Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Ασφαλιστική κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Ασφαλιστική κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

ΜΠρΑθ 3692/2016 : Αγωγή απο ιατρική αμέλεια – Ασφαλιστική κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων - Σύμβαση ασφάλισης - Ρήτρα claims made policy


Προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης και παρεμπίπτουσα αγωγή του εναγόμενου ιατρού κατά της ασφαλιστικής του στην οποία ήταν ασφαλισμένος κατά το χρόνο της επίμαχης επέμβασης, δεν ήταν όμως ασφαλισμένος στην ίδια ασφαλιστική κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Αρνηση ασφαλιστικής εταιρείας να καλύψει λόγω της ρήτρας claims madepolicy - σύμφωνα με την οποία για τη γένεση της υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος δεν αρκεί μόνο η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης κατά τη διάρκεια της καλυπτόμενης ασφαλιστικής περιόδου, αλλά απαιτείται, επιπροσθέτως, και η εντός αυτής προβολή των αξιώσεων αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή ή, κατά επιεικέστερη παραλλαγή, η απλή αναγγελία στον ασφαλιστή, κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής (σύμβασης) της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 18/2015). 
Το παρόν δικαστήριο δεν συντάσσεται με την υπ’ αριθμ. 18/2015 απόφαση του Αρείου Πάγουαλλά με τη μειοψηφία αυτού. 
Εφόσον η ρήτρα ανακαλύψεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί στις επιτρεπόμενες κατ' άρθρο 7 παρ. 6 ν. 2496/1997 περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή από την ευθύνη του, συνιστά ανεπίτρεπτο, κατ' άρθρο 33 παρ. 1 και 2 παρ. 8 ν. 2496/1997 περιορισμό των δικαιωμάτων του λήπτη της ασφάλισης και είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του παραπάνω νόμου, άκυρη.

Αριθμός απόφασης 3692/2016
Αριθμός κατάθεσης αγωγής 426/2016
Αριθμός κατάθεσης ανακοίνωσης δίκης - προσεπίκλησης σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσας αγωγής 747/2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Χρυσή Βεγλιρή, Πρωτοδίκη, η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Ηλέκτρα Καβρουλάκη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 9-6-2016 για να δικάσει α) τη με αριθμό κατάθεσης 426/2016 κύρια αγωγή με αντικείμενο αδικοπραξία και β) τη με αριθμό κατάθεσης 747/2016 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή, μεταξύ:
ΚΥΡΙΑ ΑΓΩΓΗ (αριθμός κατάθεσης 426/2016):
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ΠΚ,, κατοίκου ,η οποία προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις και παραστάθηκε στο ακροατήριο διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της ΠΤκατοίκου Αθηνών οδός .
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός με Α.Φ.Μόπως νομίμως εκπροσωπείταιη οποία προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της ΣΝκατοίκου Αθηνώνοδός και δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε διά πληρεξούσιου δικηγόρου στο ακροατήριο και 2) ΝΑ, κατοίκου ., με Α.Φ.Μο οποίος προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του ΜΤ,κατοίκου Βριλησσίων Αττικήςοδός Αναλήψεως 60, και δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε διά πληρεξούσιου δικηγόρου στο ακροατήριο.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΔΙΚΗΣ - ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΕ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ - ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΥΣΑ ΑΓΩΓΗ (αριθμός κατάθεσης 747/2016):

ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΟΝΤΟΣ ΤΗ ΔΙΚΗ - ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ΝΑ, κατοίκου με Α.Φ.Μ, ο οποίος προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του ΜΤ, και δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε διά πληρεξούσιου δικηγόρου στο ακροατήριο.

ΤΗΣ ΠΡΟΣ ΗΝ Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΔΙΚΗΣ - ΚΑΘ' ΗΣ Η ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΗ - ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «»που εδρεύει στηνΑθήναοδός  και εκπροσωπείται νόμιμαμε Α.Φ.Μη οποία προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της ΕΚ και δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε διά πληρεξούσιου δικηγόρου στο ακροατήριο.

Η ενάγουσα της κύριας αγωγής ζητεί να γίνει δεκτή η από 20-1-2016 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 426/27-1-2016, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό ΗΑ3/1.

Ο ανακοινώνων τη δίκη-προσεπικαλών-παρεμπίπτων ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 22-3-2016 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 747/23-3-2016, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό ΗΑ3/2.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν διά πληρεξούσιου δικηγόρου.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση στο παρόν Δικαστήριο α) η από 20-1-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 426/27-1-2016 (κύρια) αγωγή και β) η από 22-3-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 747/23-3-2016 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή, οι οποίες πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 246 ΚΠολΔ, να συνεκδικασθούν, διότι είναι συναφείς μεταξύ τους και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επέρχεται δε επιπλέον και μείωση των εξόδων.

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια ως μορφή υπαιτιότητας υπάρχει όταν εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσης του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των (ιατρικών) υπηρεσιών του. Την ευθύνη αυτή, ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την «προστασία των καταναλωτών», το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών» (παρ. 1), ότι «ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας» (παρ. 2 εδ. β), ότι «ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας» (παρ. 3), ότι «ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας» (παρ. 4 εδ. α), ότι «για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα : α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος» (παρ. 4 εδ. β) και ότι «μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα» (παρ. 5). 
Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου προκύπτει, ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του. Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (διπλή λειτουργία της αμέλειας). Έτσι, αν στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1227/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).