ΜονΠρωτΘεσ 7509/25 : ΕΓΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΑΠΑΤΗ - ΨΕΥΔΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗ - ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗ ΔΥΣΦΗΜΗΣΗ - ΣΤΟΙΧΕΙΑ. ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ - HΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ - ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ - ΕΥΛΟΓΟ ΜΕΤΡΟ. ΔΕΚΤΗ ΕΝ ΜΕΡΕΙ Η ΑΓΩΓΗ. Eν προκειμένω, ο ενάγων επικαλείται ότι ο πατέρας του εναγόμενου είχε υποβάλει σε βάρος του έγκληση για απάτη, στο πλαίσιο δε, της ποινικής διαδικασίας, την οποία – λόγω θανάτου του πατέρα του εναγομένου – συνέχισε ο ίδιος ο εναγόμενος, ως κληρονόμος του, εκδόθηκε αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Ειδικότερα δε, ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος προσέβαλε την προσωπικότητά του, αφού κατά την ως άνω διαδικασία, κατέθεσε σε βάρος του ενάγοντος ψευδή γεγονότα και ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου συνίσταται στην τέλεση των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδούς κατάθεσης, συκοφαντικής δυσφήμησης, άλλως της απλής δυσφήμησης, άλλως της εξύβρισης. Κρίνεται εν προκειμένω, ότι ο εναγόμενος κατέθεσε ψευδή γεγονότα προσβάλλοντας την προσωπικότητα του ενάγοντος, τελώντας σε βάρος του ενάγοντος συκοφαντική δυσφήμηση, καθώς ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων, δηλαδή της οικογένειάς του, των φίλων και των συνεργατών του, που ήταν παρόντες στο ακροατήριο, τα ψευδή γεγονότα, εν γνώσει του ψεύδους αυτών, απορριπτομένης και της ένστασης εκ του άρθρου 367 παρ.2 περ.γ’ ΠΚ, διότι η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται επί συκοφαντικής δυσφήμησης. Αντίθετα η συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να απορριφθεί κατά το σκέλος που αφορά τα υπόλοιπα πρόσωπα στο ακροατήριο, διότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν σε αυτό πρόσωπα που γνώριζαν την επιχείρηση του ενάγοντος, καθώς επίσης ο εναγόμενος δεν προέβη σε χαρακτηρισμούς με τις λέξεις ''απατεώνας'' και ''ψεύτης'' σε βάρος του ενάγοντος. Απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος διέδωσε στον εμπορικό κύκλο πως ο ενάγων είναι απατεώνας, με αποτέλεσμα να χάσει εμπορικές συνεργασίες. Εν τέλει, ο ενάγων δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 2.000 ευρώ. Δεκτή εν μέρει η αγωγή. [ Αρ. 229 παρ. 1,361, 363, 367 ΠΚ, αρ. 57, 59, 330, 346, 914, 919, 929, 932 ΑΚ, αρ. 2 παρ.1 Συντ. ]
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ 7509/2025
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Ζήση Χατζηγιαννάκο, Πρωτόδικη Γενικής Επετηρίδας, ο οποίος ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Ελένη Παπαγεωργοπούλου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του 17.12.2024 για να δικάσει την αγωγή με αρ. κατ. …………/29.12.2023 μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …………….., κατοίκου ……………., επί της οδού …………….., με Α.Φ.Μ.: ………………., ο οποίος παραστάθηκε διά των προτάσεων που κατέθεσε εντός της προθεσμίας του άρθρ. 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πληρεξούσια δικηγόρος του, ΑΧ (ΑΜΔΣΘ: …………), δυνάμει της από 28.04.2024 έγγραφης πληρεξουσιότητας, η οποία (δικηγόρος) δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, προκατέβαλε όμως τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρ. 61 παρ. 1 και 2 του ν. 4194/2013 (βλ. το με αρ. …………./25.04.2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης).
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ……………, κατοίκου ………………, επί της οδού ……………, με Α.Φ.Μ.: ……………, ο οποίος παραστάθηκε διά των προτάσεων, που κατέθεσαν εντός της προθεσμίας του άρθρ.237 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του, ΘΖ (ΑΜΔΣΘ: ………….) και ΑΖ (ΑΜΔΣΘ: ………..), δυνάμει των από 23.04.2024 και 26.04.2024 εγγράφων πληρεξουσιότητας, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, προκατέβαλαν όμως τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρ. 61 παρ. 1 και 2 του ν. 4194/2013 (βλ. τα με αρ. ………../29.04.2024 και ………/26.04.2024 γραμμάτια προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης).
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 229 παρ. 1 Π.Κ. περί ψευδούς καταμήνυσης, όπως ίσχυε πριν την 01η.07.2019, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της Αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε Αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικούς ψευδές και ο υπαίτιος να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην Αρχή ή γίνει ανακοίνωση σε αυτήν, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυόμενου - εγκαλουμένου. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Δεν είναι αναγκαία όμως η παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο εγκαλών γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη. Περαιτέρω, κατά την ίδια διάταξη του ισχύοντος από 01.07.2019 ΠΚ (ν. 4619/2019), όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της Αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή. Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 Π.Κ., όπως αυτή ισχύει μετά την 01η.07.2019, τυποποιείται το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης. Σημαντική αλλαγή στο έγκλημα αυτό είναι η κατάργηση της αναφοράς στον σκοπό του δράστη. Μέχρι την 01 ’’.07.2019, η ψευδής καταμήνυση του άρθρου 229 παρ. 1 Π.Κ, τιμωρούνταν μόνο όταν τελούνταν με σκοπό καταδίωξης του καταγγελλόμενου προσώπου, δηλαδή για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτούνται, εκτός του άμεσου δόλου, και επιπρόσθετος υπερχειλής δόλος, δηλαδή σκοπός του δράστη να προκαλέσει την ποινική ή πειθαρχική δίωξη του καταμηνυομένου ή του αναφερομένου. Καθώς όμως στο ελληνικό δίκαιο ισχύει ως προς τη δίωξη η αρχή της νομιμότητας, ήδη η καταγγελία της πράξης δημιουργεί άμεσα τον κίνδυνο άσκησης ποινικής δίωξης, ώστε η αναφορά στον επιπρόσθετο σκοπό να εμφανίζεται περιττή. Συνεπώς, από 01.07.2019, ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης δεν απαιτείται πλέον σκοπός καταδίωξης του καταμηνυομένου ή του αναφερομένου, δηλαδή δεν απαιτείται υπερχειλής δόλος, αλλά μόνο άμεσος δόλος, και συνακόλουθα η διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 πΠΚ είναι επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, αφού με αυτή για την καταδίκη του δράστη απαιτείται, εκτός από τη συνδρομή και απόδειξη άμεσου δόλου, η συνδρομή και απόδειξη υπερχειλούς δόλου, που δεν απαιτείται πλέον με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νΠΚ. Επίσης, από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ είναι επιεικέστερη και ως προς την ποινή, αφού με αυτή προβλεπόταν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 νΠΚ προβλέπεται πλέον ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή (ΑΠ 997/2024, ΝΟΜΟΣ). II. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, ενώ η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές, συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρ. 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων: (α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, (β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρ. 281 του ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, (γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ) και (δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή. Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή κλπ.). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για τον χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, η οποία ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.




