"(...) Κατά συνέπεια, με βάση τα προεκτεθέντα, τα δικονομικά δικαιώματα τούτων θέλουν κριθεί στα πλαίσια του άρθρου 31 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., στα οποία δεν περιλαμβάνεται η έκθεση από τον ανακρίνοντα με πληρότητα καισαφήνεια της πράξεως που αποδίδεται στον εξεταζόμενο. Και τούτο, διότι στην προκαταρκτική εξέταση η πράξη διερευνάται ακόμη και, συνακόλουθα, μόνο μετά το πέρας της και μετά την άσκηση της προσήκουσας ποινικής διώξεως νοείται εξειδίκευση με πληρότητα και σαφήνεια της κατηγορίας. Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους, η παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Ποιν.Δ. ρητώς παραπέμπει για ανάλογη εφαρμογή στην προκαταρκτική εξέταση μόνο των διατάξεων του άρθρου 273 παρ. 1 περ. γ’, δ’ και ε’ του ίδιου Κώδικα και όχι της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, που προβλέπει την υποχρέωση αυτού που λαμβάνει την απολογία του κατηγορουμένου να του εκθέσει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη, για την οποία κατηγορείται, υποχρέωση που δεν υφίσταται επί προκαταρκτικής εξετάσεως."
Αριθμός 1161/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ Ποιν. Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 16/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με αιτούντες τους: 1. Α. Β. του Ε., κάτοικο .... 2. Ε. Μ. του Θ., κάτοικο .... 3. Κ. Μ. του Δ., κάτοικο ... και 4. Μ. Φ. του Α., κάτοικο ....
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 16/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με αιτούντες τους: 1. Α. Β. του Ε., κάτοικο .... 2. Ε. Μ. του Θ., κάτοικο .... 3. Κ. Μ. του Δ., κάτοικο ... και 4. Μ. Φ. του Α., κάτοικο ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με ημερομηνία 2 Μαρτίου 2016 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 274/2016.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Παρασκευαΐδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 57/24-3-2016, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με το άρθ. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την υπ’ αριθ. 13/2.3.2016 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητά να αναιρεθεί για τους ειδικότερους λόγους της απόλυτης ακυρότητας και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθ. 484 παρ.1 στοιχ. α,δ, σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ, το υπ’ αριθ. 16/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμες α) την από 23-07-2015 αίτηση των: 1) Α. Β. του Ε. κατοίκου ..., 2) Ε. Μ. του Θ., κατοίκου ομοίως και 3) Μ. Φ. του Α., κατοίκου ..., με την οποία ζητούν να μην παρασχεθεί από την Ελληνική Δημοκρατία στην Κυπριακή Δημοκρατία η δικαστική συνδρομή που ζητείται από την τελευταία με το από 20-04-2015 αίτημα δικαστικής συνδρομής του Αρχηγού της Αστυνομίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και την από 14-09-2015 (και κατατεθείσα στις 15-09-2015) αίτηση των: Ε. Μ. του Θ., κατοίκου ... και 2) Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ομοίως, με την οποία ζητούν να μην παρασχεθεί από την Ελληνική Δημοκρατία στην Κυπριακή Δημοκρατία η δικαστική συνδρομή που ζητείται από την τελευταία με το από 25-05-2015 αίτημα δικαστικής συνδρομής του Αρχηγού της Αστυνομίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και τα περιλαμβανόμενα στα ανωτέρω υπομνήματά τους ίδια αιτήματα και που αποφαίνεται ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση μη εκτέλεσης των ανωτέρω από 20-04-2015 και 25-05-2015 αιτημάτων δικαστικής συνδρομής των αρμοδίων αρχών της Δημοκρατίας της Κύπρου, υπό τη μορφή της μη αποστολής σ’ αυτές του ήδη συλλεγέντος ανακριτικού υλικού από την 10η Ειδική Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών, σε εκτέλεση των αιτημάτων, η οποία (αίτηση αναιρέσεως) επειδή είναι παραδεκτή, πρέπει να γίνει δεκτή στην ουσία της για όσους λόγους αναφέρονται σ’ αυτή (αίτηση) στους οποίους και αναφέρομαι. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η υπ’ αριθ. 13/2016 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του υπ’ αριθ. 16/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Β) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που έλαβαν μέρος προηγουμένως. Αθήνα 24 Μαρτίου 2016 Ο Αντεισαγγελέας, του Αρείου Πάγου Κωνστάντιος Παρασκευαΐδης".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 483 παρ. 3 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ. (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 25 παρ. 2 Ν. 3904/2010), "ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος με σχετική δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479, το δεύτερο εδάφιο του οποίου εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, είτε οριστικού είτε προδικαστικού ή παρεμπίπτοντος, μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από την έκδοσή του και για οιοδήποτε λόγο από εκείνους που προβλέπονται στο άρθρο 484 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως για απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α’ Κ.Ποιν.Δ.) και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ Κ.Ποιν.Δ.), η οποία απαιτείται, άλλωστε, και σύμφωνα με άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος. Εν προκειμένω, η με αριθμό 13/2-3-2016 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά του υπ’ αριθ. 16/2016 βουλεύματος (αποφάσεως) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 3-2-2016 και απέρριψε, ως αβάσιμες, α) την από 23-7-2015 αίτηση των 1) Α. Β. του Ε., κατοίκου ..., 2) Ε. Μ. του Θ., κατοίκου ομοίως και 3) Μ. Φ. του Α., κατοίκου ..., με την οποία ζητούν να μην παρασχεθεί από την Ελληνική Δημοκρατία στην Κυπριακή Δημοκρατία η δικαστική συνδρομή, που ζητείται από την τελευταία με το από 20-4-2015 αίτημα δικαστικής συνδρομής του Αρχηγού της Αστυνομίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και β) την από 14-9-2015 (κατατεθείσα στις 15-9-2015) αίτηση των 1) Ε. Μ. του Θ., κατοίκου ως άνω και 2) Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., με την οποία ζητούν να μην παρασχεθεί από την Ελληνική Δημοκρατία στην Κυπριακή Δημοκρατία η δικαστική συνδρομή, που ζητείται από την τελευταία με το από 25-5-2015 αίτημα δικαστικής συνδρομής του Αρχηγού της Αστυνομίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και γ) τα περιλαμβανόμενα στα σχετικά υπομνήματά τους ίδια αιτήματα και που αποφάνθηκε, ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση μη εκτέλεσης των ανωτέρω από 20-4-2015 και 25-5-2015 αιτημάτων δικαστικής συνδρομής των αρμόδιων αρχών της Δημοκρατίας της Κύπρου, υπό τη μορφή της μη αποστολής σε αυτές του ήδη συλλεγέντος ανακριτικού υλικού από τη 10η Ειδική Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών σε εκτέλεση των αιτημάτων αυτών, ασκήθηκε νομοτύπως με δήλωσή του στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου και εμπροθέσμως (άρθρ. 483 παρ. 3 σε συνδ. με άρθρ. 479 Κ.Ποιν.Δ.), περιέχει δε ως λόγους αναιρέσεως την απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α’, 171 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) και την έλλειψη αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 Κ.Ποιν.Δ. (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην κρινόμενη αίτηση. Επομένως, η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 458 παρ. 1 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ., οι αιτήσεις ξένων δικαστικών αρχών για τη διενέργεια ανακριτικής πράξεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 457 παρ. 1 (εξέταση μαρτύρων και κατηγορουμένων, ενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης, κατάσχεση πειστηρίων), διαβιβάζονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και εκτελούνται με παραγγελία του αρμόδιου εισαγγελέα εφετών από τον ανακριτή, στην περιφέρεια του οποίου πρόκειται να διεξαχθεί η ανακριτική πράξη, εκτός αν αυτή αντιβαίνει στις διατάξεις του κώδικα ή του οργανισμού δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος, οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Τέτοια σύμβαση, την οποία έχουν κυρώσει η Ελλάδα με το Ν.Δ. 4218/1961, καθώς και η Κύπρος με το Ν. 2(ΙΙΙ)/2000, είναι η από 20-4-1959 Ευρωπαϊκή Σύμβαση "περί αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων", που υπογράφηκε στο Στρασβούργο και διέπει το δίκαιο της δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ των κρατών τούτων, έχει δε αυξημένη τυπική ισχύ, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρ. 28 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 παρ. 1 της εν λόγω Συμβάσεως ορίζεται, ότι "Τα Συμβαλλόμενα Μέρη υποχρεούνται όπως παράσχωσιν αλλήλοις, κατά τους ορισμούς της παρούσης Συμβάσεως, την ευρυτέραν δυνατήν δικαστικήν συνδρομήν εν πάση διαδικασία αφορώση παραβάσεις ων η καταστολή τυγχάνει αναγκαία, καθ` ην στιγμήν εξαιρείται η βοήθεια της αρμοδιότητος των δικαστικών αρχών του αιτούντος Μέρους". Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 της Συμβάσεως αυτής, "Το προς ο η αίτησις Μέρος θέλει μεριμνήσει ίνα εκτελεσθούν, κατά τους υπό της νομοθεσίας αυτού προβλεπομένους τύπους, αι αφορώσαι ποινικήν υπόθεσιν δικαστικαί παραγγελίαι αι απευθυνόμεναι προς αυτό υπό των δικαστικών αρχών του αιτούντος Μέρους και αποσκοπούσαι εις την εκτέλεσιν ανακριτικών πράξεων ή την διαβίβασιν πειστηρίων δικογράφων ή εγγράφων". Κατά δε το άρθρο 24 της ίδιας Συμβάσεως, "Παν Συμβαλλόμενον Μέρος δύναται, κατά την υπογραφήν της παρούσης Συμβάσεως ή την κατάθεσιν της πράξεως κυρώσεως ή προσχωρήσεως αυτού, διά δηλώσεως απευθυνομένης προς τον Γενικόν Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να προσδιορίση ποίας Αρχάς θέλει τούτο θεωρήσει ως δικαστικάς τοιαύτας εν σχέσει προς την εφαρμογήν της παρούσης Συμβάσεως". Κατ’ εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως, η Κυπριακή Δημοκρατία προσδιόρισε, ως δικαστική - εισαγγελική αρχή, μεταξύ άλλων, και τον Αρχηγό της Αστυνομίας της Κύπρου, ο οποίος έχει αρμοδιότητα να διατυπώνει και διαβιβάζει αιτήματα δικαστικής συνδρομής της Δημοκρατίας της Κύπρου (παρ. 1, 2 περ. ζ Ν. 23(1)/2001 της Δημοκρατίας της Κύπρου "περί διεθνούς συνεργασίας σε ποινικά θέματα"). Από τις ανωτέρω διατάξεις της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις προκύπτει, ότι η αίτηση προς εκτέλεση ανακριτικών πράξεων από συμβαλλόμενο μέρος (κράτος), παρά του οποίου ζητείται, υποβάλλεται, διότι τις αιτούμενες ανακριτικές πράξεις δεν μπορούν να ενεργήσουν οι δικαστικές αρχές του αιτούντος κράτους στο έδαφος του κράτους, από το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής συνδρομής, ενόψει της εθνικής κυριαρχίας του τελευταίου, οι δικαστικές αρχές του οποίου κατά την εκτέλεσή τους πρέπει να τηρήσουν τους υπό της νομοθεσίας τούτου προβλεπόμενους τύπους, που αφορούν αυτές, έχοντας την υποχρέωση παροχής της ευρύτερης δυνατής τέτοιου είδους συνδρομής. Στην έννοια της, προβλεπόμενης από το άρθρ. 3 παρ. 1 της ανωτέρω Συμβάσεως, εκτελέσεως ανακριτικών πράξεων στα πλαίσια αιτήσεως δικαστικής συνδρομής, περιλαμβάνονται και οι αιτήσεις προκαταρκτικής εξετάσεως, όπως σαφώς προκύπτει από την παρ. 4 του άρθρου 15 της ίδιας Συμβάσεως, με την οποία ορίζεται, ότι τέτοιες αιτήσεις (προκαταρκτικής εξετάσεως) "δύνανται να διαβιβασθούν απ’ ευθείας μεταξύ των δικαστικών αρχών".
