Κρίθηκε ότι εφόσον η μίσθωση ετράπη νομίμως σε μίσθωση αορίστου χρόνου, παρέπεται ότι για τη λύση της έπρεπε να προηγηθεί καταγγελία αυτής από τους συμβαλλομένους ή εκούσια παράδοση του μισθίου ακινήτου από την μισθώτρια και αποδοχή της παράδοσης του από την εκμισθώτρια. Ωστόσο, τόσο η εναγόμενη όσο και η δικαιοπάροχος της - αρχικώς μισθώτρια ουδέποτε παρέδωσαν το μίσθιο (π.χ. προσφέροντας τα κλειδιά αυτού), ούτε κατήγγειλαν την αορίστου αυτή σύμβαση μισθώσεως. Η αυτόβουλη αυτή εγκατάλειψη του μισθίου από την δικαιοπάροχο της εναγομένης χωρίς προηγούμενη έγγραφη ή προφορική καταγγελία της ένδικης μίσθωσης και χωρίς παράδοση των κλειδιών του μισθίου δεν επέφερε τη λύση της μίσθωσης. Συνεπώς, η εναγόμενη εφόσον η σύμβαση μίσθωσης δεν έχει με οποιονδήποτε τρόπο λυθεί (μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής) είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συμφωνημένο μίσθωμα για το αιτούμενο χρονικό διάστημα. Οι ισχυρισμοί της εναγόμενης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας και περί συντρέχοντος πταίσματος πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι το μίσθιο βρισκόταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στην διάθεση της ενάγουσας, έχοντας λάβει γνώση η τελευταία της αποχώρησης από αυτό της μισθώτριας, και ότι μπορούσε ευχερώς να κάνει χρήση αυτού, εκμισθώνοντας σε τρίτον, πλην δεν το χρησιμοποίησε διατηρώντας το κενό. Επομένως, η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα για καθυστερούμενα μισθώματα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη ημέρα κατά την οποία έκαστο μίσθωμα έπρεπε να καταβληθεί.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΗΒΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΙΣΘΩΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης 1/2017
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΗΒΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ελένη Τσιάνου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Πρωτοδικείου Θηβών και από τη Γραμματέα Μαρία Κόρδατζη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 20 Οκτωβρίου 2016 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΎΣΑΣ: ..., κατοίκου Θήβας (οδός ...) η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της, ΕΚ οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ........................Α.Ε» που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ...............) και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «................ ΤΡΑΠΕΖΑ .......... Α.Ε», η οποία παραστάθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, ΕΜ και ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 10-8-2015 αγωγή της που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 188/ΜΘ/2015, η οποία προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 12-12-2015 και εν συνεχεία κατόπιν διαδοχικών αναβολών για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθ. 608 § 1ΑΚ, μόλις περάσει ο συμφωνημένος ορισμένος χρόνος η μίσθωση λήγει «χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο», επομένως η μίσθωση εδώ λήγει αυτοδικαίως χωρίς να απαιτείται καταγγελία από μέρους του εκμισθωτή ή οποιαδήποτε άλλη όχληση του μισθωτή (ΑΠ 479/2001 ΕλΔ 43, σελ. 437, βλ. και Χ. Παπαδάκη, Αγωγές Απόδοσης Μισθίου εκδ. δεύτερη, σημ. 2052, 2074). Εξάλλου η μίσθωση ορισμένου χρόνου λήγει με την πάροδο του συμβατικού χρόνου, εφόσον δεν επακολουθήσει παράταση με συμφωνία εκμισθωτή και μισθωτή πριν από τη λήξη της διάρκειας της ή ανανέωση ή έστω σιωπηρή αναμίσθωση (άρθ. 611 ΑΚ) οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση η σύμβαση γίνεται αορίστου χρόνου και η λήξη της επέρχεται με καταγγελία. Οι προϋποθέσεις για τη σιωπηρή ανανέωση είναι ότι α) ο μισθωτής πρέπει να εξακολουθήσει τη χρήση του μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης όπως ρητά ορίζει η ΑΚ 611, β) η γνώση του εκμισθωτή τόσο για τη λήξη της μίσθωσης όσο και για τη συνέχιση της χρήσης από το μισθωτή και γ) η μη εναντίωση του εκμισθωτή στην αναμίσθωση. Περαιτέρω, η σύμβαση μισθώσεως μπορεί να καταργηθεί με αντίθετη σύμβαση των συμβαλλομένων. Η αντίθετη αυτή συμφωνία (καταργητική) μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρά, να συνάγεται δηλαδή από ορισμένη συμπεριφορά των συμβαλλομένων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, έχουμε σιωπηρή κατάργηση της μισθωτικής σύμβασης, αν η συμπεριφορά αυτή αποσκοπεί και επιφέρει τη λύση της σύμβασης. Τέτοια λύση της σύμβασης μισθώσεως επέρχεται και στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτής αποδώσει τη χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή. Συντρέχει δε οικειοθελής ή εκούσια απόδοση του μισθίου από το μισθωτή στον εκμισθωτή, όταν αυτή πραγματοποιείται κατόπιν ρητής ή σιωπηρής μεταξύ τους συμφωνίας, έστω και με την παράδοση των κλειδιών στα χέρια του εκμισθωτή συνοδευόμενη από επιφύλαξη του τελευταίου ως προς τυχόν αξίωση είσπραξης οφειλόμενων μισθωμάτων και όχι με μονομερή από την πλευρά του μισθωτή εγκατάλειψη του μισθίου, η οποία ούτε λύση της μίσθωσης επιφέρει, ούτε παύση πληρωμής του μισθώματος (βλ. ΕφΑΘ 198/1985 ΑρχΝομ 36.356, ΕφΑΘ 3407/1985 ΕΔΠ 1985). Ωστόσο, η μονομερής εγκατάλειψη του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να το αποδώσει στον εκμισθωτή δεν αποτελεί παράδοση τούτου, ούτε επιφέρει τη λύση της μισθώσεως αφού δεν εμποδίζεται αυτός (μισθωτής) να επανέλθει και να ανακαταλάβει το μίσθιο (βλ. Χ. Παπαδάκη: Αγωγαίαποδόσεως μισθίου, έκδ. 1990, αριθ. 709 σ. 259, ίδιου Δνη 24.502, Α.Ν. 36.89, σχετ. ΑΠ 757/84 Α.Ν. 36.88, ΕΑ198/85 Α.Ν 36.366, ΕΑ 3407/85 ΕΔΠ 1985 σ. 148, ΕΑ11/83 Δνη 24.500, ΕΑ 1715/83 Δνη 24.1408). Εξάλλου, κατά το άρθρο 601 του ΑΚ, ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά την λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να ερευνάται, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου (βλ. ΑΠ 229/2012, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).
Εν προκειμένω, η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου και του αιτήματος της, εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι ο αναφερόμενος δικαιοπάροχος της με το από 29-3-1985 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε εκμισθώσει στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε», ειδικός διάδοχος της οποίας είναι η εναγόμενη, την περιγραφόμενη στην αγωγή αποθήκη, προκειμένου να την χρησιμοποιεί για την αποθήκευση γεωργικών φαρμάκων. Ότι η ίδια υπεισήλθε στην ένδικη μισθωτική σχέση το έτος 2001. Ότι με την από 21-10-2002 πρόσθετη πράξη της μίσθωσης, το μίσθωμα συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται ετησίως σε ποσοστό ίσο με το ποσοστό αύξησης του δείκτη τιμών καταναλωτή κάθε μήνα, επί του προηγούμενου καταβλητέου μισθώματος. Ότι η εναγόμενη αν και κάνει ακώλυτα χρήση του μισθίου δεν της έχει καταβάλει από δυστροπία τα μισθώματα των μηνών για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2011 έως τον Ιούλιο του 2015 συνολικού ποσού των 64.509,95 ευρώ, όπως αναλυτικά παρατίθενται στο δικόγραφο της αγωγής το επιμέρους διαμορφωθέν μίσθωμα για κάθε μήνα. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη με προσωρινά εκτελεστή απόφαση να της καταβάλει το ως άνω συνολικό ποσό ύψους 64.509,95 ευρώ με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας για κάθε μίσθωμα από την In του επόμενου μήνα που ήταν καταβλητέο και μέχρι την επίδοση της αγωγής άλλως με τόκους επιδικίας από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως. Επικουρικά δε, για τη περίπτωση που δεν γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής της η ενάγουσα ζητεί την καταβολή του παραπάνω ποσού ως αποζημίωση χρήσης, ισχυριζόμενη ότι η εναγόμενη παρακρατεί το μίσθιο, παρά την λήξη της σύμβασης μίσθωσης. Τέλος ζητεί να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά της έξοδα.
