Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #νομοθέτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #νομοθέτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

"Ο νομοθέτης και οι αποφάσεις των δικαστηρίων περί αντισυνταγματικότητας – Ανακρίβειες και άλλα συνταγματικά παραλειπόμενα" [Γεράσιμος Θεοδόσης, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαιδελβέργης]


Α) Πρόσφατα, πολλάκις ελέχθη και εγράφη ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι το «Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο». Το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι το ανώτατο (ακυρωτικό) δικαστήριο (του διοικητικού δικαστικού κλάδου), αλλά δεν είναι το «Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο». Το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι ένα από τα τρία δικαστήρια της χώρας μας (Άρειος Πάγος, Συμβούλιο Επικρατείας, Ελεγκτικό Συνέδριο),  οι αποφάσεις των οποίων αφενός δεν υπόκεινται στον έλεγχο ενός ιεραρχικά ανώτερου δικαστηρίου, αφετέρου δύνανται να ενεργοποιήσουν την ακυρωτική δικαιοδοσία του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου κατά το άρθρο 100 παράγραφος 1 στοιχείο ε του Συντάγματος.
Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 100 (παράγραφοι 1 και 4) του Συντάγματος, η δικαιοδοσία του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου αποτελεί τη μοναδική περίπτωση, σε όλο το σύστημα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας στην Ελλάδα, που κύριο αντικείμενο της δίκης είναι ο έλεγχος της (ουσιαστικής) συνταγματικότητας διάταξης (τυπικού) νόμου× και ως εκ τούτου αυτή σε περίπτωση αντισυνταγματικότητας μπορεί να παραμεριστεί οριστικά, δηλαδή μπορεί να ακυρωθεί. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα ασκείται, σύμφωνα με το άρθρο  93 παράγραφος 4 του Συντάγματος, παρεμπιπτόντως (και όχι κυρίως).
Τα ελληνικά δικαστήρια οφείλουν να ελέγχουν αυτεπαγγέλτως τη συνταγματικότητα κάθε διάταξης (ουσιαστικού και τυπικού) νόμου που καλούνται να εφαρμόσουν. Όμως ο έλεγχος αυτός περιορίζεται μόνο στους σημαντικούς για την επίλυση μιας συγκεκριμένης διαφοράς (ουσιαστικούς και τυπικούς) νόμους. Έτσι, εφόσον ο Έλληνας δικαστής θεωρήσει ότι το περιεχόμενο ενός νόμου είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα, δεν εφαρμόζει το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Με άλλα λόγια, ο Έλληνας δικαστής επηρεάζεται στην απόφασή του από τον έλεγχο συνταγματικότητας που επιχειρεί, αλλά δεν δικαιούται να εκδώσει μια δεσμευτική για τα υπόλοιπα δικαστήρια ή όργανα του κράτους απόφαση ως προς τον ελεγχόμενο νόμο× πολύ, δε, περισσότερο δεν δικαιούται να ακυρώσει τον αντισυνταγματικό νόμο, να τον θέσει δηλαδή εκτός ισχύος. Ένας νόμος, που ως αντισυνταγματικός δεν εφαρμόστηκε από ένα ελληνικό δικαστήριο, εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται από τη διοίκηση και τα δικαστήρια. Επομένως, η σχετική με το Σύνταγμα και τους κανόνες του απονομή δικαιοσύνης στην Ελλάδα διενεργείται στο στενό πλαίσιο μιας δίκης και μόνο για τις ανάγκες της.
Βέβαια, κατά κανόνα τα κατώτερα δικαστήρια συμμορφώνονται στην κρίση του ανώτατου δικαστηρίου του κλάδου τους (Άρειου Πάγου, Συμβουλίου Επικρατείας, Ελεγκτικού Συνεδρίου). Η σχετική όμως απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου είναι τυπικά δεσμευτική μόνο σε περίπτωση που τα κατώτερα δικαστήρια επιληφθούν ξανά της ίδιας υπόθεσης. Έτσι προέκυψε δικαστήρια να αρνούνται να εφαρμόσουν διάταξη νόμου ως αντισυνταγματική, αν και η ίδια διάταξη προηγουμένως είχε εφαρμοσθεί (ως συνταγματική) από το ανώτατο δικαστήριο του κλάδου. Εκτός αυτού, μόνο ο συγκεκριμένος πολίτης που είναι διάδικος της σχετικής δίκης απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του να συμμορφωθεί σε έναν αντισυνταγματικό νόμο× για τους υπόλοιπους παραμένει δεσμευτικός ο αντισυνταγματικός νόμος, αφού η δικαστική απόφαση ουδεμία ισχύ αναπτύσσει για αυτούς.
Β) Ας ληφθεί υπόψη ότι η σχετική με το σύνταγμα και τους κανόνες του απονομή δικαιοσύνης ανήκει στα θεμελιώδη ζητήματα που καθορίζουν το πολίτευμα μιας χώρας. «Εκ των δικαστηρίων, εις α ανατίθεται και εκ της εν γένει οργανώσεως του τρόπου, καθ’ ον ασκείται ο τοιούτος έλεγχος, επίσης δε εκ της εκτάσεως αυτού και εκ των εννόμων αποτελεσμάτων του (απλή άρνησις εφαρμογής ή ακύρωσις erga ommes), προσδιορίζεται κατά πολύ η αποτελεσματικότης της τοιαύτης κατασταλτικής εγγύησης τηρήσεως του Συντάγματος». Ο δικαστικός έλεγχος (της συνταγματικότητας) των νόμων λειτουργεί ως κατασταλτική εγγύηση τήρησης του συντάγματος και υπαγορεύεται τόσο από την αρχή του κράτους δικαίου όσο και από την αρχή της  δημοκρατίας.
Σε ένα συνταγματικό κράτος κάθε κυβερνητική (κοινοβουλευτική) πλειοψηφία περιορίζεται από το σύνταγμα. Συνεπώς, οποιαδήποτε εγγύηση τήρησης του συντάγματος λειτουργεί και ως εγγύηση προστασίας της (κοινοβουλευτικής) μειοψηφίας από κυβερνητικές αυθαιρεσίες. «Όπου το 51% πιστεύει ότι εξ αιτίας αυτού του 51% επιτρέπεται να κάνει τα πάντα, η Δημοκρατία παρακμάζει». Ελέγχοντας, επομένως, τα δικαστήρια την τήρηση του συντάγματος, μέσω του ελέγχου της (ουσιαστικής) συνταγματικότητας των νόμων, συμβάλλουν αποτελεσματικά στην πραγμάτωση της δημοκρατίας σε μια χώρα. Επιπλέον, μετά τη θέσπιση και καθιέρωση, στα σύγχρονα συντάγματα, των «ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων», ιδίως του «δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας καθενός», πρέπει ο (ακυρωτικός) έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια να επεκτείνεται και  στην εσωτερική (τυπική) αντισυνταγματικότητά τους, δηλαδή στον έλεγχο τήρησης του συντάγματος κατά τη διαδικασία ψήφισης των νόμων, έτσι ώστε κάθε νόμος, που ψηφίζεται κατά παράβαση των οργανωτικών διατάξεων του συντάγματος, να μπορεί να ακυρώνεται δικαστικά, επειδή περιορίζει αντισυνταγματικά την ελεύθερη δράση των πολιτών. Άλλως προσβάλλεται το συνταγματικά κατοχυρωμένο «δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας καθενός», προσβάλλεται το σύνταγμα, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα δικαϊκής επαναφοράς στη συνταγματική νομιμότητα.