Η μεταχείριση των εξαρτημένων δραστών ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων
21 παρ. 1α΄, 30 έως και 35 του Ν 4139/20132
. Οι προβλέψεις αφορούν σε τρία
επίπεδα: α) στο πεδίο της διάγνωσης της εξάρτησης, β) στην ιδιαίτερη ποινική
μεταχείριση των εξαρτημένων παραβατών του νόμου, γ) στην έμφαση στη θεραπεία,
με την παροχή δυνατοτήτων για παρακολούθηση από μέρους των εξαρτημένων
δραστών θεραπευτικών προγραμμάτων απεξάρτησης σε όλο το φάσμα της ποινικής
διαδικασίας, καθώς των εννόμων αποτελεσμάτων που επιφέρει η ολοκλήρωσή τους 3
.
Ι. Η εξάρτηση και η διάγνωσή της
Αρχικά είναι κρίσιμο να σημειωθεί ότι η έννοια της εξάρτησης του κατηγορουμένου
χρησιμοποιείται από το νομοθέτη κυρίως με την έννοια της «ψυχικής» εξάρτησης,
όπως προκύπτει ρητά από την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 4139/20134
. Η θέση αυτή ακολουθώντας τα διεθνώς κρατούντα στην επιστήμη, θεωρεί ότι η
εξάρτηση του ατόμου από τα ναρκωτικά έχει ως βασικό χαρακτηριστικό μια
κατάσταση όπου ο χρήστης διακατέχεται από µια µη ελεγχόμενη επιθυµία
χρησιμοποίησης των ουσιών αυτών. Περαιτέρω είναι δυνατόν να συντρέχει
παράλληλα με την «ψυχική» και η λεγόμενη «σωματική» εξάρτηση, ωστόσο η
τελευταία δεν μπορεί να εμφανίζεται αυτοτελώς αλλά θα πρέπει να συντρέχει
συνδυαστικά και με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της «ψυχικής» εξάρτησης. Από
τα παραπάνω προκύπτει ότι στο μέτρο που καθορίζεται από το νομοθέτη μια ουσία
ως ναρκωτική, εισάγεται τεκμήριο ότι η ουσία αυτή προκαλεί εξάρτηση (τουλάχιστον
«ψυχική») στον χρήστη της. Άλλωστε ρητά η Εισηγητική Έκθεση στην διάταξη του
άρθρου 30 αναφέρει ρητά ότι «η εξάρτηση αφορά σε όλες ανεξαιρέτως τις ουσίες που
περιγράφονται στο άρθρο 1».
Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση
τον ορισμό των ναρκωτικών κατά το άρθρο 1 δεν στηρίζεται στο νόμο, ούτε αποτελεί
επαρκή αιτιολογία η απόρριψη ισχυρισμού του κατηγορουμένου σχετικά με την
αναγνώριση της ιδιότητάς του ως εξαρτημένου με μόνη (ή βασική) την αιτίαση ότι η
ουσία που κάνει χρόνια χρήση (λχ η κάνναβη) δεν δημιουργεί εξάρτηση.
Στο πεδίο της διάγνωσης της εξάρτησης του κατηγορουμένου η διάταξη του άρθρου
30 παρ. 3 του Ν 4139/20135
αυξάνει τα κριτήρια που μπορεί να χρησιμοποιήσει το
δικαστήριο προκειμένου να αχθεί σε ασφαλέστερη κρίση. Η νέα διάταξη απαριθμεί
ενδεικτικά (και όχι περιοριστικά) διαγνωστικά κριτήρια6
, τα οποία (ένα η
περισσότερα) συνεκτιμώνται στην κρίση για την εξάρτηση του κατηγορουμένου.
Τα
προβλεπόμενα από τη διάταξη αυτή διαγνωστικά κριτήρια είναι:
α) πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών απεξάρτησης (δηλαδή των
αναφερόμενων στο άρθρο 517
εγκεκριμένων οργανισμών θεραπείας στο πλαίσιο του
ποινικού συστήματος)8
,
β) πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών χορήγησης υποκατάστατων κατά το άρθρο 22 παρ. 39 ή ανταγωνιστικών στα οπιοειδή ουσιών κατά το άρθρο 22 παρ. 610,
γ) πιστοποιητικά περίθαλψης για παθήσεις συνδεόμενες με τη χρήση ουσιών11,
δ) ψυχολογικά και κοινωνικά δεδομένα που αφορούν τον κατηγορούμενο12,
ε) ευρήματα εργαστηριακών εξετάσεων που αποκαλύπτουν χρήση ναρκωτικών για μακρόχρονες περιόδους13.
Παράλληλα σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας παρέχεται η δυνατότητα να
διαταχθεί ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη14, είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα του κατηγορουμένου, προκειμένου να καθοριστεί αν πράγματι υπάρχει
εξάρτηση, όπως επίσης και το είδος (σωματική ή ψυχική) και η βαρύτητα αυτής
(χρόνος, εξαρτησιογόνα ουσία, απαιτούμενη ημερήσια δόση).
Η προσέγγιση αυτή του νομοθέτη αρχικά απαντά σε ένα βασικό χρόνιο πρόβλημα, το
οποίο έχει σχέση με το ότι στην πράξη δεν ήταν δυνατόν να υλοποιηθούν τα
προβλεπόμενα στο νόμο, όπως είναι ο κλινικός έλεγχος επί 5νθήμερο με την
εισαγωγή του κατηγορουμένου σε νοσηλευτικό ίδρυμα15. Περαιτέρω θα πρέπει να
επισημανθεί ότι η προηγούμενη πρόβλεψη για άμεση λήψη δειγμάτων σωματικών
υγρών (ούρων και αίματος) ή άλλου βιολογικού υλικού του κατηγορουμένου για
διενέργεια τοξικολογικής ανάλυσης και εργαστηριακού ελέγχου, αναφέρεται μόνο
στην διαπίστωση της πρόσφατης χρήσης και όχι της εξάρτησης του κατηγορουμένου.
Ως εκ τούτου η ισότιμη (μαζί με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης) ύπαρξη και
άλλων αποδεικτικών μέσων για την διάγνωση της εξάρτησης του κατηγορουμένου
κινείται σε ορθή κατεύθυνση και σε απόλυτη συμβατότητα με την έννοια της
“δίκαιης δίκης” που προβλέπεται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης
Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την έννοια της . Με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 30
παρ. 3 το δικαιοδοτικό όργανο που θα επιληφθεί θα πρέπει αιτιολογημένα16 να
συνεκτιμήσει κάθε στοιχείο και αποδεικτικό μέσο που αφορά την εξάρτηση του
κατηγορουμένου, το οποίο έχει ισάξια (κατά το νόμο) βαρύτητα με την
πραγματογνωμοσύνη και πολλές φορές είναι σε θέση να καλύψει τα κενά ή τις
ατέλειές της.
Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι το τεκμήριο για την εξάρτηση του
κατηγορουμένου που εισάγεται στη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 2, σύμφωνα με την
οποία η βεβαίωση ολοκλήρωσης εγκεκριμένου κατά νόμο θεραπευτικού
προγράμματος απεξάρτησης, οδηγεί υποχρεωτικά στην κρίση ότι κατά την εισαγωγή του κατηγορουμένου για θεραπεία και τουλάχιστον πέντε (5) έτη από αυτήν17, αυτός
είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών.
ΙΙ. Η ιδιαίτερη ποινική μεταχείριση των εξαρτημένων παραβατών του νόμου
Γίνεται δεκτό ότι το στοιχείο της εξάρτησης του κατηγορουμένου αποτελεί κατ'
ουσίαν λόγο άρσης ή μείωσης του καταλογισμού του δράστη18, που πρέπει να οδηγεί
είτε σε απαλλαγή είτε σε μείωση ποινής.
Η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 4 προβλέπει
την εξής ποινική μεταχείριση των εξαρτημένων:
α) Αν πρόκειται για εξαρτημένο που τέλεσε πράξη του άρθρου 29 παρ. 1, αυτός
παραμένει ατιμώρητος19.
β) Αν πρόκειται για εξαρτημένο που τέλεσε τις βασικές πράξεις διακίνησης του
άρθρου 20, αυτός τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους20.
γ) Αν πρόκειται για εξαρτημένο που τέλεσε τις διακεκριμένες μορφές διακίνησης του
άρθρου 22, αυτός τιμωρείται με πρόσκαιρη κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη 21.

