Δευτέρα 5 Μαΐου 2025

ΑΠ 42/2023. Ο ψηφιακός δίσκος συνιστά έγγραφο κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ.1γ εδ.β του Π.Κ. και, επειδή εκ των πραγμάτων δεν είναι δυνατή η ανάγνωσή του, αυτός επισκοπείται από όλους τους παράγοντες της δίκης, με την προβολή του στην οθόνη σχετικού υπολογιστή



«… Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 362, και 367 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο εγγράφου, που δεν αναγνώστηκε για τον σχηματισμό της κρίσης του, για την ενοχή ή την αθωότητα ή την επιβλητέα ποινή στον κατηγορούμενο, παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (αρθρ. 171 παρ.1 στοιχ.δ΄ ΚΠοινΔ), η οποία ιδρύει τον αναφερόμενο στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α΄ του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 405/2019). Ειδικότερα προκειμένου για ψηφιακό δίσκο, που συνιστά έγγραφο κατά την διάταξη του  άρθρου 13 παρ.1γ εδ.β του Π.Κ. και εκ των πραγμάτων δεν είναι δυνατή η ανάγνωσή του, αυτός επισκοπείται  από όλους τους παράγοντες της δίκης, με την προβολή του στην οθόνη σχετικού υπολογιστή. Πρέπει, όμως, η επισκόπηση αυτή να γίνει προς όλους γενικώς τους παράγοντες της δίκης και κυρίως προς τον κατηγορούμενο, γιατί, αν από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο ανωτέρω ψηφιακός δίσκος επισκοπήθηκε από ορισμένους μόνο παράγοντες της δίκης και παρόλα αυτά λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι έτσι ο κατηγορούμενος στερείται του από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος σχολιασμού του αποδεικτικού αυτού μέσου και παράλληλα παραβιάζεται η δημοσιότητα της διαδικασίας..  …» 

«…Για να καταλήξει στην καταδικαστική αυτή κρίση, με βάση την οποία επέβαλε, στον αναιρεσείοντα ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών, για την πιο πάνω πράξη, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 339 παρ.1 περ. α' του Π.Κ., το Εφετείο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασής του, έλαβε υπόψη, αμέσως και κυρίως και συνεκτίμησε ως αποδεικτικά στοιχεία (σελ. 25-26 του σκεπτικού σε συνδυασμό με την σελ. 14, όπου τα αναγνωστέα έγγραφα) το εξής, μεταξύ των άλλων, εγγράφων που αναγνώσθηκαν ήτοι το υπ' αρ. πρωτ. 9001/20/2752-α'/19-11-2015 έγγραφο του Εργαστηρίου Εξέτασης Βίντεο και Εικόνας, της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ., με τίτλο "Επεξεργασία βιντεοληπτικού υλικού και εξαγωγή φωτογραφιών, μαζί με τις συνημμένες εκτυπωμένες φωτογραφίες, που επισκοπήθηκαν καθώς και το αντίστοιχο συνημμένο ψηφιακό δίσκο. Όμως ενώ για τις εν λόγω φωτογραφίες, στα πρακτικά ρητά αναφέρεται ότι αυτές επισκοπήθηκαν, προφανώς από όλους τους παράγοντες της δίκης επιδεικνυόμενες σ'αυτούς προς τον σκοπό αυτό από την διευθύνουσα τη συζήτηση δικαστή, ως προς τον ανωτέρω ψηφιακό δίσκο, ρητά αναφέρεται τόσο κατά το στάδιο της ανάγνωσης των εγγράφων (σελίδα 14) όσο και στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης (σελ. 26) ότι αυτός επισκοπήθηκε ειδικά από τα μέλη της σύνθεσης του δικαστηρίου, κατά την επακολουθήσασα διάσκεψη της υποθέσεως στην οθόνη υπολογιστή σε ειδικό χώρο του δικαστηρίου, όχι δε και από τους λοιπούς παράγοντες της δίκης, μεταξύ των οποίων και ο πληρεξούσιος δικηγόρος που είχε παραστεί για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο. Ακολούθως το περιεχόμενο του ως άνω ψηφιακού δίσκου το δικαστήριο αξιοποίησε αποδεικτικά σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αναφέροντας στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, μετά τις παραδοχές για ενέργεια γενετήσιων πράξεων εκ μέρους αυτού και σε βάρος της παθούσης ανηλίκου που αναλύονται με λεπτομέρεια, τα ακόλουθα επί λέξει: ".......οι προπεριγραφόμενες ενέργειες του κατηγορουμένου, οι οποίες (βήμα-βήμα) προκύπτουν αναμφίβολα από την επισκόπηση του προαναφερθέντος ψηφιακού δίσκου, καθόσον η ανήλικη στις καταθέσεις της αναφέρεται με λιτότητα λόγου στα συγκεκριμένα γεγονότα, υπό τις ως άνω συνθήκες που έλαβαν χώρα, συνιστούν γενετήσιες(αλλά και ασελγείς κατά τον παλιό Π.Κ.) πράξεις, σε βάρος της ανήλικης-παθούσας, Σ. Γ., οι οποίες κατέτειναν στην διέγερση και πιθανότατα στην ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του κατηγορουμένου (σελίδα 27-28)......". Από την παραπάνω πλημμέλεια ήτοι την μη επισκόπηση του προαναφερθέντος ψηφιακού δίσκου από όλους τους παράγοντες της δίκης και ειδικότερα από τον κατηγορούμενο, παραβιάζεται η αρχή της αμεσότητας της διαδικασίας, της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης, καθώς και η άσκηση του δικαιώματος του ιδίου ως κατηγορουμένου, από το άρθρο 358 ΚΠΔ, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο που αξιοποιήθηκε σε βάρος του και έτσι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατ'αρθρον 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ.
Συνακόλουθα, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` του ΚΠΔ, πρώτος λόγος, της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και, κατά παραδοχή αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων, ως αλυσιτελών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίο είχαν δικάσει προηγουμένως (αρθρ.519 ΚΠΔ), κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό.
…» 

 

Τετάρτη 16 Απριλίου 2025

ΜΠρΠατρών 16/2025 Εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων - Ανακοπή κατά της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης - Προθεσμία ασκήσεως ανακοπής - Ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση - Ανακοπή κατά έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης - Ανακοπή κατά περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης - Επίδοση διαταγής πληρωμής

 


Αν κατά τη διάρκεια δίκης περί την εκτέλεση λάβει χώρα αντικατάσταση του διαχειριστή, επέρχεται η παύση της διαχειριστικής εξουσίας της εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων και κατ’ επέκταση της εξαιρετικής νομιμοποίησής της, με συνέπεια την επάνοδο στην κατά κανόνα νομιμοποίηση ή στην αντικατάστασή της από άλλη εταιρία διαχείρισης. Επέρχεται η διακοπή της δίκης και η συνέχισή της από το πιστωτικό ίδρυμα ή τη νέα διαχειριστική εταιρία. Ανακοπή κατά της δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού και υποκατάστασης. Ασκείται εντός τριάντα ημερών από την ημέρα της ανάρτησης της γνωστοποίησης της δήλωσης και της ημέρας του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών. Δεν υπάγεται σε καμία από τις περιπτώσεις του άρθρου 934 ΚΠολΔ. Ρυθμίζεται από το άρθρο 973 παράγραφος 6 ΚΠολΔ. Κατά τα λοιπά για τις λοιπές ανακοπές κατά του πλειστηριασμού ισχύουν οι προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ. Επίδοση αντιγράφου κατασχετήριας έκθεσης. Η επίδοση διαταγής πληρωμής που έλαβε χώρα σε διεύθυνση διάφορη της πραγματικής του καθού η διαταγή πληρωμής, παρά τη σχετική γνώση της επισπεύδουσας εταιρίας διαχείρισης εξομοιώνεται με ανύπαρκτη επίδοση. Παύση ισχύος της εν λόγω διαταγής πληρωμής και ακυρότητα όλων των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας που προσβάλλονται με ανακοπή του άρθρου 933 και ερείδονται σε αυτή ως εκτελεστό τίτλο. Ακύρωση επιταγής προς εκτέλεση, έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, έκθεση αναγκαστικού ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου.

 


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΑΠΟΦΑΣΗ 16/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Βάιο Τσιανάβα, Πρωτόδικη, τον οποίο όρισε ο Διευθύνων το Πρωτοδικείο Πατρών Πρόεδρος Πρωτοδικών, και από τη Γραμματέα Αναστασία Σφουγγάρη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Πάτρα τη 18η Ιανουάριου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ανακόπτοντος: . του . και της ., κατοίκου Πειραιά Αττικής, επί της οδού . αρ. ., με Α.Φ.Μ. ..., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, ΒΝ (AM ΔΣ Πατρών: ...).

Των καθ’ ων η ανακοπή: α) . του . και της ., κατοίκου Πατρών, επί της οδού . αρ. ., με Α.Φ.Μ. ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της. ΣΒ και β) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και το διακριτικό τίτλο «doValue Greece», η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής, επί της οδού Κύπρου αρ. 27 και Αρχιμήδους, με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ... και Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τον Ν. 4354/2015, δυνάμει της υπ’ αριθμόν 220/1/13.3.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ Β' 880/16.3.2017), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας, δυνάμει της από 18.6.2019 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, που καταχωρίστηκε νομίμως στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου 147/18.6.2019, στον τόμο 10 και με αύξοντα αριθμό 181, των απαιτήσεων της, εδρεύουσας στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας (οδός George’s Dock αρ. 3, 4ος όροφος. IFSC, Δουβλίνο 1) αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «PILLAR FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία (αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού) κατέστη ειδικός διάδοχος ως προς την επίδικη απαίτηση της εδρεύουσας στην Αθήνα, επί της οδού Όθωνος αρ. 8, με Α.Φ.Μ. ..., ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», κατόπιν μεταβίβασης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στο πλαίσιο τιτλοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 18.6.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, που καταχωρίστηκε νομίμως στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου 146/18.6.2019, στον τόμο 10 καίμε αύξοντα αριθμό 180, η οποία Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δεν παραστάθηκε.

Ο ανακόπτων ζητεί να γίνει δεκτή η από 7.4.2023 ανακοπή του, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./7.4.2023, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό ..., οπότε εκφωνήθηκε και συζητήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θεοφάνη Κατσίνα (AM ΔΣ Πατρών: 459), η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και το διακριτικό τίτλο «QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε.ΔΑ..Δ.Π.», η οποία εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, επί της οδού Λεωφόρος Κηφισίας αρ. 66, με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ... και Α.Φ.Μ. ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τον Ν. 4354/2015, δυνάμει της υπ’ αριθμόν 247714.11.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας (οδός George’s Dock αρ. 3, 4ος όροφος, IFSC, Δουβλίνο 1) αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «PILLAR FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», όπως νόμιμα εκπροσωπείται, δυνάμει της από 12.5.2023 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε νομίμως στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου 331/16.5.2023, στον τόμο 16 και με αύξοντα αριθμό 104.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του ανακόπτοντος, της πρώτης καθ’ ης η ανακοπή και της εταιρείας με την επωνυμία «QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης και στις προτάσεις που κατέθεσαν επί της έδρας.

  

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Ι.. Η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων στην οποία ανατίθεται από την εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις ή την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού η διαχείριση των απαιτήσεών τους από δάνεια και πιστώσεις, δεν αποκτά τις εν λόγω απαιτήσεις κατά κυριότητα και συνεπώς δεν καθίσταται ειδικός διάδοχος των εν λόγω εταιρειών, νομιμοποιείται δε όχι ως δικαιούχος αλλά ως μη δικαιούχος διάδικος να διεξάγει τις περί των απαιτήσεων που διαχειρίζεται δίκες, για δικαίωμα τρίτου, αιτούμενη, ωστόσο, έννομη προστασία στο όνομά της, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, όχι όμως για δικό της λογαριασμό. Έτσι, στην περίπτωση που κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας δίκης περί την εκτέλεση λάβει χώρα αντικατάσταση του διαχειριστή, επέρχεται η παύση της διαχειριστικής εξουσίας της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων και κατ’ επέκταση της εξαιρετικής νομιμοποίησής της, με συνέπεια την επάνοδο στην κατά κανόνα νομιμοποίηση ή στην αντικατάστασή της από άλλη εταιρεία διαχείρισης. Στην περίπτωση αυτή χωρεί αναλογική εφαρμογή του άρθρου 286 περ. α άλλως περ. γ ΚΠολΔ και επέρχεται η διακοπή της δίκης και η συνέχισή της από το πιστωτικό ίδρυμα ή τη νέα διαχειρίστρια εταιρεία (πρβλ ΜΠρΗλείας 269/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. Αν. Πλεύρη, Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας - Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους Ν. 4842 & 4855/2021, Επιμ. X. Απαλλαγάκη - Στ. Σταματόπουλου, υπό το άρθρο 286 αρ. 9, σ. 1067 επ.).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία «QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που έλαβε χώρα προφορικά στο ακροατήριο, το περιεχόμενο της οποίας περιλαμβάνεται και στο δικόγραφο των προτάσεων της, γνωστοποίησε ότι μετά την εκκρεμοδικία επί της κρινόμενης ανακοπής λύθηκε η από 18.6.2019 σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων, δυνάμει της οποίας η διαχείριση των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «PILLAR FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» είχε ανατεθεί στην εταιρεία διαχείρισης με την επωνυμία «doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και ακολούθως η διαχείριση των εν λόγω απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της επίδικης απαίτησης, ανατέθηκε στην ίδια ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, νομίμως αδειοδοτηθείσα κατά τους ορισμούς του Ν. 4354/2015, δυνάμει της από 12.5.2023 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας έχει καταχωριστεί νομίμως στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου 331/16.5.2023, στον τόμο 16 και με αύξοντα αριθμό 104. Η λύση της ως άνω, συναφθείσας με την εταιρεία «doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις», σύμβασης διαχείρισης είχε ως συνέπεια τη βίαιη διακοπή της παρούσας δίκης, η οποία ήδη συνεχίζεται από την εταιρεία διαχείρισης με την επωνυμία «QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» ως νυν διαχειρίστρια της επίδικης απαίτησης, δυνάμει της νέας ως άνω από 12.5.2023 σύμβασης διαχείρισης, δεδομένου ότι η τελευταία με την προπαρατεθείσα προφορική δήλωση της αφενός μεν γνωστοποίησε τον λόγο της βίαιης διακοπής, αφετέρου δε δήλωσε την συνέχιση της δίκης από την ίδια, νομιμοποιούμενη προς τούτο ως μη δικαιούχο διάδικο, κατά τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στην υπό στοιχείο I. νομική σκέψη.

 

ΙΙ. Κατά την παρ. 6 του άρθρου 973 ΚΠολΔ, αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο που αφορά το κύρος της δήλωσης συνέχισης και υποκατάστασης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της κατά την παράγραφο 1 ανάρτησης. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα ημέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε ένα μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων. Η τελευταία αυτή ειδική ανακοπή κατά των δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης άλλου δανειστή εισήχθη το πρώτον με τον Ν. 4335/2015. Και αυτό γιατί μέχρι τις τροποποιήσεις του νόμου αυτού η σχετική ανακοπή κατά τω ν δηλώσεων αυτών ασκούνταν στην προθεσμία του άρθρου 934 περ. β ΚΠοΛΔ, όπως ίσχυε προ του Ν. 4335/2015, ήτοι μέχρι τον πλειστηριασμό, πρώτη δε πράξη εκτελέσεως θεωρούνταν ανάλογα η δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης (ΑΠ 610/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, μετά την αναμόρφωση του άρθρου 934 με τον Ν. 4335/2015 και τη συγχώνευση των περιπτώσεων α και β του προϊσχύσαντος άρθρου 934 στην περίπτωση α του νέου άρθρου 934, με ενιαία προθεσμία άσκησης της ανακοπής 45 ημερών απ' την ημέρα της κατάσχεσης και διατήρηση της ανακοπής κατά του πλειστηριασμού ως περίπτωση β (τέως γ), η εν λόγω ανακοπή κατά των δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης δεν μπορεί να υπαχθεί σε καμία από τις προβλεπόμενες πλέον περιπτώσεις του άρθρου 934, έτσι ώστε να επιλεγεί από το νομοθέτη να εισαχθεί γι' αυτές μία ιδιαίτερη ανακοπή, που ρυθμίστηκε αυτοτελώς στο νέο άρθρο 973 παρ. 6. Με την ανακοπή αυτή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ δύνανται να προβάλλονται λόγοι, οι οποίοι αφορούν το κόρος της δήλωσης αυτής (ΜονΠρωτΧαλκ 24/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι, οι αντιρρήσεις που μπορούν να προβληθούν με το σχετικό ένδικο βοήθημα, πρέπει πρώτιστα να αφορούν είτε πρωτογενείς πλημμέλειες της επίδικης πράξης εκτέλεσης (δήλωσης συνέχισης ή υποκατάστασης) καθώς και συνεπακόλουθα στις πράξεις που ακολούθησαν αυτής (άρθρο 973 παρ. 1 ΚΠολΔ) είτε δευτερογενείς ακυρότητες της δήλωσης συνέχισης ή υποκατάστασης που προκύπτουν από δικονομικά ανίσχυρες προγενέστερες πράξεις εκτέλεσης στις οποίες στηρίζεται η επίδικη πράξη εκτέλεσης (πχ. την κατάσχεση). Η δεύτερη όμως ως άνω περίπτωση (δευτερογενούς ακυρότητας) τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η (μετέπειτα προσβαλλόμενη) δήλωση συνέχισης, οι εν λόγω (προγενέστερες ανίσχυρες) πράξεις είτε έχουν ακυρωθεί με δικαστική απόφαση είτε έστω έχουν παύσει να υφίστανται και να παράγουν έννομες συνέπειες με κάθε άλλο νόμιμο τρόπο (π.χ. απόφαση για ανατροπή κατάσχεσης, δήλωση παραίτησης από κατάσχεση κ.α.). Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τον λόγο που προτείνεται με την ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ και το ποια πράξη εκτέλεσης αφορά αυτός (ο λόγος), το αίτημα της ανακοπής του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ (όπως ανάλογα ισχύει και για την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ) είναι η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης εκτέλεσης, η οποία στην συγκεκριμένη ανακοπή μπορεί και πρέπει να είναι μόνο η επίδικη δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης και όχι άλλες προγενέστερες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας (ΜΠρΠατρ 430/2024 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, βλ. ΜΠρΡοδ 224/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και τις εκεί παραπομπές).

 

Τρίτη 8 Απριλίου 2025

ΕλΣυν Ολ 26/2025: Δεν παραβιάζει το Σύνταγμα η απονομή πλήρους σύνταξης σε δημόσιους υπαλλήλους, που έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για σοβαρά ποινικά αδικήματα

 


Παραπομπή ζητήματος συνταγματικότητας στην Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 161 παρ. 1 του ν. 4700/2020. Κατάργηση, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 4488/2017, της διάταξης της περίπτωσης β΄ του άρθρου 62 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (π.δ. 169/2007), με συνέπεια την απόληψη από επίορκο υπάλληλο, παρανομήσαντα σε βάρος του δημοσίου ή ν.π.δ.δ. και αμετακλήτως καταδικασθέντα, σύνταξης του αυτού ύψους με τον ευόρκως υπηρετήσαντα. Η νέα ρύθμιση δεν τελεί σε αντίθεση με τη συνταγματική αρχή της ισότητας (4 παρ. 1 Συντ.) και την απορρέουσα από αυτή αρχή της αξιοκρατίας. Σαφής δικαιοπολιτική επιλογή του νομοθέτη να αποσυνδέσει πλήρως την ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά των υπαλλήλων από την οιασδήποτε έκτασης (ολική ή μερική) οριστική απώλεια του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Η ρύθμιση αυτή δεν δύναται να θεωρηθεί ότι εξομοιώνει αυθαίρετα ευόρκως υπηρετήσαντες και επίκορκους υπαλλήλους, δοθέντος ότι και ο επίορκος υπάλληλος παρείχε επί μακρόν υπηρεσίες επί τη βάσει νομίμως συσταθείσας δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης, διαθέτοντας τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα της θέσης του, έχοντας καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές και έχοντας συμπληρώσει τις χρονικές προϋποθέσεις για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης από το Δημόσιο. Η ποινικώς κολάσιμη συμπεριφορά των υπαλλήλων δεν συνιστά πρόσφορο κριτήριο δυνάμενο να δικαιολογήσει, κατά τρόπο συνταγματικώς ανεκτό, την εξαίρεση τους από το δικαίωμα σύνταξης. Τυχόν αναλογική μείωση του ύψους της σύνταξης αμετακλήτως καταδικασθέντος υπαλλήλου που προέβη σε έκνομες δραστηριότητες κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, θα συνιστούσε πράξη νομοθέτησης και, επομένως, ανεπίτρεπτη (άρθρο 26 Συντ.) επέμβαση του δικαστή στα έργα της νομοθετικής εξουσίας.

Αντίθετη μειοψηφία: Σε συνέχεια της διαπιστούμενης αντισυνταγματικότητας και ελλείψει ειδικής προς τούτο νομοθετικής ρύθμισης -και μέχρι τη θέσπιση αυτής- στο πλαίσιο της παροχής δικαστικής προστασίας και εφαρμογής των γενικών αρχών της αναλογικότητας και της αναλογικής ισότητας, το Δικαστήριο δύναται να προβεί σε πρωτογενή καθορισμό του ύψους της καταβλητέας σύνταξης.


Απόφαση  26/2025

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΕ ΜΕΙΖΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια, στις 7 Δεκεμβρίου 2022, με την εξής σύνθεση: Σωτηρία Ντούνη, Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος, Μαρία Βλαχάκη, Άννα Λιγωμένου, Αγγελική Μαυρουδή, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου και Βασιλική Ανδρεοπούλου, Αντιπρόεδροι, Δημήτριος Πέππας, Γεωργία Τζομάκα, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Δημήτριος Τσακανίκας, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Αργυρώ Μαυρομμάτη, Ευαγγελία Σεραφή, Γεωργία Παπαναγοπούλου, Βασιλική Πέππα, Κωνσταντίνα Σταμούλη, Ιωάννα Ρούλια, Ιωάννης Καλακίκος, Ιωάννης Βασιλόπουλος, Άννα Παπαπαναγιώτου, Ελένη Σκορδά και Νικόλαος Βόγκας, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Ελένη Αυγουστόγλου. Γενικός Επίτροπος Επικρατείας: Σταμάτιος Πουλής.

Για να αποφανθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 161 παρ. 1 του ν. 4700/2020 (Α΄ 127),  επί του παραπεμφθέντος στην Ολομέλεια, με την 1612/2022 απόφαση του ΙΙ Tμήματος, ζητήματος της αντιθέσεως ή μη των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 4488/2017 (Α΄ 137) με τις οποίες καταργήθηκε η περίπτωση β΄ του άρθρου 62 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (π.δ. 169/2007, Α΄ 210) ως προς το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

Το ως άνω ζήτημα ανέκυψε κατά την εκδίκαση από το παραπέμψαν Τμήμα της από ...2018 έφεσης (με αριθμό βιβλίου δικογράφων ...2018) του …, κατοίκου Αθηνών (οδός …, ΤΚ …), ο οποίος εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους ΝΚ και κατά της ...2017 πράξης της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ο οποίος κλητεύθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 42 και 178 παρ. 1 του ν. 4700/2020, παραστάθηκε, ομοίως, διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους ΝΚ. Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (e-ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αγίου Κωνσταντίνου 8) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, 2 παραστάθηκε διά του ως άνω Νομικού Συμβούλου του Κράτους ΝΚ. - Η …, σύζυγος του εκκαλούντος, δεν παραστάθηκε.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τον δικαστικό πληρεξούσιο του Ελληνικού Δημοσίου, του e-ΕΦΚΑ και του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτό ότι οι επίμαχες διατάξεις αντίκεινται στο Σύνταγμα. Τον Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος ανέπτυξε προφορικά την από 7.12.2022 γνώμη και υποστήριξε ότι η υπό κρίση διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 4488/2017 δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε, στις 12 Ιουνίου 2024, σε τηλεδιάσκεψη, με τη χρήση της επίσημης κρατικής πλατφόρμας ePresence.gov.gr, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 2 του ν. 4700/2020, με παρόντες τους Δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από την Ευαγγελία Σεραφή, Σύμβουλο, που απουσίαζε λόγω κωλύματος (άρθρο 293 παρ. 3 εδ. α΄ του ν. 4700/2020) και τον Νικόλαο Βόγκα, Σύμβουλο, που αποχώρησε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του ν. 4820/2021 και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν ασκεί επιρροή η εντωμεταξύ επελθούσα προαγωγή της Προεδρεύουσας Αντιπροέδρου σε Πρόεδρο κατ’ άρθρ. 293 παρ. 2 του ν. 4700/2020.

Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Κωνσταντίνας Σταμούλη

και αφού σκέφθηκε κατά τον νόμο

Αποφάσισε τα εξής:

1. Με την από ...2018 έφεση ο ενώπιον του ΙΙ Τμήματος εκκαλών, πρώην υπάλληλος του Υπουργείου …, επιδιώκοντας τον κανονισμό σε αυτόν σύνταξης, ζήτησε την ακύρωση της ...2017 πράξης της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.), απορριπτικής της ...2017 αιτήσεώς του για την επανεξέταση της οριστικώς κριθείσας συνταξιοδοτικής υπόθεσής του, κατ’ επίκληση της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 4488/2017, με την οποία καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 62 περ. β΄ και 64 παρ. 1 του π.δ. 169/2007 (Α΄ 210) [εφεξής Συνταξιοδοτικού Κώδικα] και τη μεταρρύθμιση της ...2013 συνταξιοδοτικής πράξης του Προϊσταμένου της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ.. Με την τελευταία αυτή πράξη, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 62 περ. β΄ και 64 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, ο εκκαλών απώλεσε το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα, συνεπεία της αμετάκλητης ποινικής καταδίκης του σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και έξι (6) μηνών και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων επί πέντε (5) έτη, για τα αδικήματα α) της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση (σε κακουργηματική μορφή), β) της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ’ εξακολούθηση, γ) της παθητικής δωροδοκίας κατ’ εξακολούθηση (σε βαθμό Απόφαση  26/2025 3 πλημμελήματος) και δ) της απόπειρας ενεργητικής δωροδοκίας, και εξ αυτού του λόγου μέρος της συντάξεώς του (7/10) μεταβιβάστηκε στην ήδη αποβιώσασα σύζυγό του, ....

2. Νομίμως εχώρησε η συζήτηση της υποθέσεως παρά τη δικονομική απουσία του εκκαλούντος, ο οποίος εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο, ζήτησε να εκδικαστεί η υπόθεσή του και γνωστοποίησε τον θάνατο της συζύγου του … (σχετ. η …2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου … από την οποία προκύπτει ότι η ανωτέρω απεβίωσε στις ..2020).

3. Επιληφθέν της ως άνω εφέσεως το παραπέμψαν Τμήμα, με την 1612/2022 απόφαση, ήχθη σε κρίση περί της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 4488/2017. Ειδικότερα, έγινε δεκτό ότι η κατάργηση, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 4488/2017, της διάταξης της περίπτωσης β΄ του άρθρου 62 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, συνεπαγόμενη την απόληψη από τον επίορκο, παρανομήσαντα σε βάρος του δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) και αμετακλήτως καταδικασθέντα, υπάλληλο σύνταξης του αυτού ύψους με τον ευόρκως υπηρετήσαντα, τελεί σε αντίθεση με τη συνταγματική αρχή της ισότητας και την απορρέουσα από αυτή αρχή της αξιοκρατίας, καθώς εξομοιώνει, κατά παραβίαση αυτών, ανόμοιες καταστάσεις. Σε συνέχεια δε της διαπιστούμενης αντισυνταγματικότητας και ελλείψει ειδικής προς τούτο νομοθετικής ρύθμισης, και μέχρι τη θέσπιση αυτής, το Τμήμα προέβη σε πρωτογενή καθορισμό του ύψους της καταβλητέας σύνταξης. Κατά τον προσδιορισμό δε του ποσού της καταβλητέας σύνταξης έλαβε υπόψη τα εξής κριτήρια: i) το ποσό αυτό δεν μπορεί να ισούται με το ποσό που λαμβάνει ο ευόρκως υπηρετήσας δημόσιος υπάλληλος και μετέπειτα συνταξιούχος, καθόσον τούτο θα έθιγε, κατά τα προεκτεθέντα, την αρχή της ισότητας, ii) το ποσό αυτό πρέπει να τελεί σε κάποια αναλογία προς τις αποδοχές ενέργειας, μέρος των οποίων συνιστούν και οι καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές, iii) ενόψει της αρχής της αναλογικής ισότητας και δοθέντος ότι το δικαίωμα σε σύνταξη του καταδικασθέντος, για τα ειδικώς οριζόμενα στον νόμο αδικήματα, μόνιμου υπαλλήλου στηρίζεται στη μακροχρόνια πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία του στο δημόσιο ή σε ν.π.δ.δ., το καταβλητέο ποσό πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με τα 7/10 της σύνταξης, που θα κανονιζόταν στον υπάλληλο με βάση τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας του και iv) την αναλογία αυτή των 7/10 της σύνταξης αναγνώριζε εμμέσως και διαχρονικά και ο ίδιος ο νομοθέτης μέχρι την κατάργηση της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 64 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, που κατά πλάσμα νόμου εξομοίωνε τον καταδικασθέντα με θανόντα και μεταβίβαζε τη σύνταξή του στα δικαιούχα πρόσωπα της οικογένειάς του. Με βάση τα ανωτέρω το Τμήμα προβαίνοντας σε μια σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία έκρινε, τελικώς, ότι ο εκκαλών πρέπει να λάβει τα 7/10 της σύνταξης που θα ελάμβανε αν δεν είχε καταδικαστεί για τα προαναφερόμενα αδικήματα. Κατόπιν δε των παραδοχών 4 αυτών παρέπεμψε, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 4 του Συντάγματος, το αναφυέν ζήτημα στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου για να αποφανθεί οριστικώς επ’ αυτού. 

4. Η ένδικη παραπομπή παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον της Ολομέλειας, κατά τα άρθρα 161 παρ. 1 και 164 του ν. 4700/2020.

5. Στην ως άνω υπόθεση το Τμήμα διαπίστωσε ότι από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης προέκυπταν τα ακόλουθα: Με την …/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της …/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου, ο ενώπιόν του εκκαλών, …, εν ενεργεία, κατά τον χρόνο εκείνο, υπάλληλος του Υπουργείου …, καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και έξι (6) μηνών και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων επί πέντε (5) έτη για τα αδικήματα: α) της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση (σε κακουργηματική μορφή), β) της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ’ εξακολούθηση γ) της παθητικής δωροδοκίας κατ’ εξακολούθηση (σε βαθμό πλημμελήματος) και δ) της απόπειρας ενεργητικής δωροδοκίας, καταδίκη που επέσυρε και την αυτοδίκαιη έκπτωσή του από την υπηρεσία, σύμφωνα με το άρθρο 149 περ. α΄ του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α΄ 26). Συνεπεία της ανωτέρω αμετάκλητης καταδίκης του, η υπηρεσία του τερματίστηκε αυτοδικαίως στις ...2011, ημερομηνία δημοσίευσης της ανωτέρω …/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου (σχετ. η ...2012 απόφαση του Υπουργού …, …). Ακολούθως, ο ίδιος υπέβαλε αίτημα για απονομή σε αυτόν σύνταξης. Με την ...2013 πράξη του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων του Γ.Λ.Κ., κατ’ απόρριψη του ανωτέρω αιτήματός του, έγινε δεκτό ότι, συνεπεία της αμετάκλητης ποινικής καταδίκης του, αυτός απώλεσε το δικαίωμά του για σύνταξη, για τον λόγο δε αυτό κανονίστηκε σύνταξη κατά μεταβίβαση στην ήδη αποβιώσασα σύζυγό του …, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 62 περ. β΄ και 64 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, με βάση τη συνολική συντάξιμη υπηρεσία του, ως τακτικού υπαλλήλου στο Υπουργείο …, από έτη 30-10-07. Η σύνταξη δε αυτή ορίστηκε πληρωτέα από ...2011 σε βάρος του δημόσιου ταμείου.  Κατά της πράξης αυτής, ο εκκαλών δεν άσκησε ένδικα βοηθήματα ή μέσα, με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί οριστική. Ακολούθως, στις 13.9.2017 τέθηκε σε ισχύ ο ν. 4488/2017, με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του οποίου καταργήθηκαν οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 62 περ. β΄ και 64 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, που προέβλεπαν την απώλεια του δικαιώματος σύνταξης του καταδικασθέντος για τα συγκεκριμένα αδικήματα πρώην υπαλλήλου και τη μεταβίβαση της σύνταξής του στη σύζυγο και τα τέκνα αυτού, σαν αυτός που καταδικάστηκε να είχε πεθάνει. Κατόπιν τούτων, ο ανωτέρω, με την ...2017 αίτησή του, επικαλούμενος την ως άνω διάταξη, ζήτησε την επανεξέταση της οριστικώς κριθείσας υπόθεσής του και την τροποποίηση της ...2013 συνταξιοδοτικής πράξης, ώστε να οριστεί εφεξής ο ίδιος δικαιούχος της σύνταξης. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε με την ...2017 πράξη της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Απόφαση  26/2025 5 Συντάξεων του Γ.Λ.Κ., με την αιτιολογία ότι το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα κρίθηκε με τη ...2013 πράξη του Προϊσταμένου της αυτής Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., δηλαδή σε προγενέστερο χρόνο από την ισχύ των διατάξεων του ν. 4488/2017, με συνέπεια το αίτημά του για επανακαθορισμό της σύνταξης στο πρόσωπό του να μη μπορεί να ικανοποιηθεί. 

6. Η Ολομέλεια διευκρινίζει ότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων από τα όργανα της δικαστικής λειτουργίας, που προβλέπεται από το Σύνταγμα (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4), αποτελεί μορφή διασταυρώσεως των λειτουργιών, αναγκαία στο δημοκρατικό πολίτευμα χάριν των εγγυήσεων κατά της αυθαιρεσίας που διασφαλίζεται με αυτόν και δεν έχει την έννοια της υποκαταστάσεως των οργάνων της δικαστικής εξουσίας στα έργα αυτών της νομοθετικής ως προς την πρωτογενή εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος και την εξ αυτού προκύπτουσα στάθμιση των διαφόρων βιοτικών καταστάσεων και σχέσεων για την απονομή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στους πολίτες. Η εκάστοτε νομοθετική επιλογή υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, που είναι πάντως έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των ουσιαστικών εκτιμήσεων του νομοθέτη ως προς την ανάγκη της νομοθέτησης ή ως προς την επιλογή των κατάλληλων μέτρων, οπότε ο έλεγχος περιορίζεται στην αναζήτηση ενδεχόμενης πρόδηλης υπέρβασης του περιθωρίου εκτίμησης που αναγνωρίζεται, με βάση την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, υπέρ του κοινού νομοθέτη (βλ. ΕλΣυν Ολ. 1145/2023, 1477, 504/2021, 2020/2020, 137/2019, ΣτΕ Ολ. 201/2020). 

7. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος αναγνωρίζεται ως θεμελιώδης αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος η αξία του ανθρώπου, η οποία επιβάλλει σε όλα τα όργανα της Πολιτείας όχι μόνο να σέβονται αλλά και να προστατεύουν την αξία αυτή, απέχοντας, μεταξύ άλλων, από την επιβολή διοικητικών μέτρων και κυρώσεων που, ενόψει των περιστάσεων, θίγουν την φυσική, ψυχική και κοινωνική υπόσταση του ανθρώπου και προσβάλλουν τον πυρήνα της προσωπικότητάς του (βλ. ΕλΣυν Ολ. 543/2023, 1820/2021 κ.ά.).

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2025

ΣτΕ (Γ') 955/24 : ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ - ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΘΕΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗΣ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΥ - ΤΥΠΙΚΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ - ΜΟΡΙΟΔΟΤΗΣΗ - ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΔΟΜΗΜΕΝΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ


ΣτΕ (Γ') 955/24 : ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ - ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΘΕΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗΣ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΥ - ΤΥΠΙΚΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ - ΜΟΡΙΟΔΟΤΗΣΗ - ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΔΟΜΗΜΕΝΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ - ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΕΙ.Σ.Ε.Π. ΠΕΡΙ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ [ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ ΥΠΟΨΗΦΙΟΥ ΠΟΥ ΔΙΕΘΕΤΕ ΤΑ ΤΥΠΙΚΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ] ΣΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ ΚΑΙ ΜΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΠΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ - ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΚΥΡΩΣΗΣ. Zητείται, εν προκειμένω, η ακύρωση της τεκμαιρόμενης απόρριψης των αιτήσεων του αιτούντος προς το Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων και προς τον αρμόδιο Υπουργό , περί ολοκλήρωσης της διαδικασίας επιλογής και τοποθέτησής του αιτούντος ως Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης και της παράλειψης της Διοίκησης να εκδώσει πράξη τοποθέτησής του στη εν λόγω θέση. Κατ'αρχάς, το κριτήριο της δομημένης συνέντευξης δεν έχει απλώς μοριοδοτικό χαρακτήρα, αλλά αφορά τη διαπίστωση της ικανότητας και της καταλληλότητας του υποψηφίου για την άσκηση των καθηκόντων της προκηρυχθείσας θέσης ευθύνης. Κατά συνέπεια, η Διοίκηση δεν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει και να τοποθετήσει στην εν λόγω θέση τον τυχόν μοναδικό υποψήφιο ο οποίος διαθέτει τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα, εφόσον αυτός δεν κριθεί ικανός και κατάλληλος για την άσκηση των αντίστοιχων καθηκόντων με βάση την αξιολόγησή του στο ανωτέρω κριτήριο. Στην κρινόμενη υπόθεση, ο αιτών βαθμολογήθηκε από τα μέλη του ΕΙ.Σ.Ε.Π. στο κριτήριο της δομημένης συνέντευξης, με βαθμολογίες μικρότερες από το 1/2 των 1.000 μορίων, τα οποία μπορούσε να λάβει από κάθε μέλος (και κατά μέσο όρο) κατ’ ανώτατο όριο. Από τις ανωτέρω βαθμολογίες και κρίσεις, συνάγεται ευθέως ότι ο αιτών κρίθηκε ανεπαρκής για την άσκηση των καθηκόντων της θέσης του Προϊσταμένου και, επομένως, δεν επελέγη για την πλήρωσή της. Οι εν λόγω αρνητικές κρίσεις των μελών του ΕΙ.Σ.Ε.Π. γνωστοποιήθηκαν στον αιτούντα με την κοινοποίηση σε αυτόν του πρακτικού και η διαδικασία ολοκληρώθηκε χωρίς επιλογή υποψηφίου για την επίδικη θέση, αφού η Διοίκηση δεν είχε τη δυνατότητα να προβεί στην επιλογή του αιτούντος  εκ μόνου του λόγου ότι ήταν ο μοναδικός υποψήφιος που διέθετε τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα. Απορρίπτει την αίτηση ακύρωσης. [ Αρ. 84-86 Ν. 3528/07, αρ. 29 παρ. 3, 30 παρ.3 Ν. 4369/16, αρ. 30 Ν.4440/16, αρ.2ο παρ.7 Ν. 4464/17, αρ. 48 παρ. 3 Ν. 4509/17 ]


ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Γ΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 955/2024

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2021, με την εξής σύνθεση: Δημήτριος Σκαλτσούνης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Δημήτριος Μακρής, Αικατερίνη Ρωξάνα, Σύμβουλοι, Ανδρέας Χρυσικόπουλος, Ελένη Κουλεντιανού, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Νικόλαος Βασιλόπουλος.

Για να δικάσει την από 9 Ιουλίου 2019 αίτηση:

του ..... του ..., κατοίκου ... ( .....), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο ΑΠ (Α.Μ. ....), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του,

κατά των Υπουργών: 1. Εσωτερικών, ο οποίος παρέστη με την ΑΠ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της και 2. Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ο οποίος παρέστη με τη ΘΚ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: 1. η τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη α) της υπ’ αριθμ. πρωτ. ......./20.3.2019 αιτήσεώς του προς το 1ο Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων (ΕΙ.Σ.Ε.Π.) του άρθρου 86 του ν. 3528/2007 και β) της υπ’ αριθμ. πρωτ. ......./21.3.2019 αιτήσεώς του προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, 2. η παράλειψη της Διοικήσεως να εκδώσει πράξη τοποθέτησής του στη θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Κτηνιατρικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ανδρέα Χρυσικόπουλου.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής ......./2019).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση: (α) της τεκμαιρόμενης απόρριψης των από 20.3.2019 αιτήσεων του αιτούντος προς το 1ο Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων (ΕΙ.Σ.Ε.Π.) του Υπουργείου Διοικητικής Ανασυγκρότησης (αριθμ. πρωτ. ......./20.3.2019) και προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (αριθμ. πρωτ. ......./21.3.2019) περί ολοκλήρωσης της διαδικασίας επιλογής και τοποθέτησής του ως Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Κτηνιατρικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων· (β) της παράλειψης της Διοίκησης να εκδώσει πράξη τοποθέτησης του αιτούντος στη θέση του Προϊσταμένου της ανωτέρω Γενικής Διεύθυνσης, της οποίας η πλήρωση είχε προκηρυχθεί με την ..../7.12.2017 προκήρυξη των Υπουργών Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

3. Επειδή, ο Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας - Υ.Κ.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (Α´ 26), όριζε στα άρθρα 84, 85 και 86, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, τα εξής: ● άρθρο 84 [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 4369/2016 (Α΄ 33) και τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 4464/2017 (Α΄ 46/4.4.2017)]: «Προϊστάμενοι οργανικών μονάδων. 1. Ως προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης επιλέγονται υπάλληλοι της κατηγορίας ΠΕ ή TE, εφόσον: α) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης για ένα (1) έτος τουλάχιστον ή β) έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Διεύθυνσης για τρία (3) τουλάχιστον έτη ή γ) είναι κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς διδακτορικού διπλώματος ή απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) ή κάτοχοι αναγνωρισμένου συναφούς μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, κατέχουν βαθμό Α´ με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον οκτώ (8) έτη στο βαθμό αυτόν ή δ) κατέχουν το βαθμό Α΄ με πλεονάζοντα χρόνο τουλάχιστον δέκα (10) έτη στο βαθμό αυτόν. 2. … 5. Υπάλληλος που κατέχει το βασικό τίτλο σπουδών, ο οποίος αποτελεί το τυπικό προσόν του κλάδου, οι υπάλληλοι του οποίου προβλέπεται από τις οικείες οργανικές διατάξεις να προΐστανται στη θέση που προκηρύσσεται, μπορεί να συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής ανεξαρτήτως του κλάδου στον οποίο ανήκει. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τα ειδικά προσόντα και τους βασικούς τίτλους σπουδών που μπορεί να εξειδικεύονται με τις οικείες οργανικές διατάξεις οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.) μπορούν να συμμετέχουν ως υποψήφιοι στην προκήρυξη οποιασδήποτε θέσης ευθύνης ανεξαρτήτως του τίτλου σπουδών που κατέχουν. 6. Οι προϋποθέσεις και τα προσόντα επιλογής πρέπει να συντρέχουν κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων υποψηφιότητας. 7. Οργανικές μονάδες είναι η Γενική Διεύθυνση, η Διεύθυνση, το Τμήμα, το αυτοτελές Τμήμα, οι οργανικές μονάδες αντίστοιχου επιπέδου προς τις προαναφερόμενες, καθώς και τυχόν ενδιάμεσα επίπεδα διοίκησης, όπως αυτά προβλέπονται από τις οικείες οργανικές διατάξεις. … Οι οργανικές μονάδες επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης που προβλέπονται στις οικείες οργανικές διατάξεις και οι αρμοδιότητές τους είναι όμοιες ή παρεμφερείς σε όλους τους φορείς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κώδικα, ιδίως Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης, Οικονομικών Υπηρεσιών, Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών, Πληροφορικής, Διεύθυνση Διοικητικού / Προσωπικού, Πληροφορικής, Προμηθειών, Προϋπολογισμού, νοούνται εφεξής για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κώδικα ως οριζόντιες θέσεις ευθύνης»· ● άρθρο 85 [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4369/2016 και τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο παρ. 2 και 3 του ν. 4464/2017]: «Κριτήρια επιλογής προϊσταμένων. 1. Για την επιλογή προϊσταμένων λαμβάνονται υπόψη τέσσερις (4) ομάδες κριτηρίων: α) Μοριοδότηση βάσει τυπικών, εκπαιδευτικών προσόντων και προσόντων επαγγελματικής κατάρτισης, β) μοριοδότηση βάσει εργασιακής εμπειρίας και άσκησης καθηκόντων ευθύνης, γ) μοριοδότηση βάσει αξιολόγησης και δ) μοριοδότηση βάσει συνέντευξης. 2. Για την τελική μοριοδότηση ο συνολικός αριθμός των μορίων κάθε κατηγορίας πολλαπλασιάζεται με τον εξής συντελεστή, ανά θέση ευθύνης: α) … γ) Για τη θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης με συντελεστή βαρύτητας: 30% για την ομάδα κριτηρίων (α), 20% για την ομάδα κριτηρίων (β), 20% για την ομάδα κριτηρίων (γ) και 30% για την ομάδα κριτηρίων (δ). 3. Τα ως άνω κριτήρια αξιολογούνται ως ακολούθως: α) Τα τυπικά - εκπαιδευτικά προσόντα μοριοδοτούνται ως εξής: … Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από τα τυπικά - εκπαιδευτικά προσόντα δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια. β) Η εργασιακή εμπειρία και η άσκηση καθηκόντων ευθύνης μοριοδοτούνται ως εξής: … Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από την εργασιακή εμπειρία και την άσκηση καθηκόντων ευθύνης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια. γ) Αξιολόγηση … Το σύνολο των μορίων που μπορεί να λάβει ένας υποψήφιος από την Αξιολόγηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1.000 μόρια, κατόπιν της απαιτούμενης αναγωγής της βαθμολογίας στην κλίμακα του χίλια (1.000).

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

"'Οψεις της επίδρασης της νομολογίας του ΕΔΔΑ στην οργάνωση και λειτουργία του Συμβουλίου της Επικρατείας" [Μιχάλης Ν.Πικραμένος, Πρόεδρος Συμβουλίου της Επικρατείας, Καθηγητής Νομικής Σχολής Α.Π.Θ]

 



Α. Ο εθνικός νομοθέτης και το Συμβούλιο της Επικρατείας υπό την ευεργετική επίδραση της νομολογίας του ΕΔΔΑ

α) Ο “δικονομισμός’ του εθνικού δικαστή

Μία αναδρομή στην σχέση της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θα οδηγούσε στην παρατήρηση ότι από το 1953, έτος εισόδου της ΕΣΔΑ στην ελληνική έννομη τάξη, μέχρι, περίπου, την δεκαετία 1990 το ελληνικό δικαστήριο θεωρούσε πάντοτε ότι το κατοχυρούμενο από την ΕΣΔΑ δικαίωμα ήταν μικρότερου ή ίσου πλάτους με το αντιστοίχως κατοχυρούμενο από το ελληνικό Σύνταγμα δικαίωμα, με συνέπεια να εφαρμόζεται μόνον το Σύνταγμα, έστω και αν μνημονευόταν και η ΕΣΔΑ[1]. Είναι αξιοσημείωτο ότι σε αντίθεση με την εξαιρετικά γόνιμη άσκηση της δικαιοπλαστικής εξουσίας από το Συμβούλιο της Επικρατείας στο ουσιαστικό διοικητικό δίκαιο από το 1929 έως το 1974 και την ιδιαίτερα δημιουργική ερμηνεία συνταγματικών διατάξεων υπό την ισχύ του Συντάγματος 1975, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο έδειχνε για πολλές δεκαετίες ότι έπασχε από δικονομισμό, δηλαδή η δικονομία από θεραπαινίδα του ουσιαστικού δικαίου μετετράπη σε πεδίο τεχνικών ασκήσεων που οδηγούσε στην απόρριψη των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων. Οι αιτίες του δικονομισμού είναι πολλές και αφορούν όλο το δικαστικό σύστημα . Ο δικονομισμός συνιστά ένα είδος άμυνας στην επιβάρυνση της δικαιοσύνης, δείχνει ότι μερίδα του δικαστικού σώματος έχει χαμηλή δικαστική ενσυναίσθηση υπό την έννοια ότι δεν αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές συνέπειες που συνεπάγεται η μη υπεισέλευση στην ουσία της διαφοράς, ενώ υπάρχει και μια ανομολόγητη αδυναμία δικαστών να αντιμετωπίσουν σοβαρά ζητήματα[2]. Η συμβολή του ΕΔΔΑ είναι καταλυτική στην αλλαγή του τρόπου ερμηνείας και εφαρμογής των δικονομικών κανόνων.  Η ιστορία των θεσμών καταδεικνύει ότι η αναθεώρηση της κρατούσας αντίληψης σπάνια συντελείται αποκλειστικά με εσωτερικές ρήξεις και χωρίς εξωγενείς εκλυτικούς παράγοντες. Τα εν πολλοίς συντηρητικά χαρακτηριστικά του δικαστικού συστήματος και ο αυτοεγκλωβισμός των δικαστηρίων στις υιοθετηθείσες λύσεις καθιστούν εξαιρετικά δυσχερή μια αντιφορμαλιστική στροφή εκ των ένδον. Χαρακτηριστική περίπτωση δικονομισμού αποτέλεσε για χρόνια στη νομολογία η αντιμετώπιση του θεσμού της ομοδικίας. Νομολογιακώς είχαν καθορισθεί οι προϋποθέσεις της και γινόταν δεκτό ότι, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, το ένδικο βοήθημα εξετάζεται ως προς τον προτασσόμενο στο δικόγραφο διάδικο και απορρίπτεται οριστικώς ως προς τους λοιπούς, όπως, επίσης, γινόταν δεκτό ότι, αν ένας από τους ενωνόμενους στο δικόγραφο δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος, δεν υπάρχει ομοδικία και το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο για τους λοιπούς, πλην του πρώτου. Ανέκυψε το ζήτημα, εν όψει αυτής της, ούτως ή άλλως αυστηρής, νομολογίας, της τύχης του ενδίκου βοηθήματος στην περίπτωση όπου ο στερούμενος εννόμου συμφέροντος ήταν ο προτασσόμενος στο δικόγραφο. Στο πλαίσιο αυτό εξεταζόταν πρώτα η ομοδικία, διαπιστωνόταν η έλλειψή της λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του πρώτου και απορριπτόταν το ένδικο βοήθημα για τους λοιπούς, πλην του πρώτου και, στη συνέχεια, και για τον πρώτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο κατασκεύασε έναν παράδοξο κανόνα σύμφωνα με τον οποίο η εξέταση της ομοδικίας προηγείται της εξέτασης του εννόμου συμφέροντος[3]. Με το άρθρο 22 παρ. 9 του ν. 3226/ 2004, ορίσθηκε ότι η αίτηση δεν απορρίπτεται οριστικά στην περίπτωση αυτή αλλά διατάσσεται χωρισμός δικογράφου και έτσι ο νομοθέτης έθεσε εκποδών αυτόν τον τυπολατρικό νομολογιακό κανόνα.

 

β) Ο θεσμός της δίκης και οι περιορισμοί πρόσβασης σε δικαστήριο

1.Η δίκη, υπό την ευρεία έννοια του όρου, είναι ο θεσμός με τον οποίο διασφαλίζεται η εφαρμογή των κανόνων δικαίου στην κοινωνική ζωή και αποτελείται από ένα σύνολο δικαιικά ρυθμισμένων ενεργειών δικαστικών οργάνων και διαδίκων που αποβλέπουν στην αυθεντική διάγνωση της αληθινής νομικής κατάστασης καθώς και στην αναγκαστική προσαρμογή της πραγματικής κατάστασης προς αυτή τη διάγνωση[4]. Όπως σημειώνει ο Κ. Κεραμεύς, η δίκη διαμορφώθηκε για να εξυπηρετήσει ορισμένους σκοπούς οι οποίοι κλιμακώνονται σε περισσότερα επίπεδα. Πρώτος σκοπός της δίκης είναι η προστασία των δικαιωμάτων κάθε υποκειμένου δικαίου που παρεμποδίζεται κατά την άσκηση του δικαιώματός του και μπορεί, εισάγοντας την κατάλληλη μορφή δίκης, να επιτύχει την αυθεντική αναγνώριση του δικαιώματος και περαιτέρω την ανα-γκαστική συμμόρφωση του υποχρέου προς το περιεχόμενο του δικαιώματος. Επόμενος σκοπός είναι η ασφάλεια δικαίου, η οποία λειτουργεί σε δύο επίπεδα: στο επίπεδο της συγκεκριμένης διαφοράς με την τελειωτική επίλυσή της και την αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης στο βαθμό που διαταράχθηκε από τη γένεση της διαφοράς αυτής. Στο δεύτερο επίπεδο η ύπαρξη της δίκης ως θεσμού εμπεδώνει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στην εφαρμογή των κανόνων δικαίου και ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας που βιώνει ο πολίτης στο πλαίσιο της έννομης τάξης. Σε ένα ακόμα επίπεδο η δίκη συμβάλλει στην καλλιέργεια του δικαίου μέσω της διαλεύκανσης αμφίβολων νομι-κών ζητημάτων. Με την αντιμετώπιση περιπτώσεων από τη νομολογία οι αφηρημένοι κανόνες αποκτούν συγκεκριμένο περιεχόμενο και «υφαίνουν πυκνό πλέγμα επιταγών που διέπουν την κοινωνική ζωή»[5], με τη δημοσίευση δε των δικαστικών αποφάσεων η νοητική εργασία που έχει παραχθεί στο πλαίσιο της δίκης καθίσταται προσιτή στο ευρύτερο κοινό και προσφέρει αφορμές για επιστημονική επεξεργασία και δημόσιο διάλογο. Ο Κ. Μπέης επισημαίνει ότι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί ένδικο βοήθημα ενδιαφέρεται για την προστασία των θιγόμενων δικαιωμάτων του, όμως η δικαστική απόφαση έχει ευρύτερους στόχους που συνίσταται κυρίως στη διαφύλαξη της έννομης τάξης που αποτελεί αγαθό το οποίο βρίσκεται έξω από την εξουσία προς διάθεση των διαδίκων[6].

2. Κατά πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, ο πυρήνας του δικαιώματος πρόσβασης συνίσταται στην υποβολή μιας αξίωσης στο δικαστήριο το οποίο έχει δικαιοδοσία και αρμοδιότητα να εξετάσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της και να καταλήξει σε δεσμευτική απόφαση τέμνουσα τη διαφορά[7]. Το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ ως μία από τις εκφάνσεις του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη[8], δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς, οι οποίοι γίνονται σιωπηρά δεκτοί, κυρίως ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου. Αυτό συμβαίνει διότι, λόγω της ίδιας του της φύσης, το δικαίωμα προαπαιτεί μία ρύθμιση από το κράτος, το οποίο διαθέτει στο ζήτημα αυτό ένα περιθώριο ελεύθερης εκτίμησης. Οι περιορισμοί όμως αυτοί δεν επιτρέπεται να πλήττουν σε τέτοιο βαθμό την άσκηση του δικαιώματος, ώστε να θίγεται η ουσία του. Πρέπει επίσης οι περιορισμοί να εξυπηρετούν ένα δικαιολογημένο σκοπό και να υπάρχει εύλογη αναλογία ανάμεσα στα μέσα που χρησιμοποιούνται και τον επιδιωκόμενο σκοπό. Έτσι, το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο παραβιάζεται όταν η ρύθμιση του δικαιώματος από το κράτος παύει να εξυπηρετεί τους σκοπούς της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεί ένα είδος φραγμού που εμποδίζει την εξέταση της ουσίας του ενδίκου μέσου. Στο παραπάνω συμπέρασμα έχει επανειλημμένα καταλήξει το Δικαστήριο σε ελληνικές υποθέσεις, κρίνοντας ότι ο περιορισμός που επιβλήθηκε στο δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο των ενδιαφερομένων δεν τελούσε σε αναλογία με τους προαναφερθέντες επιδιωκόμενους σκοπούς[9]. Η χώρα καταδικάστηκε σε περισσότερες υποθέσεις, μεταξύ των οποίων και στην περίπτωση κατά την οποία το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο λόγω μίας τυπικής παράλειψης στην σύνταξη ή την κατάθεσή του.

Η καταδίκη ήλθε το 2000 με την υπόθεση Ανώνυμος Εταιρεία «Σωτήρης και Νίκος Κούτρας Α.Τ.Τ.Ε.Ε.», στην οποία η προσφεύγουσα εταιρεία είχε ασκήσει αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά της απόρριψης από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας της αίτησής της να λάβει μία κρατική επιχορήγηση για την κατασκευή ενός ξενοδοχείου. Η αίτηση κατατέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εταιρείας σε Αστυνομικό Τμήμα της Αθήνας και παρελήφθη από αστυνομικούς, οι οποίοι έθεσαν την σφραγίδα του τμήματος και σημείωσαν τον αριθμό πρωτοκόλλου και την ημερομηνία κατάθεσης πάνω στην πρώτη σελίδα του δικογράφου, αλλά παρέλειψαν να συμπληρώσουν τα στοιχεία αυτά στην πράξη κατάθεσης που συντάχθηκε στην τελευταία σελίδα της αίτησης και υπογράφηκε από τους ίδιους, τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εταιρείας και τον διοικητή του τμήματος. Διαπιστώνοντας την παράλειψη αυτή, το Συμβούλιο της Επικρατείας κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση ακυρώσεως με βάση το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του π.δ. 18/1989 όπου προβλέπεται ότι, σε περίπτωση κατάθεσης της αίτησης ακυρώσεως σε δημόσια αρχή πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναγράφεται ο αριθμός πρωτοκόλλου στην οικεία πράξη κατάθεσης.  Κατόπιν αυτού με την απόφαση 602/2002 της Ολομέλειας έγινε δεκτό ότι η διαγραφόμενη από τις  διατάξεις του π.δ. 18/1989 διαδικασία καταθέσεως της αιτήσεως ακυρώσεως και της αιτήσεως αναιρέσεως αποβλέπει στην εξασφάλιση της γνησιότητας του δικογράφου και στην αναμφισβήτητη απόδειξη της ημερομηνίας κατάθεσής του, η οποία συνάπτεται με την εμπρόθεσμη ή μη άσκηση των αιτήσεων αυτών. Προς τούτο προβλέπεται, όταν η κατάθεση δεν γίνεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η σύνταξη, πέραν της καταχωρίσεως του δικογράφου στο οικείο πρωτόκολλο εισερχομένων εγγράφων, σχετικής πράξεως καταθέσεως στην οποία μνημονεύεται ο αριθμός του πρωτοκόλλου και η χρονολογία. Η μνεία όμως του αριθμού του πρωτοκόλλου στη συντασσόμενη έκθεση καταθέσεως δεν αποτελεί, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, ουσιώδη τύπο της πράξεως αυτής. ΄Ετσι, η σχετική παράλειψη μπορεί νομίμως να αναπληρωθεί, είτε από την αναγραφή του αριθμού αυτού παραπλεύρως της εκθέσεως καταθέσεως ή σε άλλο σημείο του δικογράφου, είτε από επίσημο αντίγραφο εκ του οικείου πρωτοκόλλου εισερχομένων εγγράφων της αρχής ή του δικαστηρίου όπου έγινε η κατάθεση.