Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2023

ΔιοικΠρωτΠειρ 929/23 : ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ - ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΥ - ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΟΡΓΑΝΩΝ - ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ - ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΥΠΕΡΘΕΜΑΤΙΣΤΗ



ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΤΜΗΜΑ 5ο ΤΡΙΜΕΛΕΣ 

ΑΡΙΘΜΟΣ Α929/2023

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2022, με δικαστές τους: Αθανάσιο Σκουρλή, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Δέσποινα Κοσμίδη και Αναστασία Γαρατζιώτη (εισηγήτρια), Πρωτοδίκες Δ.Δ., και γραμματέα την Ειρήνη Γκόγκα, δικαστική υπάλληλο,

για να δικάσει την αγωγή με ημερομηνία κατάθεσης 13.6.2017 (αριθμός καταχώρισης στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά ΑΓ ..../2022),

τ η ς ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «....», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ... αρ. 5, νομίμως εκπροσωπούμενης από τη Διευθύνουσα Σύμβουλό της, η οποία παραστάθηκε με την κατατεθείσα την 1η.6.2022 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., της πληρεξούσιας δικηγόρου, ΑΠ,

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε με την κατατεθείσα στις 31.5.2022 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., της δικαστικής πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ΔΝ.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη. 

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα 

Σκέφθηκε κατά το νόμο

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή και το με αριθμό κατάθεσης ΠΛ ....2021 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, όπως το αίτημά της νομίμως περιορίστηκε και μετατράπηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με το νομίμως κατατεθέν στις 30.9.2021 υπόμνημα, ζητείται, παραδεκτώς, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, ως αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, άλλως, κατά τα άρθρα 197-198 του Αστικού Κώδικα α) το ποσό των 2.211.689,91 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας που, όπως ισχυρίζεται, υπέστη από παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του εναγομένου, κατά τη διαγωνιστική διαδικασία αδειοδότησης βάσει της υπ' αριθ. ... Προκήρυξης του Υπουργού Επικρατείας με θέμα «Προκήρυξη δημοπρασίας για τη χορήγηση τεσσάρων (4) αδειών παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης εθνικής εμβελείας ενημερωτικού προγράμματος γενικού περιεχομένου για μετάδοση υψηλής ευκρίνειας (high definition)», εξαιτίας των οποίων ματαιώθηκε η αδειοδότησή της, αν και είχε ανακηρυχθεί οριστική υπερθεματίστρια για την τέταρτη κατά σειρά άδεια και β) το ποσό των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, κατ’ άρθρο 932 του Α.Κ., λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία, όπως υποστηρίζει, υπέστη από τις αυτές ως άνω, πράξεις των οργάνων του εναγομένου. Επίσης, ζητείται να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στην ενάγουσα, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού του Α.Κ. (904 επ. ΑΚ), άλλως κατά τις επικουρικώς αναφερόμενες στο προαναφερθέν δικόγραφο προσθέτων λόγων ειδικότερες νομικές βάσεις, νομιμοτόκως, από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, το ποσό των 646.806,16 ευρώ, που αντιστοιχεί, κατά τους υπολογισμούς της, στους τόκους υπερημερίας επί του ποσού της πρώτης δόσης που κατέβαλε για την απόκτηση της ως άνω άδειας, ύψους 24.633.333,34 ευρώ, από το χρόνο καταβολής του στο Ελληνικό Δημόσιο στις 23.9.2016 έως την ημερομηνία επιστροφής του κατόπιν ματαίωσης του διαγωνισμού, στις 3.3.2017. Τέλος, η ενάγουσα ζητεί να καταλογιστούν τα δικαστικά της έξοδα σε βάρος του εναγομένου.

2. Επειδή, το Σύνταγμα του 1975 όρισε στο άρθρο 15 παρ. 2 ότι: «Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους και έχουν σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης· πρέπει πάντως να εξασφαλίζεται η ποιοτική στάθμη των εκπομπών που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή τους και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας». Με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (Α΄ 84) η ανωτέρω παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε ως εξής: «Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. Ο άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την υποχρεωτική και δωρεάν μετάδοση των εργασιών της Βουλής και των επιτροπών της, καθώς και προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα».

3. Επειδή, όπως συνάγεται από τις εργασίες αναθεωρήσεως του Συντάγματος του 2001 [Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ϞΘ΄, 17.1.2001 (απόγευμα), σελ. 42, 43, 63, Συνεδρίαση ΡΖ΄, 7.2.2001 (πρωί), σελ. 169, 175, 178, 180, 181, 193, 200, 201, Συνεδρίαση ΡΜΔ΄, 21.3.2001 (πρωί), σελ. 732, 733, 740, Συνεδρίαση ΡΜΕ΄, 21.3.2001 (απόγευμα), σελ. 769], σκοπός της συνταγματικής κατοχυρώσεως του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.) ως ανεξάρτητης αρχής είναι, εν όψει της ιδιαίτερης δύναμης επιρροής που διαθέτουν οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί στη διαμόρφωση της γνώμης των πολιτών ως προς τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα και της αναγκαίας για την πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας ποιοτικής στάθμης των ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων, η διασφάλιση αφενός του κρατικού ελέγχου στη λειτουργία των ραδιοτηλεοπτικών μέσων και αφετέρου της πολυφωνίας και της αντικειμενικής και με ίσους όρους μεταδόσεως πληροφοριών, ειδήσεων, προϊόντων λόγου και τέχνης, ώστε να αποτρέπονται κυβερνητικές και κομματικές επιρροές και να επιτυγχάνεται η οργάνωση των ραδιοτηλεοπτικών μέσων με βάση τις αρχές της αντικειμενικότητας, της αμεροληψίας και της πολυφωνίας. Εν όψει δε του σκοπού στον οποίο αποβλέπει η συνταγματική κατοχύρωση του Ε.Σ.Ρ., από την διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του Συντάγματος, όπου γίνεται λόγος για αποκλειστική αρμοδιότητα του Ε.Σ.Ρ. για τον έλεγχο και την επιβολή κυρώσεων, μεταξύ άλλων, και στους τηλεοπτικούς σταθμούς, δεν δύναται να συναχθεί ότι η αρμοδιότητα του Ε.Σ.Ρ. εξαντλείται, κατά το Σύνταγμα, στην έκδοση μόνον ατομικών διοικητικών πράξεων ελέγχου ή επιβολής κυρώσεων στους σταθμούς αυτούς, αλλά ότι, εν όψει του ανωτέρω σκοπού, το Ε.Σ.Ρ. είναι και αυτό, παράλληλα με την νομοθετική εξουσία και τα άλλα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, φορέας του κατά το Σύνταγμα αμέσου ελέγχου των ανωτέρω σταθμών και στο προγενέστερο της ενάρξεως λειτουργίας αυτών στάδιο, δηλαδή στο στάδιο της χορηγήσεως των αδειών λειτουργίας τέτοιων σταθμών (βλ. ΣτΕ Ολ. 1901/2014 σκέψη 16, 3914/2015 σκέψη 17). Η σχετική δε με την χορήγηση των εν λόγω αδειών αρμοδιότητα του Ε.Σ.Ρ. δεν έγκειται απλώς στην τυπική έκδοση της τελικής πράξεως χορηγήσεως της άδειας, μετά από διαδικασία που έχει διενεργήσει άλλο όργανο, που δεν έχει τα εχέγγυα του Ε.Σ.Ρ., και υπό προϋποθέσεις που το άλλο αυτό όργανο έχει καθορίσει μονομερώς χωρίς καμία σύμπραξη με το Ε.Σ.Ρ., αλλά περιλαμβάνει και όλη την διαδικασία η οποία θα καταλήξει στην χορήγηση της άδειας. Και τούτο διότι η ανάγκη οργανώσεως των ραδιοτηλεοπτικών μέσων κατά τρόπο που να εξασφαλίζει την αντικειμενικότητα, την αμεροληψία και την πολυφωνία και να αποτρέπει κυβερνητικές και γενικότερα μονομερείς επιρροές που μπορεί να επηρεάσουν τους όρους του πολιτικού ανταγωνισμού με τον έλεγχο της διαμορφώσεως της κοινής γνώμης, ανακύπτει ήδη στο στάδιο χορηγήσεως των αδειών, κατά το οποίο καθορίζεται ποιοι σταθμοί θα λειτουργήσουν στο μέλλον. Εν όψει των ανωτέρω, δηλαδή εν όψει του ότι το Ε.Σ.Ρ. είναι και αυτό όργανο του ασκουμένου από το Κράτος, μεταξύ άλλων, στην τηλεόραση αμέσου ελέγχου προς εκπλήρωση των αναφερομένων στο τρίτο εδάφιο της προαναφερθείσης παραγράφου 2 του άρθρου 15 του Συντάγματος σκοπών δημοσίου συμφέροντος και συγκροτείται αφενός κατά τρόπο που να εξασφαλίζει την αντικειμενικότητα, την αμεροληψία και την πολυφωνία στην λειτουργία, μεταξύ άλλων, των τηλεοπτικών σταθμών και αφετέρου από πρόσωπα με τα ανάλογα με την αποστολή του προσόντα, προκύπτει ότι, κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος: α) καθίσταται υποχρεωτική η σύμπραξη του Ε.Σ.Ρ. στην άσκηση αρμοδιοτήτων, με τις οποίες, σε συνεργασία ενδεχομένως και με άλλες ανεξάρτητες αρχές, όπου αυτό απαιτείται λόγω της τεχνικής φύσεως των τιθεμένων ζητημάτων, καθορίζονται οι όροι λειτουργίας και αδειοδοτήσεως, μεταξύ άλλων, και των τηλεοπτικών σταθμών, και β) σε περίπτωση επιλογής του συστήματος της κατόπιν διαγωνισμού χορηγήσεως των αδειών λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών, καθίσταται υποχρεωτική η διενέργεια αποκλειστικώς από το Ε.Σ.Ρ. της σχετικής διαγωνιστικής διαδικασίας (ΣτΕ 95/2017 Ολ.). Τέλος, όπως έχει ήδη γίνει δεκτό (ΣτΕ 2308/2018 Ολ., 3315/2014 Ολ., 3578/2010 Ολ., 2501/2004 7μ., 1145/1988 Ολ., 5040/1987 Ολ.), με το άρθρο 15 του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και πριν από την αναθεώρησή του με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (το οποίο δεν επέφερε μεταβολή από της εξεταζομένης απόψεως), δεν θεσπίζεται ατομικό δικαίωμα ιδρύσεως ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού σταθμού, αλλά η διαμόρφωση ενός τέτοιου δικαιώματος αφήνεται στον κοινό νομοθέτη, ο οποίος, κατά την ρύθμιση του εν λόγω θέματος, τελεί υπό τους όρους και περιορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού.

4. Επειδή, ο ν. 4339/2015 με τίτλο «Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου ...ελεύθερης λήψης ... και άλλες διατάξεις» (Α΄ 133/29.10.2015), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζει στο άρθρο 1, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Η αδειοδότηση των παρόχων περιεχομένου ...ελεύθερης λήψης γίνεται κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας, η οποία διεξάγεται μέσω δημοπρασίας. Η διαδικασία αυτή διενεργείται από το Ε.Σ.Ρ., το οποίο εκδίδει τη σχετική προκήρυξη. Για την εφαρμογή του παρόντος, ως πάροχος περιεχομένου ...ελεύθερης λήψης θεωρείται η επιχείρηση που διαθέτει ολοκληρωμένο τηλεοπτικό περιεχόμενο προς μετάδοση στο κοινό, εικοσιτετράωρης ή μικρότερης χρονικής διάρκειας, μέσω επίγειας ψηφιακής τεχνολογίας και εμπίπτει στην έννοια του μέσου ενημέρωσης όπως αυτή ορίζεται στη διάταξη του εδαφίου β΄ της παρ. 4 του άρθρου 2 του Ν. 3310/2005 (Α΄ 30). ... 2. Η παροχή υπηρεσιών ...αποτελεί υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 106 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που συνίσταται στην παροχή στο κοινό τηλεοπτικών υπηρεσιών, βάσει προϋποθέσεων, όρων και διαδικασιών που διασφαλίζουν, αφενός, τη νομιμότητα, τη διαφάνεια, την πολιτική και πολιτισμική πολυμέρεια και πολυφωνία και τον ελεύθερο και ανόθευτο οικονομικό ανταγωνισμό στον ευρύτερο τομέα των μέσων ενημέρωσης και, αφετέρου, την παροχή στο κοινό υψηλού επιπέδου τηλεοπτικών υπηρεσιών. 3. Οι άδειες των παρόχων περιεχομένου ...ελεύθερης λήψης διακρίνονται σε εθνικής και περιφερειακής εμβέλειας...». Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: «1. ... 4. Με απόφαση του Υπουργού στον οποίο ανατίθενται εκάστοτε οι αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, μετά από αιτιολογημένη γνώμη του Ε.Σ.Ρ. και δημόσια διαβούλευση, καθορίζεται ο αριθμός των δημοπρατούμενων αδειών παρόχου περιεχομένου ...ελεύθερης λήψης ανά κατηγορία εμβέλειας (εθνικής ή περιφερειακής), προγράμματος (ενημερωτικού ή μη ενημερωτικού), είδος περιεχομένου σε περίπτωση ενημερωτικού προγράμματος (γενικού ή θεματικού περιεχομένου), είδος στόχευσης (γενικής ή ειδικής) σε περίπτωση μη ενημερωτικού προγράμματος και είδος θεματικού περιεχομένου σε περίπτωση προγράμματος ειδικής στόχευσης. Η τιμή εκκίνησης ανά κατηγορία δημοπρατούμενης άδειας καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού στον οποίο ανατίθενται εκάστοτε οι αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, μετά από γνώμη του Ε.Σ.Ρ.. 5. Η χρονική διάρκεια των αδειών παρόχων περιεχομένου είναι δέκα (10) έτη από την ημερομηνία της έκδοσής τους. 6. Η διαδικασία της αδειοδότησης των παρόχων περιεχομένου μέσω δημοπρασίας διεξάγεται με την έκδοση προκήρυξης από το Ε.Σ.Ρ., σύμφωνα με τους όρους του παρόντος. Προκηρύξεις από το Ε.Σ.Ρ. είναι δυνατόν να εκδίδονται ξεχωριστά ανά κατηγορία αδειών. 7. ...». Επίσης, με τον νόμο αυτό ορίστηκαν οι θετικές και αρνητικές προϋποθέσεις συμμετοχής των υποψηφίων στη διαδικασία αδειοδοτήσεως και ειδικότερα η νομική μορφή αυτών (άρθρο 3), το ελάχιστο καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο (άρθρο 4), η ονομαστικοποίηση των μετοχών, με τις οριζόμενες εξαιρέσεις (άρθρο 5), οι ασυμβίβαστες ιδιότητες και η υποβολή στοιχείων σχετικά με τον τρόπο αποκτήσεως («πόθεν έσχες») των σχετικών οικονομικών μέσων των υποψηφίων, των μετόχων τους κ.λπ. (άρθρο 6), ο τεχνολογικός εξοπλισμός και η κτιριακή υποδομή (άρθρο 7), η ελάχιστη διάρκεια και το ελάχιστο περιεχόμενο του προγράμματος (άρθρο 8), ο ελάχιστος αριθμός απασχολούμενου προσωπικού από τους υποψήφιους προς αδειοδότηση, ο οποίος προκειμένου για άδεια εθνικής εμβέλειας ενημερωτικού χαρακτήρα γενικού περιεχομένου, ορίζεται στα τετρακόσια (400) άτομα. Σε περίπτωση όμως που ο υποψήφιος προς αδειοδότηση δεν απασχολεί τον κατά τα ως άνω οριζόμενο ελάχιστο αριθμό προσωπικού κατά το χρόνο υποβολής της υποψηφιότητάς του, υποχρεούται να υποβάλει σχετικό οργανόγραμμα και υπεύθυνη δήλωση με την οποία βεβαιώνει ότι, εντός χρονικού διαστήματος τριών (3) μηνών από τη χορήγηση της άδειας, θα απασχολεί τον προβλεπόμενο ελάχιστο αριθμό προσωπικού (άρθρο 9 παρ. 1, 2 και 6), η ασφαλιστική, φορολογική και τραπεζική ενημερότητα, η απαγόρευση συγκεντρώσεως ελέγχου, η υποχρεωτική προηγούμενη καταβολή παραβόλου για την εξέταση της υποψηφιότητάς τους, το ποσό του οποίου καθορίζεται με την προκήρυξη (άρθρο 10). Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου ν. 4339/2015 ορίζεται: «1. Η διαδικασία αδειοδότησης των παρόχων περιεχομένου αρχίζει με τη δημοσίευση της σχετικής προκήρυξης από το Ε.Σ.Ρ.. 2. Στην προκήρυξη καθορίζονται οι όροι και η διαδικασία χορήγησης των αδειών παρόχων περιεχομένου και ειδικότερα κατ’ ελάχιστον τα εξής: α) Ο αριθμός των προκηρυσσόμενων αδειών. β) Η εμβέλεια, το πρόγραμμα και το είδος του περιεχομένου που αφορούν οι προκηρυσσόμενες άδειες. γ) Η χρονική διάρκεια της άδειας. δ) Η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων. ε) Το χρονοδιάγραμμα, τα στάδια και ο τρόπος διενέργειας της διαδικασίας χορήγησης των αδειών μέσω της δημοπρασίας. στ) Η τιμή εκκίνησης ανά κατηγορία άδειας. ζ) Οι προϋποθέσεις συμμετοχής των υποψηφίων στη διαδικασία τόσο της προεπιλογής όσο και της τελικής φάσης της δημοπρασίας και η διαδικασία ελέγχου της συνδρομής αυτών. η) Τα έγγραφα που απαιτείται να υποβάλουν οι υποψήφιοι προκειμένου να αποδείξουν τη συνδρομή των προβλεπόμενων από τον παρόντα νόμο θετικών και αρνητικών προϋποθέσεων, βάσει των οποίων θα γίνει η προεπιλογή τους για να αποκτήσουν το δικαίωμα συμμετοχής στην τελική φάση της δημοπρασίας. θ) Ο τρόπος ανακήρυξης των αδειούχων και οι υποχρεώσεις αυτών. 3. … 4. Το πλήρες κείμενο της προκήρυξης στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα αναρτάται στην ιστοσελίδα του Ε.Σ.Ρ. και της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 5. Η συμμετοχή στη διαδικασία χορήγησης αδειών παρόχου περιεχομένου συνεπάγεται πλήρη αποδοχή των όρων της σχετικής προκήρυξης και δεν είναι επιτρεπτή η συμμετοχή με επιφύλαξη ή υπό αίρεση. 6. …». Στο άρθρο 12 περιέχονται ρυθμίσεις σχετικά με το στάδιο της προεπιλογής των υποψηφίων, ενώ στο άρθρο 13 ορίζονται τα εξής: «1. Η διεξαγωγή της δημοπρασίας γίνεται μέσω διαδικασίας πολλαπλών γύρων με αυξανόμενο τίμημα επί της, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4, καθοριζόμενης τιμής εκκίνησης. Η διεξαγωγή της δημοπρασίας αρχίζει από την ημερομηνία εκκίνησής της και ολοκληρώνεται την ημερομηνία ανακήρυξης των υπερθεματιστών αδειούχων. ... 2. … 3. Το τίμημα κάθε άδειας καταβάλλεται από τον υπερθεματιστή σε τρεις (3) ισόποσες δόσεις, με ισάριθμες τραπεζικές επιταγές που εκδίδονται σε διαταγή του Ελληνικού Δημοσίου, εντός των κατωτέρω προθεσμιών: α. η πρώτη δόση εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ανακήρυξή του σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, β. η δεύτερη δόση εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία χορήγησης της άδειας και γ. η τρίτη δόση εντός είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την ημερομηνία χορήγησης της άδειας. ... [όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 114 παρ. 1 του ν. 4387/2016, Α΄ 85/12.5.2016]. 4. ... 6. Οι υποψήφιοι δεν δικαιούνται αποζημίωσης για δαπάνες σχετικές με τη σύνταξη και υποβολή των στοιχείων που απαιτούνται για τη συμμετοχή τους σε κάθε στάδιο της διαδικασίας αδειοδότησης. 7. Οι διαφορές που αναφύονται κατά τη διενέργεια της διαγωνιστικής διαδικασίας αδειοδότησης διέπονται από τις διατάξεις του ν. 3886/2010 (Α΄ 173)». Τέλος, στο άρθρο 15 ορίστηκε ότι: «1. Ανάκληση της άδειας των παρόχων περιεχομένου χωρεί υποχρεωτικά με απόφαση του Ε.Σ.Ρ. στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) … ε) Μείωση του προσωπικού κάτω από τον απαιτούμενο προς χορήγηση της άδειας ελάχιστο αριθμό απασχολουμένων, όπως προβλέπεται από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 9 .. στ) … 2. Με απόφαση του Ε.Σ.Ρ. ανακαλείται επίσης, η άδεια σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις, που ανέλαβαν οι υποψήφιοι δια των υπευθύνων δηλώσεων, που προβλέπονται στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 7 και της παραγράφου 8 του άρθρου 8 και της παραγράφου 5 του άρθρου 9. 3…».

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2023

ΑΠ 447/2023: Συγκρότηση-ένταξη σε εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει την διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών - Διακίνηση-μεταφορά ναρκωτικών από κοινού - 211 ΚΠΔ Μαρτυρία συγκατηγορουμένου - Αιτιολογία απόφασης - Τεκμήριο αθωότητας - Ελαφρυντικές περιστάσεις - Αυτοτελείς ισχυρισμοί



Συγκρότηση-ένταξη σε εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει την διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών - Διακίνηση-μεταφορά ναρκωτικών από κοινού, κατ’ επάγγελμα, κατ’ εξακολούθηση με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης - Αναίρεση κατηγορουμένων και αναίρεση ΕισΑΠ - Λόγοι αναίρεσης - 211 ΚΠΔ Μαρτυρία συγκατηγορουμένου - Αιτιολογία απόφασης - Τεκμήριο αθωότητας - Ελαφρυντικές περιστάσεις - Αυτοτελείς ισχυρισμοί


Το αρ. 211 ΚΠΔ δεν εισάγει ευθεία αποδεικτική απαγόρευση, αλλά αποτελεί κανόνα αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων. Δεν παραβιάζεται η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ’ αυτή όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων, καθώς και στα αναγνωστέα έγγραφα. Παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης προκύπτει όταν στο πόρισμα της απόφασης που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του διατακτικού και του σκεπτικού της έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου. Δεν συνιστά παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου η απουσία μάρτυρα και η ανάγνωση των εγγράφων που προσκόμισε ο τελευταίος, όταν δεν διατυπώνεται αντίρρηση ή εναντίωση και δεν υποβάλλεται αίτημα σχετικό με την εμφάνιση του μάρτυρα και όταν δεν υποβάλλεται αντίρρηση κατά την ανάγνωση των εγγράφων από το δικαστήριο. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο, εν αμφιβολία, να αποφανθεί υπέρ αυτού. Για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης πρέπει να αναφέρεται ή να συνάγεται από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τη διαμόρφωση  της αθωωτικής κρίσης του το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων όπου μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο το περιεχόμενο μερικών από αυτά. Απόρριψη αναιρετικών λόγων του ΕισΑΠ. Η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιων ισχυρισμών πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απόρριψη ελαφρυντικής περίστασης αρ. 84 παρ. 2 περ. γ' ΠΚ (ειλικρινή μεταμέλεια), καθώς οι πληροφορίες προς τις διωκτικές και δικαστικές αρχές έλαβαν χώρα, όχι λόγω μεταμέλειας του κατηγορουμένου, αλλά για συγκάλυψη των δικών του αξιόποινων πράξεων. Απόρριψη ελαφρυντικής περίστασης αρ. 84 παρ. 3 ΠΚ περί μη εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου καθώς εν προκειμένω η χρονική διάρκεια των έξι (6) ετών και τεσσάρων μηνών ορθά κρίθηκε εύλογη δεδομένων των συντρεχουσών περιστάσεων. Δέχεται αναιρετικό λόγο του Εισαγγελέα ΑΠ περί ελλιπούς αιτιολογίας της αναγνώρισης ελαφρυντικής περίστασης του αρ. 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ (μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά), καθώς μόνο η συμμόρφωση του κρατουμένου στους σωφρονιστικούς κανόνες, η πραγματοποίηση ημερομισθίων και η επιμόρφωση στις φυλακές δεν αρκούν για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού χωρίς τη συνδρομή και άλλων στοιχείων που να καταδεικνύουν ουσιαστική μεταστροφή στο χαρακτήρα του υπαιτίου. Κατά τα λοιπά απορρίπτει τις αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων και του ΕισΑΠ.

 

Αριθμός 447/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε'

Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ζαμπέττα Στράτα, Μαρία Λεπενιώτη-Εισηγήτρια, Σοφία Οικονόμου και Κωστούλα Πρίγγουρη, Αρεοπαγίτες.

................

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

.........

Στον ισχύοντα από 20-3-2013 Ν. 4139/2013 "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 74/20/03/2013), που εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου τέλεσης της πράξης και το άρθρο 20 αυτού (διακίνηση ναρκωτικών) ορίζεται, ότι 1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2Α και 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών...3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία» . Στο άρθρο 22 του νόμου αυτού προβλέπεται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή από 50.000 έως 500.000 ευρώ σε διακεκριμένες περιπτώσεις διακίνησης ναρκωτικών μεταξύ των οποίων κατά την παρ. 2β αυτού και για εκείνον που ενεργεί κάποια από τις πράξεις των άρθρων 20 και 21 παρ. 1α στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης κατά τα άρθρα 187 και 187 Α ΠΚ. Κατά το αναφερόμενο σε ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις άρθρο 23 του ίδιου ως άνω νόμου, στην παρ. 2 εδ. α, ορίζεται ότι με ισόβια κάθειρξη, καθώς και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22: α) όταν κατ' επάγγελμα χρηματοδοτεί την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ή κατ' επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ.

Gια την υποκειμενική θεμελίωσή των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει τη πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση (ΑΠ 750/2020, ΑΠ 884/2019, ΑΠ 950/2019).

Σύμφωνα με το άρθρο 211 ΚΠοινΔ, ως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Αναλόγου περιεχομένου παραμένει η διάταξη του άρθρου αυτού όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 117 Ν. 4855/2021,σύμφωνα με την οποία «η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου, αν δεν υπάρχει και άλλο, ρητά κατονομαζόμενο στην απόφαση, αποδεικτικό μέσο». Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠοινΔ), κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι αποκλείεται η στήριξη της καταδίκης κατηγορουμένου σε μόνη τη μαρτυρική κατάθεση ή παροχή εξηγήσεων ή την απολογία συγκατηγορουμένου, αλλά δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Ειδικότερα, το ανωτέρω άρθρο 211 ΚΠοινΔ δεν εισάγει ευθεία αποδεικτική απαγόρευση, αλλά στην πραγματικότητα είναι κανόνας αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων, ο οποίος λειτουργεί διευκρινιστικά και συμπληρωματικά στη βασική αρχή του άρθρου 177 ΚΠοινΔ, την οποία δεν καταλύει, ούτε άλλωστε απαγορεύει την αξιοποίηση της απολογίας ή της μαρτυρικής κατάθεσης του συγκατηγορουμένου, η οποία δεν παύει να αποτελεί αποδεικτικό μέσο, απλώς παρέχεται οδηγία στο δικαστήριο να μην αρκείται στη μαρτυρία ή απολογία του συγκατηγορουμένου για την αναζήτηση της αληθείας, αλλά να επεκτείνει την αναζήτηση του και σε άλλα στοιχεία και να προσπαθεί να τεκμηριώσει όσο το δυνατό καλύτερα τη δικανική του πεποίθηση. Δεν παραβιάζεται η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ’ αυτή όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων, καθώς και στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Η κατά παραβίαση της άνω διάταξης του άρθρου 211 του ΚΠοινΔ, κρίση του δικαστηρίου που στηρίζεται σε μη επιτρεπόμενο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο οδηγεί επίσης σε ελλιπή αιτιολογία της απόφασης και την ίδρυση λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ), καθόσον με τον άνω λόγο αναίρεσης ελέγχεται αναιρετικώς το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εάν όμως η περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου στηρίζεται, εκτός από τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία, και σε άλλες αποδείξεις, η συνεκτίμηση απλώς μαρτυρικής κατάθεσης ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν δημιουργεί έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης (ΑΠ 767/2019, ΑΠ 25/2020, ΑΠ 718/2020).

Δευτέρα 7 Αυγούστου 2023

ΔιοικΕφΘεσ 115/23 : ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΩΝ - COVID-19 - ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΣ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΣ - ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ - ΣΥΝΤΑΓΜΑ - ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ. ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ.


ΔιοικΕφΘεσ 115/23 : ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΩΝ - COVID-19 - ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΣ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΣ - ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ - ΣΥΝΤΑΓΜΑ - ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ. ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ. Οι αιτούντες μόνιμοι, Ι.Δ.Α.Χ. και Ι.Δ.Ο.Χ. υπάλληλοι του καθ’ ου Νοσοκομείου ζητούν την ακύρωση πράξεων του Διοικητή του καθ’ ου, με τις οποίες επιβλήθηκε σε βάρος τους το ειδικό διοικητικό μέτρο αναστολής καθηκόντων για επιτακτικούς λόγους προστασίας της Δημόσιας Υγείας, λόγω μη συμμόρφωσης στην υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού κατά της COVID-19. Κρίνεται ότι ο υποχρεωτικός εμβολιασμός του προσωπικού των δομών υγείας δεν προσκρούει σε καμία συνταγματικής ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη ή αρχή. Ενόψει των ανωτέρω, είναι απορριπτέοι οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αντίθεση της προσβαλλόμενης πράξης προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 5, 22 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας των άρθρων 1, 3 και 8 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Τέλος, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός των αιτούντων περί παραβίασης της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας, διότι το υγειονομικό προσωπικό δεν τελεί υπό τις αυτές συνθήκες με τους λοιπούς επαγγελματίες, λόγω της στενής και σχεδόν καθημερινής επαφής με τους πάσχοντες. Απορρίπτει την αίτηση.


ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ A΄

ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 115/2023

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2022 με την εξής σύνθεση: Ευάγγελος Κρικώνης, Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Φωτεινή Παλαιολόγου και Παναγιώτης Τούμπος, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων. Ως Γραμματέας έλαβε μέρος ο Μιχαήλ Κοτανίδης, δικαστικός υπάλληλος.

Για να δικάσει την αίτηση ακυρώσεως με ημερομηνία κατάθεσης 28-9-2021 (με αρ. κατ/σης: ΑΚ ...-2021).

Των: 1) .... και 28) ..., οι οποίοι παρέστησαν διά της δικηγόρου ΑΝ βάσει της από 2-6-2022 δήλωσης μη εμφάνισης άρθρου 33 παρ. 6 του Π.Δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 1 του Ν. 4509/2017, ΦΕΚ Α΄ 201), η οποία διορίστηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.

Κατά του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «Γενικό Νοσοκομείο ... “...”», που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου ΚΔ βάσει της από 6-4-2022 δήλωσης μη εμφάνισης άρθρου 33 παρ. 6 του Π.Δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 1 του Ν. 4509/2017, ΦΕΚ Α΄ 201), ο οποίος διορίστηκε με την ....-2022 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του καθ’ ου Νοσοκομείου.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν την ακύρωση των με αρ. .... αποφάσεων του Διοικητή του καθ’ ου Νοσοκομείου.

Η υπόθεση συζητήθηκε κατά προτεραιότητα μετά την προεκφώνηση (άρθρο 33 παρ. 2 του Π.Δ. 18/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 6 παρ. 4 του Ν. 3900/2010) και αφού το Δικαστήριο άκουσε τον εισηγητή Παναγιώτη Τούμπο, Εφέτη Δ.Δ., που ανέγνωσε την έκθεσή του.

Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη χωρίς τη σύμπραξη γραμματέως.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

 

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως καταβλήθηκε παράβολο, ποσού εκατόν πενήντα τεσσάρων (154) ευρώ (το .... e παράβολο και το από 28-9-2021 παραστατικό εξόφλησής του). 

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, οι αιτούντες μόνιμοι, Ι.Δ.Α.Χ. και Ι.Δ.Ο.Χ. υπάλληλοι του καθ’ ου Νοσοκομείου ζητούν την ακύρωση των παρακάτω πράξεων του Διοικητή του καθ’ ου, με τις οποίες επιβλήθηκε σε βάρος τους από 1-9-2021 το ειδικό διοικητικό μέτρο αναστολής καθηκόντων για επιτακτικούς λόγους προστασίας της Δημόσιας Υγείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 206 του Ν. 4820/2021 (ΦΕΚ Α΄ 130), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, λόγω μη συμμόρφωσης στην υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού κατά της COVID-19. ..............

(....)

3. Επειδή, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις θέτουν το ίδιο νομικό ζήτημα, δεδομένου ότι στους αιτούντες επιβλήθηκε το ειδικό διοικητικό μέτρο αναστολής καθηκόντων για επιτακτικούς λόγους προστασίας της Δημόσιας Υγείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 206 του Ν. 4820/2001 (ΦΕΚ Α΄ 130), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, για τους ίδιους λόγους, ήτοι λόγω μη συμμόρφωσής τους στην υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού κατά της COVID-19. Επομένως, οι αιτούντες, κατ’ αρχάς, παραδεκτώς ομοδικούν, εφόσον θεμελιώνουν την αίτηση στην ίδια πραγματική και νομική βάση και, παραδεκτώς ζητούν την ακύρωση αυτοτελών πράξεων, οι οποίες είναι μεταξύ τους συναφείς, αφού αφορούν το ίδιο αντικείμενο και θέτουν ρύθμιση, κατ’ επίκληση των ίδιων πραγματικών και νομικών λόγων (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2379/2022, 717/2022, Σ.τ,Ε. Ολομ. 436/2022, 1758/2019, 1120/2016 κ.ά.). Ως εκ τούτου, νομίμως καταβλήθηκε, ενιαίο παράβολο από τους αιτούντες.

4. Επειδή, περαιτέρω, όσον αφορά τους 1η, 3η, 5η, 6η, 7ο, 9η, 12η, 13η, 14η, 15η, 16η, 17ο, 18η, 20η, 22η, 26η και 27η από τους αιτούντες, που κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης είχαν επιστρέψει στα καθήκοντά τους με σχετικές πράξεις άρσης της αναστολής του Διοικητή του καθ’ ου Νοσοκομείου (σχετικές οι με αρ. .... και .... πράξεις, αντίστοιχα) και τους 4η, 8ο, 19η, 21η, 23η, 24η, 25η και 28η αυτών, από τους οποίους οι 4η και 28η παραιτήθηκαν λόγω συνταξιοδότησης και οικειοθελώς από τα καθήκοντά τους (την 18-10-2021), αντίστοιχα (σχετικές η με αρ. πρωτ. ... απόφαση του Διοικητή που αφορά την 4η και η με αρ. πρωτ. .... αίτηση παραίτησης που αφορά την 28η) και οι 8ος, 19η, 21η, 23η, 24η και 25η είχαν παύσει να απασχολούνται κατά τον ως άνω χρόνο, κατόπιν καταγγελίας την 1-4-2022 της σύμβασής τους λόγω λήξης της συμβατικής της διάρκειας, ως προς τους οποίους ανέκυψε ζήτημα κατάργησης της δίκης, όπως ο Εισηγητής της υπόθεσης έθεσε τούτο με την από 3-6-2022 έκθεσή του, αυτοί διατηρούν ιδιαίτερο έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της δίκης και μετά την παύση ισχύος των ανωτέρω πράξεων που τους αφορούν, λόγω των διοικητικής φύσης δυσμενών γι’ αυτούς συνεπειών (μη υπολογισμός του χρόνου αναστολής ως χρόνου πραγματικής υπηρεσίας, με συνέπεια την αρνητική επίδρασή του στην υπηρεσιακή εξέλιξή τους και στη συνταξιοδότησή τους) που καταλείπουν οι προσβαλλόμενες πράξεις, οι οποίες (δυσμενείς συνέπειες) διατηρούνται και μετά τη λήξη της ισχύος τους και δεν μπορούν να αρθούν παρά μόνο με την ακύρωση των πράξεων αυτών (βλ. Σ.τ.Ε. 196/2020, 3241/2015, 5252/2012, 3892/2012, Σ.τ.Ε. Ολομ. 4256/2013, 1660/2009 κ.ά.).

Παρασκευή 28 Ιουλίου 2023

ΜονΕφΑθ 1721/2023 : "Σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών - Ευθύνη Τράπεζας - Ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας (Perpetual Bonds) - Ευθύνη τράπεζας για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών.



ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 Αριθμός Απόφασης 1721/2023

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 13ο

Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Βουλγαρίδη, Εφέτη, ο οποίος ορίστηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών, και από τον Γραμματέα Νικόλαο Χρονά.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 20 Οκτωβρίου 2022 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: . ή . (ΑΦΜ .), κατοίκου Κορυδαλλού Αττικής (οδός .), τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, ΔΑ(AM ΔΣΑ ), με δήλωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ. 1) Της ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων με την επωνυμία «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Asset Management Α.Ε.Δ.Α.Κ.», η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής (Λεωφ. Κηφισίας αριθμ. 274) και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, ΕΚ(AM ΔΣΠειραιώς ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) της ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.», η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής (Λεωφ. Κηφισίας αριθμ. 274) και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, ΘΧ (AM ΔΣΑ , ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

....

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση, η οποία στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 2646/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 19 του ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρ. 495 παρ. 1, 2, 496, 500, 511, 513 παρ.1, 516 παρ.1 και 517 ΚΠολΔ), αλλά και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 ΚΠολΔ δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 5-3-2019 και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.1 ΚΠολΔ, με την κατάθεση της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση στις 25-2-2021 (βλ. σχετική έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών) ήτοι, σε κάθε περίπτωση, πριν την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ. Επίσης, για το παραδεκτό της εφέσεως, έχει κατατεθεί και το προβλεπόμενο παράβολο, ποσού 100 ευρώ (άρθρ. 495 παρ. 3 Αβ ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία.

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), κατά των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων την από 13/12/2012 αγωγή του (Γ.Α.Κ. ./Α.Κ.Δ. ./18-12-2012), στην οποία, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι ήταν πελάτης της εταιρείας «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Finance ΑΕΠΕΥ» εκ της οποίας και μετά από συγχώνευση με την εταιρεία «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΔΑΚ» τον Φεβρουάριο του έτους 2010 προήλθε η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, η οποία ανήκει στον επιχειρηματικό όμιλο της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας. Ότι τον Φεβρουάριο του έτους 2006 τον προσέγγισαν επενδυτικοί σύμβουλοι της εταιρείας «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Finance ΑΕΠΕΥ» προτείνοντας του ένα καταθετικό προϊόν που προσέφερε η εταιρεία αυτή με εγγυημένο κεφάλαιο. Ότι οι επενδυτικοί σύμβουλοι της προαναφερόμενης εταιρείας, κάνοντας χρήση του ονόματος της δεύτερης εναγόμενης, του πρότειναν την αγορά τραπεζικού ομολόγου της «ALPHA BANK GROUP» («Alpha Group Jersey Limited Series Β με IS IN DE. Μ2») αορίστου χρόνου, πιστοληπτικής ικανότητας Fitch ΒΒΒ+, με αντικειμενικά υψηλό επιτόκιο, με εγγύηση του κεφαλαίου από την «ALPHA BANK Α.Ε.» και άμεσα ρευστοποιήσιμο μετά τον πρώτο χρόνο της αγοράς. Ότι ο ίδιος (ο ενάγων δηλαδή) ουδέποτε είχε σχέση με το Χρηματιστήριο και με χρηματοπιστωτικά προϊόντα, ούτε και διέθετε τις σχετικές γνώσεις, όντας απόφοιτος του Λυκείου, στερούμενος τραπεζικών γνώσεων και ότι για το λόγο αυτό τόνισε επανειλημμένως στους επενδυτικούς συμβούλους της ανωτέρω εταιρείας ότι δεν επιθυμούσε να επενδύσει τα χρήματα του σε επισφαλή προϊόντα και ότι κατόπιν αυτών έλαβε τη διαβεβαίωση ότι το πρόγραμμα στο οποίο αναφέρονταν ήταν ένα ομόλογο 100% εγγυημένο με μηδενικό ρίσκο και με μεγαλύτερο επιτόκιο σε σχέση με τις προθεσμιακές καταθέσεις. Ότι, κατόπιν των διαβεβαιώσεων αυτώ% αποφάσισε να τοποθετήσει τις οικονομίες του στο ανωτέρω προϊόν, που του πρότειναν και στις 28-2-2006 αγόρασε το ανωτέρω ομόλογο με ημερομηνία πιθανής ανάκλησης την 18-2-2015 ονομαστικής αξίας 222.000 ευρώ με συνολικό καταβληθέν τίμημα ποσού 199.356 ευρώ με εγγυήτρια την εταιρεία «ALPHA BANK Α.Ε.» όπως προκύπτει από σχετικό έντυπο συναλλαγών, που αναφέρεται στην αγωγή. Ότι οι επενδυτικοί σύμβουλοι της ανωτέρω εταιρείας είχαν διαβεβαιώσει αυτόν ότι το εν λόγω προϊόν ήταν ανταλλάξιμο ανά πάσα στιγμή, ότι θα τον ενημέρωναν σε περίπτωση που βρισκόταν κάτι καλύτερο και ότι δεν κινδύνευε με απώλεια του κεφαλαίου του. Ότι, περαιτέρω, στις 13-5-2010 υπέγραψε με την πρώτη εναγόμενη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στο πλαίσιο της οποίας εξουσιοδότησε αυτήν να διενεργεί πράξεις και να τον εκπροσωπεί, διαχειριζόμενη το χαρτοφυλάκιο του, στο οποίο περιλαμβανόταν και το ανωτέρω ομόλογο. Ότι στις 25-4-2012 η πρώτη εναγόμενη του απέστειλε επιστολή με την οποία του γνωστοποιούσε ότι: «η ALPHA GROUP LIMITED στις 20-4-2012, ανακοίνωσε προς τους κατόχους των τίτλων που έχουν εκδοθεί, δημόσια πρόταση προς επαναγορά των τίτλων αυτών εκ μέρους της με την καταβολή μετρητών...Εσείς, κατέχοντας τον παραπάνω τίτλο, έχετε το δικαίωμα να πουλήσετε το ομόλογο στην Alpha Group έναντι της τιμής 40, δηλαδή 55,31% χαμηλότερα από την ονομαστική του αξία. Συγκεκριμένα,  εφόσον κατέχετε ονομαστική αξία 222.000 Ευρώ του ομολόγου με ISIN DE., εάν αποδεχθείτε την πρόταση, θα λάβετε 88.800 Ευρώ.» και ότι κατόπιν αυτών υποχρεώθηκε προκειμένου να μην απολέσει πλήρως το κεφάλαιο του υπό τις συνθήκες της οικονομικής κρίσης, να αποδεχθεί την ανωτέρω πρόταση, πλην όμως, έχοντας απολέσει το 55,31% της αξίας του ομολόγου ονομαστικής αξίας 222.000 ευρώ, ήτοι έχοντας απολέσει το ποσό των 133.200 ευρώ. Ότι οι εναγόμενες ουδέποτε προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια για την προστασία του κεφαλαίου του, ούτε και τον ενημέρωσαν ποτέ σχετικά με τις διεθνείς εξελίξεις και τους κινδύνους, που ενείχε η τοποθέτηση των κεφαλαίων του στο ανωτέρω ομόλογο, που οι ίδιες τον είχαν πείσει να επενδύσει ως δήθεν εγγυημένο με αποτέλεσμα, εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς των αρμόδιων υπαλλήλων των εναγομένων, να υποστεί ζημία ύψους 133.200 ευρώ. Ότι η πρώτη εναγόμενη νομιμοποιείται παθητικά ως καθολική διάδοχος της ανωτέρω εταιρείας με την οποία είχε αρχικά συμβληθεί («ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Finance ΑΕΠΕΥ»), καθώς και ως η εταιρεία με την οποία συμβλήθηκε, στη συνέχεια, για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του και η δεύτερη εναγόμενη νομιμοποιείται παθητικά ως υποκρυπτόμενη στη συναλλαγή, στην οποία προέβη με την πρώτη εναγόμενη εταιρεία, οι οποίες για τους προαναφερόμενους λόγους του προξένησαν την ανωτέρω ζημία. Ότι πλανήθηκε από τις εναγόμενες μέσω των υπαλλήλων τους καθότι τόυ απέκρυψαν το αληθινό ρίσκο του εν λόγω προϊόντος (ομολόγου) παρουσιάζοντας το ως 100% εγγυημένο προϊόν πείθοντας τον να επενδύσει τις οικονομίες του σε αυτό. Ότι ο λόγος που προέβη στην ανωτέρω επενδυτική κίνηση ήταν οι λανθασμένες και απατηλές εντυπώσεις, που του καλλιέργησαν σχετικά με την εν λόγω επένδυση του και η διαβεβαίωση ότι το κεφάλαιο του ήταν εγγυημένο, καθώς και η εμπιστοσύνη του προς τη δεύτερη εναγόμενη. Ότι οι εναγόμενες δεν αξιολόγησαν επαρκώς το επενδυτικό του προφίλ ώστε να του προτείνουν το κατάλληλο επενδυτικό προϊόν, το οποίο, με απατηλή συμπεριφορά τους, του παρουσίασαν ως 100% εγγυημένο και μηδενικού ρίσκου με αποτέλεσμα να προβεί στην ανωτέρω επένδυση και να υποστεί την ανωτέρω ζημία. Ότι οι εναγόμενες δεν ενήργησαν με την απαιτούμενη διαφάνεια και προσοχή προκειμένου να του παράσχουν τις πληροφορίες εκείνες που θα του επέτρεπαν ν' αξιολογήσει την τοποθέτηση των αποταμιεύσεων του και του παρουσίασαν το εν λόγω προϊόν ως εγγυημένο 100% ως προς το επενδυθέν κεφάλαιο με αποτέλεσμα να επενδύσει τελικώς στο ομόλογο αυτό εκδότριας εταιρείας με αβέβαιη βιωσιμότητα και έχοντας την εντύπωση ότι ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να αναλάβει είτε στο σύνολο, είτε εν μέρει, το κεφάλαιο, που τελικώς επένδυσε και ότι οι εναγόμενες μετά τη ζημία, που υπέστη δηλώνουν πλέον ότι δεν φέρουν καμία ευθύνη αποστασιοποιούμενες από τις υποχρεώσεις τους κατά τρόπο αντίθετο με τα συναλλακτικά ήθη και την συνήθη επιχειρηματική πρακτική έχοντας προηγουμένως αθετήσει τις υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από το νομοθετικό πλαίσιο, που εκτίθεται αναλυτικά στην αγωγή. Ότι, τέλος, εάν ο ενάγων γνώριζε από την αρχή ουσιώδη πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τη φύση του επίδικου ομολόγου, ουδέποτε θα αποφάσιζε να προβεί σε οποιαδήποτε συνεργασία με τις εναγόμενες. Κατόπιν αυτών ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρο έκαστη, το ποσό των 133.200 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε, αρχικώς, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στη δικάσιμο της 5-10-2016 και κατόπιν επανασυζήτησης της (υπ' αριθμ. 220/2018 Πράξη του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών) στη δικάσιμο της 9-5-2018 και επ' αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 2646/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία η ανωτέρω αγωγή απορρίφθηκε, στο σύνολο της, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων και ήδη εκκαλών και ζητεί την εξαφάνιση της για λόγους, που ανάγονται, καταρχήν, σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου ως προς την απόρριψη της αγ(ΰγής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας αναφερόμενος, συγχρόνως, με τους λόγους της έφεσης του και στην ουσία της υπόθεσης, χωρίς ωστόσο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να έχει υπεισέλθει σε κρίση επί της ουσίας της διαφοράς.

Τρίτη 18 Ιουλίου 2023

ΑΠ 657/2023. Ζητήματα ακυρότητας από την παρά το νόμο παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία. Παραγραφή της σχετικής αξίωσης και πότε επέρχεται. Διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής. Αναστολή της παραγραφής

 


ΑΠ 657/2023: «…Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του υποστηρίζοντος την κατηγορία οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Π.Δ. και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 67 του Κ.Π.Δ. Κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια που αφορά την παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές αφορούν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Τέτοια πλημμέλεια είναι και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση κατά την οποία η αστική αξίωσης του υποστηρίζοντος την κατηγορία για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, όταν ο κατηγορούμενος δεν πρότεινε την ένσταση παραγραφής, αφού η εκ του λόγου τούτου απόσβεση της σχετικής αξιώσεως λαμβάνεται υπόψη και από το ποινικό δικαστήριο κατόπιν προβολής της σχετικής ενστάσεως και όχι αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. Τούτο δε διότι το ποινικό δικαστήριο ερευνά μεν την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, κατά το κεφάλαιο όμως της αποφάσεως με το οποίο επιλαμβάνεται της παραστάσεως του υποστηρίζοντος την κατηγορία ενεργεί ως πολιτικό δικαστήριο και δεν έχει εξουσία αυτεπάγγελτης ενεργείας, αλλά ενεργεί κατ΄ ένσταση του υπόχρεου. Εφόσον όμως η ένσταση παραγραφής διατυπώνεται από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (άρθρο 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), το Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επ΄ αυτής, αφού η τυχόν βασιμότητά της συνεπάγεται την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως του υποστηρίζοντος την κατηγορία και, συνακόλουθα, τη μη δυνατότητα αυτού να παρασταθεί στο ποινικό δικαστήριο προς υποστήριξη της κατηγορίας. Η ένσταση αυτή, εφόσον κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο έχει υποκύψει σε παραγραφή η αξίωση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, πρέπει να προβάλλεται κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και αν απορριφθεί να επαναφερθεί στο Εφετείο με ειδικό λόγο εφέσεως. Και τούτο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 2 του ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνον των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι έφεσης (ΑΠ 538/2021, 288/2020, 753/2010). Εξάλλου, στο άρθρο 937 του ΑΚ ορίζεται ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση…., εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως. Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της, καλύπτουσας την αδικοπραξία, κολάσιμης πράξης, είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή σε άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκειά της, καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή άλλου ειδικού ποινικού νόμου και η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του ΠΚ αρχίζει από τον χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ. 

Για τη διακρίβωση εάν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη ή όχι σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν υπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ. 2 του άρθρου 113 του ΠΚ μέγιστο διάστημα της τριετούς αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (ΟλΑΠ 21/2003). Περαιτέρω με το άρθρο 261 ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α΄ 74/20-3-2013), ορίζονται τα εξής: “Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης”. Στην παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι: “Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης”. Τέλος στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι “η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση”. Με τη νέα διατύπωση της παρ. 1 θεσπίζονται ταυτόχρονα η διακοπή της παραγραφής (εδάφιο 1) και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής εν επιδικία (εδάφιο 2), αφού ο χρόνος παραγραφής που διακόπτεται (“μηδενίζεται”) με την άσκηση της αγωγής, “παγώνει” και δεν μετρά καθόλου μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής ή να περατωθεί με άλλον τρόπο η δίκη (ΑΠ 1101/2017, 1257/2016). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 255 ΑΚ, η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωση του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής», τέλος δε, κατά τη διάταξη του άρθρου 257 ΑΚ, «Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής. Όταν πάψει η αναστολή, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμιά όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες».