Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ποινικές διατάξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ποινικές διατάξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

"Η βία με αφορμή αθλητικές εκδηλώσεις. Παρατηρήσεις στις σχετικές ποινικές διατάξεις" [Βασίλης Πετρόπουλος Δικηγόρος, Δ.Ν.]


[ αναδημοσίευση απο http://theartofcrime.gr/ ]
Ι. Εισαγωγικά
  1. Οι ποινικές διατάξεις για την καταπολέμηση της βίας με αφορμή αθλητικές διοργανώσεις διατυπώνονται στον ν. 2725/1999, τον λεγόμενο και αθλητικό νόμο, όπως σήμερα ισχύει μετά από αρκετές τροποποιήσεις, και ειδικότερα στα ά. 41 επ. του νόμου αυτού. Η ειδική αυτή νομοθεσία έχει τόσο κατασταλτικό, όσο και προληπτικό χαρακτήρα και καλύπτει τόσο διοικητικό όσο και ποινικό άδικο. Ακολούθως θα εξεταστούν οι βασικές ποινικές διατάξεις που αφορούν στην καταπολέμηση της βίας στον αθλητισμό. Εξ αρχής παρατηρείται ότι το περιεχόμενο των εν λόγω ποινικών διατάξεων είναι σε πολλά σημεία ασαφές και προβληματικό. Ο Έλληνας νομοθέτης διαχρονικά τροποποιεί τις διατάξεις του αθλητικού νόμου με αφορμή τις επιταγές της κοινής γνώμης, στον απόηχο επεισοδίων ή άλλων αθλητικών «σκανδάλων» και λειτουργεί έχοντας υπόψιν του κυρίως το ομαδικό άθλημα του ποδοσφαίρου[1]. Αυτό επανελήφθη και προσφάτως, με την ψήφιση του ν. 4326/2015, με τίτλο «επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της βίας στον αθλητισμό και άλλες διατάξεις».

  1. Η καταπολέμηση της βίας στον αθλητισμό επιχειρείται κατά βάση σε τρία επίπεδα με τους ακόλουθους τρόπους: Με την θέσπιση διατάξεων που επιβάλλουν και περιγράφουν τον επιχειρησιακό σχεδιασμό των αρμοδίων κρατικών και αθλητικών φορέων του εκάστοτε αθλήματος πριν την διεξαγωγή αθλητικών συναντήσεων. Με την θέσπιση διατάξεων που διασφαλίζουν την επιβολή ελέγχου στους συλλόγους φιλάθλων και γενικότερα στο «οπαδικό συνεταιρίζεσθαι», το οποίο τίθεται υπό την αιγίδα του αθλητικού σωματείου. Και με την κατ’ εξοχήν θέσπιση διατάξεων για την πρόβλεψη και τιμώρηση αθλητικών αδικημάτων βίας. Στην παρούσα εργασία θα παρουσιαστούν οι βασικότερες διατάξεις της ειδικής ποινικής νομοθεσίας για την αθλητική βία, οι οποίες εκτείνονται και στις τρεις ανωτέρω εκφάνσεις, και θα εξεταστεί κατά πόσον αυτή συμβιβάζεται με την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας αλλά και με βασικά αξιώματα του ποινικού δόγματος. Υπό αυτό το πρίσμα επίσης θα εξεταστεί και η δυνατότητα εφαρμογής της παρεπόμενης ποινής της απαγόρευσης προσέλευσης και παρακολούθησης αθλητικών δραστηριοτήτων του ά. 41ΣΤ παρ. 7 του ν. 2725/1999[2].

ΙΙ. Οι Ποινικές Διατάξεις για την αντιμετώπιση της αθλητικής βίας

Α. Η αθλητική δημόσια τάξη ως προστατευόμενο έννομο αγαθό
  1. Η ανάγκη αντιμετώπισης της βίας με αφορμή αθλητικές εκδηλώσεις δεν είναι αίτημα πρόσφατο ούτε και περιορίζεται εντός των ελληνικών συνόρων[3]. Καταγεγραμμένα περιστατικά αθλητικής βίας υπάρχουν ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα. Η οργανωμένη ωστόσο βία με αφορμή αθλητικές εκδηλώσεις παρουσιάστηκε την δεκαετία του 1960 στην Αγγλία και αφορούσε κυρίως το ποδόσφαιρο[4]. Η διαπίστωση της αναγκαιότητας των ποινικών διατάξεων για την αθλητική βία εκτείνεται σε δύο επίπεδα. Το πρώτον στην δικαιολόγηση του προστατευτικού σκοπού της ποινικής διάταξης, στον εντοπισμό δηλαδή του προστατευόμενου εννόμου αγαθού και στην διαπίστωση της αναγκαιότητας ποινικοποίησης της παραβίασής του. Το δεύτερον στην εξέταση της έκτασης και έντασης της εν λόγω ποινικοποίησης υπό το πρίσμα της εν στενή εννοία αναλογικότητας.

  1. Κατά την απολύτως κρατούσα άποψη οι ειδικές υποστάσεις των εγκλημάτων βίας με αφορμή αθλητικές εκδηλώσεις προστατεύουν την αθλητική δημόσια τάξη ως ειδικότερη μορφή της «κατάστασης ευταξίας» και «κοινωνικής ηρεμίας» στους χώρους που διεξάγονται αθλητικές συναντήσεις[5]. Έτσι και στον ν. 4049/2012, στις τροποιητικές διατάξεις του αθλητικού νόμου, ως προστατευόμενο έννομο αγαθό αναφέρεται «η ομαλή διεξαγωγή των αθλητικών δραστηριοτήτων, ως ειδικότερη μορφή δημόσιας τάξης»[6]. Η έννοια της δημόσιας τάξης είναι γνωστή από το ΣΤ’ κεφάλαιο του Π.Κ., ως η «εμπειρικά αντιληπτή από τις αισθήσεις ευταξία ορισμένου κοινωνικού χώρου» και ως η «ειρηνική και ήρεμη συνύπαρξη των πολιτών υπό την κυριαρχία τού κράτους και τού δικαίου», την οποία απολαμβάνουν όλα τα μέλη του κοινωνικού συνόλου[7].

  1. Έχει υποστηριχθεί ότι η δημόσια τάξη λόγω της αοριστίας της δεν δύναται να προστατεύεται αυτοτελώς ως υπερατομικό έννομο αγαθό, αλλά μόνον με αναφορά σε ατομικά έννομα αγαθά[8], αποτελώντας ένα όχημα «προ-προστασίας» τους[9]. Ωστόσο το περιεχόμενο του εννόμου αγαθού της δημόσιας τάξης δεν εξαντλείται στο σύνολο των προστατευόμενων ατομικών εννόμων αγαθών των κοινωνών. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην αγγλική νομολογία, «συχνά οι πράξεις ενός πλήθους έχουν βαρύτερες συνέπειες από ότι το σύνολο των πράξεων εκείνων που απαρτίζουν το πλήθος»[10]. Αυτό ισχύει και για πράξεις εις βάρος του πλήθους, κάτι που γίνεται κατανοητό ιδίως όταν η δημόσια τάξη εξεταστεί αποθετικά. Παρατηρούμε τότε ότι η κατάσταση διασαλευμένης δημόσιας τάξης είναι εμπειρικά διαπιστώσιμη, έχει υπερατομικό χαρακτήρα[11], και διακρίνεται από τον κίνδυνο βλάβης των συγκεκριμένων και εκ των προτέρων προσδιοριστών ατομικών εννόμων αγαθών των κοινωνών. Η διασάλευση της δημόσιας τάξης έχει υποκειμενική και αντικειμενική διάσταση. Η πρώτη αφορά στους πολίτες, οι οποίοι έχοντας «λόγους να προσδοκούν κοινωνική συμπεριφορά αντίθετη προς ό τι οι νόμοι επιτάσσουν», σταματούν να «προσανατολίζουν την συμπεριφορά τους προς τα κελεύσματα των νόμων»[12]. Η δεύτερη αφορά στην κοινωνία και αποτυπώνεται στην μορφή της εμπειρικά διαπιστώσιμης «ηλεκτρισμένης ατμόσφαιρας»[13]. Αποτέλεσμα της διασάλευσης της δημόσιας τάξης και της δημιουργηθείσης κατάστασης επικινδυνότητας είναι η λήψη δικαιολογημένων μέτρων αυτοπροστασίας από τον μέσο και συνετό πολίτη[14].

  1. Έτσι η δημόσια τάξη δεν αποτελεί «κατ’ επίφαση» έννομο αγαθό[15] καθώς η πράξη διασάλευσής της κατατείνει μόνο κατά ένα μέρος στην προσβολή ατομικών εννόμων αγαθών[16]. Κατά ένα άλλο κατατείνει στην δημιουργία εκείνης της κατάστασης αντικειμενικής επικινδυνότητας, στην οποία ο κάθε μέσος συνετός κοινωνός καταλήγει να αναμένει εκδήλωση κοινωνικής συμπεριφοράς αντίθετης από εκείνης που επιτάσσουν οι νόμοι. Όταν όμως οι νόμοι γενικά δεν γίνονται σεβαστοί, δεν είναι καθόλου σαφές εκ των προτέρων ποιά ατομικά έννομα αγαθά κινδυνεύουν, με αποτέλεσμα τα μέτρα αυτοπροστασίας εύκολα να αποδεικνύονται ανεπαρκή ακόμα και για τον πλέον συνετό πολίτη[17]. Γι αυτό τελικώς το περιεχόμενο του εννόμου αγαθού της δημόσιας τάξης δεν εξαντλείται στο σύνολο των προστατευόμενων ατομικών εννόμων αγαθών των κοινωνών, που τίθενται άμεσα εν κινδύνω[18]. Η διασάλευση της δημόσιας τάξης έχει επιπτώσεις σε όλο το φάσμα των ελευθεριών των κοινωνών, ώστε η αποτροπή της με τη βοήθεια του Ποινικού Δικαίου να αποτελεί επιλογή του Νομοθέτη. Στις ειδικότερες εκφάνσεις της, στο πλαίσιο οριστών πεδίων με δυναμικό βλάβης εννόμων αγαθών, η «δημόσια τάξη» προσδιορίζεται με αναφορά σε συγκεκριμένα κάθε φορά ατομικά ή θεσμικά έννομα αγαθά, χωρίς ωστόσο να ταυτίζεται με αυτά[19].

  1. Τα ανωτέρω συμπεράσματα μεταφέρονται και στα αδικήματα αθλητικής βίας, η τυποποίηση των οποίων αποσκοπεί στην προστασία της δημόσιας τάξης ως «κατάστασης κοινωνικής ηρεμίας»[20] στους αγωνιστικούς χώρους και στις κερκίδες, τόσο στην υποκειμενική (ως προσανατολισμός της συμπεριφοράς των συμμετεχόντων στο αθλητικό γεγονός στα κελεύσματα των νόμων) όσο και στην αντικειμενική της διάσταση (ως κατάσταση ευταξίας). Η διασάλευση του κλίματος ομαλής διεξαγωγής αθλητικών γεγονότων δεν θέτει εις κίνδυνο μόνον ατομικά έννομα αγαθά, όπως π.χ. αυτά που προβλέπονται στο ά. 41ΣΤ παρ. 4 του ν. 2725/1999. Πλήττει την κοινωνική ευταξία και στρέφεται και κατά του συνταγματικά προστατευόμενου δικαιώματος στην συμμετοχή στα αθλητικά δρώμενα ως ειδικότερη έκφανση συμμετοχής στην πολιτιστική ζωή της χώρας[21], με περαιτέρω δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις για τους εμπλεκόμενους αθλητικούς φορείς[22]

  1. Συμπερασματικά η προστασία της κοινωνικής ειρήνης δικαιολογεί κατ’ αρχάς την καταπολέμηση της διατάραξης αυτής με το μέσον του ποινικού δικαίου. Από εκεί και πέρα είναι βεβαίως επιλογή του νομοθέτη, εάν το κρίνει ο ίδιος σκόπιμο, να προχωρήσει και στην ποινικοποίηση της εν λόγω συμπεριφοράς[23]. Στην περίπτωση αυτή ωστόσο ο νομοθέτης θα πρέπει ακολούθως να σεβαστεί την αρχή της αναλογικότητας. Όπως μάλιστα εν συνεχεία θα καταδειχθεί, η αρχή της αναλογικότητας ως ερμηνευτικός μετακανόνας[24] απευθύνεται τόσο στον νομοθέτη όσο και στον δικαστή και η παραβίασή της συνεπάγεται το πρώτον έλλειψη νοήματος για τον κανόνα δικαίου, ο οποίος για τον λόγο αυτόν καθίσταται ανεφάρμοστος. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια αρχή με το κλασσικό κανονιστικό της περιεχόμενο, αλλά για ένα εργαλείο ερμηνείας, το οποίο «νοηματοδοτείται» ad hoc, με αναφορά στον κανόνα, την ορθότητα του οποίου εξετάζει. Ορθώς τότε παρατηρείται ότι στο πλαίσιο αυτής της νοηματοδότησης εγγυητικά στην ορθότητα του έργου του νομοθέτη λειτουργούν η νομική δογματική και η μεθοδολογία του δικαίου[25].

Β. Η τυποποίηση μέσω του ποινικού δικαίου της προστασίας της αθλητικής δημόσιας τάξης από πράξεις βίας
  1. Οι ποινικές διατάξεις για την αντιμετώπιση της αθλητικής βίας διατυπώνονται στα ά. 41 έως 41Ζ του ά. 2725/1999 με τις βασικότερες εξ αυτών να περιέχονται στο ά. 41ΣΤ. Επισημάνθηκε ότι καλύπτουν τρεις τομείς, δηλαδή τον επιχειρησιακό σχεδιασμό καταπολέμησης της αθλητικής βίας, το οπαδικό συνεταιρίζεσθαι και τα κατ’ εξοχήν εγκλήματα βίας στο ά. 41 ΣΤ. Από νομοτεχνικής σκοπιάς είναι κατ' αρχάς θετική η συγκέντρωση της ειδικής αυτής νομοθεσίας σε αυτό το συγκεκριμένο τμήμα του αθλητικού νόμου, αν και κατά τα λοιπά είναι νομοτεχνικά αδόκιμη η παρουσία διάσπαρτων ποινικών διατάξεων στον υπόλοιπο νόμο. Νομοτεχνικά προβληματικό, όπως θα δούμε, είναι περαιτέρω ότι η ειδική αυτή ποινική νομοθεσία για την αντιμετώπιση της αθλητικής βίας άλλοτε παρουσιάζεται ως επικουρική στην λοιπή ποινική νομοθεσία, (ά. 41ΣΤ παρ. 1, 2), άλλοτε ως επιβαρυντική περίσταση σε τέλεση άλλων αδικημάτων του ειδικού μέρους του ποινικού κώδικα. Ακολούθως θα εξεταστούν οι ποινικές διατάξεις στους ανωτέρω τρεις αναφερθέντες τομείς.

α) Ο ποινικός κολασμός πράξεων αντικείμενων στο επιχειρησιακό σχεδιασμό της ασφαλούς διεξαγωγής αθλητικού γεγονότος.
  1. i) Η άρνηση παροχής συνδρομής στο έργο της Διαρκούς Επιτροπής Αντιμετώπισης της Βίας (ά. 41 παρ. 7 του ν. 2725/1995)

  1. Κατά τα προβλεπόμενα στο ά. 41Α παρ. 1 του ν. 2725/1999 «στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού συνιστάται Διαρκής Επιτροπή Αντιμετώπισης της Βίας (ΔΕΑΒ)», οι τομείς δράσης της οποίας περιγράφονται αναλυτικά στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου. Στην παρ. 7 του άρθρου ορίζεται περαιτέρω ότι : «α) Στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων της η ΔΕΑΒ δικαιούται να ζητεί και να λαμβάνει από οποιονδήποτε εμπλεκόμενο αθλητικό φορέα οποιαδήποτε πληροφορία, στοιχείο ή διευκρίνιση είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση του έργου της, β) Τα Μέλη και οι παρατηρητές της ΔΕΑΒ δικαιούνται, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, απρόσκοπτης εισόδου σε οποιοδήποτε χώρο της αθλητικής εγκατάστασης». Ορίζεται μάλιστα στο ίδιο εδάφιο και υποχρέωση της αστυνομικής αρχής να παρέχει συνδρομή στην ΔΕΑΒ κατά την ενάσκηση των καθηκόντων της. Εν συνεχεία στο εδ. γ της παρ. 7 του ά. 41Α διατυπώνεται η ποινή διάταξη ως εξής:
«Η αδικαιολόγητη άρνηση παροχής στοιχείων, πληροφοριών ή διευκρινίσεων της περίπτωσης α` της παρούσας παραγράφου ή η παρεμπόδιση της απρόσκοπτης εισόδου των μελών ή παρατηρητών της ΔΕΑΒ στους χώρους της αθλητικής εγκατάστασης της περίπτωσης β` της παρούσας παραγράφου τιμωρείται με: αα) Πειθαρχικές κυρώσεις κατά τους κανονισμούς του οικείου αθλήματος, μη αποκλειόμενης της παραπομπής του θέματος στον Αθλητικό Εισαγγελέα μετά από έκθεση του Προέδρου της ΔΕΑΒ και ββ) φυλάκιση τουλάχιστον δύο μηνών και χρηματική ποινή χιλίων έως δύο χιλιάδων ευρώ».

  1. Η ποινική αυτή διάταξη προστέθηκε στο ά. 41Α με τον ν. 3708/2008 Με την διάταξη αυτή θεσπίζεται, σε ό,τι αφορά την συμπεριφορά εναντίον των μελών της ΔΕΑΒ, μια διακεκριμένη περίπτωση απείθειας. Όπως προκύπτει από το ά. 41Α παρ. 1, τα μέλη της ΔΕΑΒ είναι υπάλληλοι με την έννοια του ά. 13 περ. α ΠΚ, καθώς τους έχει ανατεθεί άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, όπως αυτή εξειδικεύεται στην παρ. 3 του ά. 41Α  του ν. 2725/1999. Περιγράφεται έτσι μια αξιόποινη συμπεριφορά, η οποία πληροί όλα τα στοιχεία της ειδικής υπόστασης του ά. 169 ΠΚ[26], στην οποία ωστόσο επιβάλλεται αυστηρότερο πλαίσιο στερητικής της ελευθερίας ποινής καθώς και χρηματική ποινή. Σημειωτέον ότι μέχρι σήμερα δεν έχει θεσπιστεί κανονισμός λειτουργίας ΔΕΑΒ, ούτε έχει συγκροτηθεί σώμα παρατηρητών[27]. Δεν προκύπτει εξάλλου περαιτέρω ούτε από την νυν ισχύουσα παρ. 2 του ά. 41Α ούτε από την προγενέστερη παρ. 5 στοιχ. ε  του αυτού άρθρου του ν. 2725/1999, ποιά ακριβώς είναι η αρμοδιότητα του εν λόγω σώματος των παρατηρητών, ώστε να μην καθίσταται δυνατή, ως προς αυτούς η διακρίβωση της υπαγωγής τους στο ά. 13 περ. α  του ΠΚ.

  1. Η ανωτέρω ποινική διάταξη, πέραν του πρακτικώς ανεφάρμοστου χαρακτήρα της, λόγω μη θέσπισης του κανονισμού λειτουργίας της ΔΕΑΒ, συγκρινόμενη με το ποινικό άδικο της απείθειας που αποτυπώνεται στην επαπειλούμενη ποινή του ά. 169 ΠΚ, αδυνατεί να εξηγήσει: α) Ποιά είναι η ειδική σημασία της δράσης της ΔΕΑΒ ως δημόσιας υπηρεσίας, ώστε να δικαιολογείται επαύξηση του αξιοποίνου της απείθειας εκ της μη παροχής συνδρομής στην υπηρεσία αυτή. β) Ποιά είναι η αναγκαιότητα, πέραν της επαύξησης του ορίου της στερητικής της ελευθερίας ποινής, και της πρόβλεψης χρηματικής ποινής και μάλιστα σωρευτικά με τις πειθαρχικές κυρώσεις.
ii) Η μη συμμετοχή σε σύσκεψη του αρμοδίου Εισαγγελέα ή της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, η μη υπακοή σε εκτέλεση αποφασισθέντων μέτρων και η παραβίαση των όρων εκτέλεσης (ά. 41Δ παρ. 2 του ν. 2725/1999)

  1. Κατά την παρ. 2 του ά. 41Δ του ν. 2725/1999 ορίζεται υποχρέωση των αθλητικών σωματείων, αθλητικών ανωνύμων εταιρειών ή τμημάτων αμειβομένων αθλητών να συμμετέχουν σε συσκέψεις του Εισαγγελέα ή της αστυνομίας σε συνεργασία με την ΔΕΑΒ, με τα εκεί περιγραφόμενα θέματα που αποσκοπούν στην ομαλή διεξαγωγή των αθλητικών συναντήσεων. Στην παρ. 3 του ά. 41Δ περιγράφονται οι ποινικές συνέπειες από την παραβίαση αυτής της απαγόρευσης ως εξής:

Όποιο μέλος της διοίκησης αθλητικού σωματείου, Τ.Α.Α., Α.Α.Ε. ή συνδέσμου φιλάθλων ή εκπρόσωπος των φορέων αυτών δεν προσέρχεται στις συσκέψεις που συγκαλεί ο αρμόδιος για τον αθλητισμό Εισαγγελέας ή ο κατά τόπον αρμόδιος Εισαγγελέας ή η αρμόδια αστυνομική αρχή ή δεν υπακούει σε νόμιμη πρόσκληση υπαλλήλου ή αρχής που εκτελεί τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου ή παραβιάζει τους όρους εκτέλεσής τους τιμωρείται:
α) με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών, β) με φυλάκιση μέχρι δύο ετών αν η ανυπακοή ή η παραβίαση είχε επακόλουθο την πρόκληση εκτεταμένων φθορών ξένης ιδιοκτησίας, γ) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών αν η ανυπακοή ή η παραβίαση είχε επακόλουθο την πρόκληση σωματικής βλάβης, δ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν στην περίπτωση του στοιχείου γ΄ επήλθε θάνατος.

  1. Πρόκειται κατ’ αρχάς για ένα έγκλημα πολύτροπο[28]το οποίο μπορεί να λάβει χώρα σε τρεις περιπτώσεις: Με την μη προσέλευση σε σύσκεψη του αρμοδίου εισαγγελέα ή αστυνομικής αρχής, με την μη υπακοή σε νόμιμη πρόσκληση υπαλλήλου που εκτελεί τα αποφασισθέντα μέτρα και με την μη εκτέλεση των μέτρων που έχουν αποφασιστεί. Η διάταξη αυτή, η οποία έχει θεσπιστεί από το 2004, δεν έχει τύχει πρακτικής εφαρμογής, και είναι προβληματική για τους εξής λόγους: Στην πρώτη υπό α) περίπτωση περιγράφεται μια ειδική περίπτωση απείθειας[29]. Στις υπόλοιπες, υπό β) γ) και δ) περιπτώσεις περιγράφεται το αξιόποινο μιας συμπεριφοράς κατά τρόπο αντίθετο στο ποινικό δόγμα. Ειδικότερα ο νομοθέτης χρησιμοποιώντας την φράση «είχε ως επακόλουθο» φαίνεται ότι είχε υπόψιν του την δομή του εκ του αποτελέσματος διακρινόμενου εγκλήματος[30] και θεώρησε ορθό να προχωρήσει σε επαύξηση του αξιοποίνου σε αναλογία προς την βαρύτητα του περαιτέρω αποτελέσματος. Η τυποποίηση ωστόσο αυτή δεν έχει λάβει ορθώς υπόψιν της τις δυο βασικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ά. 29 ΠΚ, δηλαδή α) την ανάγκη το περαιτέρω αποτέλεσμα να στοιχειοθετεί αυτοτελές αδίκημα τιμωρούμενο εξ αμελείας, ώστε να μην παραβιάζεται η αρχή n.c.n.p.s.l. εν όψει του ά. 26 ΠΚ[31] και β) την ανάγκη ύπαρξης συνάφειας μεταξύ του βασικού αδικήματος που τελείται εκ δόλου, και του περαιτέρω αποτελέσματος που τελείται εξ αμελείας[32].

  1. Λαμβανομένων υπόψιν των βασικών αυτών αρχών παρατηρούμε ότι στην υπό β) περίπτωση, το περαιτέρω αξιόποινο αποτέλεσμα (η «πρόκληση εκτεταμένων φθορών ξένης ιδιοκτησίας») δεν τυποποιείται αυτοτελώς ως ποινικό άδικο εξ αμελείας. Κατά συνέπεια η περίπτωση β) μόνον ως επιβαρυντική περίσταση της περίπτωσης α) δύναται να νοείται, καθώς διαφορετικά θα παραβιάζεται η αρχή n.c.n.p.s.l. Κατά συνέπεια η πρόκληση εκτεταμένων φθορών ξένης ιδιοκτησίας να πρέπει τελικώς να καλύπτεται από τον δόλο του δράστη[33]. Παρατηρούμε τότε ότι ο νομοθέτης καταλήγει τελικώς, χωρίς προφανώς να το θέλει[34], να έχει θεσπίσει μια προνομιούχο μορφή φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, καθώς το άδικο του ά. 381 ΠΚ εξομοιώνεται με την εκτεταμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας, η οποία μάλιστα έχει τελεστεί εν προκειμένω σε συνέχεια της ειδικής αυτής περίπτωσης απείθειας.

  1. Επιπλέον και στις τρεις περιπτώσεις β) γ) και δ), δεν λαμβάνεται πάντοτε υπόψιν η δεύτερη βασική αρχή των εκ του αποτελέσματος διακρινόμενων εγκλημάτων, δηλαδή η αντικειμενική συνάφεια κινδύνου μεταξύ της δόλιας πράξης και της επέλευσης του περαιτέρω αποτελέσματος. Επομένως σε ό,τι αφορά στην πρώτη μορφή αυτής της ειδικής απείθειας, δηλαδή την μη συμμετοχή σε σύσκεψη που συγκαλείται από τον Εισαγγελέα ή την αστυνομία, αυτή εξ αντικειμένου απέχει χρονικά από το περιγραφόμενο σε όλες τις υπό β) γ) δ) περιπτώσεις αποτέλεσμα τόσο πολύ, ώστε το περαιτέρω προκληθέν αποτέλεσμα να μην μπορεί να της καταλογιστεί[35]. Στις υπόλοιπες δύο περιπτώσεις της ειδικής αυτής «απείθειας» (δηλαδή στην μη υπακοή σε πρόσκληση υπαλλήλου και στην παραβίαση των όρων εκτέλεσης της απόφασης για την ορθή διεξαγωγή του αγώνα) συμβαίνει όντως το βασικό αδίκημα να εμπεριέχει συγχρόνως «την αντικειμενική παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας» του εξ αμελείας εγκλήματος που συνιστά το βαρύτερο αποτέλεσμα, ώστε να είναι κατ’ αρχάς αντικειμενικά νοητό ως τέτοιο[36].

  1. Και στις δυο αυτές περιπτώσεις ωστόσο απείθειας, η εδώ τυποποιηθείσα ως ποινικά άδικη συμπεριφορά δεν είναι απαλλαγμένη προβλημάτων. Είδαμε ότι η περίπτωση β) δεν νοείται ως εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο έγκλημα. Απομένουν έτσι οι περιπτώσεις γ) και δ). Παρατηρούμε τότε ότι στην μεν περίπτωση γ) θα πρόκειται για ένα μη γνήσιο εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο έγκλημα, το οποίο θα μπορεί να τελεστεί και με δόλο. Κι αυτό, γιατί η συρροή της δόλιας απλής σωματικής βλάβης (ά. 308 ΠΚ) με το βασικό αδίκημα της περίπτωσης α) θα καταλήγει σε μικρότερο άδικο από την εφαρμογή της υπό εξέταση περίπτωσης γ). Κατά συνέπεια, εάν δεχόμασταν ότι ως προς το περαιτέρω αποτέλεσμα μόνον αμέλεια μπορεί να υπάρξει, τότε θα «συνέφερε» τον δράστη να επικαλεστεί ως προς το αποτέλεσμα αυτό δόλο, και να τιμωρηθεί για την συρροή του ά. 308 ΠΚ με την ειδική αυτή «απείθεια» της περ. α), πράγμα βεβαίως άτοπο[37]Προβληματική από πλευράς καταλογισμού είναι εξάλλου και η κατασκευή που επιχειρείται στην περίπτωση δ), δηλαδή η τιμώρηση της επέλευσης ενός περαιτέρω αποτελέσματος σε σχέση με ένα (ήδη υπάρχον) εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο έγκλημα, το οποίο χρησιμοποιείται ως βασικό αδίκημα. Η κατασκευή είναι προβληματική κατ’ αρχάς συγκρινόμενη με το ά. 311 ΠΚ, στο οποίο ως βασικό αδίκημα νοείται μόνον η σωματική βλάβη που τελείται με δόλο. Κατά συνέπεια η τιμώρηση στην περίπτωση δ) με το ίδιο πλαίσιο ποινής φαίνεται να αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, καθώς ο εξ αμελείας θάνατος ως απώτερο αποτέλεσμα μιας απείθειας εξισώνεται απαξιολογικά με εκείνο που είναι αποτέλεσμα μιας σωματικής βλάβης. Εξ άλλου, κατά τον ίδιο τρόπο που δεν νοείται de lege lata συνολικώς βασικό έγκλημα αμέλειας σε εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο έγκλημα[38] δεν θα πρέπει να νοείται και μερικώς αλλά να εξετάζεται απευθείας η συνάφεια κινδύνου μεταξύ δόλιας πράξης και περαιτέρω αμελούς αποτελέσματος. Γι αυτό και τελικώς η περίπτωση δ) νοείται μόνον όταν το περιγραφόμενο στην περ. γ) περαιτέρω αποτέλεσμα καλύπτεται από τον δόλο του δράστη, εν όψει ακριβώς του χαρακτήρα της περ γ) ως μη γνησίου εκ του αποτελέσματος διακρινόμενου εγκλήματος[39].