Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

"Απλά μαθήματα εγκληματολογίας", [του Γιάννη Πανούση, Καθηγητή Εγκληματολογίας]

«Το να σκοτώνεις έναν άνθρωπο
για να υπερασπιστείς μια ιδέα
δεν είναι η υπεράσπιση μιας ιδέας
αλλά ο φόνος ενός ανθρώπου». [Ζαν – Λυκ Γκοντάρ]

Το διεθνές παιχνίδι
1. Η διεθνοποίηση του εγκλήματος, λόγω της παγκοσμιοποίησης και των σύγχρονων τεχνολογιών, σχετίζεται ευθέως και με τη μετανάστευση και την περιθωριοποίηση μεγάλων τμημάτων του λαού. Αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες έχουν μπει μέσα στο φαύλο κύκλο του trafficking, των ναρκωτικών, των όπλων κλπ.
Το έγκλημα έχει γίνει μέρος της διακυβέρνησης της παγκοσμιοποίησης1 (ακόμα και ο βιασμός χρησιμοποιείται ως όπλο στις εμφύλιες ιδίως συρράξεις). Ο βαμπιρικός καπιταλισμός2, όπου οι άξονες του Κακού συμπεριλαμβάνουν και τους ηττημένους του κοινωνικού παιχνιδιού3, συνεχίζει να «τρώει ό,τι και όποιον περισσεύει/περιττεύει».
Οι σχέσεις ανεργίας, εγκληματικότητας και νεοφασιστικών κομμάτων ή «τρομοκρατικών μορφωμάτων»4 είναι στενές αλλά η άμεση αιτιώδης συσχέτιση της κοινής εγκληματικότητας με την εξουσία ή τον καπιταλισμό ή τη παγκοσμιοποίηση, αν δεν συνιστά αφελή προσέγγιση, σίγουρα συνιστά αναποτελεσματικό ιδεολόγημα που (θέλει να) αγνοεί βασικά ερευνητικά/επιστημονικά αλλά και εμπειρικοκοινωνικά δεδομένα.
Η μαρξιστική εγκληματολογική «θεολογία»5 υποχωρεί καθώς ήταν και αυτή ταυτόχρονα θετικιστική και ντετερμιστική και αφήνει τη θέση της σε μια πολυ- παραγοντική πραγματιστική προσέγγιση.

2. Προφανώς και έχουμε ποιοτικές αλλαγές. Από το έγκλημα ως ενδοοικογενειακή δυσλειτουργία6 και από τα ερωτικά εγκληματικά ζευγάρια7 σήμερα μας απασχολούν μαζικοί (άχρηστοι) φόνοι9, τελετουργικά ακατανόμαστα εγκλήματα, κρυφά μυστήρια, άγνωστοι δράστες, αναίτια βία.
Υπάρχουν φαινόμενα από τα παραπάνω που μπορούν να εξηγηθούν από την παγκοσμιοποίηση του εγκλήματος και την ελεύθερη διακίνηση των εγκληματιών στην Ευρώπη χωρίς σύνορα. Ορισμένα εξηγούνται από τους κοινωνικούς αποκλεισμούς που συνεπάγεται το νέο διεθνές οικονομικό σύστημα. Άλλα οφείλονται σε σύγκρουση πολιτισμών, χαρακτηριστικό των πολυπολιτισμικών κοινωνιών και τα περισσότερα χρεώνονται στη μαύρη αγορά που έχει αναπτυχθεί σε πολλές χώρες. Το παλιό κοινό έγκλημα δίνει σιγά – σιγά τη θέση του σε «ειδικές πράξεις βίας».

Tο πλαίσιο
1. Η πόλη και η αστική κοινότητα, οι ομόκεντροι κύκλοι10 μας επιτρέπουν να αποκωδικοποιήσουμε τόσο τις κοινωνικές αποστάσεις όσο και τις εγκληματικές συμπεριφορές.11
Οι «ιστοί της ζωής» φαίνεται να μην αντέχουν για πολύ την πολιτισμική ετερογένεια και την κοινωνική διαφοροποίηση12 χωρίς να εμφανίζονται ρωγμές κοινωνικής αποδιοργάνωσης.13 Η κοινωνική οικολογία δεν ερμηνεύει μόνο την αλληλεγγύη και την κοινωνική συνοχή. Στοιχειοθετεί ταυτόχρονα και τις παρεκκλίνουσες συμπεριφορές. Ο αδρανοποιημένος ή ανίσχυρος κοινωνικός έλεγχος (αυτο)ρύθμισης της πόλης14 και η ανάπτυξη περιοχών με διαφορετικούς ηθικούς κώδικες,15 φέρνει «νέες εικόνες» εγκλήματος.
Εικόνες ζοφερού μέλλοντος «προβάλλονται» π. χ. στο κέντρο της Αθήνας (Robocop, εγκληματίας με μάτια που πυροβολούν με την οργή τους πιο γρήγορα από το καλάσνικωφ που κρατούν, αδιάφοροι πολίτες να περνάνε λες και πρόκειται για γυρίσματα ταινίας, άνθρωποι… σκοτώνονται επειδή έτυχε να βρεθούν σε λάθος μέρος τη λάθος στιγμή, φοβισμένοι κάτοικοι νʼ αλλάζουν σπίτι για να μείνουν μακριά από τον πόλεμο συμμοριών στη γειτονιά τους κ.ο.κ).
«Η γλώσσα της βίας κυριαρχεί και η ανεξέλεγκτη παρανοϊκή βία χορεύει τανγκό στους δρόμους της Αθήνας.16
Ο τρόμος πάνω από την πόλη, οι περιφραγμένες – λόγω φόβου – κοινότητες (κλειστές περιοχές), οι νεόπτωχοι που υφίστανται την ενοχοποίηση τους από τους πλαϊνούς και την γκετοποίηση τους από το Κράτος17 αλλάζουν την κουλτούρα του φόβου (και της βίας).

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

"Η χρήση υπερσυνδέσμων στο διαδίκτυο. Νομικές προκλήσεις και νομολογιακή αντιμετώπιση" [του Γεωργίου Παπαδόπουλου, δικηγόρου]

Ι. Εισαγωγή στην προβληματική

Η νομιμότητα των υπερσυνδέσμων (hyper links) αποτελεί ένα από τα πλέον εριζόμενα  ζητήματα  του δικαίου του διαδικτύου. Τα βασικά ερωτήματα που τίθενται είναι τα εξής:
α) Οφείλει όποιος θέτει υπερσύνδεσμο να λαμβάνει προηγούμενη άδεια από τον δικαιούχο του περιεχομένου στο οποίο παραπέμπει, εφόσον  αυτό (το περιεχόμενο) είναι αντικείμενο προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικών δικαιωμάτων;
β) Έχει ευθύνη όποιος θέτει υπερσύνδεσμο προς ιστοσελίδα που αναρτά περιεχόμενο χωρίς άδεια του δικαιούχου, και επομένως κατά παράβαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ;

ΙΙ. Τα συγκρουόμενα έννομα αγαθά

Δεδομένης της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του διαδικτύου, που χαρακτηρίζεται προεχόντως από τη δυνατότητα διασύνδεσης των πληροφοριών μέσω υπερσυνδέσμων, τα προρρηθέντα νομικά ζητήματα βρίσκονται στη μεθόριο αφ’ ενός της ελευθερίας της έκφρασης και του δικαιώματος πληροφόρησης και αφ’ ετέρου του δικαιώματος προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας. Από δικαιοπολιτική άποψη το ζήτημα είναι σύνθετο διότι η πνευματική ιδιοκτησία αποτελεί κίνητρο παραγωγής πρωτότυπου περιεχομένου, που με τη σειρά του εμπλουτίζει τη διαθέσιμη γνώση και υποστασιοποιεί το δικαίωμα πληροφόρησης. Επομένως, δεν πρόκειται για παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, αλλά αντιθέτως μεταξύ των δύο υπάρχει σχέση αλληλεξάρτησης: η λυσιτελής προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας διευρύνει το δικαίωμα πληροφόρησης. Συγχρόνως, όμως, λελογισμένοι περιορισμοί της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι εξίσου αναγκαίοι προκειμένου να υπάρξει επαρκής διάχυση της γνώσης, μέσα από ανοικτά συστήματα, που θα επιτρέψουν ομοίως την προαγωγή της πνευματικής δημιουργίας. Η δίκαιη εξισορρόπηση των ανωτέρω αντίρροπων συμφερόντων και η πρακτική τους εναρμόνιση αποτελεί ζητούμενο για τη νομική δογματική και τη νομολογία. Για να γίνει αυτό, στο πλαίσιο του εξεταζόμενου προβλήματος (της χρήσης των υπερσυνδέσμων), απαιτείται κατ’ αρχάς λειτουργική ανάλυση και διαφοροποίηση των επιμέρους κατηγοριών υπερσυνδέσμων.

ΙΙΙ. Οι επιμέρους κατηγορίες υπερσυνδέσμων

Ως υπερκείμενο ορίζεται ο τρόπος με τον οποίο είναι οργανωμένες οι πληροφορίες που βρίσκονται αναρτημένες σε μορφή κειμένου στον Παγκόσμιο Ιστό, το δε πρόθεμα “υπέρ” χρησιμοποιείται για να σηματοδοτήσει την υπέρβαση του γραμμικού τρόπου ανάγνωσης του κειμένου. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρήση των υπερσυνδέσμων, ήτοι λέξεων ή ολόκληρων φράσεων, που διακρίνονται από το υπόλοιπο κείμενο κατά την εμφάνιση της ιστοσελίδας μέσω του φυλλομετρητή (του ειδικού λογισμικού πλοήγησης στο διαδίκτυο, το οποίο εκτελεί τον κώδικα που περιέχει ιστοσελίδα και το καθοδηγεί στην του περιεχομένου) λ.χ. με τη χρήση διαφορετικού χρωματισμού (συνήθως μπλε) ή με υπογράμμιση. Ο υπερσύνδεσμος (link) αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο του Παγκόσμιου Ιστού, αφού περιέχει την εντολή να μεταφέρει τον χρήστη, αν αυτός επιλέξει με τη συσκευή κατάδειξης (συνήθως “ποντίκι”) σε άλλη ιστοσελίδα, είτε στον ίδιο ιστότοπο είτε σε άλλο, και επιτρέπει έτσι την εύκολη και γρήγορη πλοήγηση στο διαδίκτυο χωρίς την ανάγκη πληκτρολόγησης από το χρήστη της ηλεκτρονικής διεύθυνσης στην οποία παραπέμπει.
Από τεχνικής απόψεως οι σύνδεσμοι διακρίνονται στις ακόλουθες κατηγορίες:
α) Ο επιφανειακός σύνδεσμος (surface link) μεταφέρει τον χρήστη στην αρχική σελίδα (home page) ενός άλλου ιστοτόπου.
β) Ο βαθύς σύνδεσμος (deep link) μεταφέρει το χρήστη όχι στην αρχική αλλά σε μια εσωτερική βαθύτερη σελίδα ενός ιστοτόπου.
γ) Ο αυτόματος ή δυναμικός σύνδεσμος (automatic ή inline/embedded link) ενεργοποιείται αυτόματα κατά την εκτέλεση του κώδικα της ιστοσελίδας από το φυλλομετρητή, χωρίς την επέμβαση του χρήστη. Δημιουργεί δε σε αυτόν την εντύπωση ότι η πληροφορία που βλέπει αποτελεί περιεχόμενο της ιστοσελίδας που αντικρίζει, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για περιεχόμενο άλλης ιστοσελίδας (κατ’ ουσίαν δεν παραπέμπει το χρήστη σε άλλη ιστοσελίδα, αλλά αντιθέτως αντιγράφει ή ενσωματώνει το περιεχόμενό της).
δ) Τέλος, με την τεχνική της πλαισίωσης (framing), διασπάται η ενότητα της οπτικής εντύπωσης και δημιουργείται στην ιστοσελίδα που βλέπει ο χρήστης ένα πλαίσιο, μέσα στο οποίο προβάλλεται το περιεχόμενο μιας άλλης ιστοσελίδας, της οποίας όμως η ηλεκτρονική διεύθυνση δεν εμφανίζεται στον φυλλομετρητή (από τη θεωρία η τεχνική αυτή ονομάστηκε και σύνδεσμος “πλαίσιο”, βλ. αντί άλλων το σημείωμα Ντ.Καλαβρουζιώτη στις ΤρΠλΚιλκ 965/2010 και ΜονΠρωτΑθ 4042/2010, ΔιΜΕΕ 2011. 196,197).
Όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση που το περιεχόμενο ιστοσελίδας στην οποία παραπέμπει ο σύνδεσμος είναι αντικείμενο δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, τίθεται υπό αμφισβήτηση η νομιμότητα της παραπομπής, αν αυτή γίνεται χωρίς άδεια.

IV. Η νομολογία του ΔΕΕ

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

ΣυμβΑΠ (Στ΄ Ποιν) 13/2015: κανονισμός αρμοδιότητας σύμφωνα με τα άρθρ. 136 & 137 ΚΠΔ στην περίπτωση που κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός : "...στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο μηνυόμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της προδικασίας".

Αριθμός 13/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ - ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) 
         Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου και Αρτεμισία Παναγιώτου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2014, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενες τις: 1) Ε. Σ. και 2) Κ. Ν., αμφότερες Εισαγγελείς Πρωτοδικών Αθηνών. Και εγκαλούντα τον Δ. Γ. του Μ..
Η αίτηση αυτή με αριθμ.πρωτ.2066/21-3-2014, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 352/2014.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασιλική Θεοδώρου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου με αριθμό πρωτ. 140/27-10-2014 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 Κ.Π.Δ, την από 15-2-2014 αίτηση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, που μας υποβλήθηκε με την υπ' αρθμ. πρωτ. 2066/21-3-2014 αναφορά της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε' Κ.Π.Δ., στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις της αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 του ίδιου κώδικα δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο μηνυόμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρέτησης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου πλημμελειοδικών ή Εφετών (Α.Π. 376/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση ο Δ. Γ. του Μ., με την από 28-12-2011 αίτηση - καταγγελία προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, η οποία ακολούθως διαβιβάσθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και την από 29/10/2012 κατάθεση του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ζήτησε την ποινική δίωξη των: 1) Κ. Ν., Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και 2) Ε. Σ., Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών για τις καταγγελόμενες πράξεις που διαλαμβάνονται σ' αυτές, η σχετικώς δε σχηματισθείσα δικογραφία εκκρεμεί, έκτοτε, στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Ενόψει του ότι αμφότερες οι μηνυόμενες Εισαγγελικοί Λειτουργοί υπηρετούν, όπως αναφέρθηκε, στην Εισαγγελία πρωτοδικών Αθηνών και στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάρχει άλλο Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία, νόμιμη συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου και, πρέπει να παραπεμφθεί η συναφής υπόθεση, από τις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές άλλου Πρωτοδικείου και συγκεκριμένα του Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω:
Να διατάξει το Δικαστήριο Σας την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στην από 15-2-2014 αίτηση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και μας υποβλήθηκε με την υπ' αριθμ. πρωτ. 2066/21-3-2014 αναφορά της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών και αφορά στην από 28-12-2011 αίτηση -καταγγελία ως και την από 29-10-2012 κατάθεση του Δ. Γ. του Μ. κατά των: 1) Κ. Ν. και 2) Ε. Σ., Εισαγγελέων Πρωτοδικών Αθηνών, αμφοτέρων, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά και, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, στις αντίστοιχες Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιά.
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευσταθία Σπυροπούλου"
 
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 136 περ. ε΄ του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο η Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο Δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διατάξεως είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός, ότι ο εγκαλών ή αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και σε αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση, όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι'αυτή το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημ/κείο η Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε περίπτωση ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε Συμβούλιο.
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ο Δ. Γ. υπέβαλε την από 28-12-2011 αίτηση - καταγγελία προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, η οποία ακολούθως διαβιβάσθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και με την από 29-10-2012 κατάθεσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ζήτησε την ποινική δίωξη των: 1) Κ. Ν., Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και 2) Ε. Σ. Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών για τις καταγγελόμενες πράξεις που διαλαμβάνονται σ' αυτές.
Ενόψει του ότι αμφότερες οι μηνυόμενες Εισαγγελικοί Λειτουργοί υπηρετούν, όπως αναφέρθηκε, στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάρχει άλλο Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία, με το υπ' αριθμό 2066/21-3-2014 έγγραφό του Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών ζήτησε τον καθορισμό της αρμοδιότητος άλλου δικαστηρίου ισόβαθμου και ομοειδούς. Μετά δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (αρ. 136 εδ. ε' και 137 παρ.1 εδ. β' περ. γ' του Κ.Π.Δ.) ώστε η παραπάνω καταγγελία - αναφορά σε βάρος των ανωτέρω Εισαγγελικών λειτουργών να παραπεμφθεί στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, προκειμένου να επιληφθεί αυτών και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει, ως κατά παραπομπή αρμόδιες να αποφανθούν επί της από 28-12-2011 αιτήσεως - καταγγελίας, ως και της από 29-10-2012 κατάθεσης του Δ. Γ. του Μ. κατά των 1) Κ. Ν. και 2) Ε. Σ., Εισαγγελέων Πρωτοδικών Αθηνών, τις Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και εφόσον συντρέξει νόμιμη περίπτωση τις Δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς, όσο και τις αντίστοιχες της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2014.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ             Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 
 

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΘ’ ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. 904/2014 ΒΟΥΛΕΥΜΑ του ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

"Από τις διατάξεις του άρθρου 308Α παρ. 1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, στην περίπτωση - εκτός άλλων - των κακουργημάτων των άρθρων 374 και 380 του Ποινικού Κώδικα, κατ` εξαίρεση από τα όσα ορίζονται στο άρθρο 308 του Κ.Π.Δ., μετά το πέρας της κύριας ανάκρισης η δικογραφία υποβάλλεται από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο και δεν χρειάζεται να συμπληρωθεί η κύρια ανάκριση, εισάγει την υπόθεση και για τα συναφή εγκλήματα - με τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου Εφετών ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές, μετά την περαίωση της κύριας ανάκρισης και τη διαβίβαση της δικογραφίας από τον Ανακριτή στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, προκειμένου ο τελευταίος να την υποβάλει στον Εισαγγελέα Εφετών, παύει η αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και άρχεται εκείνη του Συμβουλίου Εφετών, τόσο για την ουσία της υπόθεσης, όσο και για τα παρεμπίπτοντα δικονομικά ζητήματα.
Σύμφωνα με την άποψη αυτή, μετά την τυπική περάτωση της κύριας ανάκρισης, δεν υφίσταται στάδιο αρμοδιότητας, αλλά και ουσιαστικής περάτωσης της κύριας ανάκρισης από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αλλά αποκλειστικά από το Συμβούλιο Εφετών. Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών αποτελεί, στην περίπτωση αυτή, διαβιβαστικό μεσολαβούν όργανο. Άλλωστε, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 291 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών είναι αρμόδιο μόνο όταν η υπόθεση εκκρεμεί στο Πλημμελειοδικείο. Η διάταξη αυτή καθιερώνει γενική αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών και μόνον κατ` εξαίρεση αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών (ΣυμΒ.Πλημ.ΑΘ. 800/2012, ΠΟΙΝ.Δ/ΝΗ. 2012/230 και ΝΟΜΟΣ).
Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 Ν 2928/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 Ν 3251/2004, «Η περάτωση της κύριας ανάκρισης για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για τον σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρόταση του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητα τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης». Η ανωτέρω διάταξη έχει θεσπιστεί εξαιρετικώς για την ταχεία περάτωση των υποθέσεων αυτών, προκειμένου να αποφεύγεται η χρονοβόρα διαδικασία της ενδιάμεσης διαδικασίας του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, Εφετών ή του Αρείου Πάγου (Συμβ.Εφ.θεσ. 221/2007 Ποιν.Δικ. 2008, 1285).
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 16 Ν 3904/2010, μετά το άρθρο 308 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται το άρθρο 308Α, το οποίο έχει ως εξής: «1. Κατ` εξαίρεση, στις περιπτώσεις των κακουργημάτων των νόμων 2168/1993, 2523/1997, 3386/2005, 2960/2001 και 3459/2006, του εμπρησμού δασών και των άρθρων 374 και 380 του Ποινικού Κώδικα, μετά την περάτωση της ανάκρισης, η δικογραφία υποβάλλεται από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο και ότι δεν χρειάζεται να συμπληρωθεί η ανάκριση, προτείνει στον Πρόεδρο Εφετών να εισαχθεί η υπόθεση, μαζί με τα τυχόν συναφή εγκλήματα, απευθείας στο ακροατήριο. 2....». Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 περ. στ` του Ν. 3904/2010, από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου (23.12.2010) καταργείται κάθε άλλη διάταξη που αντίκειται στις ρυθμίσεις του παρόντος. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, και υπό το πρίσμα της τελολογικής ερμηνείας αυτών, όπως αυτή ειδικότερα απορρέει και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3904/2010, προκύπτουν τα κάτωθι συμπεράσματα: 1. Οι τέσσερις τρόποι της ουσιαστικής περάτωσης της κύριας ανάκρισης, οι οποίοι ίσχυαν προ της ισχύος του Ν. 3904/2010 (Βούλευμα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, Βούλευμα Συμβουλίου Εφετών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, Βούλευμα Συμβουλίου Εφετών αμετάκλητο και απ` ευθείας κλήση), ενοποιούνται στον εξής έναν τρόπο, ήτοι περάτωση με Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, με δύο περιορισμένης έκτασης εξαιρέσεις, οι οποίες τίθενται περιοριστικά: α) Βούλευμα Συμβουλίου Εφετών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό για τα αδικήματα του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950 και μόνον και β) απ` ευθείας κλήση στα κακουργήματα των νόμων 2168/1993, 2523/1997, 3386/2005, 2960/2001 και 3459/2006, του εμπρησμού δασών και των άρθρων 374 και 380 του Π.Κ. Συνεπώς, δεδομένης της διάταξης του άρθρου 34 περ. στ` του Ν. 3904/2010, η οποία καταργεί κάθε αντίθετη προϊσχύουσα διάταξη νόμου, σε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα το οποίο δεν ανήκει στις ανωτέρω περιοριστικά αναφερόμενες εξαιρέσεις, η κύρια ανάκριση περατώνεται με Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, ακόμη και αν ακολουθούσε άλλη εξαιρετική διαδικασία περάτωσης της ανάκρισης προ της ισχύος του Ν. 3904/2010. Ειδικότερα, για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του Π.Κ., παύει να ισχύει ο εξαιρετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης που προβλέπονταν στο άρθρο 7 του Ν. 2928/2001 και πλέον ακολουθεί τη συνήθη διαδικασία του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών του ισχύοντος άρθρου 308 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. 2. Η διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2928/2001 θα πρέπει να θεωρηθεί ως καταργηθείσα στο σύνολο της διά της διάταξης του άρθρου 34 περ. στ` του Ν. 3904/2010, καθόσον στο σύνολο της είναι αντίθετη με τις διατάξεις του Ν. 3904/2010. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται, καταρχήν από τη συστηματική ερμηνεία της διάταξης, καθόσον το άρθρο 7 του Ν. 2928/2001 στο σύνολο του περιγράφει ειδικότερα τη διαδικασία διενέργειας της προϊσχύουσας εξαιρετικής περίπτωσης της περάτωσης της ανάκρισης. Συνεπώς, συμπαρασύρεται στην κατάργηση και η εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 128 του Κ.Π.Δ., σύμφωνα με την οποία τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του Π.Κ. «επιβάλλουν» τον δικό τους τρόπο περάτωσης της ανάκρισης (δηλ. διά του Συμβουλίου Εφετών) ακόμη και στα βαρύτερα συναφή αδικήματα. Το ίδιο συμπέρασμα ενισχύεται από τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης, καθόσον ο νόμος κάνει λόγο για «... Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητα τους,...». Άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2928/2001 είναι αντίθετη με τις διατάξεις του Ν. 3904/2010 όχι μόνο όσον αφορά το δικαιοδοτικό όργανο το οποίο επιλαμβάνεται της περάτωσης της ανάκρισης (Συμβούλιο Εφετών αντί Συμβουλίου Πλημμελειοδικών), αλλά σε σχέση με τη συνολική διαδικασία.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

"Με αφορμή τα γεγονότα στο Charlie Hebdo. Προβληματισμοί γύρω από την ελευθερία έκφρασης και τα όριά της στις δύσκολες περιπτώσεις με βάση τη νομολογία του ΕΔΔΑ" [Χρήστος Ν. Ράμμος, Σύμβουλος του Συμβουλίου της Επικρατείας

 Όταν μου ανακοίνωσε ο κ. Πικραμμένος ότι θα γίνει αυτή η ημερίδα για την ΕΣΔΑ και με παρακάλεσε να κάνω μια εισήγηση, βρισκούμουν σε καθεστώς συγκλονισμού,  που μου είχε προκληθεί  από τα τραγικά περιστατικά και τις  βάρβαρες δολοφονίες των 12 δημοσιογράφων του σατιρικού εικονογραφημένου περιοδικού Charlie-Hebdo, στο Παρίσι στις 7 του παρελθόντος Ιανουαρίου. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ με αυτά που διάβαζα και να πιστέψω ότι τον 21ο αιώνα 250 χρόνια μετά τον Βολταίρο, 350 μετά τον John Locke  κάποιοι άνθρωποι θα δολοφονούνταν, διότι σχεδίασαν κάποια σκίτσα, που κάποιοι άλλοι θεώρησαν βλάσφημα για τον Προφήτη τους τον Μωάμεθ και αποφάσισαν να τους καταδικάσουν  σε θάνατο. Αμέσως λοιπόν σκέφτηκα ότι θα ήταν ευκαιρία σε αυτή την ημερίδα να εκθέσω τους προβληματισμούς μου γύρω απ' αυτό το μονίμως επίκαιρο και θα έλεγα καυτό θέμα, ακόμη και στην εποχή μας, όπου  όλοι ανιστόρητα και πεπλανημένα (όπως αποδείχτηκε) θεωρούσαμε  ότι οι  δημοκρατικές κατακτήσεις, οι ελευθερίες, η ανεκτικότητα, ο πλουραλισμός ήταν αυτονοήτως οριστικά και τελεσίδικα κατοχυρωμένες, τουλάχιστον  στην Ευρώπη. Το  θέμα είναι ποιά είναι τα όρια της ελευθερίας λόγου, της ελευθερίας έκφρασης,  της ελευθερίας διατύπωσης γνώμης και τι οφείλουν να ανέχονται οι διαφωνούντες με αυτήν. Όλοι καταλαβαίνουμε πόσο κομβικό και θεμελιώδες είναι αυτό το θέμα. Διότι πάνω σε αυτό στηρίζεται το δημοκρατικό μας “συμβόλαιο”. Χωρίς ανεκτικότητα, και πλουραλισμό, χωρίς κλίμα δημοκρατικού διαλόγου, χωρίς απόρριψη των φανατισμών  δεν υπάρχει δημοκρατία, ή και η υπάρχουσα αφυδατώνεται και μαραίνεται. Το έχει πει με σειρά αποφάσεων του το ΕΔΔΑ.  Η ελευθερία έκφρασης είναι η βασιλίδα των ελευθεριών[2] , όπως την έχει αποκαλέσει ο Γάλλος καθηγητής συνταγματικού δικαίου Louis Favoreau. Είναι το θεμέλιο όλων των άλλων ελευθεριών όπως εύστοχα έχει πει ο παλιός δικαστής του ΕΔΔΑ Louis- Edmond Pettiti[3].            
 
             Σε αυτά όμως θα επανέλθω αφού πρώτα κάνω μια επισκόπηση της νομολογίας του ΕΔΔΑ, από την οποία θα επιχειρήσω να αντλήσω κάποια συμπεράσματα.
 
            Κατ' αρχάς, δε νομίζω ότι χρειάζεται να ξαναθυμήσω τι ορίζει το άρθρο 10  της ΕΣΔΑ στις δύο παραγράφους του [4] .  Η έρευνα και παράθεση της πολύ  πλούσιας και περιπτωσιολογικής νομολογίας του ΕΔΔΑ, σχετικά με το άρθρο 10 και κυρίως με το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που προβλέπει ποιοι είναι οι θεμιτοί περιορισμοί του συναφούς δικαιώματος, είναι αυτονόητο ότι  δεν μπορεί  να παρουσιασθεί ολόκληρη.  Θα επικεντρωθώ στο θέμα ελευθερία λόγου και έκφρασης στις δύσκολες και “ακραίες” περιπτώσεις. Και αυτές είναι για τις ανάγκες της σημερινής μου εισήγησης οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες η διατυπούμενη γνώμη είναι προκλητική, ετερόδοξη, “αιρετική” σε σχέση με την πολιτική ορθότητα ή τις απόψεις που πλειοψηφούν και κυριαρχούν σε μια δεδομένη στιγμή σε μια κοινωνία. Η άποψη που σοκάρει κάποιες ομάδες πληθυσμού ή κάποιες συλλογικότητες. Εκεί δηλαδή που δοκιμάζεται αν πραγματικά υπάρχει ελευθερία έκφρασης, διότι η άποψη που είναι αποδεκτή και δεν ενοχλεί δεν κινδυνεύει ποτέ και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προστασία [5].
 
         Αυτό σημαίνει ότι δεν θα αναφερθώ στις περιπτώσεις που διατυπωθείσα γνώμη θίγει την ατομική τιμή και υπόληψη ενός συγκεκριμένου προσώπου[6] ούτε στις λοιπές περιπτώσεις που σύμφωνα με την πιο πάνω παρ. 2 του άρθρου 10 συνιστούν θεμιτούς  περιορισμούς της ελευθερίας έκφρασης (δηλ προστασία εθνικής ασφάλειας, εδαφικής ακεραιότητας, απορρήτων, κύρους δικαστικής εξουσίας, τεκμήριο αθωότητας κλπ.) ούτε φυσικά στα άλλα γενικότερα ζητήματα που τίθενται με βάση το άρθρο 10 (ελευθερία του Τύπου [7], ρύθμιση ζητημάτων ραδιοτηλεόρασης, εμπορική διαφήμιση, παρακίνηση σε βιαιοπραγίες, όρια κριτικής σε πολιτικά πρόσωπα, μη αποκάλυψη των δημοσιογραφικών πηγών, συμβολή μιας άποψης σε θέματα ευρυτέρου ενδιαφέροντος και δημοσίου συμφέροντος κλπ).
 
    Θα ήθελα όμως να κάνω πριν προχωρήσω στη νομολογία του ΕΔΔΑ σε μια προκαρκτική  ευρύτερα θεωρητική τοποθετήση: Τα γεγονότα στο    Charlie Hebdo  δείχνουν πως συγκρούονται εντονότατα ακόμη και σήμερα στον πλανήτη δύο βασικές αντιλήψεις για το πως πρέπει να οργανώνονται οι κοινωνίες. Από τη μια πλευρά, κοινωνίες (όπως κυρίως οι Ευρωπαϊκές αλλά και ευρύτερα οι δημοκρατικές κοινωνίες στον πλανήτη) που οργανώνονται σε κράτος, με πυρήνα του κράτους τον κάθε ξεχωριστό άνθρωπο, αποστολή του κράτους την ανεμπόδιστη ανάπτυξη όλων των πτυχών της προσωπικότητας του ανθρώπου, και θωράκιση τα ατομικά δικαιώματα και το δημοκρατικό πολίτευμα. Και από την άλλη πλευρά, κοινωνίες που οργανώνονται – ή επιδιώκουν να οργανωθούν (βλ. Ιράν, Σαουδική Αραβία, Πακιστάν, Ισλαμικό Χαλιφάτο- ISIS, Βόρεια Κορέα) – σε κράτος, με πυρήνα και αποστολή την πραγμάτωση μιας ιδέας (θρησκευτικής, φυλετικής, επιστημονικής), στο πλαίσιο της οποίας ο άνθρωπος λογίζεται, απλώς, ως μέλος μιας ομάδας πιστών, μιας φυλής, μιας τάξης, προορισμένης νομοτελειακά να πραγματώσει την ιδέα, λογίζεται, δηλαδή, ως ένα εργαλείο ή ένα μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, χωρίς την παραμικρή αξία (αυταξία) έξω από την ομάδα της οποίας είναι μέλος, ή ανεξάρτητα από τον σκοπό που επιδιώκει η ομάδα, και, φυσικά, χωρίς δικαιώματα και με αυταρχική διακυβέρνηση. 
 
                Η πρώτη απόφαση στην οποία θέλω να αναφερθώ, εκείνη η οποία έθεσε για πρώτη φορά τους θεμελιώδεις κανόνες, στους οποίους στηρίζεται μέχρι σήμερα η νομολογία του ΕΔΔΑ είναι η απόφαση Handyside   κατά  Ηνωμένου Βασιλείου της 7.12.1976. Επρόκειτο για την κατάσχεση ενός βιβλίου που απευθύνονταν σε μαθητές, στο οποίο τους ενημέρωνε με διδακτικό τρόπο για όλων των ειδών τις δυνατές σεξουαλικές πρακτικές και τους προέτρεπε να ακολουθούν τις επιθυμίες τους και όχι τις διδαχές διδασκάλων και γονέων. Το Δικαστήριο  έθεσε τους γνωστούς κανόνες του εκ μέρους του ελέγχου των εθνικών νόμων, διοικητικών πράξεων και δικαστικών αποφάσεων, προσδιορίζοντας ότι  ο έλεγχος στον οποίο προβαίνει  είναι επικουρικός, με συνέπεια να  ελέγχει αν τα επιμέρους κράτη σωστά εφήρμοσαν τους κανόνες της ΕΣΔΑ (αν δηλαδή η επέμβαση είναι  θεμιτή- προβλέπεται από νόμο και είναι απαραίτητη για μια δημοκρατική κοινωνία, υποβάλλοντας τουτέστιν στο “τεστ” της αναλογικότητας την πλησσόμενη επέμβαση)  χωρίς να κάνει το ίδιο πρωτοτύπως την υπαγωγή. Ακολούθως έκρινε ότι στα ζητήματα προστασίας των ηθών και της ευαισθησίας απέναντι σε ορισμένες ιδέες ή απόψεις των κοινωνιών των επιμέρους κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν υπάρχει ένας σαφής κοινός μέσος όρος πανευρωπαϊκός, ούτε ομοιομορφία αντιλήψεων- σε αντίθεση με ότι ισχύει για τα ζητήματα της προστασίας του πολιτικού λόγου [8] και, επομένως, τα κράτη-μέλη διαθέτουν ευρύτερη διακριτική ευχέρεια, ο δε έλεγχος του Δικαστηρίου είναι χαλαρότερος, θα λέγαμε οριακός [9]. Μετά παρέθεσε 2 σκέψεις, οι οποίες έχουν πια γίνει κλασικές, και επαναλαμβάνονται παγίως σε όλες τις αποφάσεις που ασχολούνται με την ελευθερία έκφρασης. Είναι και οι δύο στην παράγραφο 49 της απόφασης. Τις παραθέτω σε όσο γίνεται πιο πιστή μετάφραση: “Η ελευθερία έκφρασης συνιστά ένα από τα ουσιωδέστερα θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας, μια από τις πρωταρχικές προϋποθέσεις για την πρόοδο μιας κοινωνίας και την ανάπτυξη της προσωπικότητας των επιμέρους  ατόμων. Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2 η ελευθερία αυτή ισχύει όχι μόνο για τις πληροφορίες ή ιδέες που γίνονται αποδεκτές ευνοϊκά ή που θεωρούνται μη ενοχλητικές ή αδιάφορες αλλά και για εκείνες που θίγουν, προσβάλλουν, ενοχλούν ή προκαλούν ανησυχία στο Κράτος ή σε κάποιο τμήμα ή ομάδα της κοινωνίας. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος χωρίς τα οποία δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία….Από την άλλη πλευρά ο οποιοσδήποτε ασκεί το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης αναλαμβάνει “υποχρεώσεις και ευθύνες” η έκταση των οποίων συναρτάται με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενήργησε και το τεχνικό μέσο που χρησιμοποίησε” [10] . Το Δικαστήριο αφού εκτίμησε περαιτέρω τις ειδικότερες  συνθήκες της περιπτώσεως αυτής [11] ,έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μειοψηφία του δικαστή Mosler ο οποίος έκρινε αντίθετα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου, εφόσον η κύρωση της κατάσχεσης παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι λόγω της μικρής σχετικά κυκλοφορίας του βιβλίου στις σχολικές αίθουσες, υπήρχαν ηπιότερα μέτρα επί τη βάσει των οποίων θα μπορούσε να αποτραπεί ο θεμιτός, κατά τα λοιπά, στόχος να προστατευθούν άτομα ευρισκόμενα σε ευαίσθητη ηλικία.