαρξή τους, κατά τη σύναψη της σύμβασης. Όπως, δε, προκύπτει από τη διάταξη του αρ. 7 παρ. 7 του ως άνω νόμου, η ασφαλιστική αποζημίωση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, όταν πραγματοποιηθεί ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ήτοι επέλθει η ζημία, προς κάλυψη της οποίας έχει συνομολογηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, οπότε ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Ειδικότερα, στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται, είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού), είτε στην αποκατάσταση συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας, που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου (ΑΠ 342/2022, ΤρΝομΠλ Νόμος). Ακόμα, με κριτήριο τη μορφή της ασφαλιστικής κάλυψης, η ασφάλιση διακρίνεται σε ασφάλιση ζημίας, όταν υπάρχει συγκεκριμένη ασφαλιστική κάλυψη, και σε ασφάλιση ποσού, όταν υπάρχει αφηρημένη ασφαλιστική κάλυψη. Ειδικότερα, στην ασφάλιση ζημίας, σκοπός είναι η αποκατάσταση της συγκεκριμένης εκείνης ζημίας, που προκλήθηκε από την πραγματοποίηση του ασφαλισμένου κινδύνου (άρθρα 1 και 11 §1 ν. 2496/1997), ήτοι η ασφαλιστική κάλυψη έχει συγκεκριμένη μορφή, ώστε το ασφάλισμα να συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας, που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, μέχρι του τυχόν σύμφωνη μενού ορίου της ευθύνης του ασφαλιστή, ήτοι μέχρι του ασφαλιστικού ποσού. Στην ασφάλιση ποσού) (-προσώπων), η ασφαλιστική κάλυψη έχει αφηρημένη μορφή, ώστε το ασφάλισμα, που προσδιορίζεται στην ασφαλιστική σύμβαση, να καταβάλλεται από τον ασφαλιστή στον δικαιούχο του ασφαλίσματος, σε περίπτωση πραγματοποίησης του κινδύνου, ανεξάρτητα από το αν η επέλευση του κινδύνου προκάλεσε ζημία- κυριότερη μορφή ασφάλισης ποσού είναι η ασφάλιση ζωής ιδίου ή τρίτου προσώπου κατά του κινδύνου θανάτου ή επιβίωσης (άρθρα 28-30 ν. 2496/1997). Η ασφάλιση ζημίας, με τη μορφή συγκεκριμένης ασφαλιστικής κάλυψης, καλύπτει -κατά κανόνα- περιουσιακούς κινδύνους και -κατ’ εξαίρεση- προσωπικούς κινδύνους, ενώ η ασφάλιση ποσού, με την αφηρημένη ασφαλιστική κάλυψη, καλύπτει μόνον προσωπικούς κινδύνους. Οι ασφαλίσεις προσωπικών κινδύνων, όταν αυτές αφορούν σε ατυχήματα αλλά και σε ασθένειες, αποτελούν συνδυασμό αφηρημένης και συγκεκριμένης ασφαλιστικής κάλυψης, για αυτό μπορούν δε να χαρακτηριστούν ως μικτές μορφές ασφάλισης (βλ. Χατζηνικολάου- Αγγελίδου Ράνια, Ιδιωτικό ασφαλιστικό δίκαιο, ε' έκδοση, αναθεωρημένη. 2017, σελ. 34-38). Εν προκειμένω, από τη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ήδη εφεσίβλητη (εναγόμενη) υπ' αριθμόν ./05-11-2020 ένορκη βεβαίωση του . ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία λήφθηκε επιμελεία αυτής (εναγόμενης) μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου της - ενάγοντας, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν .Β/02-11-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών . (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ) και από όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, καθώς και από τα έγγραφα που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι το πρώτον ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, χωρίς πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριάς αμέλειας (άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ) υποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: μεταξύ αφενός της εναγόμενης, ως ασφαλίστριας, αφετέρου του ενάγοντας ως λήπτη της ασφάλισης και ασφαλισμένου, συνήφθη σύμβαση ασφάλειας ζωής, σχετικώς εκδοθέντος του με αριθμό … ασφαλιστηρίου.

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2023

ΣτΕ 1591/2023 : "Προστασία της υγείας. Επαγγελματική ελευθερία. Συνταγματικότητα των διατάξεων που επιτρέπουν στους Φαρμακοποιούς να πραγματοποιούν εποχιακούς εμβολιασμούς και να χορηγούν αντιτετανικό ορό στα Φαρμακεία τους"

 


Αριθμός 1591/2023

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2020, με την εξής σύνθεση: Μαρία Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Βασιλική Κίντζιου, Χριστίνα Σιταρά, Σύμβουλοι, Χριστιάνα Μπολόφη, Ουρανία Νικολαράκου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ιωάννα Παπαχαραλάμπους, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 10 Οκτωβρίου 2019 αίτηση:

tων: 1. Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, που εδρεύει στην Αθήνα (Πλουτάρχου 3), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο ΕΚ, που τον διόρισε με πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του και 2. Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα (Σεβαστουπόλεως 113), ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο ΕΠ, που τη διόρισε με εξουσιοδότηση Προέδρου και πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Υγείας, ο οποίος παρέστη με τη ΒΠ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της,

και κατά του παρεμβαίνοντος Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου, που εδρεύει στην Αθήνα (Πειραιώς 134 και Αγαθημέρου), ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους: α. ΑΠ και β. ΗΔ, που τους διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες Σύλλογοι επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. Γ5α/Γ.Π. οικ. 49734/2019 απόφαση του Υπουργού Υγείας (ΦΕΚ Β΄ 2811) και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Βασιλικής Κίντζιου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια του αιτούντος συλλόγου που εμφανίσθηκε, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους πληρεξούσιους του παρεμβαίνοντος Συλλόγου, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι


Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε kατά τον Νόμο

.....

5. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 21 παρ. 3 ότι «Το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών...» και στο άρθρο 5 παρ. 5, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (Α΄ 84), ότι «Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας…». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με το άρθρο 21 παρ. 3 αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην υγεία ως κοινωνικό δικαίωμα και ιδρύεται ευθεία εκ του Συντάγματος υποχρέωση του κράτους για την προστασία της υγείας των πολιτών, προς πραγμάτωση της οποίας επιβάλλεται η λήψη θετικών μέτρων, ώστε να εξασφαλίζεται η παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου, ενόψει και της συνταγματικής κατοχύρωσης, με το άρθρο 5 παρ. 5, του ατομικού δικαιώματος των πολιτών στην προστασία της υγείας. Ειδικότερα, στα μέτρα αυτά εντάσσονται και τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη της διάδοσης και την καταπολέμηση μεταδοτικών ασθενειών οι οποίες συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, όπως είναι ο εποχικός (αντιγριπικός) εμβολιασμός, ώστε να διασφαλίζεται η δημόσια υγεία υπό την έννοια της πρόληψης νοσημάτων, της προφύλαξης από αυτά και της προαγωγής της υγείας των πολιτών, στους οποίους, εξάλλου, παρέχεται δικαίωμα να απαιτήσουν από το κράτος την πραγμάτωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του (Σ.τ.Ε. 201/2020 Ολ., 2137,2568/2019, 431/2018 Ολ., 1749/2016 Ολ., 3802/2014 Ολ., 1187/2009 Ολ., 400/1986 Ολ.). Περαιτέρω, σε εκπλήρωση της ανωτέρω συνταγματικής επιταγής, η άσκηση κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας που συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών υγείας επιτρέπεται μόνο σε όσα πρόσωπα έχουν τα προσόντα εκείνα τα οποία ο τυπικός ή κανονιστικός νομοθέτης έχει κρίνει αναγκαία, προκειμένου να διασφαλίζεται η παροχή στους πολίτες υψηλού επιπέδου υπηρεσιών για την προστασία της δημόσιας υγείας (Σ.τ.Ε. 2568/2019 7μ., 431/2018 Ολ., 1804/2017 Ολ., 1790/2016, 1634/2009, 2267/2005 7μ.). Εξάλλου, προς αποτελεσματική διαφύλαξη του έννομου αυτού αγαθού κατ’ εκτίμηση των εκάστοτε επικρατουσών συνθηκών, ο τυπικός ή κανονιστικός νομοθέτης δεν κωλύεται, παρεμβαίνοντας, στον αναγκαίο βαθμό, σε επαγγελματική ή άλλη δραστηριότητα, να τροποποιεί υφιστάμενες ρυθμίσεις ως προς το αντικείμενο ενασχόλησης, προκειμένου να καταστήσει δυνατή την άσκησή του από ευρύτερο κύκλο προσώπων που κρίνει ότι, σε συνδυασμό με την παράλληλη θέσπιση πρόσφορου συστήματος πρόσβασης, πληρούν τα αναγκαία επιστημονικά προσόντα για την ορθή και αποτελεσματική επιτέλεση της αποστολής τους, ώστε να διασφαλίζεται πλήρως το συνταγματικώς επιβαλλόμενο επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας. Κατά τον καθορισμό των σχετικών ρυθμίσεων, ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης ως προς την καταλληλότητα και αναγκαιότητά τους και, συνεπώς, ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο) περιορίζεται στην κρίση αν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είναι προδήλως απρόσφορη ή υπερβαίνει προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο (Σ.τ.Ε. 201/2020 Ολ., 1789/2019 7μ., 2461/2018 7μ., 4569/2015 7μ., 3962/2014 Ολ., 1210/2010 Ολ.).

6. Επειδή, περαιτέρω, το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει ότι «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό». Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Τίθεται δε ο κανόνας (εδάφιο πρώτο) ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική, επομένως, διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, αν περιλαμβάνει δηλαδή μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Η ευρύτητα της εξουσιοδότησης, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο, δεν επηρεάζει το κύρος της. Περαιτέρω, με τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του ίδιου άρθρου 43 προβλέπεται ότι, στην περίπτωση που παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση προς ρύθμιση ειδικών θεμάτων, στην περίπτωση δηλαδή του πρώτου εδαφίου της παρ. 2, φορέας της εξουσιοδότησης μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον όμως πρόκειται περί «ειδικότερων» θεμάτων ή θεμάτων «με τοπικό ενδιαφέρον» ή «με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό». Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, το νομοθετικό κείμενο να περιέχει όχι απλώς τον καθ’ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά, επιπλέον, και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο, σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα. Εξάλλου, για το συνταγματικό κύρος της νομοθετικής εξουσιοδότησης δεν απαιτείται οπωσδήποτε να διαγράφει η ίδια ή με παραπομπή σε άλλη διάταξη νόμου βασικές αρχές και κατευθύνσεις στο πλαίσιο των οποίων οφείλει να κινηθεί η Διοίκηση κατά την κανονιστική ρύθμιση των θεμάτων αυτών (Σ.τ.Ε. 283,1125,1529/2020, 509,1601/2019 7μ., 2307/2018 Ολ., 1804/2017 Ολ., 1749/2016 Ολ., 520/2015 Ολ., 2573/2015, 3404,3013/2014 Ολ., 2186/2013 Ολ., 2266/2013 7μ., 235/2012 Ολ., 1210/2010 Ολ., 2815/2004 Ολ., 2304/1995 Ολ.).