Παραπομπή ζητήματος συνταγματικότητας στην Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 161 παρ. 1 του ν. 4700/2020. Κατάργηση, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 4488/2017, της διάταξης της περίπτωσης β΄ του άρθρου 62 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (π.δ. 169/2007), με συνέπεια την απόληψη από επίορκο υπάλληλο, παρανομήσαντα σε βάρος του δημοσίου ή ν.π.δ.δ. και αμετακλήτως καταδικασθέντα, σύνταξης του αυτού ύψους με τον ευόρκως υπηρετήσαντα. Η νέα ρύθμιση δεν τελεί σε αντίθεση με τη συνταγματική αρχή της ισότητας (4 παρ. 1 Συντ.) και την απορρέουσα από αυτή αρχή της αξιοκρατίας. Σαφής δικαιοπολιτική επιλογή του νομοθέτη να αποσυνδέσει πλήρως την ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά των υπαλλήλων από την οιασδήποτε έκτασης (ολική ή μερική) οριστική απώλεια του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Η ρύθμιση αυτή δεν δύναται να θεωρηθεί ότι εξομοιώνει αυθαίρετα ευόρκως υπηρετήσαντες και επίκορκους υπαλλήλους, δοθέντος ότι και ο επίορκος υπάλληλος παρείχε επί μακρόν υπηρεσίες επί τη βάσει νομίμως συσταθείσας δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης, διαθέτοντας τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα της θέσης του, έχοντας καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές και έχοντας συμπληρώσει τις χρονικές προϋποθέσεις για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης από το Δημόσιο. Η ποινικώς κολάσιμη συμπεριφορά των υπαλλήλων δεν συνιστά πρόσφορο κριτήριο δυνάμενο να δικαιολογήσει, κατά τρόπο συνταγματικώς ανεκτό, την εξαίρεση τους από το δικαίωμα σύνταξης. Τυχόν αναλογική μείωση του ύψους της σύνταξης αμετακλήτως καταδικασθέντος υπαλλήλου που προέβη σε έκνομες δραστηριότητες κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, θα συνιστούσε πράξη νομοθέτησης και, επομένως, ανεπίτρεπτη (άρθρο 26 Συντ.) επέμβαση του δικαστή στα έργα της νομοθετικής εξουσίας.
Αντίθετη μειοψηφία: Σε συνέχεια της διαπιστούμενης αντισυνταγματικότητας και ελλείψει ειδικής προς τούτο νομοθετικής ρύθμισης -και μέχρι τη θέσπιση αυτής- στο πλαίσιο της παροχής δικαστικής προστασίας και εφαρμογής των γενικών αρχών της αναλογικότητας και της αναλογικής ισότητας, το Δικαστήριο δύναται να προβεί σε πρωτογενή καθορισμό του ύψους της καταβλητέας σύνταξης.
Απόφαση 26/2025
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΕ ΜΕΙΖΟΝΑ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια, στις 7
Δεκεμβρίου 2022, με την εξής σύνθεση: Σωτηρία Ντούνη, Προεδρεύουσα
Αντιπρόεδρος, Μαρία Βλαχάκη, Άννα Λιγωμένου, Αγγελική Μαυρουδή, Μαρία
Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου και Βασιλική Ανδρεοπούλου, Αντιπρόεδροι,
Δημήτριος Πέππας, Γεωργία Τζομάκα, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη,
Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Δημήτριος Τσακανίκας, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Αργυρώ
Μαυρομμάτη, Ευαγγελία Σεραφή, Γεωργία Παπαναγοπούλου, Βασιλική Πέππα,
Κωνσταντίνα Σταμούλη, Ιωάννα Ρούλια, Ιωάννης Καλακίκος, Ιωάννης Βασιλόπουλος,
Άννα Παπαπαναγιώτου, Ελένη Σκορδά και Νικόλαος Βόγκας, Σύμβουλοι. Γραμματέας η
Ελένη Αυγουστόγλου. Γενικός Επίτροπος Επικρατείας: Σταμάτιος Πουλής.
Για να αποφανθεί, σύμφωνα με τις
διατάξεις του άρθρου 161 παρ. 1 του ν. 4700/2020 (Α΄ 127), επί του παραπεμφθέντος στην Ολομέλεια, με την
1612/2022 απόφαση του ΙΙ Tμήματος, ζητήματος της αντιθέσεως ή μη των διατάξεων
του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 4488/2017 (Α΄ 137) με τις οποίες καταργήθηκε η
περίπτωση β΄ του άρθρου 62 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (π.δ. 169/2007, Α΄ 210)
ως προς το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος.
Το ως άνω ζήτημα ανέκυψε κατά την
εκδίκαση από το παραπέμψαν Τμήμα της από ...2018 έφεσης (με αριθμό βιβλίου
δικογράφων ...2018) του …, κατοίκου Αθηνών (οδός …, ΤΚ …), ο οποίος εμφανίστηκε
αυτοπροσώπως, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον
Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους
ΝΚ και κατά της ...2017 πράξης της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Κανονισμού και
Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Ο
Υπουργός Δικαιοσύνης, ο οποίος κλητεύθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 42 και 178 παρ. 1
του ν. 4700/2020, παραστάθηκε, ομοίως, διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους ΝΚ.
Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας
Κοινωνικής Ασφάλισης» (e-ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αγίου Κωνσταντίνου
8) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, 2 παραστάθηκε διά του ως άνω
Νομικού Συμβούλου του Κράτους ΝΚ. - Η …, σύζυγος του εκκαλούντος, δεν
παραστάθηκε.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε,
το Δικαστήριο άκουσε:
Τον δικαστικό πληρεξούσιο του
Ελληνικού Δημοσίου, του e-ΕΦΚΑ και του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος ζήτησε να
γίνει δεκτό ότι οι επίμαχες διατάξεις αντίκεινται στο Σύνταγμα. Τον Επίτροπο
της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος ανέπτυξε προφορικά την από
7.12.2022 γνώμη και υποστήριξε ότι η υπό κρίση διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του
ν. 4488/2017 δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το
Δικαστήριο συνήλθε, στις 12 Ιουνίου 2024, σε τηλεδιάσκεψη, με τη χρήση της
επίσημης κρατικής πλατφόρμας ePresence.gov.gr, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 2
του ν. 4700/2020, με παρόντες τους Δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της
υπόθεσης, εκτός από την Ευαγγελία Σεραφή, Σύμβουλο, που απουσίαζε λόγω
κωλύματος (άρθρο 293 παρ. 3 εδ. α΄ του ν. 4700/2020) και τον Νικόλαο Βόγκα,
Σύμβουλο, που αποχώρησε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του ν.
4820/2021 και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν ασκεί επιρροή η εντωμεταξύ επελθούσα
προαγωγή της Προεδρεύουσας Αντιπροέδρου σε Πρόεδρο κατ’ άρθρ. 293 παρ. 2 του ν.
4700/2020.
Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου
Κωνσταντίνας Σταμούλη
και αφού σκέφθηκε κατά τον νόμο
Αποφάσισε τα εξής:
1. Με την από ...2018 έφεση ο
ενώπιον του ΙΙ Τμήματος εκκαλών, πρώην υπάλληλος του Υπουργείου …, επιδιώκοντας
τον κανονισμό σε αυτόν σύνταξης, ζήτησε την ακύρωση της ...2017 πράξης της
Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων
του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.), απορριπτικής της ...2017 αιτήσεώς
του για την επανεξέταση της οριστικώς κριθείσας συνταξιοδοτικής υπόθεσής του,
κατ’ επίκληση της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 4488/2017, με
την οποία καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 62 περ. β΄ και 64 παρ. 1 του
π.δ. 169/2007 (Α΄ 210) [εφεξής Συνταξιοδοτικού Κώδικα] και τη μεταρρύθμιση της
...2013 συνταξιοδοτικής πράξης του Προϊσταμένου της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης του
Γ.Λ.Κ.. Με την τελευταία αυτή πράξη, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 62 περ. β΄ και 64
του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, ο εκκαλών απώλεσε το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα,
συνεπεία της αμετάκλητης ποινικής καταδίκης του σε συνολική ποινή κάθειρξης
δέκα (10) ετών και έξι (6) μηνών και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων επί
πέντε (5) έτη, για τα αδικήματα α) της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση (σε
κακουργηματική μορφή), β) της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ’ εξακολούθηση, γ) της
παθητικής δωροδοκίας κατ’ εξακολούθηση (σε βαθμό Απόφαση 26/2025 3 πλημμελήματος) και δ) της απόπειρας
ενεργητικής δωροδοκίας, και εξ αυτού του λόγου μέρος της συντάξεώς του (7/10)
μεταβιβάστηκε στην ήδη αποβιώσασα σύζυγό του, ....
2. Νομίμως εχώρησε η συζήτηση της
υποθέσεως παρά τη δικονομική απουσία του εκκαλούντος, ο οποίος εμφανίστηκε
αυτοπροσώπως στο ακροατήριο, ζήτησε να εκδικαστεί η υπόθεσή του και
γνωστοποίησε τον θάνατο της συζύγου του … (σχετ. η …2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου
του Ληξιάρχου … από την οποία προκύπτει ότι η ανωτέρω απεβίωσε στις ..2020).
3. Επιληφθέν της ως άνω εφέσεως
το παραπέμψαν Τμήμα, με την 1612/2022 απόφαση, ήχθη σε κρίση περί της
αντισυνταγματικότητας των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν.
4488/2017. Ειδικότερα, έγινε δεκτό ότι η κατάργηση, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.
1 του ν. 4488/2017, της διάταξης της περίπτωσης β΄ του άρθρου 62 του
Συνταξιοδοτικού Κώδικα, συνεπαγόμενη την απόληψη από τον επίορκο, παρανομήσαντα
σε βάρος του δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) και
αμετακλήτως καταδικασθέντα, υπάλληλο σύνταξης του αυτού ύψους με τον ευόρκως
υπηρετήσαντα, τελεί σε αντίθεση με τη συνταγματική αρχή της ισότητας και την
απορρέουσα από αυτή αρχή της αξιοκρατίας, καθώς εξομοιώνει, κατά παραβίαση
αυτών, ανόμοιες καταστάσεις. Σε συνέχεια δε της διαπιστούμενης
αντισυνταγματικότητας και ελλείψει ειδικής προς τούτο νομοθετικής ρύθμισης, και
μέχρι τη θέσπιση αυτής, το Τμήμα προέβη σε πρωτογενή καθορισμό του ύψους της
καταβλητέας σύνταξης. Κατά τον προσδιορισμό δε του ποσού της καταβλητέας
σύνταξης έλαβε υπόψη τα εξής κριτήρια: i) το ποσό αυτό δεν μπορεί να ισούται με
το ποσό που λαμβάνει ο ευόρκως υπηρετήσας δημόσιος υπάλληλος και μετέπειτα
συνταξιούχος, καθόσον τούτο θα έθιγε, κατά τα προεκτεθέντα, την αρχή της
ισότητας, ii) το ποσό αυτό πρέπει να τελεί σε κάποια αναλογία προς τις αποδοχές
ενέργειας, μέρος των οποίων συνιστούν και οι καταβληθείσες ασφαλιστικές
εισφορές, iii) ενόψει της αρχής της αναλογικής ισότητας και δοθέντος ότι το
δικαίωμα σε σύνταξη του καταδικασθέντος, για τα ειδικώς οριζόμενα στον νόμο αδικήματα,
μόνιμου υπαλλήλου στηρίζεται στη μακροχρόνια πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία
του στο δημόσιο ή σε ν.π.δ.δ., το καταβλητέο ποσό πρέπει να είναι τουλάχιστον
ίσο με τα 7/10 της σύνταξης, που θα κανονιζόταν στον υπάλληλο με βάση τον
συνολικό χρόνο υπηρεσίας του και iv) την αναλογία αυτή των 7/10 της σύνταξης
αναγνώριζε εμμέσως και διαχρονικά και ο ίδιος ο νομοθέτης μέχρι την κατάργηση
της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 64 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, που
κατά πλάσμα νόμου εξομοίωνε τον καταδικασθέντα με θανόντα και μεταβίβαζε τη
σύνταξή του στα δικαιούχα πρόσωπα της οικογένειάς του. Με βάση τα ανωτέρω το
Τμήμα προβαίνοντας σε μια σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία έκρινε, τελικώς, ότι
ο εκκαλών πρέπει να λάβει τα 7/10 της σύνταξης που θα ελάμβανε αν δεν είχε
καταδικαστεί για τα προαναφερόμενα αδικήματα. Κατόπιν δε των παραδοχών 4 αυτών
παρέπεμψε, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 4 του Συντάγματος, το αναφυέν ζήτημα
στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου για να αποφανθεί οριστικώς επ’ αυτού.
4. Η ένδικη παραπομπή παραδεκτώς
εισάγεται ενώπιον της Ολομέλειας, κατά τα άρθρα 161 παρ. 1 και 164 του ν.
4700/2020.
5. Στην ως άνω υπόθεση το Τμήμα διαπίστωσε ότι από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης προέκυπταν τα ακόλουθα: Με την …/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της …/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου, ο ενώπιόν του εκκαλών, …, εν ενεργεία, κατά τον χρόνο εκείνο, υπάλληλος του Υπουργείου …, καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και έξι (6) μηνών και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων επί πέντε (5) έτη για τα αδικήματα: α) της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση (σε κακουργηματική μορφή), β) της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ’ εξακολούθηση γ) της παθητικής δωροδοκίας κατ’ εξακολούθηση (σε βαθμό πλημμελήματος) και δ) της απόπειρας ενεργητικής δωροδοκίας, καταδίκη που επέσυρε και την αυτοδίκαιη έκπτωσή του από την υπηρεσία, σύμφωνα με το άρθρο 149 περ. α΄ του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α΄ 26). Συνεπεία της ανωτέρω αμετάκλητης καταδίκης του, η υπηρεσία του τερματίστηκε αυτοδικαίως στις ...2011, ημερομηνία δημοσίευσης της ανωτέρω …/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου (σχετ. η ...2012 απόφαση του Υπουργού …, …). Ακολούθως, ο ίδιος υπέβαλε αίτημα για απονομή σε αυτόν σύνταξης. Με την ...2013 πράξη του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων του Γ.Λ.Κ., κατ’ απόρριψη του ανωτέρω αιτήματός του, έγινε δεκτό ότι, συνεπεία της αμετάκλητης ποινικής καταδίκης του, αυτός απώλεσε το δικαίωμά του για σύνταξη, για τον λόγο δε αυτό κανονίστηκε σύνταξη κατά μεταβίβαση στην ήδη αποβιώσασα σύζυγό του …, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 62 περ. β΄ και 64 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, με βάση τη συνολική συντάξιμη υπηρεσία του, ως τακτικού υπαλλήλου στο Υπουργείο …, από έτη 30-10-07. Η σύνταξη δε αυτή ορίστηκε πληρωτέα από ...2011 σε βάρος του δημόσιου ταμείου. Κατά της πράξης αυτής, ο εκκαλών δεν άσκησε ένδικα βοηθήματα ή μέσα, με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί οριστική. Ακολούθως, στις 13.9.2017 τέθηκε σε ισχύ ο ν. 4488/2017, με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του οποίου καταργήθηκαν οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 62 περ. β΄ και 64 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, που προέβλεπαν την απώλεια του δικαιώματος σύνταξης του καταδικασθέντος για τα συγκεκριμένα αδικήματα πρώην υπαλλήλου και τη μεταβίβαση της σύνταξής του στη σύζυγο και τα τέκνα αυτού, σαν αυτός που καταδικάστηκε να είχε πεθάνει. Κατόπιν τούτων, ο ανωτέρω, με την ...2017 αίτησή του, επικαλούμενος την ως άνω διάταξη, ζήτησε την επανεξέταση της οριστικώς κριθείσας υπόθεσής του και την τροποποίηση της ...2013 συνταξιοδοτικής πράξης, ώστε να οριστεί εφεξής ο ίδιος δικαιούχος της σύνταξης. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε με την ...2017 πράξη της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Απόφαση 26/2025 5 Συντάξεων του Γ.Λ.Κ., με την αιτιολογία ότι το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα κρίθηκε με τη ...2013 πράξη του Προϊσταμένου της αυτής Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., δηλαδή σε προγενέστερο χρόνο από την ισχύ των διατάξεων του ν. 4488/2017, με συνέπεια το αίτημά του για επανακαθορισμό της σύνταξης στο πρόσωπό του να μη μπορεί να ικανοποιηθεί.
6. Η Ολομέλεια διευκρινίζει ότι ο
έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων από τα όργανα της δικαστικής
λειτουργίας, που προβλέπεται από το Σύνταγμα (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4),
αποτελεί μορφή διασταυρώσεως των λειτουργιών, αναγκαία στο δημοκρατικό πολίτευμα
χάριν των εγγυήσεων κατά της αυθαιρεσίας που διασφαλίζεται με αυτόν και δεν
έχει την έννοια της υποκαταστάσεως των οργάνων της δικαστικής εξουσίας στα έργα
αυτών της νομοθετικής ως προς την πρωτογενή εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος
και την εξ αυτού προκύπτουσα στάθμιση των διαφόρων βιοτικών καταστάσεων και
σχέσεων για την απονομή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στους πολίτες. Η εκάστοτε
νομοθετική επιλογή υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, που είναι πάντως έλεγχος
ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των ουσιαστικών εκτιμήσεων του νομοθέτη ως
προς την ανάγκη της νομοθέτησης ή ως προς την επιλογή των κατάλληλων μέτρων,
οπότε ο έλεγχος περιορίζεται στην αναζήτηση ενδεχόμενης πρόδηλης υπέρβασης του
περιθωρίου εκτίμησης που αναγνωρίζεται, με βάση την αρχή της διάκρισης των
λειτουργιών, υπέρ του κοινού νομοθέτη (βλ. ΕλΣυν Ολ. 1145/2023, 1477, 504/2021,
2020/2020, 137/2019, ΣτΕ Ολ. 201/2020).
7. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος αναγνωρίζεται ως θεμελιώδης αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος η αξία του ανθρώπου, η οποία επιβάλλει σε όλα τα όργανα της Πολιτείας όχι μόνο να σέβονται αλλά και να προστατεύουν την αξία αυτή, απέχοντας, μεταξύ άλλων, από την επιβολή διοικητικών μέτρων και κυρώσεων που, ενόψει των περιστάσεων, θίγουν την φυσική, ψυχική και κοινωνική υπόσταση του ανθρώπου και προσβάλλουν τον πυρήνα της προσωπικότητάς του (βλ. ΕλΣυν Ολ. 543/2023, 1820/2021 κ.ά.).




