Όπως είναι γνωστό, η αναιρετική
διαδικασία συνίσταται στον έλεγχο αποκλειστικά της νομικής ορθότητας των
ποινικών αποφάσεων (και βουλευμάτων) που επιλαμβάνεται ο Άρειος Πάγος μέσω της
άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης. Αυτό σημαίνει αρχικά ότι δεν ελέγχεται
αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με την ενοχή ή την
αθωότητα του κατηγορουμένου1. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να είναι αδιάφορα για
την ακυρωτική κρίση, η οποία επικεντρώνεται στον έλεγχο των νομικών μόνο
πλημμελειών της απόφασης, και επιλαμβάνεται αποκλειστικά και μόνο για τους
προβλεπόμενους στα άρθρα 510 ΚΠοινΔ (στις περιπτώσεις αναιρέσεων κατά
αποφάσεων) και 484 ΚΠοινΔ (στις περιπτώσεις αναιρέσεων κατά βουλευμάτων)
αναιρετικούς λόγους.
Όπως θα ήταν φυσικό -και στο βαθμό
που οι αναιρετικοί λόγοι είναι κοινοί για όλα τα εγκλήματα- δεν θα ήταν νοητή η
ουσιαστική και συστηματική διαφοροποίηση και διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση
σε όμοια ζητήματα. Ωστόσο συχνά συναντάται στις αποφάσεις του Αρείου Πάγου ο
ίδιος προβαλλόμενος λόγος να μην έχει ομοιόμορφη αντιμετώπιση. Μπορεί όμως ο
ίδιος αναιρετικός λόγος που προβάλλεται για το ίδιο ζήτημα άλλοτε να γίνεται
δεκτός και άλλοτε να απορρίπτεται; Το Ακυρωτικό μας απαντά θετικά στο ερώτημα
αυτό μέσα από τις αποφάσεις των ποινικών τμημάτων του, καθώς διαφοροποιεί την
θέση του (άλλες φορές αναιτιολόγητα και άλλες φορές χωρίς πειστική
επιχειρηματολογία). Σε πρόσφατη εργασία μας2 παρατηρήσαμε ερευνητικά ότι ο
αναιρετικός έλεγχος φαίνεται να διαλαμβάνει άτυπα και επηρεάζεται τελικά σε
σημαντικό βαθμό από την ουσία της ποινικής υπόθεσης που κρίθηκε από το
δικαστήριο της ουσίας, όπως είναι το είδος της προσβαλλόμενης απόφασης
(καταδικαστική ή αθωωτική) και κατ’ επέκταση από το πρόσωπο που την άσκησε (κατηγορούμενος
ή εισαγγελέας), την απαξία, το είδος και την βαρύτητα του εγκλήματος που έχει
κριθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση από το δικαστήριο της ουσίας, την ποινική
μεταχείριση του κατηγορουμένου και την ενδεχόμενη παρέλευση ή επέλευση του
χρόνου της παραγραφής του εγκλήματος κατά τον χρόνο που κρίνεται η ασκηθεί- σα
αναίρεση.
Ενδεικτικό παράδειγμα για την
υποστήριξη της παραπάνω θέσης αποτελεί το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της
πραγματογνωμοσύνης, το οποίο άλλοτε θεωρείται αυτοτελές (κατά την διάταξη του
άρθρου 178 ΚΠοινΔ), συνεπώς κρίνεται ότι θα πρέπει να αναφέρεται ρητά ότι
λήφθηκε υπόψη και άλλοτε θεωρείται έχει τον χαρακτήρα του εγγράφου, ως εκ
τούτου η γενική αναφορά περί λήψης υπόψη όλων των «εγγράφων που αναγνώστηκαν»
κρίνεται ότι καλύπτει όλο το φάσμα των αποδεικτικών μέσων που έχουν έγγραφη
μορφή. Γίνεται δεκτό διακηρυκτικά από την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου ότι
«ειδικά η πραγματογνωμοσύνη και οι ιατροδικαστικές εκθέσεις, οι οποίες
διατάσσονται κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων,
από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελούν
ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το
οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερομένη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠοινΔ,
πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητος ότι έλαβε και αυτή υπόψη του το
Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων
που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ
αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως»3. Η γενική αυτή θέση πάντως αρκετές
φορές παρακάμπτεται και το Ακυρωτικό μας δέχεται ότι «τεκμαίρεται» ότι το
ειδικό αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης λήφθηκε υπόψη, ακόμα και αν δεν
αναφέρεται ρητά στο σκεπτικό αν «…προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της
αποφάσεως, ιδίως δε εάν το διατακτικό συμπορεύεται προς το πόρισμα της
πραγματογνωμοσύνης ή σε κάθε περίπτωση εάν στο σκεπτικό της αποφάσεως είτε
περιλαμβάνονται είτε αντικρούονται παραδοχές της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης
που δεν μπορούν παρά να προέρχονται μόνον από αυτήν…»4.
Η επιλογή τόσο της γενικής θέσης
που απαιτεί την ρητή αναφορά της πραγματογνωμοσύνης στα αποδεικτικά μέσα που
λήφθηκαν υπόψη όσο και της «ευρύχωρης» άποψης που τεκμαίρει την λήψη της
πραγματογνωμοσύνης από το δικαστήριο φαίνεται ότι σχετίζεται με το είδος της
προσβαλλόμενης απόφασης (καταδικαστική/αθωωτική), καθώς και το είδος και την
βαρύτητα του εγκλήματος για το οποίο εξέδωσε την απόφασή του το δικαστήριο της
ουσίας. Έτσι ειδικότερα παρατηρούμε ότι :
α) Η θέση του Ακυρωτικού μας ότι
η πραγματογνωμοσύνη αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που πρέπει υποχρεωτικά
να αναφέρεται ρητά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως παρατηρείται ότι ακολουθείται
κυρίως όταν κρίνονται αποφάσεις με τις οποίες τα εγκλήματα για τα οποία
καταδικάστηκε ο αναιρεσείων είναι συνήθως πλημμελήματα, όπως πχ η ανθρωποκτονία
από αμέλεια (302ΠΚ,ΑΠ 230/20155, ΑΠ 1454/20106, ΑΠ 1479/20097, ΑΠ 1455/20098, ΑΠ
927/20089, ΑΠ 1320/200810), η πλαστογραφία (216 ΠΚ, ΑΠ 958/201511, ΑΠ
547/201512, ΑΠ 2028/2010), η σωματική βλάβη από αμέλεια (314 ΠΚ, ΑΠ
761/200913), η πρόκληση ναυαγίου από αμέλεια (278 ΠΚ, ΑΠ 1235/2009), η συκοφαντική
δυσφήμηση (363 ΠΚ, ΑΠ 1589/200914), η παράβαση καθήκοντος (259 ΠΚ, ΑΠ
478/201415, ΑΠ 317/201116).
β) Ομοίως η ανάδειξη της
πραγματογνωμοσύνης ως αυτοτελούς και ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου εμφανίζεται
σε μεγάλη έκταση και στις περιπτώσεις όπου έχει ασκηθεί το ένδικο μέσο της
αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επί αθωωτικών αποφάσεων, ιδίως σε
υποθέσεις σοβαρών κακουργημάτων. Στο πλαίσιο αυτό η κρίση για την αναγκαιότητα
αναφοράς της πραγματογνωμοσύνης αρχίζει να γίνεται απολύτως τυπική. Έτσι παρά
το γεγονός ότι η αιτιολογία για τα αποδεικτικά μέσα κρίνεται αποκλειστικά από
την κατ’ είδος έκθεσής τους, επί αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά
αθωωτικής απόφασης για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, ο Άρειος
Πάγος δεν αρκέστηκε στην ρητή αναφορά του αποδεικτικού μέσου της
πραγματογνωμοσύνης αλλά έκρινε (αφού την επισκόπησε και ανέλυσε το περιεχόμενό
της) ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν την αξιολόγησε ουσιαστικά17. Περαιτέρω σε
άλλη περίπτωση για το ίδιο έγκλημα δεν θεώρησε «αναπόσπαστο» μέρος του
σκεπτικού και όσα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της απόφασης, συνεπώς απαίτησε
και από το σκεπτικό της πλειοψηφίας να διαλάβει αυτοτελώς τα αποδεικτικά μέσα
που έκανε αναφορά και χρήση η μειοψηφία της απόφασης18. Όμοια θέση παρατηρείται
ότι λαμβάνεται και σε άλλες περιπτώσεις επί εισαγγελικών αναιρέσεων κατά
αθωωτικών αποφάσεων τόσο επί κακουργημάτων (ΑΠ 447/200919 σε ανθρωποκτονία από
πρόθεση, ΑΠ 1786/200820 σε θανατηφόρο σωματική βλάβη, ΣυμβΑΠ 267/201121 σε
κακουργηματική πλαστογραφία), όσο και επί πλημμελημάτων (ΑΠ 510/201522 σε απάτη
και χρήση πλαστού από δικηγόρο, ΑΠ 1234/201123, ΑΠ 552 927/200824 και ΑΠ
343/200725, σε ανθρωποκτονία από αμέλεια, ΑΠ 104/201126 σε απλή σωματική βλάβη,
ΑΠ 1635/201027 σε εμπρησμό από αμέλεια).
γ) Η «ευρύχωρη» θέση του Αρείου
Πάγου ότι δεν απαιτείται ρητή αναφορά της πραγματογνωμοσύνης στο σκεπτικό της
προσβαλλόμενης απόφασης (και οδηγεί στην απόρριψη του αντίστοιχου προβαλλόμενου
αναιρετικού λόγου), συναντάται συχνά σε περιπτώσεις όπου το ένδικο μέσο της
αναίρεσης ασκείται από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά καταδικαστικών
αποφάσεων επί κακουργημάτων, όπως η ανθρωποκτονία από πρόθεση (299 ΠΚ, ΑΠ
664/201528, ΑΠ 1549/201229, ΑΠ 842/201130), η ληστεία (380 ΠΚ, ΑΠ 439/201131),
η διακίνηση ναρκωτικών (Ν. 3459/2006, ΑΠ 390/201432, ΑΠ 1560/201333, ΑΠ
1556/201334, ΑΠ 2/201235, ΑΠ 396/201036, ΑΠ 1129/201037, ΑΠ 1437/200938), η
βαριά σωματική βλάβη (310 ΠΚ, ΑΠ 721/200939, ΑΠ 1411/200840), ο εμπρησμός από
πρόθεση (264 ΠΚ, ΑΠ 123/201541, ΑΠ 294/201142), η υπεξαίρεση στην υπηρεσία (258
ΠΚ, ΑΠ 681/201343, ΑΠ 1113/200944), η κακουργηματική απάτη (216 ΠΚ, ΑΠ
337/201145), η μαστροπεία κατά ανηλίκων (351 Α ΠΚ, ΑΠ 1415/201346), η
φοροδιαφυγή (Ν. 2523/1997, ΑΠ 851/201347), η κατοχή εκρηκτικών (Ν. 2168/1993,
ΑΠ 1265/201248).
Όπως παρατηρούμε, στις περιπτώσεις αυτές, η έλλειψη της ρητής
αναφοράς του ιδιαίτερου αποδεικτικού αυτού μέσου στο σκεπτικό της
καταδικαστικής αποφάσεως κρίνεται ότι καλύπτεται από «το σύνολο του σκεπτικού,
σε συνδυασμό με το διατακτικό και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα», ή στο γεγονός
ότι η έγγραφη μορφή των ιδιαίτερων αποδεικτικών μέσων κατατάσσει την πραγματογνωμοσύνη
στην «ευρύτερη» κατηγορία των «εγγράφων» ή ότι η συγκεκριμένη έκθεση δεν
συνταχθεί κατά το νόμιμο τρόπο. Χωρίς οι παραπάνω θέσεις να είναι απόλυτες49
προκύπτει μια έντονη διαφοροποίηση στην παραδοχή του σχετικού λόγου ανάλογα με
το είδος της προσβαλλόμενης απόφασης και της βαρύτητας του εγκλήματος που έχει
κριθεί στην ουσία: η ρητή αναφορά της πραγματογνωμοσύνης στο σώμα του σκεπτικού
της απόφασης φέρεται να είναι επιβεβλημένη στις περιπτώσεις των αναιρέσεων κατά
αποφάσεων που έκριναν πλημμελήματα, ενώ στις περιπτώσεις των αποφάσεων που
έκριναν κακουργήματα η έλλειψη της ρητής της αναφοράς δύναται να αναπληρώνεται
και από άλλα στοιχεία. Περαιτέρω η πραγματογνωμοσύνη κρίνεται σχεδόν πάντοτε ως
ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που χρήζει ειδικής μνείας στις περιπτώσεις αναίρεσης
κατά αθωωτικών αποφάσεων, ενώ ως έγγραφο κυρίως στις περιπτώσεις των
καταδικαστικών αποφάσεων. Οι παραπάνω αναφορές δείχνουν ότι η ουσιαστική
διαφοροποίηση της κρίσης του Αρείου Πάγου φέρεται ότι έχει ως άξονα στοιχεία
που σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης, τα οποία βεβαίως (και κατά την πάγια
νομολογία του Αρείου Πάγου50) είναι άσχετα με τον ακυρωτικό έλεγχο. Είναι
εμφανές ότι η κατ’ επανάληψη έκδοση εκ διαμέτρου αντίθετων αποφάσεων μεταξύ των
ποινικών τμημάτων του Αρείου Πάγου που έκριναν το ίδιο ζήτημα στην ίδια χρονική
περίοδο και για μακρό χρόνο αναφορικά με το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της
πραγματογνωμοσύνης είναι προβληματική. Χωρίς ουσιαστικό προσδιοριστικό κριτήριο
(πέραν της σύνταξής της στα πλαίσια της προανάκρισης ή της ανάκρισης) για την
εννοιολογική της προσέγγιση, κρίνεται άλλοτε ως πραγματογνωμοσύνη και άλλοτε ως
έγγραφο, άλλοτε κρίνεται ότι απαιτείται να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία
ρητά μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη και άλλοτε αρκεί να
προκύπτει, ότι λήφθηκε υπόψη. Έτσι μέχρι και σήμερα το ζήτημα αυτό -παρά την διαφοροποίηση
των ποινικών τμημάτων του Αρείου Πάγου- δεν παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του
Αρείου Πάγου (ούτε και μετά από άσκηση αναίρεσης υπέρ του νόμου, από τον
εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά τις προβλέψεις του άρθρου 505 παρ. 2 ΚΠοινΔ)
μολονότι εμφανώς αφορά ζήτημα εξαιρετικής σημασίας και γενικότερου εν-
διαφέροντος51. Οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στην ποινική νομολογία του
Αρείου Πάγου -και σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης που κρίνεται
αναιρετικά- δείχνουν την τάση συντήρησης και επιβεβαίωσης του αυστηρού πλαισίου
από τα δικαστήρια της ουσίας: στα εγκλήματα μεγάλης απαξίας εμφανίζεται η τάση
για επικύρωση των καταδικαστικών και ανατροπή των αθωωτικών αποφάσεων.

