Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Aληθινή συρροή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Aληθινή συρροή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΠ (ποιν.) 135/2016: Aληθινή συρροή αποφυγής πληρωμής ΦΠΑ και φόρων με τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο


"(...) η αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος ήτοι αποφυγή πληρωμής ΦΠΑ και φόρων (αρθρ.17 και 18 §1 Ν.2523/97, που υπερβαίνουν το ποσό των 100.000 ευρώ κατά τον νεώτερο νόμο), συρρέει αληθώς με την ως άνω αξιόποινη πράξη μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρ. 25 Ν. 1882/90), για την οποία είχε καταδικαστεί αμετάκλητα, ώστε να μη παράγεται δεδικασμένο από την αμετάκλητη καταδίκη του για την τελευταία, που να εμποδίζει την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης..."

Αριθμός 135/2016 
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα 
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωρέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Χυτήρογλου - Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως της 182/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Ν. Ο. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του ΑΜ - Τ.
Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 1/6-4-2015 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης Φωτεινής Παπαδοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 436/2015.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή όσον αφορά τις περιπτώσεις α, δ και ε και να απορριφθεί για τις περιπτώσεις β και γ η έκθεση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.3, 479 παρ.2, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 περ. δ’ ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο εισαγγελέας εφετών ασκεί αναίρεση κατά των αποφάσεων του Εφετείου και των αποφάσεων των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και των τριμελών και μονομελών πλημμελειοδικείων που ανήκουν στην περιφέρειά του καταδικαστικών, αθωωτικών, εκείνων που παύουν τη δίωξη ή την κηρύσσουν απαράδεκτη ή κηρύσσουν αναρμοδιότητα. Κατά των αθωωτικών αποφάσεων μπορεί να προτείνει μόνο το λόγο αναιρέσεως του άρθρ.510 παρ.1Ε, δηλ. για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, σύμφωνα με το αρθρ.506 στοιχ. β. Στην προκείμενη περίπτωση, με δήλωσή του ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 1/2015 έκθεση του, ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης άσκησε αναίρεση κατά της με αριθμό 185/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη λόγω δεδικασμένου κατά του κατηγορουμένου.
Συνεπώς η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να εξεταστεί κατ’ ουσίαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ’ αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, πρέπει, να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Ειδικότερα ,δε επί της συρροής, οπότε με την αυτή ενέργεια ή παράλειψη του δράστη τελούντα περισσότερα εγκλήματα (άρθρο 94 § 2 ΠΚ), το δεδικασμένο εξαντλείται στην αξιόποινη πράξη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει ως εκ τούτου, νέα δίωξη για την άλλη αξιόποινη πράξη που συρρέει με την πρώτη κατ’ ιδέα και που δεν κρίθηκε, έστω και αν ένα από τα περισσότερα στοιχεία της τελευταίας πράξης αποτέλεσε συγχρόνως στοιχείο του ήδη κριθέντος εγκλήματος (ΟλΑΠ 1110/1982). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, και 19 του Ν.2523/1997 "Διοικητικές-Ποινικές Κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία" προκύπτει ότι, τα εγκλήματα φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις αναφέρονται περιοριστικά και μόνον α) στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), β) στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος γ) στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα κατά το άρθρο 17 παρ 1 εδ α όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2α αρθ. 2 ν.3943/2011 και ισχύει από 31-3-2011. ‘ Όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος διαπράττει το αδίκημα της φοροδιαφυγής Ως απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων νοείται και η περίπτωση κατά την οποία καταχωρούνται στα βιβλία εικονικές ολικά ή μερικά δαπάνες ή γίνεται επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζονται καθαρά εισοδήματα ή να εμφανίζονται αυτά μειωμένα. 2. Ο δράστης των άνω αδικημάτων τιμωρείται: α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και β)"με κάθειρξη" μέχρι 10 ετών εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κά8ε διαχειριστική περίοδο το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ . Αδίκημα φοροδιαφυγής σύμφωνα με την παρ. 4 του άνω νόμου (2523/1997) διαπράττει και , όποιος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει στο Δημόσιο τον φόρο αυτόν τιμωρούμενος με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους εφόσον το ποσό του φόρου που δεν αποδόθηκε για κάθε διαχειριστική περίοδο υπερβαίνει το ποσό των 15000 ευρώ και με κάθειρξη μέχρι 10 ετών εφόσον το ποσό του φόρου υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Κατά την διάταξη του αρθ. 18 παρ.1 του Ν. 2523/1997, "αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου - εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α, τιμωρούμενος: α) με φυλάκιση εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση έως το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ. Με το υπό τον τίτλο Εγκλήματα φοροδιαφυγής -Ποινικές Κυρώσεις του αρθ 8 ν.4337/2015 τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α’ του ν. 4174/2013 αναριθμούνται σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμείται σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμούνται σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82 και προστίθεται νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο υπό τον τίτλο ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ - ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ και με το αρθ. 66 καταργούνται οι διατάξεις των αρθ. 17,18 και 19 παρ.1 εδ α 20 και 21 τον ν.2523/1997 και ειδικότερα για τα αδικήματα των αρθ. 17 και 18 του ν.2523/1997 ορίζεται ότι έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ) αποκρύπτει από τα όργανα της φορολογικής διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως να υποβάλλει δήλωση, ή, υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές, (ολικά ή μερικά ), δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες ώστε να μη εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας του φόρου κύκλου εργασιών του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων τελών ή εισφορών δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς καθώς, και όποιος παραπλανά τη φορολογική διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή καθώς και όποιος διακρατεί φόρους τέλη ή εισφορές γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο τον φόρο αυτόν . Και στην παράγραφο 3 του άνω άρθρου του ίδιου νόμου όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών α) ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος αα) τις 50.000 ευρώ εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου , τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση. Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4 επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου τέλους ή εισφοράς . Με την τελευταία αυτή διάταξη εισάγεται ευνοϊκότερη μεταχείριση των φορολογουμένων έτσι ώστε παράβαση καταβολής για οφειλές φόρων ,τελών ή εισφορών συνολικού ποσού κάτω των 100.000 ευρώ ανά διαχειριστικό έτος να είναι ανέγκλητες .