Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

"Ζητήματα από την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου στις διαφορές από το άρθρο 681 Α’ του ΚΠολΔ". (Εισήγηση: Αθαν. Γ. Κρητικού. Αντιπροέδρου του Α.Π. ε.τ.)

Βάσεις και θεμέλια αστικής ευθύνης επί αυτοκινητικού ατυχήματος.
1) ΑΚ 914 και Ν. Γ Ν/1911
Η κατά την ΑΚ 914 υποκειμενική ευθύνη σε βάρος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου προϋποθέτει υπαιτιότητα, δηλαδή συνήθως αμέλεια. Αν τέτοια στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει γιατί π.χ. ο οδηγός κινούμενος κανονικώς με ελάχιστη ταχύτητα δεν μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα με οποιοδήποτε τρόπο (π.χ. λόγω αιφνίδιας εμφανίσεως ανηλίκου κάτω των 10 ετών όπισθεν σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου), τότε δεν θεμελιώνεται υποκειμενική ευθύνη και η βάση της αγωγής απορρίπτεται. Δεν υπάρχει λόγος προσφυγής στην ΑΚ 918 ελλείψει οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας από πλευράς ανηλίκου.
Δυσχερέστερα είναι τα πράγματα κατά την εξέταση της αγωγής υπό την οπτική γωνία της αντικειμενικής ευθύνης κατά το Ν. Γ Ν/1911. Εδώ ο οδηγός ευθύνεται ανεξαρτήτως αμελείας. Απαλλαγή του επέρχεται κατά το άρθ. 5 Ν. Γ Ν /1911 αν η ζημία οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του θύματος. Εφαρμόζεται ακόμη και η ΑΚ 300 αν στο θύμα μπορεί ν’ αποδοθεί συντρέχουσα υπαιτιότητα. Αλλά τόσο η αποκλειστική υπαιτιότητα του θύματος όσο και η συντρέχουσα υπαιτιότητα του τελευταίου προϋποθέτουν ικανότητα προς καταλογισμό η οποία όμως λείπει επί ανηλίκου κάτω των (10) ετών. Επομένως ο αναίτιος οδηγός θα έπρεπε πάντοτε να ευθύνεται όταν το θύμα είναι ηλικίας κάτω των (10) ετών. Η εφαρμογή του Ν. Γ Ν/1911 όμως μπορεί ν’ αποβεί σκληρή σε βάρος του αναίτιου οδηγού. Ο νομοθέτης του Ν. Γ Ν/1911 έχει τούτο υπόψη του και ορίζει στο άρθρο 9 αυτού ότι δικαστής κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως οφείλει να λαμβάνει υπόψη τας κατ’ ιδίαν περιστάσεις οίον την τυχόν ύπαρξιν ή μη πταίσματος, το μέγεθος αυτού, τον ποινικόν ή μη χαρακτήρα της πράξεως ή παραλείψεως, τας περιουσιακάς συνθήκας ζημιώσαντος και ζημιωθέντος. Τελευταία η νομολογία του Αρείου Πάγου με μία τολμηρή απόφαση εφήρμοσε το άρθρο 9 του Ν. Γ Ν/1911 για να αποκλείσει οποιαδήποτε ευθύνη του ανυπαιτίου οδηγού όταν ήταν πρόδηλη η “συντρέχουσα υπαιτιότητα ” του ανηλίκου θύματος. Δηλαδή εφήρμοσε το άρθρο 9 του νόμου όχι στον προσδιορισμό του ύψους της αποζημιώσεως του θύματος αλλά και για τον αποκλεισμό της (βλ. έτσι ΑΠ 1446/2009 Χρ ΙΔ 2010, 342 όπου και παρατηρήσεις Χριστακάκου).
2) Ευθύνη προστήσαντος (ΑΚ 922)
Βασική προϋπόθεση για την έναντι τρίτου ευθύνη του προστήσαντος κατά την ΑΚ 922 είναι η ένταξη του προστηθέντος στην υπηρεσία του προστήσαντος με τη θέληση του τελευταίου. Τέτοια λε’ιπει όταν ο υιός αφαιρεί τα κλειδιά του αυτοκινήτου του πατέρα του και ακολούθως με αυτό προκαλεί ατύχημα σε τρίτον. Εν προκειμένω μάλιστα συντρέχει αυτογνώμων κατάληψη που στερεί από τον ιδιοκτήτη την ιδιότητα του κατόχου και του ανοίγει το δρόμο για προβολή ισχυρισμού (περί) περιορισμού της ευθύνης του μέχρι την αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Κατά τις παραδοχές του το Εφετείο δέχθηκε πρόστηση του υιού από τον πατέρα παρόλο που συγχρόνως δέχθηκε ότι ο υιός αφήρεσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου που ήσαν εκτεθειμένα χωρίς προφύλαξη. Από τον ΑΠ κρίθηκε βάσιμος (και η απόφαση αναιρέθηκε) ο προβληθείς αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (αντιφατικές παραδοχές) (βλ. έτσι ΑΠ 1228/2010 αδημ.).
Από το Εφετείο έγινε δεκτή πρόστηση (ΑΚ 922) μεταξύ του κυρίου του οχήματος και του υπευθύνου του συνεργείου επισκευής στο οποίο ο πρώτος το εμπιστεύθηκε για την αποκατάσταση βλάβης. Ο υπεύθυνος του συνεργείου θεωρήθηκε προστηθείς. Συνέβη ατύχημα όταν ο προστηθείς μετά την επισκευή επέστρεφε το αυτοκίνητο στην οικία του προστήσαντος. Η πλειοψηφία της αποφάσεως του ΑΠ δέχθηκε ευθύνη του προστήσαντος. Αντιθέτως η μειον/ηφία (του προεδρεύοντος) είχε την άποψη ότι ήταν βάσιμος ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ γιατί δεν προέκυπτε από την απόφαση του Εφετείου ότι ο ιδιοκτήτης επεφύλαξε δικαίωμα ασκήσεως ελέγχου ή παροχής οδηγιών στον προστηθέντα (βλ. έτσι ΑΠ 687/2011 αδημ.).
Ως προς το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως έργου ο εργολάβος κατά κανόνα δεν θεωρείται προστηθείς του εργοδότη. Εν προκειμένω όμως το ατύχημα συνέβη στη φάση διαδρομής από το συνεργείο στην οικία του εργοδότη μετά την ολοκλήρωση του έργου. Η διαδρομή αυτή φαίνεται ότι έγινε κατά την επιθυμία του ιδιοκτήτη (και εργοδότη). Εδώ δεν έχει αξία η επιφύλαξη δικαιώματος ασκήσεως ελέγχου που συνήθως αφορά το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως. Επομένως κατά κανόνα πρέπει να θεωρείται προστήσας ο ιδιοκτήτης_ο οποίος ζήτησε από το συνεργείο να του μεταφέρουν στην οικία του το αυτοκίνητο μετά τη επισκευή. Επομένως θεμελιώθηκε ευθύνη του εργοδότη ως προστήσαντος.
3)             Ευθύνη εποπτεύοντος (ΑΚ 923)
Θανάτωση (2)ετούς ανηλίκου από πλημμελή άσκηση εποπτείας εκ μέρους της μητέρας του συνεπεία ατυχήματος προκληθέντος από τρίτον. Η ΑΚ 923 προβλέπει ευθύνη εποπτεύοντος για ζημία που ο εποπτευόμενος προκαλεί σε τρίτο. Για τη ζημιά του ίδιου του εποπτευόμενου από αδικοπραξία τρίτου με συρρέουσα πλημμελή εποπτεία του γονέα δεν εφαρμόζεται η ΑΚ 923. Η ευθύνη του εποπτεύοντος γονέα έναντι του εποπτευόμενου στηρίζεται στην ΑΚ 1510. Εις ολόκληρον ευθύνη (ΑΚ 926) εποπτεύοντος γονέα και τρίτου ( βλ. ΑΠ 239/2010 αδημ.). Στην περίπτωση κατά την οποία την εποπτεία του ανηλίκου τέκνου έχει αναλάβει τρίτος κατόπιν συμβάσεως με τον εποπτεύοντα πατέρα του ανηλίκου ο εποπτεύων πατήρ δεν ελευθερώνεται από τη δική του ευθύνη παρά μόνο αν είχε βεβαιωθεί ότι ο τρίτος έχει τις αναγκαίες ικανότητες ν’ αναλάβει την εποπτεία και είχε ελέγξει ότι αυτός εκπληρώνει προσηκόντως την υποχρέωση που ανέλαβε ή εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατή η παράλληλη άσκηση της εποπτείας από τον πατέρα και ελέγχου του τρίτου (βλ. ΑΠ 731/2008 ΕλλΔνη 2010, 394).
4)             Ευθύνη κατόχου ζώου (ΑΚ 924). Διαδικασία εκδικάσεως της διαφοράς.
Στο επαρχιακό συνήθως δίκτυο δεν σπανίζουν ατυχήματα στα οποία εμπλέκονται διερχόμενα ζώα. Ενδεικτικώς αναφέρεται η παράσυρση από διερχόμενο αυτοκίνητο ποιμνίου ζώων. Συνήθως οι ζημίες επεκτείνονται και στις δύο πλευρές, ήτοι τόσο το αυτοκίνητο όσο και στο ποίμνιο. Ο ιδιοκτήτης και ο οδηγός του αυτοκινήτου για την αποκατάσταση των ζημιών τους επικαλούνται την ΑΚ 924. Η σχετική διαφορά ως μη προερχόμενη από αυτοκίνητο δεν υπάγεται στο άρθρο 681 Α’ του ΚΠολΔ. Υπάγεται στην τακτική διαδικασία ενώπιον του λόγω ποσού αρμοδίου καθ’ ύλην δικαστηρίου. Αντιθέτως η αγωγή του ιδιοκτήτη του ποιμνίου κατά του ιδιοκτήτη – οδηγού του ζημιογόνου οχήματος υπάγεται στη διαδικασία άρθ. 681 Α’ του ΚΠολΔ. Λόγω της διαφοράς διαδικασίας δεν είναι κατά νόμο δυνατή η συνεκδίκαση από το ίδιο δικαστήριο αμφοτέρων των αγωγών (βλ. ΑΠ 585/2010 Επ ΣυγκΔ2010, 299).
II.             Διεθνής δικαιοδοσία ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση αγωγών από
ατύχημα στην αλλοδαπή σε βάρος μονίμου κατοίκου της Ελλάδος.
Ατύχημα στην αλλοδαπή σε κράτος – μέλος της Ε.Ε. σε βάρος μονίμου κατοίκου της Ελλάδος. Παραδεκτώς ενάγεται ενώπιον του αρμοδίου ελληνικού δικαστηρίου της κατοικίας του παθόντος ο αλλοδαπός ασφαλιστής. Τούτο στηρίζεται στο άρθ. 11 § 2 του Κανονισμού 44/2001 (Ε.Κ.) και εγένετο δεκτό με απόφαση του ΔΕΚ επ’ αφορμή σχετικού ερωτήματος προελθόντος από το γερμανικό ΒΟΗ. Ήδη τέτοια δυνατότητα προβλέπεται από το άρθ. 5 της Πέμπτης Κοινοτικής Οδηγίας της 11.5.2005 που θα έπρεπε να καταστεί εσωτερικό δίκαιο μέχρι την 11.6.2007 (βλ. ΑΠ 640/2010 Επι. Δικ. Ι.Α 2010, 379 Επ= Επ Συγκ Δ 2010, 176 Νο Β 2010, 2331) και ΑΠ 2163/2009 ΝοΒ 2010,1227• ΑΠ 599/2010 ΝοΒ 2010, 2064).
III.            Υλικές ζτιιιίες αυτοκινήτου
Α. Ολοσχερής καταστροφή πράγματος. Υπολογισμός αποζημιώσεως.
Σε μία τέτοια περίπτωση η αποζημίωση περιλαμβάνει: α) την αξία του πράγματος (θετική ζημία) και β) το διαφυγόν κέρδος από τη στέρηση της εκμεταλλεύσεως του από την καταστροφή μέχρι την πληρωμή της αξίας. Ο ιδιοκτήτης του πράγματος δικαιούται και τόκους (ΑΚ 346) επί του ποσού του διαφυγόντος κέρδους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την καταβολή. Δεν δικαιούται όμως να ζητήσει τόκους επί της αξίας του πράγματος (θετικής ζημίας) για όσο χρόνο μέχρι την πληρωμή της ζητεί και διαφυγόν κέρδος ( βλ. Ολ Απ 1/1997) βλ. έτσι ΑΠ 1875/2009 ΝοΒ 2010, 965).
Β. Υπολογισμός αποζημιώσεως όταν υπάρχουν υπολείμματα.
Ο ζημιωθείς ιδιοκτήτης ενάγων δικαιούται είτε ν’ αφαιρέσει την αξία των υπολειμμάτων από το συνολικό ποσό της αιτούμενης αποζημιώσεως είτε ν’ αξιώσει την αποκατάσταση της συνολικής ζημίας του αποδίδοντας στον υπόχρεο εναγόμενο τα υπολείμματα. Ο εναγόμενος δεν δικαιούται ν’ αξιώσει την απόδοση σ’ αυτόν αυτούσιων των υπολειμμάτων γιατί αυτά αποτελούν περιουσία του ιδιοκτήτη, μπορεί όμως να προτείνει ένσταση περιορισμού της αιτούμενης αποζημιώσεως κατά την αξία των υπολειμμάτων (βλ. έτσι ΑΠ 1116/2009 Χρ ΙΔ 2010, 443).
Γ. Η δαπάνη της εξώδικης πραγματογνωμοσύνης δεν αποδίδεται ως ζημία αλλά στα πλαίσια της δικαστικής δαπάνης της δίκης αποζημιώσεως.
Η σχετική δαπάνη γίνεται προς απόκτηση αποδεικτικού μέσου και αποκαθίσταται ως δικαστική δαπάνη, Η κρίση του δικαστηρίου για την αναγκαιότητα των εξόδων της δίκης δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (βλ. έτσι ΑΠ 1450/2009 Χρ ΙΔ 2010, 347).
Δ. Υλικές ζημίες αυτοκινήτου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ύψος τους δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά τις παραδοχές του κατ’ έφεση δικάσαντος πολυμελούς πρωτοδικείου ο ιδιοκτήτης του βλαβέντος αυτοκινήτου προς αποκατάσταση των ζημιών του δαπάνησε το ποσό των 3.038,65 €. Τελικά όμως του επιδικάσθηκε ποσό 2.500 €. Το επί πλέον ποσό καταλογίσθηκε σε βάρος του ίδιου του παθόντος εξαιτίας υπέρμετρης πρόνοιας. Η απόφαση αναιρέθηκε με τον αναιρετικό λόγο του αρ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ (βλ. έτσι ΑΠ 786/2010 αδημ.).
Έχω επιφυλάξεις για την ορθότητα της αποφάσεως. Αληθώς δεν πρόκειται για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου όπως αποδίδεται από τον ΑΠ στο Πολ. Πρωτοδ. Πρόκειται για εκτίμηση ύψους ζημίας δηλαδή για πραγματικό γεγονός. Το κατ’ έφεση δίκασαν πρωτοδικείο καθόρισε τη δαπάνη στο ποσό των 2.500€ κρίναν ότι η επί πλέον δαπάνη οφείλεται σε υπερβάλλουσα πρόνοια και δεν είναι αποδοτέα.
IV. Αξιώσεις αποζημιώσεως λόγω σωματικής βλάβης και θανατώσεως.
Α. – Περιουσιακή ζημία
Β. – Ηθική βλάβη-ψυχική οδύνη
Α. Περιουσιακή ζημία
1. Νοσήλια. ΑΚ 929
Κρίθηκε ότι σ’ αυτά δεν περιλαμβάνεται η καταβολή αμοιβής σε ιατρικό ή νοσηλευτικό προσωπικό νοσοκομείου ενταγμένου στο ΕΣΥ. Δεν είναι αναγκαία δαπάνη και δεν έχει νόμιμη βάση. (βλ. ΑΠ 2176/2009 Ελλ Δνη 2010, 388 = ΝοΒ 2010, 1228).
Ο παθών δεν είναι υποχρεωμένος για να μη επιβαρύνει τον υπόχρεο, να αρκεσθεί να δεχθεί τις υπηρεσίες που προσφέρει το ασφαλιστικό του ταμείο. Δικαιούται να αξιώσει τα νοσήλια για εισαγωγή σε πλέον δαπανηρό ιδιωτικό θεραπευτήριο, αντί δημοσίου νοσοκομείου, εφόσον επικαλείται ότι αυτό είναι αναγκαίο για την καλύτερη ή ταχύτερη αντιμετώπιση της καταστάσεως του ή για την αποτροπή της επιδεινώσεως της υγείας και αυτό, επομένως, δεν γίνεται από υπερβάλλουσα πρόνοια (βλ. ΑΠ 634/2010 ΝοΒ 2010, 2330).
Για περιποιήσεις του παθόντος συνεπεία του τραυματισμού του απασχολήθηκαν οι γονείς του. Ο παθών δικαιούται ν’ αξιώσει από τον υπόχρεο το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο για το σκοπό αυτό χωρίς να ερευνάται αν καταβλήθηκε (βλ. ΑΚ 929, 930§3- ΑΠ 522/2009 Επ ΣυγκΔ 2010, 313)• ΑΠ 132/2010 ΝοΒ 2010,1490.
Ο παθών ήταν ασφαλισμένος στο ΤΑΠ-ΟΤΕ το οποίο του κατέβαλε τα νοσήλια. Παρόλα αυτά δικαιούται ν’ αξιώσει αποζημίωση από τον υπόχρεο με βάση την ΑΚ 930§3 (βλ. έτσι ΑΠ 116/2010 ΕπΣυγκΔ 2010, 17= Νο Β 2011, 924= Νο Β 2010, 1488 και υπό την απόφαση αντίθετη σημείωση Μιχ. Μαργαρίτη που υποστηρίζει ότι η σωρευτική απόληψη είναι αντίθετη στην έννοια της αποζημιώσεως. Αυτός δέχεται σωρευτική απόληψη μόνο αν προβλέπεται από τη σύμβαση ή τις διατάξεις του νόμου που διέπουν τη σχέση μεταξύ του ζημιωθέντος και του τρίτου). Πάντως η δοθείσα λύση είναι σύμφωνη με την γενικώς κρατούσα ερμηνεία στη νομολογία. Σύμφωνη με άποψη Μαργαρίτη η ΑΠ 347/2009 αδημ.
Η εφαρμογή της ΑΚ 930§3 εξουδετερώνεται όταν συντρέχει νόμιμη περίπτωση. Τούτο συντρέχει : α) κατ’ άρθ. 18 Ν. 1654/1986 επί ΙΚΑ και σε άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς στους οποίους επεκτείνεται η νομοθεσία του, βάσει του άρθ. 42§6 του Ν. 3518/2006, ήτοι στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολουμένων καθώς και στον Ο.Γ.Α. β) κατ’ άρθ. 19§5 ν. 489/1976 όταν__συντρέχει περίπτωση ευθύνης του Επικ. Κεφ. και γ) όταν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής άρθ. ,ΙΙξ^Ν^^ό/1997 (ασφαλιστικού νόμου), δηλαδή συμφωνία καταβολής ασφαλίσματος για συγκεκριμένες άμεσες ζημίες. Στην τελευταία αυτή περίπτωση εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 2496/1997 ( υποκατάσταση του καταβαλόντος ασφαλιστή και επομένως ως προς το εισπραχθέν μειούται ισοπόσως η αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος κατά του τρίτου (βλ. ΑΠ 1088/2010 αδημ.• ΑΠ 586/2010 ΝοΒ 2010, 2064.
2. Αξίωση αποζημιώσεως διαφυγόντων εισοδημάτων λόγω ανικανότητας προς επαγγελματική δραστηριότητα συνεπεία τραυματισμού. Πληρότητα αγωγής.
Δεν αρκεί η αφηρημένη επανάληψη της διατυπώσεως της ΑΚ 298 ούτε του συνολικού φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ’ απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής μνεία των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που πιθανολογούν το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια αυτού (βλ. έτσι ΑΠ 241/2009 ΕλλΔνη 2010, 965).
Σε περίπτωση επαγγελματικής δραστηριότητας (π.χ. διδασκαλία ξένης γλώσσας σε φροντιστήριο ή κατ’ οίκον) άρθ. 70,75 αν. ν. 2545/1940, για την άσκηση της οποίας απαιτείται από το νόμο άδεια της διοικητικής αργής, η μη κατοχή της εν λόγω άδειας δεν αποκλείει την επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους (βλ. έτσι ΑΠ 1958/2009 Χρ ΙΔ 2010,612).
Πάντως κρίθηκε ότι δεν απαιτείται αναφορά και απόδειξη συγκεκριμένου εργοδότη στον οποίο θα προσέφερε την εργασία του ο τραυματισθείς (βλ. έτσι ΑΠ 2179/2009 ΝοΒ 2010,1228).
Κατά της αγωγής του παθόντος με την οποία αξιούσε διαφυγόντα εισοδήματα (ΑΚ 929) προβλήθηκε από τον εναγόμενο ένσταση περιορισμού της ζημίας από την ΑΚ 300. Η ένσταση αυτή έγινε κατ’ ουσίαν δεκτή από το Εφετείο με τις εξής παραδοχές : ” Είναι σε θέση ο ενάγων παθών να αναζητήσει, έχοντας καθήκον να περιορίσει τη ζημία του και ανεύρει ελαφρότερη εργασία, όπως αυτή του φύλακα ή κλητήρα, την οποία αυτός έχει την ικανότητα ν’ ασκήσει χωρίς καταπόνηση του αριστερού άνω άκρου”.
Η απόφαση, ορθώς, αναιρέθηκε λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας με τον λόγο από τον αρ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (βλ. έτσι ΑΠ 601/2010 ΝοΒ 2011,925).
3.             Αγωγή αποζημιώσεως για μέλλουσα ζτιιχία προώρως ασκούμενη.
Η τελεσίδικη επί μίας τέτοιας αγωγής απόφαση δεν δημιουργεί δεδικασιχένο. Δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς. Πρέπει να σημειωθεί ότι η απόρριψη της αγωγής για το λόγο ότι αυτή ασκήθηκε πρόωρα αποτελεί λόγο μη ουσιαστικό κατά την έννοια της ΑΚ 263 (βλ. ΑΠ 16/1967). Κατά συνέπεια η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση τέτοιας αγωγής θεωρείται σαν να^^^ιακόπηκε, αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι (6) μήνες από την τελεσιδικία (βλ. έτσι ΑΠ 377/2009 ΕλλΔνη 2010,387 επ.).
Γ   -
Μελλοντική ζημία: Δυνατότης ασκήσεως αναγνωριστικής αγωγής, έστω και αν δεν έχει επέλθει η ζημία και δεν έχει πληρωθεί ένας από τους όρους του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, αρκεί να έχει τεθεί το θεμέλιο και να μη εξαρτάται παρά μόνο από περιστάσεις που με βεβαιότητα θα προκύψουν στο μέλλον (βλ. έτσι ΑΠ 625/2010 Επι. Δικ. I. Α. 2010,366).
4.             Αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα λόγω ανικανότητας προς εργασία.
Διάρκεια αυτής. Προσδιορισμός μέσω διδαγμάτων κοινής πείρας. Αναιρετικός
λόγος από τον αριθ. 1 β’ του άρθ. 559 ΚΠολΔ.
Κατά τις παραδοχές του Εφετείου ο παθών νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο από 21.10.2004 μέχρι 5.^^2004. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση οστεοσύνθεσης κατάγματος. Κατέστη ανίκανος προς εργασία μέχρι 31^1^2005, δηλαδή για 3 μ. και 10 ημ. Όμως κατά την απόφαση του Εφετείου δεν ήταν δυνατό τότε να επανακτήσει την ικανότητα προς εργασία, πύμφωνα_και με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Κατά τον ΑΠ το Εφετείο χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας^για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που εφαβΡ^ηκαν (ΑΚ 297,298).
Ο σχετικός λόγος αναιρέσεως κρίθηκε βάσιμος, (βλ. έτσι ΑΠ 1089/2010 αδημ).
Διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις για την ορθότητα,τΐ|ς-αποφάσεως του ΑΠ. Εν πρώτοις δεν αναφέρονται ποία είναι τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας. Πρόκειται για εκτίμηση πραγματικού γεγονότος (διάρκεια ανικανότητας προς εργασία) ως προς την οποία δ^υπάρχει κανένα^>ίδ^ϊγ4^β_ττ1ς κοινής πείρας. Ενδεχομένως να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 19 του άρθ. 559^ΚΠολΔ, δηλαδή όταν επί ενός σοβαοού τραυματισμού το δικαστήριο δέχεται πολύ μικρή διάρκεια ανικανότητας προς εργασία (ανεπάρκεια αιτιολογίας).
5. Σωματική βλάβη. Ανικανότητα για εργασία. Απρόβλεπτη επιδείνωση. Δεδικασμένο από προηγούμενη απόφαση. (ΚΠολΔ 216,321,322,324).
Το δικαστήριο της δεύτερης αγωγής δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση σχετικώς με τη χρονική διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία, εκτός αν προβάλλεται απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος-παθόντος. Ο ισχυρισμός περί απρόβλεπτης επιδείνωσης δεν συνιστά στοιχείο της βάσεως της αγωγής, αλλά αποτελεί μεταγενέστερο στοιχείο, του οποίου η προβολή και η απόδειξη οδηγεί σε ανατροπή του δεδικασμένου (βλ. έτσι ΑΠ 2272/2009 ΝοΒ 2010,1468).   -
6. Τραυματισμός συζύγου. Αξίωση αποζημιώσεως. Ποίος ο φορέας της σχετικής αξιώσεως (ΑΚ 929).
Φορέας της σχετικής αξιώσεως αποζημιώσεως δεν είναι μόνο η τραυματισθείσα σύζυγος η οποία εφεξής δεν μπορεί να προσφέρει υπηρεσίες στο συζυγικό οίκο, αλλά και ο αντανακλαστικά θιγόμενος ενάγων σύζυγος. Το Εφετείο δέχθηκε, ότι φορέας της σχετικής αξιώσεως είναι μόνο η τραυματισθείσα σύζυγος (ως εν Γερμανία και όπως είχα παλαιότερα υποστηρίξει). Η άνω ερμηνεία προκύπτει από τη διατηρούμενη και σήμερα γραμματική διατύπωση της ΑΚ 929 εδ. β’ (βλ. έτσι ΑΠ 720/2008 ΝοΒ 2010,66).
7. Θανάτωση του συζύγου. Υπολογισμός αποζημιώσεως (ΑΚ 928 εδ. β’). Εφαρμογή για τον επιζώντα της ΑΚ 300.
Με τις διατάξεις των άρθ. 1389,1390 και 1485 ΑΚ καθιερώνεται η ισότιμη και αναλογική συμβολή των συζύγων στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Ισότιμη όμως συμβολή δεν νοείται μαθηματική ισότητα συνεισφορών, γιατί αυτή προϋποθέτει ισότητα δυνάμεων, αλλά σημαίνει συμβολή καθενός των συζύγων ανάλογα με τις δυνάμεις του. Για τον υπολογισμό δε του ποσού της διατροφής που δικαιούται ο επιζών σύζυγος δεν απαιτείται η εφαρμογή συγκεκριμένου μαθηματικού υπολογισμού και η παράθεση στην απόφαση μαθηματικών πράξεων, αλλά το δικαστήριο καθορίζει αυτό με βάση τις δυνάμεις των συζύγων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτίμηση των εισφερομένων προσωπικών υπηρεσιών (ΑΠ 1965/2008). Περαιτέρω ο εμμέσως ζημιωθείς λόγω στερήσεως της διατροφής οφείλει κατά την ΑΚ 300 να λάβει όλα τα δυνατά μέτρα προς αποτροπή ή μείωση της ζημίας. Επομένως η χήρα η οποία διαρκούντος του γάμου ασχολείτο με τα οικιακά έχει την υποΥοέωση να μειώσει τη ζημία της από το θάνατο του συζύγου της εργαζόμενη σε εργασία ανάλογη με τις ικανότητες της και την κοινωνική της θέση. Λαμβάνονται υπόψη ηλικία, ικανότητες, τυγόν ύπαρξη τέκνων και λοιπές βιοτικές σχέσεις (βλ. έτσι ΑΠ 788/2010 Επ. Δικ. I. Α 2010,407 επ.).
8. Παράλειψη χρήσεως ζώνης ασφαλείας από επιβάτη (ΑΚ 300).
ΑΚ 929.300: Σωματικές κακώσεις επιβάτη αυτοκινήτου. Παράλειψη χρήσεως ζώνης ασφαλείας (ΑΚ 300). Απορριπτέα η ένσταση λόγω της σφοδρότητας της συγκρούσεως με συνέπεια και την ολοσχερή καταστροφή του οχήματος (βλ. έτσι ΑΠ 1425/2010 Επ ΣυγκΔ 2010,551).
Ανεπαρκής αιτιολογία και επομένως αναίρεση με 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αν δεν αναφέρεται στην απόφαση ποιες σωματικές κακώσεις υπέστη η θανούσα και από ποία μέρη του αυτοκινήτου καθώς και αν οι θανατηφόρες σωμ. Κακώσεις τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράλειψη χρήσεως ζώνης ασφαλείας (βλ. έτσι ΑΠ 1278/2009 ΝοΒ 2010,159).
9. ΑΚ 931. Αναπηρία ή παραμόρφωση παθόντος. Λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη αν επιδρά στο μέλλον του παθόντος.
Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση στον παθόντα ενός ευλόγου χρηματικού ποσού χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Εξευρίσκεται το ποσό αυτό με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως. Η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική από την κατά την ΑΚ 932 αξίωση για χρηματική ικανοποίηση (βλ. έτσι ΑΠ 1432/2009 ΕλλΔνη 2010,33).
Με βάση την ΑΚ 931 επιδικάζεται στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό νωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Τούτο καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, την ηλικία του παθόντος καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του παθόντος (ΑΚ 300) δηλαδή όπως, συμβαίνει στην ΑΚ 932 (βλ. έτσι ΑΠ 1287,1432/2009 ΝοΒ 2010,159).    ^
Ο προσδιορισμός του ποσού της αποζημιώσεως έχει αφεθεί στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου , το οποίο λαμβάνει κυρίως υπόψη την αναπηρία ή παραμόρφωση, σε συνδυασμό με άλλες παραμέτρους, όπως ηλικία, φύλο, κλίσεις του προσώπου. Η κρίση του δικαστηρίου για τον προσδιορισμό του εν λόγω ποσού δεν υπόκειται στον έλεγχο του ΑΠ ούτε με βάση την αρχή της αναλογικότητας (βλ. έτσι ΑΠ 120/2010 ΝοΒ 2010,1489).
Επί του σχετικού κονδυλίου από το άρθ. 931 ΑΚ το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: «Συντρέχει λόγος καταβολής αποζημιώσεως κατ’ άρθ. 931 ΑΚ που πρέπει λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τελέσεως του ατυχήματος, του βαθμού υπαιτιότητας του οδηγού στο ατύχημα, της εν γένει καταστάσεως της υγείας της παθούσας συνεπεία του ατυχήματος, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως αυτής (η ευθύνη της ασφαλ. εταιρίας είναι εγγυητική) να καθορισθεί στο εύλογο ποσό των 10.000 ευρώ».
Συνεχίζει ο ΑΠ ότι με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά εφήρμοσε την ουσιαστ. δικαίου διάταξη του άρθ. 931 ΑΚ και δεν ήταν αναγκαίο να διαπιστωθεί ότι η παθούσα είχε υποστεί και περιουσιακή ζημία, ανεξαρτήτως ότι γίνεται και τέτοια διαπίστωση από την προσβαλλόμενη, αφού η αξίωση από την ΑΚ 931 είναι ανεξάρτητη από την αξίωση της ΑΚ 932. Τελικά ο ΑΠ απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους αναιρέσεως από τους αρ. 1 + 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ. (βλ. έτσι ΑΠ 408/2011 αδημ.).
Έχω επιφυλάξεις για την ορθότητα της αποφάσεως του ΑΠ. Αντιμετώπισε την αξίωση από την ΑΚ 931 ως αξίωση από την ΑΚ 932. Το λάθος είναι του Εφετείου, όπως φαίνεται από τις παρατιθέμενες παραδοχές, τις οποίες εσφαλμένως ο ΑΠ υιοθέτησε ως ορθές.
Το Εφετείο κατά την έρευνα του σχετικού κονδυλίου από την ΑΚ 931 που τελικά απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, περιορίσθηκε στις δυσμενείς επιπτώσεις της αναπηρίας του ενάγοντος μόνο στο οικονομικό μέλλον, ενώ έπρεπε να επεκταθεί, κατά το περιεχόμενο της αγωγής, και σε άλλους τομείς του ιιέλλοντος. ήτοι το οικογενειακό, εν γένει επαγγελματικό και κοινωνικό μέλλον αυτής. Η απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε με λόγο από τον αρ. 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ (βλ. έτσι ΑΠ 333/2011 αδημ.).
Το εκ της ΑΚ 931 αγωγικό κονδύλιο απορρίφθηκε ως αόριστο και με επάλληλη αιτιολογία ως κατ’ ουσία αβάσιμο. Με την αναίρεση επλήγη η.πρώτη αιτιολογία όχι όμως και η δεύτερη. Ο λόγος αναιρέσεως απορρίφθηκε από τον ΑΠ ως αλυσιτελής.
αφού η επάλληλη αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και δεν πλήττεται με λόγο αναιρέσεως, (βλ. έτσι ΑΠ 406/2010 αδημ.).
Όταν το Εφετείο απορρίπτει ως αόριστο το σχετικό την ΑΚ 931 αγωγικό κονδύλιο γιατί αξιώνει περισσότερα στοιγεία από τα προβλεπόμενα στο νόμο, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 1 άρθ. 559 ΚΠολΔ (βλ. έτσι ΑΠ 1087/2010 αδημ.) και ΑΠ 1712/2010ΝοΒ 2011,1000 και ΑΠ 1710/2010 (αδημ.).
ΑΚ 931. Φύση της αξιώσεως. Δεν αποτελεί αποζημίωση γιατί δεν συνδέεται εννοιολογικά με την επίκληση και απόδειξη περιουσιακής ζημίας. Είναι διαφορετική από την αποζημίωση της ΑΚ 929 όπως είναι διαφορετική από τη χρηματική ικανοποίηση της ΑΚ 932 (βλ. έτσι ΑΠ 583/2010 Επι. Δικ. Ι.Α. 2010, 226). ΑΠ 2021/2009 ΝοΒ 2010,982• ΑΠ 2279/2009 ΝοΒ 2010/1469). Όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν μεμονωμένως ή σωρευτικώς.
Η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ακολουθώντας την παλαιά νομολογία αξίωσε στοιχεία περισσότερα των όσων απαιτούνται κατά την ορθή έννοια της ΑΚ 931. Αναιρέθηκε με λόγο από τον αρ. 1 άρθ. 559 ΚΠολΔ (βλ. έτσι ΑΠ 410/2011 αδημ.).
Αναιρείται με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ η απόφαση
του Εφετείου που έκρινε ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση ως αποτελούσα μέρος της
κατά την ΑΚ 929 αξιώσεως, έχει την ίδια έννοια και περιεχόμενο με την τελευταία
αυτή αξίωση (απώλεια προσόδων) και ως εκ τούτου η παραγραφή αυτής διακόπτεται
δια της τελεσιδίκου αναγνωρίσεως της κατά την ΑΚ 929 αξιώσεως. Ειδικότερα ενώ
για την εφαρμογή της ΑΚ 268 απαιτείται η δια τελεσιδίκου αποφάσεως βεβαίωση
ειδικώς της αξιώσεως από την ΑΚ 931 (και δεν αρκεί η βεβαίωση άλλης αξιώσεως
αποζημιώσεως όπως είναι αυτή από την ΑΚ 929) η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
απέρριψε την ένσταση παραγραφής την οποία προέβαλε η αναιρεσείουσα με την
ανεπαρκή αιτιολογία ότι η αξίωση του ενάγοντος από την ΑΚ 931 “Είγε βεβαιωθεί
τελεσίδικα με απόφαση του ιδίου δικαστηρίου” (βλ. έτσι ΑΠ_583Ζ2Ο4-0-ΕπΣυγκΔ
2010,113).               ^=Τ~
ΑΚ 914. Δεν αποκαθίσταται η ζημία του εμμέσως ζημιούμενου.
Σε περίπτωση που θύμα αδικοπραξίας που παθαίνει βλάβη του σώματος ή της
υγείας του είναι μέτοχος Α.Ε., ο τραυματισμός του δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση
των κερδών του από την εταιρία. Αυτός δεν παρέχει υπηρεσίες στην εταιρία οι οποίες
παύουν εφεξής να παρέχονται λόγω του τραυματισμού του. Ο ίδιος έχει την ιδιότητα
του έμμεσα ζημιούμενου τρίτου με καλυπτόμενου αδικοπρακτικά από την ΑΚ 929.
Επομένως αυτός δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να εγείρει αγωγή κατά του υπόχρεου
προς αποζημίωση και να ζητήσει τα αναλογούντα στα εταιρικά του μερίδια κέρδη
που απώλεσε η εταιρία εξ αιτίας του τραυματισμού του (βλ. έτσι ΑΠ 1958/2008
ΕλλΔνη 2010/684). •
10. ΑΚ 914,928,929 και 930.
Η έννοια του σπουδαίου λόγου για την εφάπαξ επιδίκαση της αποζημιώσεως είναι νομική. Ως τοιαύτη υπόκειται στον έλεγχο του ΑΠ (βλ. έτσι 2157/2009 ΝοΒ 2010,1227).
11.           ΑΚ 871.179.
Εξώδικος συμβιβασμός. Ακυρότητα λόγω συνδρομής των όρων της ΑΚ 179. Περιστατικά. Προβολή στη δίκη αποζημιώσεως από τον ενάγοντα και συμβιβασθέντα κατά του εναγόμενου (συνήθως ασφαλιστή) που επικαλείται λύση της διαφοράς μέσω του εξωδίκου συμβιβασμού της ακυρότητας του τελευταίου κατά την ΑΚ 179. Βλ. έτσι ΑΠ 1175/2009 ΕπΣυγκΔ 2010,227=ΝοΒ 2010,672. Ελήφθη υπόψη στην εισήγηση Πατρών 25.9.2010. βλ. κείμενο.
12.           ΚΠολΔ 223,295. Επιγενόμενη αοριστία της αγωγής λόγω περιορισμού του
αιτήματος αυτής συντιθέμενου από πλείονα κονδύλια.
Από το συνδυασμό των άρθ. 223 και 295 §1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίσθηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση όμως δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνο εφόσον διευκρινίζεται σε ποία κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά το ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (βλ. ΟλΑΠ 30/2007). Διαφορετικά η αγωγή καθίσταται αόριστη (βλ. έτσι ΑΠ 629/2010 αδημ.).
13.           ΑΚ 926,927. Διάκριση εσωτερικής και εξωτερικής σχέσεως (δίκη
αποζημιώσεως και δίκη αναγωγής) στην εις ολόκληρον ενοχή επί πλειόνων
υπόχρεων.
Η ΑΚ 926 αφορά την εις ολόκληρον ευθύνη πλειόνων υπόχρεων έναντι του παθόντος (εξωτερική σχέση). Η ΑΚ 927αφορά την εσωτερική σχέση πλειόνων υπόχρεων. Αναιρείται η εφετειακή απόφαση που δέχθηκε 70% υπαιτιότητα του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, 15% υπαιτιότητατου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου και 15% υπαιτιότητα του ενάγοντος άλλης συνεκδικαζόμενης αγωγής, επειδή μείωσε την επιδικασθείσα στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα αποζημίωση σε ποσοστό 85%. Τούτο γιατί ο επιμερισμός της ευθύνης των πλειόνων υπόχρεων θα γίνει στη δίκη αναγωγής κατά την ΑΚ 927 (βλ. έτσι ΑΠ 720/2008 ΝοΒ 2010,66).
Β. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
1.             ΑΚ 932. Μέλη της οικογένειας θανατωθέντος.
Δεν περιλαμβάνονται οι β_’ βαθμού συγγενείς εξ αγχιστείας και γ’ βαθμού εξ αίματος εκ πλαγίου (βλ. ΑΠ 1077/2009 ΕλλΔνη 2010,34).
Δεν περιλαμβάνεται ο σύζυγος της αδελφής του θανόντος (επ’ αδελφή γαμβρός) (βλ. έτσι ΑΠ 1276/2009 ΝοΒ 2010,159) όχι πενθερός-πενθερά (βλ. έτσι ΑΠ 581/2010 ΝοΒ 2010,2063). Αντίθετη η κρατούσα νομολογία.
2.             ΑΚ 932. Δεν αναγνωρίζεται αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως τρίτου μη άμεσα
βλαβέντος.
Τραυματισμός ανηλίκου. Οι γονείς του ως τρίτοι μη αμέσως βλαβέντες δεν δικαιούνται χρημ. ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη (βλ. έτσι ΑΠ 624/2010 Επι.Δικ.Ι.Α. 2010,363=ΝοΒ 2010,2328) έστω και αν λόγω του στενού συγγενικού συνδέσμου προς τον παθόντα δοκιμάζουν πόνο και στενοχώρια. Κατά τις παραδοχές του Εφετείου η μητέρα του τραυματισθέντος 8ετούς ανηλίκου που επέβαινε σε άλλο
ακολουθούν όγημα παρακολουθώντας (καλλίτερα: βλέποντας) τον τραυματισμό του τέκνου της υπέστη νευρικό κλονισμό και στη συνέχεια ενεφάνισε συμπτώματα κατάθλιψης. Επιδίκαση από το Εφετείο χρημ. ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Αναίρεση με 559. 1 (βλ. έτσι ΑΠ 624/2010 ΕπΣυγκΔ 2010/497). Θα μπορούσε υπό τις έναντι παραδοχές να θεωρηθεί και αυτή βλαβείσα και να δικαιωθεί χρ. ικαν. λόγω ηθικής βλάβης.
3.             ΑΚ 932. Αρχικός τραυματισμός. Χρημ. ικανοποίηση παθόντος λόγω ηθικής
βλάβης. Επακόλουθος θάνατος και ψυχική οδύνη υπέρ μελών οικογένειας.
Όταν από αδικοπραξία προκληθεί προσβολή της υγείας προσώπου και στη συνέχεια, μετά την άσκηση και ικανοποίηση της σχετικής αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος επέλθει ο θάνατος του τελευταίου από την ίδια αυτή αδικοπραξία, τότε και τα μέλη της οικογενείας του δικαιούνται χρημ. ικανοποίηση λόγω ν/υηκής οδύνης (βλ. έτσι ΑΠ 126/2009 ΕλλΔνη 2010,684). Υπάρχει και άλλη νομολογία βλ. Μελέτη μου στην Επι.Δικ.Ι.Α. έτους 2006 σελ. 1 επ.(βλ. την αρχική ΟλΑΠ 519/1977).
4.             ΑΚ 932. Προσδιορισμός ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης
ή ψυχικής οδύνης. Δυνατότης αναιρετικού ελέγχου μέσω των λόγων από τους
αριθμούς 1+19 άρθ. 559 ΚΠολΔ ή μέσω της αρχής της αναλογικότητας
(Σύνταγμα άρθ. 25).
Δεν παρέχεται τέτοια δυνατότητα. Πάγια πλέον και η νεότερη νομολογία που παραπέμπει και στην^λ4Π_6/2009^(βλ. ΑΠ 1847/2009 Επι.Δικ.Ι.Α. 2010,120- ΑΠ 519/2009 ΕλλΔνη 2010,967- ΑΠ 593/2010 (αδημ.)- ΑΠ 1087/2010(αδημ.)• ΑΠ 608/2010 (αδημ.)- ΑΠ 517/2010 (αδημ.)• ΑΠ 286/2010 (αδημ.)• ΑΠ 127/2010(αδημ.)•
5.             ΑΚ 932,26. Κύκλος μελών της οικογένειας αλλοδαπού θανατωθέντος συνεπεία
ατυχήματος στην Ελλάδα. Θέσεις νομρλογίας.
Τα τελευταία χρόνια στη νομολογία των τμημάτων του ΑΠ άρχισε να κερδίζει έδαφος η άποψη ότι επί θανατώσεως αλλοδαπού στην Ελλάδα συνεπεία ατυχήματος το ζήτημα ποία πρόσωπα είναι μέλη της οικογενείας του και επομένως δικαιούνται κατ’ αρχήν, με τη συνδρομή και των ουσιαστικών προϋποθέσεων, να αξιώσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης θα κριθεί με βάση την ΑΚ 26 από το ελληνικό δίκαιο ανεξάρτητα αν προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση από το δίκαιο της ιθαγενείας του θανόντος. Προσφυγή σε αλλοδαπό δίκαιο θα γίνει με βάση τους οικείους κανόνες του ελληνικού ιδ. δ. δ. προκειμένου να κριθεί η επικαλούμενη συγγενική ή σχέση οικογ. δικαίου (π.χ. συζύγου, γονέα, τέκνου, αδελφού κλπ) [βλ. ΑΚ 13,14,17,18,22 και 23].
Βλ. ΑΠ_525/2010 ΕπΣυγκΔ 2010,89=ΝοΒ 2010,1161- η μειοψηφία της ΑΠ 1847/2009 Επι.Δικ.Ι.Α. 2010,121 επ- ΑΠ 581/2010 ΕπΣυγκΔ 2010,93- ΑΠ 597/2010 ΕπΣυγκΔ 2010,222- ΑΠ 896/2010 και ΑΠ 937/2010=ΝοΒ 2010,2492-
Τελικά η άνω άποψη επικυρώθηκε και από την πρόσφατη (δημοσ. 22-6-11) απόφαση της Ολ ΑΠ 10/2011 (αδημ.).= ΕπΣυγκΔ 2011,218 επ. Η λύση είναι σύμφωνη και με τον Κανονϊσμό~864/2007 (Ρώμη II) ισχύοντα από 11-1-2009 για τα Κράτη – μέλη της Ε.Ε. (βλ. άρθ. 4§1, 15 περΓστ’ Κανονισμού).
[Π]
V. ΑΚ 937. Διάφορα ζητήματα παραγραφής.
Παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία επί εξακολουθητικής ζημίας.
Δεν αναγεννάται η αξίωση εξακολουθητικώς. Η αξίωση τόσο για την επελθούσα όσο και για τη μέλλουσα ζημία γεννάται εξ αρχής αφότου η πράξη άρχισε ν’ αναδίδει επιζήμιες συνέπειες εφόσον μπορεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί (βλ. ΑΠ 1024/2008 ΕλλΔνη 2010,967).
1.             Επιμήκυνση της παραγραφής κατά την ΑΚ 268.
ΑΚ 928. Αξίωση αποζημιώσεως για στέρηση διατροφής λόγω θανατώσεως του υπόχρεου. Η νομοθετική πρόβλεψη της τμηματικής κατ’ αρχήν καταβολής της οφειλόμενης αποζημιώσεως σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα (ΑΚ 930 §1α’) δεν επιμερίζει την αξίωση σε πλείονες αξιώσεις περιοδικώς επαναλαμβανόμενων παροχών υπό την ανωτέρω έννοια. Τέτοιος επιμερισμός δεν αποτελεί περίπτωση παροχών επαναλαμβανόμενων περιοδικά κατά την έννοια της ΑΚ 268 εδ. β’ και επομένως εφαρμόζεται το εδ. α’ άρθ. 268 ΑΚ για επιμήκυνση της παραγραφής σε 20 έτη υπό τους όρους αυτής (βλ. έτσι ΑΠ 1365/2010 αδημ.).
2.             ΑΚ 937. ΚΠολΔ 262,338.
Παραγραφή μεταγενεστέρων αξιώσεων που προέκυψαν από τη ζημιογόνο πράξη. Βάρος επικλήσεως και αποδείξεως. Ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος ως ενιστάμενος έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή ως περιεχόμενο της ενστάσεως του (βλ. ΑΠ 666/2010 ΝοΒ 2010,2333).
3. Υποκατάσταση ΙΚΑ. Αρθ. 18 ν. 1654/1986. Παραπληγικό επίδομα όχι υποκατάσταση ΙΚΑ.
Σύμφωνα με το άρθ. 18 Ν. 1654/1986 προβλέπεται υποκατάσταση του ΙΚΑ στις εκ του ατυχήματος αξιώσεις αποζημιώσεως του παθόντος και ασφαλισμένου του κατά του υπόχρεου τρίτου στο μέτρο που το ΙΚΑ οφείλει παροχές στον ασφαλισμένο του που τελούν σε ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία με την αξίωση αποζημιώσεως κατά του υπόχρεου. Το ΙΚΑ με βάση το άρθ. 42§1 Ν. 1140/1981 οφείλει στον παθόντα -ασφαλισμένο του παραπληγικό επίδομα. Όμως το επίδομα αυτό δεν τελεί σε σχέση ποιοτικής αντιστοιχίας με τα διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος λόγω ανικανότητας προς εργασία. Επομένως ελλειπούσης τέτοιας ποιοτικής αντιστοιχίας δεν χωρεί υποκατάσταση του ΙΚΑ. Ο παθών δικαιούται να αξιώσει από τον υπόχρεο διαφυγόντα εισοδήματα άνευ μειώσεως κατά το ποσό του παραπληγικού επιδόματος (βλ. έτσι ΑΠ 123/2010 ΝοΒ 2010,1489).
VI. Ευθύνη του ασφαλιστή έναντι παθόντος τρίτου (άρθ. 7 Ν. 489/1976).
Ο ιδιοκτήτης ως συνεπιβάτης, αν τραυματισθεί ή θανατωθεί κατά το ατύχημα, έναντι της ασφαλιστικής του εταιρίας δεν είναι τρίτος γιατί είναι ασφαλισμένος. Επομένως δεν έχει αξίωση κατά τον ασφαλιστή του για αποζημίωση και γρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είτε ο ίδιος είτε οι συγγενείς του (μέλη της οικογενείας του) επί θανατώσεως του (βλ. ΑΠ 637/2010 Επι.Δικ.Ι.Α. 2010,377=ΕπΣυγκΔ 2010,218).
Θεωρείται τρίτος ο νόμιμος εκπρόσωπος ασφαλισμένης ομόρρυθμης εταιρίας και ιδιοκτήτριας οχήματος το οποίο οδηγούσε η σύζυγος του (που θανατώθηκε) και στο οποίο επέβαινε η ομοίως θανατωθείσα κόρη του. Ο πατήρ της θανατωθείσας νομιμοποιείται ν’ αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης κατά την ΑΚ 932 για το θάνατο της θυγατρός του (βλ. ΑΠ 790/2010 Επι.Δικ.Ι.Α. 2010,424 επ). Δεν καθιδρύεται υποχρέωση του ασφαλιστή (και του Ε.Κ.) για κάλυψη της αστικής ευθύνης έναντι του κατόχου του ασφαλισμένου οχήματος εξ αιτίας σωματικής βλάβης του ή σε περίπτωση θανατώσεως αυτού έναντι των μελών της οικογενείας του που ως μέλη της οικογενείας του κατά την ΑΚ 932 θα είχαν αξίωση ψυχικής οδύνης (βλ. έτσι ΑΠ 1674/2009 ΕλλΔνη 2010/700).
Από πταίσμα του οδηγού τραυματίζεται ή θανατώνεται ο αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση ασφαλίσεως ή ο κύριος – κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο οποίος κατά το ατύχημα είναι συνοδηγός. Τέτοιος παθών δεν θεωρείται τρίτος κατά την έννοια του άρθ. 7 του Ν. 489/1976 και επομένως τόσο ο ίδιος όσο και τα μέλη της οικογενείας του σε περίπτωση θανατώσεως του δεν μπορούν να ασκήσουν αξιώσεις αποζημιώσεως κατά τον ασφαλιστή (βλ. έτσι ΑΠ 1447/2009 Χρ 1Δ 2010,353 επ.).
Επί τραυματισμού ή θανατώσεως του οδηγού ή του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, στην κυριότητα του οποίου ανήκει το ασφαλισμένο αυτοκίνητο, δεν υπάρχει υποχρέωση του ασφαλιστή για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση του ιδίου ή των μελών της οικογενείας του (βλ. ΑΠ 790/2010 ΝοΒ 2010,2341). Τούτο γιατί τα πρόσωπα αυτά δεν θεωρούνται τρίτοι κατά την έννοια του άρθ. 7 Ν. 489/1976.
VII. Ευθεία κατά του υπόχρεου και πλαγιαστική αγωγή του παθόντος τρίτου κατά του ασφαλιστή (ΚΠολΔ 72).
Δυνατότητα σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο της ευθείας αγωγής του παθόντος κατά του υπόχρεου και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή. Για να γεννηθεί η εκ της συμβάσεως ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή θα πρέπει ο παθών να έχει επιδώσει στον ασφαλισμένο τη σχετική περί αποζημιώσεως αγωγή. Τούτο γιατί τότε επέρνεται η ασφαλιστική περίπτωση και γεννάται η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή του (βλ. ΑΠ 1430/2009 Επι.Δικ.Ι.Α. 2010,19).
Η εκ της συμβάσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή του γεννάται από της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, ήτοι από το χρόνο κατά τον οποίο ο τρίτος θα επιδώσει στον υπόχρεο την περί αποζημιώσεως αυτού αγωγή. Υπάρχει δυνατότητα σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος κατά του υπόχρεου όσο και της πλαγιαστικης αγωγής κατά του ασφαλιστή. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επιδόσεως της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο, αλλά αρκεί η επίδοση αυτού να έγει γίνει κατά το γρόνο εκδικάσεως των αγωγών στο δικαστήριο (βλ. ΑΠ 1544/2010 αδημ.).
Η πλαγιαστικώς εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία μπορεί ν’ αμφισβητήσει την ιδιότητα του ενάγοντος ως δανειστή του ασφαλισμένου σ’ αυτήν καθώς και την έναντι του τελευταίου υπονρέωσή της προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο πλαγιαστικά εναγόμενος ασφαλιστής μπορεί να προβάλει ισχυρισμούς που βάλλουν κατά της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας των επί μέρους αγωγικών κονδυλίων της πλαγιαστικής αγωγής (βλ. ΑΠ 235/2010 ΝοΒ 2010,1745).
VIII.          Όριο ευθύνης ΓΔΑ και Ε.Κ.
Ασφάλιση αυτοκινήτου. Γραφείο Διεθνούς Ασφαλίσεως. Επικουρικό Κεφάλαιο. Αν το ζημιογόνο όχημα που προξενεί ατύχημα στην Ελλάδα φέρει, κατά το χρόνο του ατυχήματος, πινακίδες κράτους – μέλους της Ε.Ε. που έχουν αποσυρθεί από την κυκλοφορία και έχουν προσαρτηθεί σε άλλο όχημα, τότε η εθνικότητα ή/και η αλλοδαπότητα του οχήματος δεν προκύπτει και την ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος τρίτου φέρει το Επικ. Κεφ. και όχι το ΓΔΑ. Δεκτή η αναίρεση (αρ. 1 άρθ. 559 ΚΠολΔ) [ΑΠ 2159/2009 ΝοΒ 2010,387].
IX.            Αρθρο 10 §2 Ν. 489/1976. Παραγραφή της αξιώσεως αποζημιώσεως του
παθόντος τρίτου κατά του ασφαλιστή. Παλαιότερα διετής η παραγραφή. Μετά
το Ν. 3557/2007 έγινε πενταετής.
Η παραπάνω παραγραφή (όπως και στην ΑΚ 937) ισχύει επί προβλεπτής ζημίας ό^ΐ επί απρόβλεπτης ζημίας. Ειδικότερα για εκείνες τις ζημίες, των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, διότι οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας του παθόντος η νέα διετής (τώρα πενταετής) παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξελίξεως. ΑΠ 604/2010 Επι.Δικ.Ι.Α. 2010,351 επ.• ΑΠ 641/2010 Επι.Δικ.Ι.Α. 2010,383 επ. Αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου γιατί δεν διευκρινίζει σε τι συνίσταται η δυσμενής εξέλιξη της υγείας του παθόντος και πότε αυτή εκδηλώθηκε. Δεν διαλμβάνει αιτιολογία για το ε£ αργής προβλέψιμο ή μη των πιο πάνω ζηιιιών (βλ. έτσι ΑΠ 559/2010 αδημ.).
Συμπλήρωση της διετούς παραγραφής άρθ. 10§2 ν. 489/1976 εν επιδικία. Γεγονός διακοπτικό της παραγραφής.
Κατάθεση εφέσεως κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου. Κοινοποίηση αυτής. Το κατ’ έφεση δίκασαν πολυμελές πρωτοδικείο δέχθηκε την ένσταση της διετούς παραγραφής. Όμως ως διακοπτικό γεγονός της παραγραφής αγνόησε τον προβληθέντα από τον εκκαλούντα κατ’ αντένσταση ισχυρισμό περί κοινοποιήσεως της εφέσεως από της οποίας (κοινοποιήσεως) μέχρι τη συζήτηση της εφέσεως δεν είχε συμπληρωθεί διετία. Πρόκειται για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 και όχι από τον αριθμό 1 του άρθ. 560 όπως έπραξε ο ΑΠ προκειμένου βρεί τρόπο για αναίρεση της αποφάσεως πράγμα που δεν μπορούσε να γίνει εφόσον η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ δεν προβλέπεται στο νόμο μεταξύ των λόγων αναιρέσεως των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.
Ο εναγόμενος προτείνοντας ένσταση παραγραφής οφείλει να επικαλεσθεί τα περιστατικά που την συγκροτούν. Όταν από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτουν και δυσμενείς συνέπειες που ήσαν από την αρχή απρόβλεπτες ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αργή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση . αλλά άρνηση της ενστάσεως παραγραφής. Ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος ως ενιστάμενος έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αργή προβλεπτή (βλ. έτσι ΑΠ 935/2010 αδημ. Πάγια η νομολογία).
Χ. Ασφάλιση οστικής ευθύνης. Ποσοτικό όριο ευθύνης του ασφαλιστή.
Όριο ευθύνης του ασφαλιστή έναντι του παθόντος τρίτου και του ασφαλισμένου. Λήψη υπόψη από το δικαστήριο μόνο κατ’ ένσταση. Ισχύς των ανωτέρω και όταν ο ασφαλιστής ενάγεται από τον ασφαλισμένο με παρεμπίπτουσα αγωγή, (βλ. έτσι ΑΠ 292/2010 Επι,Δικ.Ι.Α. 2010,133).
Αν το Εφετείο αγνοήσει τον παραδεκτώς από τον ασφαλιστή προβληθέντα ισχυρισμό περί περιορισμού της ευθύνης του έναντι του παθόντος τρίτου, τότε υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια τον αρ. 8 άρθ. 559 ΚΠολΔ (βλ. έτσι ΑΠ 292/2010 αδημ.). Ενόψει της διαφοράς ποσοτικού ορίου της ευθύνης ασφαλιστή έναντι τρίτου για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες πρέπει, αν προηγήθηκαν από τον ασφαλιστή καταβολές στον δικαιούχο σε εκτέλεση τελεσίδικης, προσωρινώς εκτελεστής ή αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, να καθορίζεται στην απόφαση του Εφετείου, αν η καταβολή αφορά σωματική βλάβη ή υλικές ζημίες. Διαφορετικά δημιουργείται ασάφεια θεμελιούσα λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (βλ. έτσι ΑΠ 684/2011 αδημ.).
Σύμφωνα με το άρθ. 6§5 του Ν. 489/1976 όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 3746/2009 το ποσό της ασφαλιστικής κάλυψης είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις της η Ε.Π.Ε.Ι.Α. για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση. Προβληματισμός δημιουργήθηκε στο ειδικότερο ζήτημα αν στο εκάστοτε αυτό ασφαλιστικό ποσό περιλαμβάνονται οι δικονομικοί τόκοι και τα έξοδα, γιατί η οφειλή για τα ποσά αυτά είναι συνέπεια της συμπεριφοράς του εναγόμενου ασφαλιστή και δεν επιτρέπεται να μειώνουν το ασφαλιστικό ποσό αφού κάτι τέτοιο θα μείωνε την ασφαλιστική προστασία του παθόντος τρίτου. Αντίθετο δεν προκύπτει από τις ήδη καταργηθείσες διατάξεις των άρθ. 5 και 22 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ που ρυθμίζουν πάντως σχέσεις μεταξύ ασφαλιστού και ασφαλισμένου και, εφόσον κείνται εκτός της παρασχεθείσης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, όπως παγίως κρίθηκαν από τη νομολογία, δεν μπορούν ν’ αντιταχθούν κατά του παθόντος τρίτου. Παραπλανητική εντούτοις εικόνα δύναται να δημιουργήσουν οι αποφάσεις του ΑΠ 668/2008 και 916/2009 οι οποίες αναφέρονται στη διάταξη του άρθ. 5 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ προκειμένου να αντιμετωπίσουν το ζήτημα του ποσοτικού ορίου της ευθύνης του ασφαλιστή έναντι του παθόντος τρίτου πράγμα όμως που σύμφωνα με τα προηγηθέντα δεν κρίνεται ορθό (βλ. Σχόλιο στις άνω αποφάσεις).
XI. Επικουρικό Κεφάλαιο.
Περιπτώσεις ευθύνης. Υποκατάσταση στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση και όγι από άλλη σύμβαση.
Ενόψει του άρθ. 25§4 Ν. 489/76 το Ε.Κ. επί πτωχεύσεως ή οριστικής ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας του ασφαλιστή δεν ευθύνεται να πληρώσει τη συμφωνηθείσα μεταξύ παθόντος και ασφαλιστή και καταπεσούσα ποινική ρήτρα λόγω μη εκτελέσεως του συμφωνηθέντος μεταξύ παθόντος και ασφαλιστή εξώδικου συμβιβασμού (ευθύνη μόνο από τη σύμβαση ασφαλίσεως και όχι από άλλο νόμιμο λόγο ευθύνης) [βλ. έτσι ΑΠ 289/2010 Επι,Δικ.Ι.Α. 2010,129=ΝοΒ 2010,1749].
Περιορισμός της οφειλόμενης αποζημιώσεως κατ’ άρθ. 19§5 Ν. 489/1976.
Νοσήλια καταβληθέντα από το Δημόσιο στον παθόντα δημόσιο υπάλληλο. Δεν δικαιούται να τα αξιώσει από το Ε.Κ. Νόμιμος ο σχετικός ισχυρισμός του Ε.Κ. από τα άρθ. 19§5 ν. 489/1976. Αν το Εφετείο δεν τον λάβει υπόψη ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (βλ. έτσι ΑΠ 332/2011 αδημ.).
XII.           Εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη στις σ/έσεις ασφαλιστή και
ασφαλισμένου.
Αοθ. 25 περ. 6 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ (έλλειικτι αδείας ικανότητας οδηγού)
Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν το ατύχημα έγινε από οδηγό στερούμενο αδείας ικανότητας οδηγού (άρθ. 25 αρ. 6 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ). Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία το Εφετείο δέχθηκε όχι έλλειψη αδείας ικανότητας οδηγού, αλλά ότι το δικαίωμα του ασφαλιστή για εναγωγή του ασφαλισμένου οδηγού στερουμένου αδείας ικανότητας οδηγού ασκήθηκε καταχρηστικά (ΑΚ 281) [βλ. έτσι ΑΠ 581/2010 ΕπΣυγκΔ 2010,93 επ.].
Το Εφετείο δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου μη λαβόν υπόψη την παραδεκτώς προταθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (ΑΚ 281) καθόσον ο μεσολαβήσας ασφαλιστικός πράκτορας γνώριζε το είδος της άδειας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου (ο οδηγός ήταν ανάπηρος και δεν μπορούσε να οδηγεί) και παρόλα αυτά προέβη στην ασφάλιση (βλ. έτσι ΑΠ 18/2010 ΕπΣυγκΔ 2010,107).
Το ατύχημα έγινε από οδηγό εφοδιασμένο με στρατιωτική άδεια οδηγήσεως οχημάτων (2) τόννων. Ο ασφαλιστής στράφηκε αναγωγικά κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Προβλήθηκε από τον εναγόμενο καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (ΑΚ 281) του ασφαλιστή, γιατί ο μεσολαβήσας ασφαλιστικός πράκτορας γνώριζε την ύπαρξη στρατιωτικής αδείας οδηγήσεως και δεν ενημέρωσε σχετικώς τον ασφαλισμένο για τη σημασία του όρου περί αναζητήσεως της αποζημιώσεως απ’ αυτόν. Κατάχρηση δικαιώματος (ΑΚ 281). [βλ. έτσι ΑΠ 1436/2009 ΝοΒ 2010,366].
Η αναγωγή του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου μπορεί να ασκηθεί είτε πριν είτε μετά την ικανοποίηση του παθόντος τρίτου. Η δυνατότητα στην α’ περίπτωση στηρίζεται στο άρθ. 69§1 περ. ε’ του ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 1468/2009 ΕλλΔνη 2010,47 επ. = Επι.Δικ,Ι.Α. 2010,26= ΝοΒ 2010,428).
Το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή σε περίπτωση εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη υπάρχει, σύμφωνα με το άρθ. 11 του Ν.489/1976, μόνο έναντι του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού και όγι άλλου εις ολόκληρον υπόχρεου κατά την ΑΚ 927 όπως είναι ο έχων την ιδιότητα του εποπτεύοντος ανήλικο κατά την ΑΚ 923. [βλ. ΑΠ 1468/2009 Επι.Δικ,Ι.Α 2010,26 επ.].
XIII.          Αρθ. 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ (οδήγηση υπό την επίδραση
οινοπνεύματος).
Οδήγηση όχι υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Αποτελεί κεκαλυμμένο ασφαλιστικό βάρος. Στην παράβαση υποπίπτει ο ασφαλισμένος, εφόσον τον βαρύνει υπαιτιότητα. Δυνατότητα του ασφαλιστή ν’ ασκήσει αναγωγή κατά του κατόχου και του ιδιοκτήτη που είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον εν μέθη οδηγό. Η υπαιτιότητα τεκμαίρεται. Αρκεί ο ασφαλιστής να επικαλεσθεί περιστατικά φέροντα τα τυπικά στοιχεία ατυχήματος πραχθέντος από εν μέθη οδηγό. Εναπόκειται στον εναγόμενο προς ανατροπή του τεκμηρίου να ισχυρισθεί περιστατικά κατατείνοντα σε απόκρουση της υπαιτιότητας (βλ. και ΑΠ 1357/2008- ΑΠ 1517/2006) Βλ. έτσι ΑΠ 521/2010 αδημ.
Εφόσον ο εν μέθη οδηγός επελήφθη της οδηγήσεως χωρίς τη γνώση, συναίνεση ή εκ των υστέρων έγκριση του ιδιοκτήτη, τον τελευταίο δεν βαρύνει υπαιτιότητα για την οδήγηση από οδηγό τελούντα εν μέθη.
Διαπίστωση μέθης οδηγού. Αν συνταχθεί έκθεση εξετάσεως αίματος του ελεγχόμενου οδηγού χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων της Κ.Υ.Α 13382/Φ. 705.11/46/1977 αυτή δεν είναι ούτε ανυπόστατο ούτε άκυρο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγκυρο και επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας ως δικαστικό τεκμήριο (βλ. έτσι ΑΠ 130/2009 ΕλλΔνη 2010,701).
Παθητικά υποκείμενα του δικαιώματος εναγωγής του ασφαλιστή είναι και ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου που οδηγούσε πρόσωπο διαφορετικό από αυτά. Τα διαφορετικά αυτά πρόσωπα πρέπει να βαρύνονται με υπαιτιότητα (κεκαλυμμένο ασφαλιστικό βάρος). Αυτό συμβαίνει όταν ο ιδιοκτήτης γνωρίζει ότι ο οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Το βάρος αποδείξεως της ελλείψεως υπαιτιότητας φέρει ο εναγόμενος ιδιοκτήτης (βλ. ΑΠ 1357/2008, 1517/2006) [βλ. έτσι ΑΠ 1451/2009 ΝοΒ 2010,426].
XIV.         Μη αντιτάξιμο από τον ασφαλιστή κατά τρίτου παθόντος ενστάσεων που
απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση.
Τέτοια είναι η ένσταση περί μονομερούς ανενέργειας της συμβάσεως ασφαλίσεως που οφείλεται στο ότι ο αντισυμβαλλόμενος πέτυχε να εξαπατήσει τον ασφαλιστή και να αποκρύψει κατά τη σύναψη της συμβάσεως ότι ήδη ένει επέλθει το ατύχημα και η ζημία σε τρίτο πρόσωπο (βλ. ΑΠ 728/2008, 1485/2005, 980/1987) Βλ. έτσι ΑΠ 1288/2009 ΝοΒ 2010,160.
XV.          Αντέφεστι στις διαφορές του άρθ. 681 Α’. Τρόπος ασκήσεως. Τύχη
αντεφέσεως επί απορρίψεως εφέσεως ως εκπρόθεσμης, απαράδεκτης ή τυπικά
άκυρης. Αρθ. 523§3 ΚΠολΔ.
Απόρριψη και της αντεφέσεως, εκτός αν ασκήθηκε ενόσω διαρκούσε η προθεσμία της εφέσεως, οπότε ισχύει ως αυτοτελής έφεση (βλ. ΚΠολΔ 523§3). Η ρύθμιση όμως αυτή ισχύει κατά τον ΑΠ μόνο αν ασκήθηκε με αυτοτελές δικόγραφο. Τέτοια προϋπόθεση δεν προκύπτει μεν από τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως, όμως είναι σύμφωνη με το πνεύμα της. Σύμφωνη και η λοιπή νομολογία αλλά και Μιχ. Μαργαρίτης.
Πράγματι η ρύθμιση της §3 του άρθ. 523 ΚΠολΔ περί ισχύος της αντεφέσεως ως αυτοτελούς εφέσεως προϋποθέτει τρόπο ασκήσεως με αυτοτελές δικόγραφο όπως ορίζει η παρ. 2 του άρθ. 523 ΚΠολΔ. Δεν ισχύει όμως στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες επιτρέπεται και αντέφεση με τις προτάσεις όπως συμβαίνει δτις διαφορές αρθ. 681 Α’ του ΚΠολΔ. Ορθή επομένως η νομολογία.
XVI.         Ασφάλιση αστικής ευθύνης – Σύμβαση προσωρινής καλύψεως.
Δεν υπόκειται σε τύπους. Αποδεικνύεται με το προσωρινό σημείωμα καλύψεως που χορηγεί ο ασφαλιστής. Η διάρκεια της μπορεί να είναι και ορισμένη. Αν δεν έχει ορισθεί, ισχύει μέχρι την έκδοση οριστικού ασφαλιστηρίου ή την ουσιαστική έναρξη της ασφαλίσεως δυνάμει της οριστικής συμβάσεως. Δεν ανατρέπεται η κάλυψη βάσει της προσωρινής σύμβασης για το λόγο ότι δεν καταρτίσθηκε μεταγενέστερη οριστική σύμβαση ασφάλισης (βλ. έτσι ΑΠ 1037/2008 ΕλλΔνη 2010,1621 επ.).
Ασφάλιση ρυμουλκού και ρυμουλκούμενου.
Ατύχημα από ρυμουλκό συνδεδεμένο με ρυμουλκούμενο. Αρθρο 21 § 1 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ που ολόκληρη καταργήθηκε με το Ν. 3557/2007. Αρχή επικουρικότητας της ασφαλίσεως του ρυμουλκού και όχι του ρυμουλκούμενου. Νέα ρύθμιση με το άρθ. 6α§4 Ν. 489/1976 που εισήχθη με το Ν. 3557/2007. Εις ολόκληρον ευθύνη ασφαλιστή ρυμουλκού και ασφαλιστή ρυμουλκούμενου (βλ. ΑΠ 6/2010 ΕπΣυγκΔ 2010,489).
XVII. Επικουρικοί τρόποι απορρίψεως του λόγου αναιρέσεως με απόφαση Α.Π.
Ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως πολυμελούς πρωτοδικείου δικάσαντος κατ’ έφεση με λόγο αναιρέσεως την παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθ. 1 του άρθ. 560ΚΠολΔ.
Κατά την ΑΠ 522/2010 Επι.Δικ.Ι.Α 2010,220 επ. ο λόγος αυτός αναιρέσεως ήταν απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος γιατί υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Άλλως ως αόριστος γιατί δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο που εντοπίζεται η παράβαση. Άλλως ως αβάσιμος. Τέτοιος τρόπος απορρίψεως είναι ανεκτός μόνο σε εισήγηση και όχι σε απόφαση ΑΠ.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου