*[προδημοσίευση από το περιοδικό “Το Σύνταγμα”]
I. Πρόλογος
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τον Ιανουάριο του 2012 δημοσίευσε ένα κυβερνητικό έγγραφο με το οποίο παρουσίασε επίσημα τη στρατηγική της για τη δημιουργία μιας υπερσύγχρονης γραμμής τρένου, ταχείας κυκλοφορίας (High Speed 2 ή HS2) που θα ενώνει το Λονδίνο με τις κεντρικές επαρχίες της Αγγλίας (West Midlands), ειδικότερα με την πόλη του Μπέρμινγχαμ (αρχικό στάδιο), με προέκταση σε δεύτερο στάδιο στις βόρειες πόλεις της Αγγλίας, Μάντσεστερ και Λιντς με προοπτική να φτάσει πιο βόρεια στις πόλεις της Σκοτίας.[1]
Το Μάιο του 2013 η Κυβέρνηση κατέθεσε στο Κοινοβούλιο το σχετικό νομοσχέδιο το οποίο μετά την ψήφισή του έγινε νόμος του κράτους το Νοέμβριο του 2013.[2]
Στο κυβερνητικό σχέδιο για τη δημιουργία αυτής της ταχείας γραμμής εναντιώθηκε μια σειρά από φορείς που κατέθεσαν προσφυγές (Απρίλιος 2012) με διαφορετικές νομικές βάσεις.[3] Συγκεκριμένα οι δημοτικές αρχές που βρίσκονται κατά μήκος της προτεινόμενης οδού κατά το αρχικό στάδιο του HS2 (Hillingdon London Borough Council και άλλοι), ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός με την επωνυμία “HS2 Action Alliance” που συνεργάζεται με πάνω από 90 συνδεδεμένες ομάδες δράσης και ενώσεις κατοίκων που εναντιώνονται με την κυβερνητική επιλογή της δημιουργίας της ταχείας γραμμής HS2 και τρίτον η εταιρεία “Heathrow Hub Limited”.
Όλες οι υποθέσεις συνεκδικάστηκαν και μετά από την κατάθεση αίτησης αναθεώρησης της απόφασης του Εφετείου (24 Ιουλίου 2013) που απέρριψε όλες τις νομικές βάσεις των προσφυγών, η υπόθεση εκδικάστηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο επικύρωσε την απόφαση του Εφετείου και απέρριψε τις προσφυγές (22 Ιανουαρίου 2014).
Ειδικότερα, η προσφυγή των δημοτικών αρχών που βρίσκονται κατά μήκος της προτεινόμενης οδού κατά το αρχικό στάδιο του HS2 (Hillingdon London Borough Council και άλλοι) έθεσε μια σειρά από ζητήματα αναφορικά με την υπεροχή του ευρωπαϊκού έναντι του δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου ως εθνικού δικαίου, θίγοντας καίρια ζητήματα συνταγματικής φύσης.
II. Νομική βάση και απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου
Οι δημοτικές αρχές που βρίσκονται κατά μήκος της προτεινόμενης οδού κατά το αρχικό στάδιο του HS2 (Hillingdon London Borough Council και άλλοι), προσέφυγαν ενάντια στο κυβερνητικό σχέδιο για την υλοποίηση του HS2 δεδομένου ότι η πρόθεση της Κυβέρνησης να υιοθετηθεί η διαδικασία ψήφισης νομοσχεδίων υβριδικής φύσης αντίκειται στην Οδηγία 2011/92/ΕΕ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον.[4]
Ειδικότερα, η πρόθεση της Κυβέρνησης όπως είχε ρητώς αποτυπωθεί στο κυβερνητικό κείμενο ήταν ο σχετικός νόμος να υιοθετηθεί από το βρετανικό Κοινοβούλιο με τη διαδικασία ψήφισης νομοσχεδίων υβριδικής φύσης.[5] Αυτή η διαδικασία είναι πανομοιότυπη με τη συνήθη διαδικασία ψήφισης νομοσχεδίων δημοσίας φύσης (public bill), με τη διαφορά ότι προστίθεται ένα επιπλέον στάδιο μετά τη δεύτερη ανάγνωση, κατά το οποίο οι ενδιαφερόμενοι και όσοι επηρεάζονται άμεσα από το νομοσχέδιο είναι σε θέση να εκφράσουν τις απόψεις τους μέσω μιας ειδικής ακρόασης ενώπιον ειδικής επιτροπής.[6] H εξουσία όμως αυτής της επιτροπής είναι περιορισμένη, δεδομένου ότι δεν μπορεί να εξετάσει τις ενστάσεις των ενδιαφερομένων επί της αρχής του νομοσχεδίου. [7]
Κατά συνέπεια οι προσφεύγοντες και ήδη αναιρεσείοντες υποστήριξαν ότι η διαδικασία ψήφισης του νομοσχεδίου, δεδομένης της περιορισμένης δυνατότητας διαβούλευσης λόγω της υβριδικής φύσης του νόμου, δεν συμμορφώνεται με τις διαδικαστικές απαιτήσεις του άρθρου 1 παρ. 4 της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ.[8]
Σύμφωνα με την ως άνω Οδηγία τα κράτη μέλη έχουν υποχρέωση να παρέχουν σε κάθε ενδιαφερόμενο “έγκαιρα και πραγματικά δυνατότητες να συμμετάσχει στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με το περιβάλλον που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2 και, για τον σκοπό αυτό, έχει το δικαίωμα να διατυπώνει παρατηρήσεις και γνώμες, όταν όλες οι επιλογές είναι ακόμη δυνατές, στην αρμόδια αρχή ή αρχές πριν από τη λήψη της απόφασης για τη συναίνεση ανάπτυξης.”[9] Όμως οι προϋποθέσεις αυτές δεν εφαρμόζονται όταν τα έργα “εγκρίνονται λεπτομερώς με ειδική εθνική νομοθετική πράξη, καθότι οι στόχοι που επιδιώκονται με την παρούσα Οδηγία, συμπεριλαμβανομένης της παροχής πληροφοριών, επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας.”[10]
Το ΔΕΚ, ερμηνεύοντας την εν λόγω διάταξη, έθεσε δύο προϋποθέσεις, ώστε μια διαδικασία ψήφισης νόμου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 4. Πρώτον, πρέπει η νομοθετική διαδικασία να είναι ουσιαστική και όχι μόνο τυπική και δεύτερον, οι βουλευτές που συμμετέχουν στη νομοθετική διαδικασία να έχουν στη διάθεση τους όλες τις πληροφορίες, ώστε να μπορούν να κατανοήσουν τα σχετικά ζητήματα.[11] Πέραν των ως άνω προϋποθέσεων, οι γενικές εισαγγελείς Kokott[12] και Sharpston[13], ερμηνεύοντας την εν λόγω διάταξη, είχαν ρητώς υποστηρίξει ότι είναι αρμοδιότητα των δικαστηρίων να εξετάσουν κατά πόσον η διαδικασία ψήφισης του νόμου καλύπτει τις ανωτέρω προϋποθέσεις.
