ΠΠρΑθ 875/2016: Κοινοτικό Σήμα – Κανονισμός 207/2009 – Αγωγή περί άρσης της προσβολής του σήματος και παράλειψης αυτής στο μέλλον - Κίνδυνος σύγχυσης. Εφαρμογή του κανόνα της διπλής ταυτότητας σημάτων και προϊόντων/υπηρεσιών (double identity), επί της οποίας δεν απαιτείται η συνδρομή κινδύνου σύγχυσης. Δεκτή εν μέρει η αγωγή.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΤΜΗΜΑ ΕΙΔΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟ
Αριθμός Απόφασης 875/2016
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τις Δικαστές Ιωάννα Μάμαλη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ευγνωσία Κελεσίδου, Πρωτοδίκη, Καλλιόπη Σμπυρούνια, Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια και από τη γραμματέα Αικατερίνη Αλεξοπούλου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 07 Οκτωβρίου 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της ενάγουσας: αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «Northern & Shell Worldwide Limited», η οποία έχει την έδρα της στο Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της ΕΜ.
Των εναγομένων : 1) ..., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του ΕΡ και 2) της εταιρείας με την επωνυμία «MEDIA POWER ΕΠΕ» και δ.τ. «ΤΗΕ WEB POWER», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 22-06-2015 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό κατάθεσης 67913/2298/2015, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Στο άρθρο 271 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 3994/2010 (ΦΕΚ Α 165/25.07.2011, διαλαμβάνονται τα εξής: «1. Αν ο εναγόμενος δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί και δε λάβει μέρος σε αυτή κανονικά, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν σε αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα. 2. Αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκαν εμπρόθεσμα, το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Διαφορετικά συζητεί την υπόθεση ερήμην του εναγόμενου. 3. Στην περίπτωση ερημοδικίας του εναγόμενου, οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος θεωρούνται ομολογημένοι, εκτός αν πρόκειται για γεγονότα για τα οποία δεν επιτρέπεται ομολογία και η αγωγή γίνεται δέκτη, εφόσον κρίνεται νομικά βάσιμη και δεν υπάρχει ένσταση που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως». Η ισχύς του ως άνω αναφερόμενου ν. 3994/2011, ο οποίος τροποποίησε εκτεταμένως τον ΚΠολΔ, άρχισε εν γένει, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 77 αυτού, από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, δηλαδή από την 25.07.2011 (ΦΕΚ Α' 165/25.07.2011). Από δε τη διατύπωση της ως άνω αντικατασταθείσας διάταξης του άρθρου 271 ΚΠολΔ, συνάγονται τα ακόλουθα: αχ ο εναγόμενος δεν παρασταθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο ή δεν παρασταθεί σε αυτή κανονικά, το δικαστήριο εξετάζει το νόμιμο και εμπρόθεσμο της σε αυτόν επίδοσης της αγωγής και της κλήσης προς συζήτηση και, εφόσον διαπιστωθεί ότι η επίδοση δεν πάσχει, δικάζει το συγκεκριμένο απολειπόμενο διάδικο ερήμην (διαφορετικά, σε περίπτωση μη νόμιμης ή μη εμπρόθεσμης κλήτευσης, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση)- στη συνέχεια, το δικαστήριο, αφού ελέγξει αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό και το νόμω βάσιμο της αγωγής (βλ. ΕφΠειρ 444/1987, ΠειρΝ 1987, 106), και εφόσον δεν συντρέχει ένσταση που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, τεκμαίρει από την (πραγματική ή πλασματική) ερημοδικία του εναγόμενου, δικαστική εκ μέρους του ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη μόνο για τα ερείδοντα τους πραγματικούς αγωγικούς ισχυρισμούς πραγματικά περιστατικά για τα οποία επιτρέπεται ομολογία, με αυτόθροη συνέπεια την κατ ανάλογο μέρος αποδοχή της αγωγής ως ουσία βάσιμης [πρβλ. Μακρίδου, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ 1, 2000, άρθρο 271 (υπό τη μορφή που είχε προ της εφαρμογής του ν. 2915/2001), παρ. 1 και 5, σελ. 561-562].
Από την υπ' αριθμόν 8420 Δ /24.07.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, προκύπτει ότι επικυρωμένο ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για. τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στη δεύτερη εναγομένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Η τελευταία, κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά συνέπεια, η πρώτη εναγόμενη πρέπει να δικαστεί ερήμην, (βλ. άρθρο 271 παρ. 1 και 2 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 3994/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 72 παρ. 2 του ιδίου Νόμου). Σημειώνεται δε, ότι η ερημοδικία της δεύτερης των εναγόμενων αξιολογείται αυτοτελώς και αναπτύσσει έννομα αποτελέσματα μόνο ως προς τη συγκεκριμένη διάδικο, αφού αυτή τελεί με τον παρασταθέντα πρώτο εναγόμενο σε σχέση παθητικής απλής ομοδικίας, καθώς αμφότεροι ενάγονται από την ενάγουσα προς άρση και παράλειψη στο μέλλον πρακτικής προσβολής δικαιώματος επί σήματος και διακριτικών γνωρισμάτων, καθώς και πρακτικής αθεμίτου ανταγωνισμού (βλ. τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη που προηγήθηκε).
II. Σύμφωνα με το άρθρο 125 παρ. 3 εδ. α' και β’ του Ν. 4072/2012 «Ο δικαιούχος του σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές χωρίς την άδεια του α. σημείο ταυτόσημο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί, β. σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας του με το σήμα και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, περιλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης». Ταυτότητα σήματος αποτελεί η πιστή, κατά τα κύρια σημεία, αντιγραφή του, ενώ, ομοιότητα σήματος αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση του προς άλλο προγενέστερο σήμα συμπεριλαμβανομένου του κοινοτικού, η οποία, σε συνάρτηση με την όλη οπτική και ηχητική εντύπωση που προκαλεί και ασχέτως από επί μέρους ομοιότητες ή διαφορές των δύο σημάτων, μπορεί να προκαλέσει στον κοινό καταναλωτή σύγχυση ως προς την προέλευση των διακρινομένων από αυτά προϊόντων από ορισμένη επιχείρηση. Ομοιότητα, δε, προϊόντων συντρέχει όταν αυτά προορίζονται για σκοπούς ή χρήσεις παρεμφερείς και απευθύνονται στον ίδιο κύκλο καταναλωτών (βλ. ΣτΕ425/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ• ΔΕφΑΘ 541/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο (ταύτιση σημάτων και προϊόντων). Στο δεύτερο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία είτε το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα όμοια με εκείνα που διακρίνει το τελευταίο, είτε το μεταγενέστερο σήμα ομοιάζει με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που ταυτίζονται με εκείνα που διακρίνει επίσης το τελευταίο (ταυτότητα σημάτων και ομοιότητα προϊόντων ή ταυτότητα προϊόντων και ομοιότητα σημάτων). Στην πρώτη περίπτωση της ταυτότητας σημάτων και προϊόντων η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου σύγχυσης, ο οποίος θεωρείται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει, αφού το σήμα δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία του, πού είναι να διακρίνει στην αγορά την προέλευση του προϊόντος από ορισμένη επιχείρηση. Στη δεύτερη περίπτωση η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι σχετική και απαιτείται, ως πρόσθετο στοιχείο, κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης των σημάτων (βλ. ΑΠ 62/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κίνδυνος σύγχυσης υπό στενή έννοια συντρέχει όταν το συναλλακτικό κοινό λόγω της ομοιότητας των σημάτων και των προϊόντων, υπολαμβάνει ταυτότητα της επιχείρησης από την οποία προέρχονται τα προϊόντα. Και αν η εντύπωση αυτή (ταυτότητα επιχείρησης) δημιουργείται από την ομοιότητα των σημάτων γίνεται λόγος για άμεσο κίνδυνο σύγχυσης, ενώ για έμμεσο, όταν η παραπάνω εντύπωση οφείλεται όχι στην ομοιότητα των σημάτων, αλλά στη διαπίστωση ότι το ένα σήμα αποτελεί μεταβολή ή εξέλιξη του άλλου. Κίνδυνος σύγχυσης υπό ευρεία έννοια γίνεται δεκτό ότι συντρέχει και όταν λόγω της ομοιότητας των σημάτων δύο διαφορετικών επιχειρήσεων, δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι ανάμεσα στις επιχειρήσεις αυτές υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός (βλ. ΑΠ 1604/2003 ΧρΙΔ 2004.371• ΕφΑΘ 840/2012 ΔΕΕ 2012.457- ΕφΑΘ 873/2010 ΔΕΕ 2010.551-ΕφΑΘ 4008/2006 ΔΕΕ 2007.183• ΕφΑΘ 866/2004 ΕλλΔνη 2005.596). Επιπρόσθετα, ως παράμετροι κρισιολόγησης του κατά τα ανωτέρω κινδύνου σύγχυσης γίνονται δεκτές οι εξής τρεις: α) η ομοιότητα των σημείων. Αυτή αναλύεται σε οπτική, ακουστική ή εννοιολογική και αρκεί η αποδοχή μίας εκ των τριών αυτών κατευθύνσεων για την κατάφαση του κινδύνου σύγχυσης, κατόπιν συνολικής εκτίμησης, όμως, όλων των σχετικών παραγόντων της οικείας υπόθεσης, με καθοριστική σημασία να προσλαμβάνει, όπως προαναφέρθηκε, η γενική εντύπωση που δημιουργείται στον αποδέκτη των προϊόντων ή υπηρεσιών (βλ. ΔΕΚ, απόφαση της 06.10.2005 στην υπόθεση C-120/04, Medion, ΧρΙΔ 2006, σελ. 741 επ., σκέψη 26 ΔΕΚ, απόφαση της 22.06.2000 στην υπόθεση C-425/98, Marca Moda, ΤΝΠ Eur-Lex, σκέψη 40, και Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, Αθήνα 2007, σελ. & 178 έως 181, παρ. 381, 382, 384 και 3JB7). β) Η ομοιότητα των ι προϊόντων ή υπηρεσιών, η οποία και προσδιορίζει την κανονιστική εμβέλεια του σήματος στις συναλλαγές. Για τη σχετική αξιολογική εκτίμηση βαρύνουσα σημασία προσλαμβάνει η φύση και ο προορισμός των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών, χαρακτηριστικά στα οποία οι καταναλωτές αποδίδουν τη μεγαλύτερη σημασία. Υπό το πρίσμα αυτό, παρόμοια είναι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες όταν προορίζονται για σκοπούς ή χρήσεις παρεμφερείς, απευθύνονται στον ίδιο κύκλο καταναλωτών και διανέμονται στα ίδια κανάλια διανομής (βλ. ΣτΕ 914/2001, ΕΕμπΔ 2002, 439 και ΔΕφΑΘ 3407/2002, ΕΕμπΔ 2003, 917). Εντούτοις, η ένταξη ενός προϊόντος ή μίας υπηρεσίας στην ίδια κλάση δεν έχει αποφασιστική σημασία για την κατάφαση της ομοιότητας των συγκρινόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών, όπως και αντίστροφα, η υπαγωγή δύο εμπορευμάτων ή υπηρεσιών σε διαφορετικές κλάσεις δεν οδηγεί αναγκαστικά στη^ άρνηση της ομοιότητας (και τούτο, επειδή η ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με τον Διακανονισμό της Νίκαιας εξυπηρετεί αποκλειστικώς διοικητικούς σκοπούς, βλ. σχετικά ΠΕΚ, απόφαση της 13.12.2004 στην υπόθεση Τ-8/03, Emilio Pucci, ΤΝΠ Eur-Lex, σκέψη 40 και Μαρίνο, ό.π., σελ. 190, παρ. 403 και 404). γ) Η διακριτική δύναμη του σήματος που προσβάλλεται, η οποία εκτιμάται υπό μία σφαιρική προσέγγιση σε σχέση με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τις οποίες ζητήθηκε η καταχώριση του και με την αντίληψη των καταναλωτών των συγκεκριμένων προϊόντων και υπηρεσιών. Έτσι, όσο σημαντικότερη είναι η διακριτική ισχύς τού προσβαλλόμενου σήματος τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος σύγχυσης από τη χρήση τουπαραποιητικού ή απομιμητικού αυτού στις συναλλαγές (βλ. ΔΕΚ, απόφαση της 22.Q6.2000 στην υπόθεση C-425/98, Marca Moda, ό.π., σκέψεις 38 και 39, και Μαρίνο, ό.π., σελ. 191, παρ. 405 και 406). Σε κάθε περίπτωση, για την κρίση αν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης λαμβάνεται υπόψη η δημιουργούμενη εντύπωση σε σημαντικό τμήμα των σχετικών συναλλακτικών κύκλων, με συνεπακόλουθο η παραπλάνηση ενός μικρού τμήματος των καταναλωτών να μην αρκεί για την κατάφαση αυτού (βλ. Ρόκα, Σήματα - ερμηνεία του ν. 4072/2012, Αθήνα 2013, σελ. 53, παρ. 16). Ο κίνδυνος σύγχυσης, εξάλλου, περικλείει και τον κίνδυνο συσχέτισης (νοητικής σύνδεσης) μεταξύ δύο σημείων, ο οποίος αφορά την περίπτωση κατά την οποία μολονότι τα δύο σημεία, συγκρινόμενα αυτοτελώς μεταξύ τους, δεν επιφέρουν κίνδυνο σύγχυσης, δημιουργείται πάντως από αυτά η εντύπωση είτε ότι τα εμπορεύματα ή οι υπηρεσίες που φέρουν το σήμα προέρχονται από την ίδια επιχείρηση, είτε από διαφορετικές μεν, που έχουν όμως σχέση συνεργασίας (βλ. Ρόκα, ό.π. σελ. 55, παρ. 27). Ακόμα, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά πάγια κοινοτική νομολογία, η έννοια του , μέσου καταναλωτή της αντίστοιχης κατηγορίας προϊόντων, η αντίληψη του οποίου αναδεικνύεται σε κύρια παράμετρο της στάθμισης περί συνδρομής κινδύνου σύγχυσης ή μη από την παραποίηση ή απομίμηση προϊόντων, συγκεκριμενοποιείται στον καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (βλ. ΔΕΚ, απόφαση της 20.03.20U3 στην υπόθεση O291/0U, LTJ Diffusion SA, ΤΝΠ Eur-Lex, σκέψη 52• ΔΕΚ, απόφαση της 08.04.2004 στην υπόθεση C-53/01, Linde, ΤΝΠ Eur-Lex, σκέψη 41• ΓΔΕΕ, απόφαση της 09.03.2012 στην υπόθεση Τ-32/10, Ella Valley Vineyards, ΤΝΠ Νόμος, σκέψη 25 και Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, ό.π., σελ. 1J85, παρ. 395).
