Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

ΜΠρΑθ 39/2015: Κοινή γονική μέριμνα - Επιμέλεια - Επικοινωνία - Διατροφή -Αναστολή δικηγόρου

O δικηγόρος που υπηρετεί ως Λέκτορας σε Νομική Σχολή δεν εμπίπτει στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων περί μερικής αναστολής του δικηγορικού λειτουργήματος. Σε περίπτωση διαζυγίου ή διακοπής συμβίωσης, για την ανάθεση της γονικής μέριμνας από κοινού στους δύο γονείς απαιτείται προηγούμενη συμφωνία τους ως προς την ανάθεση και τον τόπο διαμονής του τέκνου. Το δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τη γονική μέριμνα μεταξύ των γονέων λειτουργικά, δηλαδή να αναθέσει ορισμένες λειτουργίες σε ένα γονέα και τις υπόλοιπες στον άλλο ή χρονικά, δηλαδή, δηλαδή να ορίσει εναλλασσόμενη την άσκηση της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας. Η χρονική κατανομή δε νοείται ως από κοινού ανάθεση της γονικής μέριμνας στους γονείς, αλλά ως ανάθεση της αποκλειστικής άσκησής της στον καθένα για το χρονικό διάστημα, που του αναλογεί. Μη νόμιμο το αίτημα για την ανάθεση μέρους της επιμέλειας από κοινού στους δυο γονείς, επειδή προφανώς δεν υφίσταται μεταξύ τους συμφωνία εν όψει της αντιδικίας τους. Το αίτημα του πατέρα για χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας προσκρούει αναμφίβολα στο συμφέρον των ανηλίκων, διότι θα τα υποβάλει σε μία διαρκή μετακίνηση, οι δε απόψεις των γονέων για την ανατροφή και διαπαιδαγώγηση τω ν τέκνων διαφέρουν και οι σχέσεις τους είναι τεταμένες. Ανάθεση της επιμέλειας στη μητέρα. Ρύθμιση της επικοινωνίας των τέκνων με τον πατέρα. Ρύθμιση τηλεφωνικής επικοινωνίας των παιδιών κάθε γονέα, με τον οποίο δεν διαμένουν συγκεκριμένη μέρα. Επιδίκαση διατροφής των τέκνων λαμβανομένης υπόψη και της φοίτησής τους σε ιδιωτικό σχολείο.
 
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΕΚΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 39/2015
TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Ιωάννη Σταυρόπουλο, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου, και από το Γραμματέα Ηλία Ηλιάδη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 3.11.2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ..., κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής, ατομικά και υπό την ιδιότητα της ως ασκούσας προσωρινά την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Ν............... και E............., η οποία εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ Μ
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ..., κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής, ατομικά και υπό την ιδιότητά του ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του Ν............ & Ε.............., ο οποίος εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΠΝ
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 21.1.2013 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 115/2013, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, και γράφθηκε στο πινάκιο.
 
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 15.9.2014 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 2000/2014, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, και γράφθηκε στο πινάκιο.

 
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις τους.
 
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ /ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

"Ζητήματα από την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου στις διαφορές από το άρθρο 681 Α’ του ΚΠολΔ". (Εισήγηση: Αθαν. Γ. Κρητικού. Αντιπροέδρου του Α.Π. ε.τ.)

Βάσεις και θεμέλια αστικής ευθύνης επί αυτοκινητικού ατυχήματος.
1) ΑΚ 914 και Ν. Γ Ν/1911
Η κατά την ΑΚ 914 υποκειμενική ευθύνη σε βάρος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου προϋποθέτει υπαιτιότητα, δηλαδή συνήθως αμέλεια. Αν τέτοια στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει γιατί π.χ. ο οδηγός κινούμενος κανονικώς με ελάχιστη ταχύτητα δεν μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα με οποιοδήποτε τρόπο (π.χ. λόγω αιφνίδιας εμφανίσεως ανηλίκου κάτω των 10 ετών όπισθεν σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου), τότε δεν θεμελιώνεται υποκειμενική ευθύνη και η βάση της αγωγής απορρίπτεται. Δεν υπάρχει λόγος προσφυγής στην ΑΚ 918 ελλείψει οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας από πλευράς ανηλίκου.
Δυσχερέστερα είναι τα πράγματα κατά την εξέταση της αγωγής υπό την οπτική γωνία της αντικειμενικής ευθύνης κατά το Ν. Γ Ν/1911. Εδώ ο οδηγός ευθύνεται ανεξαρτήτως αμελείας. Απαλλαγή του επέρχεται κατά το άρθ. 5 Ν. Γ Ν /1911 αν η ζημία οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του θύματος. Εφαρμόζεται ακόμη και η ΑΚ 300 αν στο θύμα μπορεί ν’ αποδοθεί συντρέχουσα υπαιτιότητα. Αλλά τόσο η αποκλειστική υπαιτιότητα του θύματος όσο και η συντρέχουσα υπαιτιότητα του τελευταίου προϋποθέτουν ικανότητα προς καταλογισμό η οποία όμως λείπει επί ανηλίκου κάτω των (10) ετών. Επομένως ο αναίτιος οδηγός θα έπρεπε πάντοτε να ευθύνεται όταν το θύμα είναι ηλικίας κάτω των (10) ετών. Η εφαρμογή του Ν. Γ Ν/1911 όμως μπορεί ν’ αποβεί σκληρή σε βάρος του αναίτιου οδηγού. Ο νομοθέτης του Ν. Γ Ν/1911 έχει τούτο υπόψη του και ορίζει στο άρθρο 9 αυτού ότι δικαστής κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως οφείλει να λαμβάνει υπόψη τας κατ’ ιδίαν περιστάσεις οίον την τυχόν ύπαρξιν ή μη πταίσματος, το μέγεθος αυτού, τον ποινικόν ή μη χαρακτήρα της πράξεως ή παραλείψεως, τας περιουσιακάς συνθήκας ζημιώσαντος και ζημιωθέντος. Τελευταία η νομολογία του Αρείου Πάγου με μία τολμηρή απόφαση εφήρμοσε το άρθρο 9 του Ν. Γ Ν/1911 για να αποκλείσει οποιαδήποτε ευθύνη του ανυπαιτίου οδηγού όταν ήταν πρόδηλη η “συντρέχουσα υπαιτιότητα ” του ανηλίκου θύματος. Δηλαδή εφήρμοσε το άρθρο 9 του νόμου όχι στον προσδιορισμό του ύψους της αποζημιώσεως του θύματος αλλά και για τον αποκλεισμό της (βλ. έτσι ΑΠ 1446/2009 Χρ ΙΔ 2010, 342 όπου και παρατηρήσεις Χριστακάκου).
2) Ευθύνη προστήσαντος (ΑΚ 922)
Βασική προϋπόθεση για την έναντι τρίτου ευθύνη του προστήσαντος κατά την ΑΚ 922 είναι η ένταξη του προστηθέντος στην υπηρεσία του προστήσαντος με τη θέληση του τελευταίου. Τέτοια λε’ιπει όταν ο υιός αφαιρεί τα κλειδιά του αυτοκινήτου του πατέρα του και ακολούθως με αυτό προκαλεί ατύχημα σε τρίτον. Εν προκειμένω μάλιστα συντρέχει αυτογνώμων κατάληψη που στερεί από τον ιδιοκτήτη την ιδιότητα του κατόχου και του ανοίγει το δρόμο για προβολή ισχυρισμού (περί) περιορισμού της ευθύνης του μέχρι την αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Κατά τις παραδοχές του το Εφετείο δέχθηκε πρόστηση του υιού από τον πατέρα παρόλο που συγχρόνως δέχθηκε ότι ο υιός αφήρεσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου που ήσαν εκτεθειμένα χωρίς προφύλαξη. Από τον ΑΠ κρίθηκε βάσιμος (και η απόφαση αναιρέθηκε) ο προβληθείς αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (αντιφατικές παραδοχές) (βλ. έτσι ΑΠ 1228/2010 αδημ.).
Από το Εφετείο έγινε δεκτή πρόστηση (ΑΚ 922) μεταξύ του κυρίου του οχήματος και του υπευθύνου του συνεργείου επισκευής στο οποίο ο πρώτος το εμπιστεύθηκε για την αποκατάσταση βλάβης. Ο υπεύθυνος του συνεργείου θεωρήθηκε προστηθείς. Συνέβη ατύχημα όταν ο προστηθείς μετά την επισκευή επέστρεφε το αυτοκίνητο στην οικία του προστήσαντος. Η πλειοψηφία της αποφάσεως του ΑΠ δέχθηκε ευθύνη του προστήσαντος. Αντιθέτως η μειον/ηφία (του προεδρεύοντος) είχε την άποψη ότι ήταν βάσιμος ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ γιατί δεν προέκυπτε από την απόφαση του Εφετείου ότι ο ιδιοκτήτης επεφύλαξε δικαίωμα ασκήσεως ελέγχου ή παροχής οδηγιών στον προστηθέντα (βλ. έτσι ΑΠ 687/2011 αδημ.).
Ως προς το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως έργου ο εργολάβος κατά κανόνα δεν θεωρείται προστηθείς του εργοδότη. Εν προκειμένω όμως το ατύχημα συνέβη στη φάση διαδρομής από το συνεργείο στην οικία του εργοδότη μετά την ολοκλήρωση του έργου. Η διαδρομή αυτή φαίνεται ότι έγινε κατά την επιθυμία του ιδιοκτήτη (και εργοδότη). Εδώ δεν έχει αξία η επιφύλαξη δικαιώματος ασκήσεως ελέγχου που συνήθως αφορά το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως. Επομένως κατά κανόνα πρέπει να θεωρείται προστήσας ο ιδιοκτήτης_ο οποίος ζήτησε από το συνεργείο να του μεταφέρουν στην οικία του το αυτοκίνητο μετά τη επισκευή. Επομένως θεμελιώθηκε ευθύνη του εργοδότη ως προστήσαντος.
3)             Ευθύνη εποπτεύοντος (ΑΚ 923)
Θανάτωση (2)ετούς ανηλίκου από πλημμελή άσκηση εποπτείας εκ μέρους της μητέρας του συνεπεία ατυχήματος προκληθέντος από τρίτον. Η ΑΚ 923 προβλέπει ευθύνη εποπτεύοντος για ζημία που ο εποπτευόμενος προκαλεί σε τρίτο. Για τη ζημιά του ίδιου του εποπτευόμενου από αδικοπραξία τρίτου με συρρέουσα πλημμελή εποπτεία του γονέα δεν εφαρμόζεται η ΑΚ 923. Η ευθύνη του εποπτεύοντος γονέα έναντι του εποπτευόμενου στηρίζεται στην ΑΚ 1510. Εις ολόκληρον ευθύνη (ΑΚ 926) εποπτεύοντος γονέα και τρίτου ( βλ. ΑΠ 239/2010 αδημ.). Στην περίπτωση κατά την οποία την εποπτεία του ανηλίκου τέκνου έχει αναλάβει τρίτος κατόπιν συμβάσεως με τον εποπτεύοντα πατέρα του ανηλίκου ο εποπτεύων πατήρ δεν ελευθερώνεται από τη δική του ευθύνη παρά μόνο αν είχε βεβαιωθεί ότι ο τρίτος έχει τις αναγκαίες ικανότητες ν’ αναλάβει την εποπτεία και είχε ελέγξει ότι αυτός εκπληρώνει προσηκόντως την υποχρέωση που ανέλαβε ή εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατή η παράλληλη άσκηση της εποπτείας από τον πατέρα και ελέγχου του τρίτου (βλ. ΑΠ 731/2008 ΕλλΔνη 2010, 394).

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015

"Η ανάδειξη του πρωθυπουργού και η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Διακριτές, ασύμπτωτες και, κατ’ εξαίρεση, διασταυρούμενες διαδικασίες" (Θανάσης Ξηρός, Δ.Ν., Δικηγόρος)

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
 
Η μη εξασφάλιση της αυξημένης πλειοψηφίας των τριών πέμπτων του συνόλου των βουλευτών κατά την τρίτη ψηφοφορία για την εκλογή του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας σηματοδότησε την ατελέσφορη ολοκλήρωση της πρώτης φάσης της διαδικασίας. Η Βουλή διαλύθηκε υποχρεωτικά και η διεξαγωγή της ψηφοφορίας ορίστηκε την Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015. Έτσι, η προεδρική εκλογή, για δεύτερη φορά στη μακρά μεταπολιτευτική περίοδο, προκάλεσε την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Η απήχηση των πολιτικών δυνάμεων, όπως εμφανίζεται στις δημοσκοπήσεις, επιτρέπει την προβολή ποικίλων σεναρίων για την επόμενη ημέρα. Όποιο τελικά επικρατήσει στην πράξη, θα διαμορφώσει τους όρους της κυβερνησιμότητας αλλά και της διαδοχής του ΚΠαπούλια.
Η αυτοδυναμία, σενάριο που δεν φαίνεται πάντως να συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες επικράτησης, θα απλοποιήσει τα πράγματα, επιταχύνοντας τις εξελίξεις και στα δύο ανοικτά ζητήματα. Αντιθέτως, την αντιμετώπισή τους θα δυσχεράνει ιδιαίτερα η σχετικά πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης. Τότε η ανάδειξη του πρωθυπουργού αναμένεται να αποδειχθεί εξίσωση αυξημένης δυσκολίας και το αποτέλεσμά της θα καθορίσει τη δεύτερη φάση της προεδρικής εκλογής. Στην περίπτωση που οι διερευνητικές εντολές και η κοινή προσπάθεια των πολιτικών αρχηγών, υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αποβούν, εντέλει, άκαρπες, λύση στο κυβερνητικό αδιέξοδο θα αναζητηθεί με την προκήρυξη νέας εκλογικής αναμέτρησης, προκειμένου να εκφραστεί νωπή λαϊκή εντολή.
Όταν η αναζήτηση συνεργασιών και ευρύτερων συναινέσεων ή, έστω, της ανοχής για το σχηματισμό βιώσιμης κοινοβουλευτικά κυβέρνησης, κατ’ ακραία εξαίρεση στη συνήθη πορεία των μετεκλογικών πραγμάτων, παραμένει ακόμη ζωντανή μετά τη σύγκληση της νέας Βουλής σε Α΄ Τακτική Σύνοδο και τη συγκρότησή της με την εκλογή του προεδρείου της, ανακύπτει το ερώτημα, εάν είναι δυνατόν να εκκινήσει η δεύτερη φάση της προεδρικής εκλογής. Με άλλα λόγια, εάν οι δύο, συστηματικά, διακριτές και χρονικά ασύμπτωτες διαδικασίες θα μπορούσαν, τότε και μόνον τότε, να διασταυρωθούν, κινούμενες παράλληλα. Το ενδεχόμενο, εφόσον αποκτήσει επικαιρότητα, θα συγκεντρώσει για πρώτη φορά τα φώτα της δημοσιότητας. Θα αποτελέσει, γι’ αυτό, μοναδικό πραγματικό σε μια, κυριολεκτικά, «αχαρτογράφητη» ακόμη, ελλείψει θεωρητικής επεξεργασίας, περιοχή στη λειτουργία του πολιτεύματος.
     
ΙΙ. Η ανάδειξη του πρωθυπουργού
1. Με την προσφυγή στις γενικές βουλευτικές εκλογές επιδιώκεται, πρωταρχικά και πάντως προνομιακά, η έκφραση νωπής λαϊκής θέλησης και σε, απώτερη αναγωγή, η συγκρότηση βιώσιμου κοινοβουλευτικά κυβερνητικού σχήματος. Οι διεργασίες σχηματισμού του εκκινούν ευθύς μόλις οριστικοποιηθεί το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και τις καθορίζει ο επικρατούν, κάθε φορά, συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων. Η απόλυτα πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης, δηλαδή όταν πολιτικό κόμμα εξασφαλίσει την αυτοδυναμία, επιτρέπει την άμεση ανάδειξη του πρωθυπουργού.
Έτσι, η γενετική και πάντως η σημαντικότερη από τις επιμέρους στιγμές στην πρώτη φάση της ζωής μιας κυβέρνησης[1] δεν θα αντιμετωπίσει κανένα απολύτως πρόβλημα. Την εντολή σχηματισμού λαμβάνει ο αρχηγός του κόμματος, με πρότασή του διορίζονται δε οι Υπουργοί και οι Υφυπουργοί[2]. Εάν δεν υπάρχει επικεφαλής ή εκπρόσωπος, ενδεχόμενα μάλλον απίθανα στα σύγχρονα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα, καθώς επίσης όταν μεν υπάρχει, αλλά δεν έχει καταφέρει να εκλεγεί βουλευτής, εξέλιξη που δεν επέτρεψαν να αποκτήσει έως σήμερα επικαιρότητα τα, κατά καιρούς ισχύοντα μεταπολιτευτικά, εκλογικά συστήματα, εντολοδόχος θα είναι ο προτεινόμενος από την κοινοβουλευτική ομάδα[3].
2. Τα πράγματα εμφανίζονται περισσότερο σύνθετα και σαφώς πιο περίπλοκα, με αυξημένες πιθανότητες να καταλήξουν σε αδιέξοδο, όταν επικρατεί η σχετικά πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης[4]. Από τη στιγμή που κανένα κόμμα δεν εξασφαλίζει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, ο πρωθυπουργός αναδεικνύεται στο πλαίσιο καθορισμένης, κατά τρόπο μάλιστα αναλυτικό στο Σύνταγμα, διαδικασίας. Ο σχηματισμός βιώσιμης κοινοβουλευτικά κυβέρνησης προϋποθέτει ευρύτερες συναινέσεις και απαιτεί τη συνεργασία περισσοτέρων, που αναζητούνται μέσω των διερευνητικών εντολών. Όπως συμβαίνει και με την εντολή σχηματισμού, δεν περιβάλλονται το γραπτό τύπο[5], αποδέκτες τους είναι, κατά σειρά, τα τρία πρώτα σε κοινοβουλευτική δύναμη πολιτικά κόμματα[6] και οι διαβουλεύσεις του, κάθε φορά, φορέα τους με τους λοιπούς πολιτικούς αρχηγούς διαρκούν το μέγιστο τρεις ημέρες[7].
Η άκαρπη έκβασή τους, δηλαδή η αποτυχία να καταλήξουν σε σχήμα που θα το περιλάβει με την εμπιστοσύνη ή την ανοχή της η Βουλή, πιστοποιεί την αδυναμία συμπόρευσης των πολιτικών δυνάμεων και σηματοδοτεί την ατελέσφορη ολοκλήρωση της διαδικασίας. Η επόμενη συνταγματικά φάση[8] για την ανάδειξη του πρωθυπουργού, εκκινεί άμεσα, συνήθως την επαύριον, και εξελίσσεται με ενεργότερη τη συμμετοχή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Προς τούτο, καλεί τους πολιτικούς αρχηγούς, από κοινού ή κατά μόνας[9], σε μία ή και περισσότερες συναντήσεις.
Η διάρκεια των κοινών προσπαθειών δεν ορίζεται συνταγματικά, δεν μπορεί όμως να εκτείνεται πέραν ενός ευλόγου χρόνου. Τα όριά του συγκεκριμενοποιούνται, κατά περίπτωση και στις επικρατούσες κάθε φορά συνθήκες, με αναγωγή, πρωταρχικά, στον επιδιωκόμενο συνταγματικά σκοπό, το σχηματισμό βιώσιμης κοινοβουλευτικά κυβέρνησης. Δεδομένου ότι η Βουλή δεν μπορεί να διαλυθεί πριν συνέλθει στην Α΄ Τακτική της Σύνοδο και συγκροτηθεί[10], το απώτατο σημείο του ευλόγου χρόνου συμπίπτει, καταρχήν, χρονικά με την εκλογή του προεδρείου. Υπέρβασή του και, συνεπώς, παράταση αυτής της φάσης χωρεί επιτρεπτά, κατ’ εξαίρεση και μόνον όταν οι διαβουλεύσεις αφήνουν ακόμη ανοικτό το ενδεχόμενο να εξευρεθεί λύση, όχι αναγκαστικά στη σύνθεση της κυβέρνησης, αλλά πάντως στον εντολοδόχο πρωθυπουργό.
Προς τούτο απαιτείται και αρκεί η σύμπτωση στο πρόσωπο του πολιτικών δυνάμεων με αριθμό βουλευτών επαρκή για να τον περιβάλουν με την εμπιστοσύνη ή, έστω, την ανοχή τους. Διαφορετικά, η φάση των κοινών προσπαθειών δεν επιτρέπεται να παραταθεί πέραν του ακραίου χρονικά ορίου της, όπως συγκεκριμενοποιήθηκε παραπάνω[11], και επιβάλλεται να ολοκληρωθεί χωρίς άλλη καθυστέρηση. Άμεση συνέπεια της, έτσι βεβαιωμένης, αδυναμίας να επιτευχθεί συμφωνία σε βιώσιμη κοινοβουλευτικά λύση είναι η διάλυση της Βουλής[12]. Την ευθύνη διενέργειας των εκλογών αναλαμβάνει κυβέρνηση από όλα τα εκπροσωπούμενα κοινοβουλευτικά  πολιτικά κόμματα ή υπηρεσιακή υπό τον, αρχαιότερο, Πρόεδρο ενός των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας.
 

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

ΕιρηνΧαλανδρίου 32/2014: Αμοιβή Δικηγόρων- Αμοιβή για εξώδικες εργασίες- Χρονοχρέωση

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ ΤΜΗΜΑ ΑΜΟΙΒΩΝ
Αριθμός απόφασης 32/2014
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ
Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη Θεόδωρο Δημητρακόπουλο και από τον Γραμματέα Γεώργιο Μάρδα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της ενάγουσας: ............., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως φέρουσα την δικηγορική ιδιότητα.
Της εναγόμενης: ............., κατοίκου Χαλανδρίου, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της ΠΣ.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 29-10-2013 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 997/2013 αγωγή της, η συζήτηση της οποίας καθορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, γράφτηκε στο πινάκιο και εκφωνήθηκε νόμιμα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να περιέχει εκτός από τα άλλα στοιχεία, και σαφή έκθεση των γεγονότων που στηρίζουν κατά νόμο την αγωγή, έτσι ώστε αφενός μεν το δικαστήριο να είναι σε θέση να εκτιμήσει το περιεχόμενό της, αφετέρου δε ο εναγόμενος να μην στερείται το δικαίωμα άμυνας και αντίκρουσης των αγωγικών ισχυρισμών. Η έλλειψη έκθεσης, με σαφή και ορισμένο τρόπο, των πραγματικών γεγονότων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και θεμελιώνουν κατά νόμο το αξιούμενο δικαίωμα ή η ασαφής και ελλιπής αναφορά αυτών, καθιστούν την αγωγή άκυρη και απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της. Η αοριστία της αγωγής εξετάζεται τόσο με την προβολή σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου όσο και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, αφού το απαράδεκτο αυτής ανάγεται στην προδικασία και αφορά την δημόσια τάξη, δεν μπορεί δε να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 762/2000 ΕλλΔνη 2001, 142, ΑΠ 1073/1993 ΕλλΔνη 1994, 1582, ΕφΑθ 6001/2000 Δ 2001,449).

Η σχέση δικηγόρου και του πελάτη του, για δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες του δικηγόρου, χαρακτηρίζετοα ως αμειβόμενη εντολή και ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβή για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη. Η εντολή αυτή, για το κύρος της, δεν υπόκειται σε τύπο και αποδεικνύεται κατά τις κοινές δικονομικές διατάξεις (ΚΠολΔ). Η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως - πελάτη του και περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή κατ` ιδίαν πράξεις της ή άλλες κάθε φύσεως νομικές εργασίες - υποθέσεις, ενώ σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελάχιστων νομίμων ορίων.
Ο εντολεύς οφείλει την αμοιβή στο δικηγόρο, εφόσον έδωσε εντολή επ ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα αν είναι διάδικος και η συμφωνία αυτή, για τον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου, καταρτίζεται ατύπως, ήτοι δεν προϋποθέτει, για το κύρος της, την τήρηση έγγραφου τύπου και αποδεικνύεται, κατά τις κοινές δικονομικές διατάξεις. Το δικαστήριο, εάν δεν υπάρχει συμφωνία για την αμοιβή του δικηγόρου ή δεν συντρέχει περίπτωση υπολογισμού της αμοιβής του με βάση συντελεστή, θα προσδιορίσει το ελάχιστο νόμιμο όριο της αμοιβής του (άρθρα 713 ΑΚ, 91 παρ. 1, 92, 98, 99, 100 - 106 Κώδικας Δικηγόρων/ν.δ. 3026/1954 (ΦΕΚ Α` 235), 38 ΕισΝΚΠολΔ). Για την αξίωση τέτοιας δικηγορικής αμοιβής είναι αδιάφορο αν η αγωγή έγινε εν όλω ή μερικώς δεκτή ή απορρίφθηκε ολοσχερώς ή η υπόθεση διεκπεραιώθηκε ή όχι επιτυχώς (ΑΠ 415/2004 ΕλλΔνη 45.1375, ΑΠ 417/2003 ΔΕΝ 59.1202, ΑΠ 381/2001 ΕλλΔνη 43.117, ΑΠ 1225/2001 ΕλλΔνη 43.117, ΑΠ 372/2000 ΕλλΔνη 41.1320, ΑΠ 1580.2000 ΕλλΔνη 42.1294, ΑΠ 591/2000 ΕλλΔνη 41.1603, ΑΠ 1217/1998 ΕλλΔνη 41.75, ΑΠ 980/1998 ΕλλΔνη 40.303, ΑΠ 273/1991 ΔΕΝ 48.23, ΑΠ 988/1982 ΝοΒ 31.1001). Για τις παραστάσεις του δικηγόρου ενώπιον των δικαστηρίων, τη σύμπραξη του σε εξώδικες ενέργειες -και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις καθώς και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία, που ο δικηγόρος παρέχει στον εντολέα του, καθορίζεται, το μήνα Δεκέμβριο κάθε δεύτερου έτους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώμη της ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδος, ελάχιστη αμοιβή, ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας. Η ελάχιστη αυτή αμοιβή προεισπράπεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο με τετραπλότυπο γραμμάτιο, ενώ οι δικηγορικοί σύλλογοι υποχρεούνται να ενεργούν παρακράτηση φόρου εισοδήματος με συντελεστή 15% στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών, που αναγράφονται στα τε-τραπλότυπα γραμμάτια (άρθρο 7 παρ. 2 ν. 2753/1999 (ΦΕΚ Α` 249). Οι προηγούμενες διατάξεις του ν. 2753/1999 έχουν φορολογικό χαρακτήρα και αποσκοπούν στη μεταρρύθμιση και απλοποίηση του φορολογικού συστήματος, με την καθιέρωση αντικειμενικής φορολογικής μεταχειρίσεως των δικηγόρων προς το σκοπό της δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών, που προκαλεί η φορολογική διάρθρωση στην κατανομή των πόρων, της μειώσεως των οικονομικών στρεβλώσεων της αυξήσεως της ανταγωνιστικότητας και της προσαρμογής της φορολογίας στο ενοποιούμενο διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Ετσι, αυτές οι διατάξεις δεν καταργούν τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων/ν.δ. 3026/1954, ως άνω, που αφορούν τον καθορισμό του κατώτατου ορίου αμοιβής των δικηγόρων (ΑΠ 760/2007 ΕλλΔνη 48.797).

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

Απόφαση 440/2014 Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας (υποθέσεις Ν. 3869/2010)

Γραμματική και τελεολογική ερμηνεία του άρθρου 4 παρ. 1. του ν. 3869/2010.

Με την υπ΄ αριθμ. 440/2014 απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας (ως Εφετείο) ξεκαθαρίζει ότι δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη από μόνη της η ανάληψη δανειακής υποχρεώσεως, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής αλλά ούτε και η ανακυκλούμενη πίστωση αποτελεί ένδειξη δόλιας αδυναμίας πληρωμών.
 
Σύντομο ιστορικό

Η αιτούσα – εφεσίβλητη άσκησε στο Ειρηνοδικείο Αρήνης την από 28-2-2013 αίτησή της, όπου εκδόθηκε η υπ΄ αρ. 7/2014 οριστική απόφαση του παραπάνω Ειρηνοδικείου η οποία διέσωσε την κύρια κατοικία της και για τις οφειλές της ύψους 185.659,08 ευρώ, την υποχρέωσε να καταβάλλει συνολικά το ποσό των 21.079,20 ευρώ, απαλλάσσοντάς την  για το υπόλοιπο των οφειλών της, ύψους 164.579,88 ευρώ. Με την από 3-6-2014 έφεση της ως άνω οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αρήνης η πιστώτρια – εκαλλούσα τράπεζα ζήτησε την εξαφάνιση, άλλως την μεταρρύθμιση της ως άνω απόφασης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εκκαλούμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις και έκανε μερικώς δεκτή την αίτηση της αιτούσας – εφεσίβλητης και απέρριψε την κρινόμενη έφεση κατά το ουσιαστικό της μέρος.  
 
Ειδικότερα το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας έκρινε τα ακόλουθα:
 
« Κατά τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1του νόμου 3869/2010, η αδυναμία εξόφλησης, συνεπώς, και η έλλειψη δόλου σε τέτοια περιέλευση αδυναμίας, αναφέρεται στο μετά την ανάληψη του χρέους χρόνο, ώστε να αποκλείεται από την υπαγωγή του στο νόμο – στην οποία υπαγωγή ίσως και να απέβλεψε περιερχόμενος σε υπερημερία – όποιος καθιστά οφειλές του ληξιπρόθεσμες, παρότι έχει τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των περιοδικών καταβολών. Εξάλλου, δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμών μπορεί να προκύπτει όταν ο οφειλέτης δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού του ή τη σωστή διαχείριση  του προκειμένου επαρκώς να εξυπηρετήσει τα χρέη του, όταν αποκρύπτοντας εισοδήματα, δεν ικανοποιεί τις υποχρεώσεις του και αφήνει αυτές να καταστούν μη αντιμετωπίσιμες, όταν προβαίνει  σε καταδολιευτικές μεταβιβάσεις περιουσιακών του στοιχείων είτε σε ευτελείς τιμές, είτε σε δωρεές είτε με γονικές παροχές καθώς και όταν κατασπαταλά τα εισοδήματα του σε τυχερά παίγνια, σε χαρτοπαιξία.
  
Κατ΄ ορθή τελεολογική ερμηνεία, όμως, ο δόλος δεν αποκλείεται να προϋπάρχει της ανάληψης της σχετικής υποχρέωσης, αφού κάποιος μπορεί να δημιουργήσει υπέρογκες οφειλές με συνεχή δανεισμό, παρότι γνωρίζει ότι θα βρίσκεται σε αδυναμία εξόφλησης τους και επομένως νομίμως προβάλλεται αντίστοιχη ένσταση από οποιοδήποτε πιστωτή, που βαρύνεται με την απόδειξή της. Στη δόλια ανάληψη επισφαλούς υποχρέωσης εμπεριέχεται λογικά η πρόγνωση, εκ μέρους του οφειλέτη, της ανεπάρκειας των εισοδημάτων του προς εξόφληση, των αναλαμβανομένων χρεών  με ταυτόχρονη αδυναμία (εκ των πραγμάτων ή λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του οφειλέτη) αντίστοιχης γνώσης της επισφάλειας εκ μέρους των πιστωτών και τα στοιχεία αυτά απαιτούνται, με παράθεση αντίστοιχων πραγματικών περιστατικών, για το ορισμένο της προβολής σχετικής ένστασης δόλου, όπως θα πρέπει να εξειδικεύονται τα στοιχεία επικαλούμενου δόλου περιέλευσης σε αδυναμία εξόφλησης και για το στάδιο μετά την ανάληψη του χρέους (κατά το συνδυασμό των άρθρων 741 και 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ).