Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

ΜΠρ (Τμ.Εφέσεων) Αθ 7781/2026 : Οι προσκομιζόμενες εκτυπώσεις αναρτήσεων στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης “facebook” δεν παραβιάζουν τα προσωπικά δεδομένα και δεν συνιστούν απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, καθόσον από την επισκόπηση των εκτυπώσεων αυτών προκύπτει ότι πρόκειται για δημόσιες αναρτήσεις στη «σελίδα» της αιτούσας στο “facebook”, καθώς και για δημόσιες αναρτήσεις αναφορικά με την επιχείρηση της αδερφής της στο ίδιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ελεύθερα προσβάσιμες σε όλους, αφού μάλιστα σκοπό είχαν τη διαφήμιση της επαγγελματικής ενασχόλησης της αδερφής της εκκαλούσας

 




ΜΠρ(Τμ.Εφέσεων)Αθ 7781/2026

Οι προσκομιζόμενες εκτυπώσεις αναρτήσεων στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης “facebook” δεν παραβιάζουν τα προσωπικά δεδομένα και δεν συνιστούν απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, καθόσον από την επισκόπηση των εκτυπώσεων αυτών προκύπτει ότι πρόκειται για δημόσιες αναρτήσεις στη «σελίδα» της αιτούσας στο “facebook”, καθώς και για δημόσιες αναρτήσεις αναφορικά με την επιχείρηση της αδερφής της στο ίδιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ελεύθερα προσβάσιμες σε όλους, αφού μάλιστα σκοπό είχαν τη διαφήμιση της επαγγελματικής ενασχόλησης της αδερφής της εκκαλούσας, με την οποία διατηρούσε η τελευταία ομόρρυθμη εταιρεία έως το έτος 2012. Εξάλλου, και αληθής υποτιθέμενος να ήταν ο ισχυρισμός ότι οι αναρτήσεις αυτές ήταν ιδιωτικές, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ακόμη κι αν είχαν κτηθεί παρανόμως, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη με βάση την αρχή της αναλογικότητας κατά τη στάθμιση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 1/2017).

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

Αριθμός Απόφασης 7781/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Αδαμαντία Παχουμίου, Πρωτοδίκη, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Σταυρούλα Βόρτσου.

(…) Η εκκαλούσα είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου ……………. την από ……….. και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………. αίτηση περί υπαγωγής της στον νόμο 3869/2010 με σκοπό τη ρύθμιση των οφειλών της και την προστασία της κύριας κατοικίας της, καθώς και των λοιπών περιουσιακών της στοιχείων και ζητούσε να γίνει αυτή δεκτή. Επί της ως άνω αίτησής της, εκδόθηκε κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, η με αριθμό …………… απόφαση του Ειρηνοδικείου ……………, διά της οποίας απορρίφθηκε η υπό κρίση αίτησή της ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα με την από ……………… έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου …………….) με αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ……………………, καθώς και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς προσδιορισμό, λαμβάνοντας αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ………………………., η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο (……………..).

Ο εκκαλών είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου …………… την από ……………. και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………… αίτηση του περί υπαγωγής του στον νόμο 3869/2010 με σκοπό τη ρύθμιση των οφειλών του και την προστασία της κύριας κατοικίας του και των λοιπών περιουσιακών του στοιχείων και ζητούσε να γίνει αυτή δεκτή. Επί της ως άνω αίτησής του, εκδόθηκε κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, η με αριθμό …………. απόφαση του Ειρηνοδικείου …………., διά της οποίας απορρίφθηκε η υπό κρίση αίτησή του ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα ο αιτών και ήδη εκκαλών με την από …………… έφεσή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου …………….) με αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ……………….., καθώς και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς προσδιορισμό, λαμβάνοντας αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ………………., η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο (………….).

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

(…) V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, «Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί με αίτηση του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί…». Μολονότι ο νόμος κάνει, λόγο για «αίτηση του πιστωτή», είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4 του εν λόγω νόμου, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ’ ένστασιν μέχρι την περάτωση της συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το άρθρο 745 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 273/2023, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 120/2021, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 438/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1397/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1384/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 636/2017, ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει, αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να επιτύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης. Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά, που την καθιστούν παράνομη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση, που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη. Η κρίση για τον χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολογήσεως των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν εις βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στον νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις, δεν απαιτείται με την συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών. Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν, όμως, οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά, που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν στον βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αιτήσεως, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν παύσει να αποτελούν περιουσία του. Ο οφειλέτης πάντως πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά την δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποιήσεως ή εισπράξεως, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι’ αυτά και να τα αξιολογήσει, είναι ο δικαστής. Τέλος, ο οφειλέτης μπορεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 745 ΚΠολΔ, να προβάλει πραγματικούς ισχυρισμούς έως την περάτωση της τελευταίας συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης, αν πριν την έναρξη της διαδικασίας συμπληρώσει την αίτησή του, όσον αφορά την κατάσταση της περιουσίας του (ΑΠ 1580/2017, ΝΟΜΟΣ) . Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν, αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπληρώσεως των οφειλών του. Σε κάθε πάντως περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση - εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχειρίσεως του νόμου (ΑΠ 273/2023, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 120/2021, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1397/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1206/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 636/2017, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δικ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 508/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 257/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1398/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 986/2018, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 769/2015, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 236/2015, ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, η εξουσία, που παρέχει στο δικαστήριο, η καθιέρωση του ανακριτικού συστήματος στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αφικνείται μέχρι του σημείου να μπορεί το δικαστήριο να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς, για τους οποίους ο ίδιος ο νόμος ορίζει ότι για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο πρέπει να προταθούν από το διάδικο. Ειδικότερα, το δικαστήριο, στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, παρά την εφαρμογή ανακριτικού συστήματος, δεν δύναται να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως αυτοτελή ισχυρισμό, όταν ο νόμος καθιερώνει τη λήψη υπόψη αυτού μόνο κατόπιν προτάσεώς του από το διάδικο, τέτοια δε νομοθετική πρόβλεψη υπάρχει τόσο στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, προς το συμφέρον του οποίου τάσσεται η νομοθετική αυτή ρύθμιση και επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει το σχετικό ισχυρισμό κατ’ ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτού, όσο και στην ανωτέρω περίπτωση του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. α΄ και β΄ του ίδιου νόμου 3869/2010, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, την παράβαση δε της εν λόγω υποχρεώσεως από δόλο ή βαριά αμέλεια, όπως ρητά ορίζεται με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση, τη λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο μετά από «αίτηση του πιστωτή» ή, όπως προεκτέθηκε, και κατ’ ένσταση και όχι αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 277/2018, ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, παρά την εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος στην ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δεν είναι επιτρεπτή η αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο λήψη υπόψη της υποβολής ανειλικρινούς δηλώσεως από τον οφειλέτη, αφού αυτή, σύμφωνα με τη σχετική ανωτέρω ρητή νομοθετική ρύθμιση, πρέπει, για να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, να την επικαλεστεί με αίτησή του (ή κατ’ ένσταση), οποιοσδήποτε πιστωτής που μετέχει στη διαδικασία (ΑΠ 169/2022, ΝΟΜΟΣ).

 

VI. Κατά τα άρθρα 443, 444§1 και §2 ΚΠΟΛΔ, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση. Τέτοιο ιδιωτικό έγγραφο που προσκομίζεται ως αποδεικτικό μέσο σε πολιτική δίκη και αφορά σε ιδιωτική επαφή και συνομιλία εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση ενός εκ των συμμετεχόντων, καθίσταται απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, διότι αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της συνταγματικά προστατευόμενης ελεύθερης άσκησης της επικοινωνίας, σύμφωνα με τα άρθρα 2§1, 9§1β΄, 9Α, 19 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (βλ. ΑΠ 996/2010, ΑΠ 981/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέτοια απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν στα πλαίσια της δίκης, αποτελούν και οι εκτυπώσεις που αποτυπώνουν αναρτήσεις στις οποίες προέβη κάποιος χρήστης στο «προφίλ» του στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης “facebook” ώστε να είναι ορατές μόνο από τους «φίλους» του στο συγκεκριμένο μέσο κοινωνικής δικτύωσης (βλ. και ΜΠρΘεσσαλ 13748/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ο Ν. 2472/1997 για την «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» τιμωρεί την κατάργηση του απορρήτου και της μυστικότητας της ιδιωτικής ζωής σε περίπτωση επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων χωρίς να υφίσταται συναίνεση για την επεξεργασία τους (βλ. ΕφΛαρ 346/2015, ΕφΑθ 175/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αφορά, δηλαδή, σε επεμβάσεις σε αρχεία που είναι κρυφά και δεν έχουν δημοσιοποιηθεί και στην επεξεργασία κρυφών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από επέμβαση σε κρυφό αρχείο. Όσο η ιδιωτική ζωή είναι απόρρητη είναι άξια προστασίας, όμως όταν πλέον έχει ευρέως δημοσιοποιηθεί παύει να είναι άξια προστασίας από τον εν λόγω νόμο, ήτοι όταν τέτοια προσωπικά δεδομένα του ατόμου είναι γνωστά σε ένα σχετικά μεγάλο αριθμό προσώπων ή μπορούν να γίνουν από αυτούς εύκολα αντιληπτά και θεωρούνται εξακριβωμένα, τότε δεν προσβάλλεται το δικαίωμα για πληροφορική αυτοδιάθεση και στην ιδιωτική ζωή. Διά της με αριθμό δε 1/2017 Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, έχει κριθεί δε ότι κατ’ εξαίρεση, είναι θεμιτή η χρήση αυτών των αποδεικτικών μέσων χάριν προστασίας άλλων δικαιωμάτων, όταν, από τη συγκριτική στάθμιση των εκάστοτε αντιτιθεμένων και συγκρουομένων δικαιωμάτων και με βάση την αρχή της αναλογικότητας, ο αποκλεισμός της χρήσης τους οδηγεί σε ιδιαίτερα σοβαρή προσβολή των δικαιωμάτων αυτών, η οποία, λόγω της φύσης ή/και της βαρύτητάς της, συνιστά και προσβολή της ανθρώπινης αξίας κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Σ. Τέλος, στην περίπτωση του μέσου κοινωνικής δικτύωσης “facebook”, ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να προβεί σε ρυθμίσεις ιδιωτικότητας στο «προφίλ» του, εάν επιθυμεί να περιορίσει τον κύκλο των προσώπων που έχουν πρόσβαση σε αυτό, στις φωτογραφίες του και γενικότερα στις αναρτήσεις του, δηλαδή να προβεί σε ρυθμίσεις περιορισμού προσβάσεως στις πληροφορίες του. Ακόμη όμως, έχει τη δυνατότητα να καταστήσει δημόσια κι ελεύθερα προσβάσιμα σε όλους (ακόμη και σε χρήστες του διαδικτύου που δεν έχουν λογαριασμό στο “facebook”) τα στοιχεία αυτά, με την καταχώρισή τους στον εν λόγω ιστότοπο χωρίς ρυθμίσεις ασφαλείας. Πληροφορίες, όμως, οι οποίες αναρτώνται από το υποκείμενο των δεδομένων σε δημόσια πρόσβαση στο διαδίκτυο δεν συνιστούν προσωπικά δεδομένο και δεν εμπίπτουν στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 2472/1997 (βλ. ΤριμΕφΑθ 175/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ, Βούλευμα ΠλημμΑθ 1281/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

Η εκκαλούσα παραπονείται με ένα σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση έφεσης της ότι η εκκαλουμένη με αριθμό 773/2022 απόφαση στηρίχθηκε σε μη νόμιμα αποδεικτικά μέσα από ιδιωτικό της λογαριασμό στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης facebook και μάλιστα τα στοιχεία, που ελήφθησαν υπόψη αφορούσαν τον λογαριασμό της αδερφής της, …. Ο λόγος αυτός της υπό κρίση έφεσης κατά το σκέλος αυτό κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι οι προσκομιζόμενες από την πρώτη καθ’ ης η αίτηση και ήδη πρώτη εφεσίβλητη εκτυπώσεις αναρτήσεων στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης “facebook” δεν παραβιάζουν τα προσωπικά δεδομένα και δεν συνιστούν απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, καθόσον από την επισκόπηση των εκτυπώσεων αυτών προκύπτει ότι πρόκειται για δημόσιες αναρτήσεις στη «σελίδα» της αιτούσας στο “facebook”, καθώς και για δημόσιες αναρτήσεις αναφορικά με την επιχείρηση της αδερφής της στο ίδιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ελεύθερα προσβάσιμες σε όλους, αφού μάλιστα σκοπό είχαν τη διαφήμιση της επαγγελματικής ενασχόλησης της αδερφής της εκκαλούσας, με την οποία διατηρούσε η τελευταία ομόρρυθμη εταιρεία έως το έτος 2012. Εξάλλου, και αληθής υποτιθέμενος να ήταν ο ισχυρισμός ότι οι αναρτήσεις αυτές ήταν ιδιωτικές, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ακόμη κι αν είχαν κτηθεί παρανόμως, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη με βάση την αρχή της αναλογικότητας κατά τη στάθμιση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 1/2017).

 

VII. Από την επανεκτίμηση και επαναξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων και δη από όλα τα έγγραφα που μετ’ επικλήσεως προσκομίζονται και, παρά την ενδεχόμενη μνημόνευση ορισμένων μόνον εξ αυτών κατωτέρω, συνεκτιμώνται στο σύνολο τους χωρίς να παραλειφθεί κανένα και ειδικότερα και από εκείνα που απλώς προσκομίζονται στο Δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκληση τους-παραδεκτώς, όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παράγραφος 3 ΚΠολΔ (Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, υπό άρθρον 759, αριθμ. 5, ΑΠ 174/1987, ΕλλΔικ 29, 129) - και εκείνα που παραδεκτώς μετ’ επικλήσεως προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ και λαμβάνονται υπόψη, εφόσον κρίνονται αναγκαία και δεν αποδίδεται στους διαδίκους πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, στα οποία περιλαμβάνονται, κατά τα προαναφερόμενα στην υπό στοιχεία VI μείζονα σκέψη, και οι δημόσιες αναρτήσεις σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων, που αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη (άρθρο 744 ΚΠολΔ), με τη μνεία ότι οι διάδικοι δεν εξέτασαν μάρτυρες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα, έχει γεννηθεί την …………, είναι έγγαμη με τον αιτούντα, γεννηθέντα την ………….., καθώς έχουν τελέσει μεταξύ τους νόμιμο γάμο, από τον οποίο έχουν αποκτήσει δύο τέκνα και δη τ…. ………………, γεννηθ………….. την ……………. και τον ………………, γεννηθ……………. την …………., όπως προκύπτει από …………….. πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου …………… Νομού Αττικής, ενώ η οικογένεια διαμένει σε ιδιόκτητη οικία της εκκαλούσας. Η εκκαλούσα από την 14η.7.2008 έως και την 30η.3.2012 ήταν ομόρρυθμος εταίρος της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία «……………………..», η οποία είχε ως σκοπό της το εμπόριο κοσμημάτων, συνεχίζοντας της λειτουργία κοσμηματοπωλείου, που ο πατέρας της εκκαλούσας είχε συστήσει ήδη από το έτος 1977, και είχε την έδρα της στ….. …………. Αττικής επί της οδού ……………… αρ. ………... Η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία λύθηκε, δυνάμει του από 23.3.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού λύσεως της, ενώ η διακοπή της λειτουργίας της ως άνω ομορρύθμου εταιρείας δηλώθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., όπως προκύπτει από την με αριθμό ./10.4.2012 βεβαίωση διακοπής εργασιών μη φυσικού προσώπου της Δ.Ο.Υ. ……………. Η εταιρεία με το ως άνω μόρφωμα συστήθηκε την 10η.7.2008 ως αορίστου διάρκειας, με κεφάλαιο 45.000,00 ευρώ και με ποσοστό συμμετοχής της εκκαλούσας στην ως άνω εταιρεία 50%, ενώ με το από 17.7.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό η διάρκεια της ορίστηκε για τριάντα έτη. Πλην, όμως, λόγω ληστείας που έλαβε χώρα στην ως άνω επιχείρηση την 20η.3.2012 και της ζημίας, που υπέστη η ως άνω εταιρεία εκτιμώμενη κατά δήλωση της αιτούσας στο ποσό των 100.000,00 ευρώ, όπως προκύπτει από το από 20.3.2012 δελτίο συμβάντος του Τμήματος Ασφαλείας …………… Αττικής, η ως άνω εταιρεία λύθηκε νωρίτερα σε σχέση με τον χρονικό ορίζοντα διάρκειας της, ως αυτή είχε συμφωνηθεί με το τελευταίο τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό. Από την 2η.4.2012 η αδερφή της αιτούσας λειτουργεί την ως άνω επιχείρηση με όμοιο αντικείμενο, επί της ίδιας ως άνω έδρας, και με όμοιο τηλέφωνο και δη ………………, όπως προκύπτει από το με αριθμό ……………… αντίγραφο της καταχώρησης της ως άνω επιχείρησης στο ΓΕΜΗ (publicity.bussinesportal.ge/company). Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι από τον χρόνο της λύσης της ως άνω εταιρείας έως και τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αίτησής της είναι άνεργη, πλην ενός μικρού χρονικού διαστήματος κατά το έτος 2020, ότε και εργάστηκε με τετράωρη μερική απασχόληση σε πιτσαρία. Ως προς τον ισχυρισμό της αυτό η εκκαλούσα δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο για την εργασία της αυτή κατά το έτος 2020, ενώ διά της από 15.01.2016 Βεβαίωσης του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού προκύπτει ότι η εκκαλούσα είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο ανέργων του ως άνω φορέα από την 8η.10.2013 έως την 7η.01.2015. Περαιτέρω, ο αιτών και ήδη εκκαλών υπηρετεί ως αξιωματικός του Γενικού Επιτελείου ……………….., φέροντας τον βαθμό του …………………. κατά τον χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης, όπως προκύπτει από το μετ’ επικλήσεως από την πρώτη εφεσίβλητη με αριθμό ………………… Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, και τον βαθμό του ……………… κατά τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αίτησής του, αλλά και κατά τον χρόνο κατάθεσης του δικογράφου της υπό κρίση έφεσης. Αναφορικά με τα εισοδήματα των αιτούντων αποδείχθηκε ότι αυτά ανέρχονταν : α) το έτος 2008 (οικονομική χρήση έτους 2007) στο ποσό των 18.033,65 ευρώ για τον εκκαλούντα και σε μηδενικό ποσό για την εκκαλούσα, β) το έτος 2009 (οικονομική χρήση έτους 2008) στο ποσό των 20.001,45 ευρώ για τον εκκαλούντα και σε μηδενικό ποσό για την εκκαλούσα, γ) το έτος 2010 (οικονομική χρήση έτους 2009) στο ποσό των 21.204,60 ευρώ για τον εκκαλούντα και στο ποσό των 7.804,42 ευρώ για την εκκαλούσα, δ) το έτος 2011 (οικονομική χρήση έτους 2010) στο ποσό των 23.804,44 ευρώ για τον εκκαλούντα και στο ποσό των 2.738,36 ευρώ για την εκκαλούσα, ε) για το έτος 2012 (οικονομική χρήση έτους 2011) στο ποσό των 23.147,70 ευρώ για τον εκκαλούντα και στο ποσό των 788,74 ευρώ για την εκκαλούσα, στ) για το έτος 2013 (οικονομική χρήση έτους 2012) στο ποσό των 23.194,02 ευρώ για τον εκκαλούντα και στο ποσό των 705,28 ευρώ για την εκκαλούσα, ζ) το έτος 2014 (χρήση οικονομικού έτους 2013) στο ποσό των 22.650,21 ευρώ για τον εκκαλούντα και σε μηδενικό ποσό για την εκκαλούσα, η) το έτος 2014 (για χρήση ιδίου οικονομικού έτους από το έτος εκείνο κι εντεύθεν) στο ποσό των 23.413,78 ευρώ για τον εκκαλούντα και στο ποσό των 3,09 ευρώ για την εκκαλούσα, θ) το έτος 2015 στο ποσό των 24.218,19 ευρώ για τον εκκαλούντα και στο ποσό των 0,60 για την εκκαλούσα, ι) το έτος 2016 στο ποσό των 25.472,88 ευρώ για τον εκκαλούντα και σε μηδενικό ποσό για την εκκαλούσα, ια) το έτος 2017 στο ποσό των 25.887,52 ευρώ για τον εκκαλούντα και σε μηδενικό ποσό για την εκκαλούσα, ιβ) το έτος 2018 στο ποσό των 25.891,74 ευρώ για τον εκκαλούντα και σε μηδενικό ποσό για την εκκαλούσα, ιγ) το έτος 2019 στο ποσό των 26.207,83 ευρώ για τον εκκαλούντα και σε μηδενικό ποσό για την εκκαλούσα, ιδ) το έτος 2020 στο ποσό των 27.159,40 ευρώ για τον εκκαλούντα και στο ποσό των 1.6660,45 ευρώ για την εκκαλούσα, ιε) το έτος 2021 στο ποσό των 29.093,55 ευρώ για τον εκκαλούντα και στο ποσό των 2.263,29 ευρώ για την εκκαλούσα και ιστ) το έτος 2022 (χρόνος συζήτησης των υπό κρίση αιτήσεων) στο ποσό των 25.271 ευρώ για τον εκκαλούντα και σε μηδενικά για την εκκαλούσα. Σημειώνεται, δε, ότι ο εκκαλών λαμβάνει σταθερά όλα αυτά τα έτη ………….. επίδομα, το οποίο ανέρχεται περίπου σε ποσό από 9.000 έως 11.000,00 ευρώ ετησίως, το οποίο έχει απαλλαχθεί από τον φόρο εισοδήματος στο 100%, σύμφωνα με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, που δημοσιεύθηκε με αριθμό ΦΕΚ ……………….., και το οποίο καταβάλλεται σε δύο δόσεις ετησίως. Αποδείχθηκε ακόμη ως προς την κινητή και ακίνητη περιουσία των εκκαλούντων ότι διαθέτουν αφενός ο εκκαλών : α) τη ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 50 % ενός οικοπέδου, κείμενου στ…. ……………………., συνολικής εκτάσεως ……….. τ.μ. μετά της επ’ αυτού ισόγειας οικίας, εμβαδού ……….. τ.μ. με υπάρχουσα δόμηση ……… τ.μ. και μελλοντική δόμηση ………. ευρώ σύμφωνα με την με αριθμό ……………….. πράξη σύστασης καθέτου ιδιοκτησίας, αξίας 2.105,74 ευρώ, β) την κυριότητα κατά ποσοστό 100 % ενός αγροτεμαχίου στην ίδια ως άνω θέση του νομού …………………, επιφάνειας ………….. τ.μ., αντικειμενικής αξίας 8.000,00 ευρώ, γ) την κυριότητα κατά ποσοστό 50 % ενός αγροτεμαχίου-δεντροπερίβολου στην ίδια ως άνω θέση του νομού …………………., επιφάνειας 2.300,00 ευρώ, αξίας 2.500,00 ευρώ και δ) κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης ήταν κύριος κατά ποσοστό 100 % του με αριθμό κυκλοφορίας …………….. αυτοκινήτου, 1.598 κυβικών εκατοστών, έτους πρώτης κυκλοφορίας το έτος 2006, ενώ το έτος 2020 απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα το με αριθμό κυκλοφορίας ………….. αυτοκίνητο, 1.499,00 κυβικών εκατοστών έτους πρώτης κυκλοφορίας 2020, αφετέρου η εκκαλούσα : α) την κυριότητα κατά ποσοστό 100% μιας αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας-κατοικίας (μεζονέτα), συνολικής επιφάνειας …………. τ.μ., ήτοι επιφανείας κυρίων χώρων ……… τ.μ. και επιφανείας βοηθητικών χώρων, αποθηκευτικών χώρων και χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου …………. τ.μ., ευρισκόμενης στον οικισμό του ………………………….. του Δήμου ………………. Αττικής, στη θέση …………. ή …………….. και επί της οδού …………. αρ. ………., στην οποία διαμένει η ίδια με την τετραμελή οικογένειά της, ήτοι τον εκκαλούντα και τα δυο ανήλικα τέκνα της, β) το δικαίωμα ανέγερσης κτισμάτων υπέρ δώματος ή κατ’ επέκταση ή προσθήκη του κτιρίου 2, το οποίο περιγράφεται ανωτέρω, που θα έχει επιφάνεια …………. τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου ……….. και γ) την πλήρη κυριότητά του με αριθμό κυκλοφορίας ……………… ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου, 1390 κυβικών εκατοστών, έτους κυκλοφορίας 2000, καθώς και του με αριθμό …………………. ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου, 1124 κυβικών εκατοστών, έτους κυκλοφορίας 2000, τα οποία εμφαίνονται το πρώτον στη δήλωση του έτους 2014 για χρήση ίδιου οικονομικού έτους, ότε και η εκκαλούσα ήταν άνεργη, καθώς στη δήλωση του έτους 2014 για χρήση οικονομικού έτους 2013 δηλωνόταν στην κοινή φορολογική δήλωσής της με τον εκκαλούντα μόνο το με αριθμό ……………… αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του τελευταίου. Σημειωτέον ότι τα ως άνω αυτοκίνητα της εκκαλούσας συνέχιζαν να δηλώνονται στις φορολογικές δηλώσεις αυτής έως και το έτος 2017, ενώ από το έτος 2017 έως και το έτος 2022 δεν περιλαμβάνεται σε αυτές το με αριθμό κυκλοφορίας ……………. αυτοκίνητο, αλλά μόνον το με αριθμό …………… αυτοκινήτου της. Η εκκαλούσα για τα ως άνω αυτοκίνητα δεν ανέφερε τίποτα στην υπό κρίση αίτησή της, στη συνέχεια με το δικόγραφο των πρωτοβάθμιων προτάσεων της αναφέρει ότι εμφαίνεται ένα όχημα στο έντυπο Ε1 χωρίς ωστόσο να αναφέρει αριθμό κυκλοφορίας, ενώ στο δικόγραφο της υπό κρίση έφεσης της και στο δικόγραφο των ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεων της δεν αναφέρει τίποτα για τα ως άνω αυτοκίνητά της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες σε χρόνο προγενέστερο του έτους είχαν αναλάβει διάφορες δανειακές υποχρεώσεις, στεγαστικής και καταναλωτικής φύσεως, συνεπεία των οποίων κατά τον χρόνο κατάθεσης των αιτήσεων του είχαν δημιουργήσει τις κάτωθι οφειλές : α) δυνάμει της με αριθμό …………………../2010 σύμβασης στεγαστικού δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός της εκκαλούσας και του εκκαλούντος υπό την ιδιότητα της πρωτοφειλέτιδος και του εγγυητή, αντίστοιχα, αφετέρου της πρώτης καθ’ ης η αίτηση και ήδη εφεσίβλητης (…………….) υπό την ιδιότητα της ως πιστώτριας, διατηρούσαν οφειλή ποσού 194.912,37 ευρώ προς την πρώτη εφεσίβλητη, καθώς και β) δυνάμει της με αριθμό ……………………….. συμβάσεως καταναλωτικής πίστης, την οποία είχε καταρτίσει μόνον η εκκαλούσα με την δεύτερη καθ’ ης η αίτηση και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης, η εκκαλούσα διατηρούσε οφειλή ποσού 3.396,40 ευρώ προς τη δεύτερη εφεσίβλητη. Σημειωτέον, ως προς τις λοιπές οφειλές, που αναγράφονται στο δικόγραφο της αιτήσεως του εκκαλούντος, ως προελέχθη έχει καταργηθεί η δίκη, καθόσον αφορούσαν σε οφειλές προς τη β΄, γ΄ και δ΄ των εφεσίβλητων της υπό στοιχεία β΄ έφεσης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αναφορικά με τα ατομικά εισοδήματά του εκκαλούντος αυτά από το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης του, ήτοι από το έτος 2014 και έπειτα βαίνουν συνεχώς αυξανόμενα, ενώ δεν αποδείχθηκε η επέλευση κάποιου αιφνιδίου γεγονότος, το οποίο τον επιβάρυνε οικονομικά και τον εμπόδισε να είναι συνεπής στις οικονομικές του υποχρεώσεις, αφού η διακοπή της εργασίας της συζύγου του, ως θα εκτεθεί και πιο αναλυτικά αμέσως παρακάτω, δεν τον περιέφερε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, καθόσον παρά τα δηλωθέντα πενιχρά εισοδήματα από αυτήν το οικογενειακό εισόδημα, ομοίως, αυξανόταν, ξεπερνώντας το έτος 2021 το ποσό των 30.000,00 ευρώ. Ειδικότερα, όσον αφορά το συνολικό οικογενειακό εισόδημα του εκκαλούντος, αποτελούμενου από τα εισοδήματα του ιδίου και της συζύγου του, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ήτοι από τον χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων έως και τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αίτησης, αποδείχθηκε ότι ανερχόταν : α) το έτος 2010 (χρόνος ανάληψης δανειακών υποχρεώσεων) στο ποσό των 26.546,80 ευρώ, β) το έτος 2011 στο ποσό των 23.936,44 ευρώ, γ) το έτος 2012 στο ποσό των 23.899,30 ευρώ, δ) το έτος 2013 στο ποσό των 22.650,11 ευρώ, ε) το έτος 2014 (χρόνος κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης) στο ποσό των 23.416,87 ευρώ, στ) το έτος 2015 στο ποσό των 25.472,79 ευρώ, ζ) το έτος 2016 στο ποσό των 25.472,80, θ) το έτος 2017 στο ποσό των 25.887,52 ευρώ, ι) το έτος 2018 στο ποσό των 25.891,74 ευρώ, ια) το έτος 2019 στο ποσό των 26.207,83 ευρώ, ιβ) το έτος 2020 στο ποσό των 28.819,85 ευρώ, ιγ) το έτος 2021 στο ποσό των 31.356,84 ευρώ και ιδ) το έτος 2022 (χρόνος συζήτησης της υπό κρίση αίτησης) στο ποσό των 25.271,25 ευρώ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το οικογενειακό εισόδημα του εκκαλούντος από το έτος 2014, ότε και κατέθεσε την υπό κρίση αίτησή του, κι έπειτα αυξανόταν, φθάνοντας στα επίπεδα του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος του κατά τον χρόνο, που ανέλαβαν τις δανειακές υποχρεώσεις του, και ξεπερνώντας αυτό από το έτος 2019 κι έπειτα. Ως εκ τούτου δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκκαλούντος οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στον νόμο 3869/2010, καθόσον δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών εφόσον τα εισοδήματά του αυξάνονταν. Άλλωστε, η αγορά νέου περιουσιακού στοιχείου από τον εκκαλούντα το έτος 2020 και δη του προαναφερόμενου αυτοκινήτου, ενόσω ήταν εκκρεμής η υπό κρίση αίτηση, ανατρέπει τα υποστηριζόμενα από αυτόν περί μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, αφού ο εκκαλών ενώ ισχυριζόταν έλλειψη ικανοποιητικής ρευστότητας για τη διαβίωση του ιδίου και της οικογένειας του, εντούτοις προέβη σε αγορά νέου περιουσιακού στοιχείου, εμφανίζοντας δαπάνη 10.789,75 ευρώ στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του έτους 2020, χωρίς να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία για τον τρόπο αγοράς αυτού και για τον τρόπο αποπληρωμής του τιμήματος, ούτως ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η πραγματική αγοραστική του δύναμη κατά τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αίτησής του σε σχέση με τις λοιπές οικονομικές υποχρεώσεις του, η τυχόν ανάληψη νέας δανειακής οφειλής και η προέλευση της πηγής εισοδημάτων αποπληρωμής αυτής. Σε κάθε, δε, περίπτωση ο οφειλέτης που ζητά την υπαγωγή του στον νόμο 3869/2010 πρέπει να μειώσει τις δαπάνες του στις απολύτως απαραίτητες κατά το χρονικό διάστημα ρύθμισης των οφειλών του. Άλλωστε, μείωση στα οικογενειακά εισοδήματα του εκκαλούντος εμφανίζεται κατά τα έτη 2011 έως 2014 μεγέθους περίπου 2.000-3.000 ευρώ ετησίως σε σχέση με το οικονομικό έτος 2010, ότε και καταρτίστηκε η σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία όμως μείωση δεν επιτρέπει την ευδοκίμηση της υπό κρίση αίτησής του, δοθέντος ότι αφενός και κατά τον χρόνο εκείνο οι εκκαλούντες δεν βρίσκονταν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκκαλούσα, που εμφάνιζε μηδενικά εισοδήματα κατά το έτος 2014 (χρόνος κατάθεσης της αίτησής της) εμφάνισε το πρώτον δύο αυτοκίνητα στο όνομά της (βλ. φορολογική δήλωση έτους 2014), αφετέρου ακόμη κι αν υπήρχε (μόνιμη αδυναμία πληρωμών) θα έπρεπε να συντρέχει και στον χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης και στον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αίτησής του, προϋπόθεση που εν προκειμένω δεν πληρούται. Επομένως, η εκκαλουμένη με αριθμό ………….. οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου …………… έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από τις αιτιολογίες και της παρούσας κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ απόφασης, καθόσον δεν άγει σε διαφορετικής εμβέλειας διατακτικό, δεν έσφαλε αλλά ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε τον νόμο, απορριπτόμενης όλων των λόγων της υπό στοιχεία β΄ έφεσης του εκκαλούντος ως ουσιαστικά αβάσιμων. Περαιτέρω, όσον αφορά την εκκαλούσα αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο ανάληψης της κυριότερης δανειακής οφειλής της (στεγαστικό δάνειο) το έτος 2010 αυτή δήλωνε εισοδήματα ποσού 2.738,36 ευρώ, ενώ μετέπειτα δήλωνε μηδενικά εισοδήματα και από το έτος 2020 εμφάνισε εισοδήματα έως 3.200 ευρώ. Η εκκαλούσα και πριν την απόκτηση των τέκνων της δήλωνε μικρά εισοδήματα και δη το έτος 2008 (χρήση έτους 2007) δήλωνε μηδενικά εισοδήματα (ο σύζυγός της ποσό 18.033,65 ευρώ), το έτος 2009 (χρήση έτους 2008) δήλωνε ομοίως μηδενικά εισοδήματα ο σύζυγός της δήλωνε ποσό 20.001,45 ευρώ), ενώ το έτος 2010 (χρήση έτους 2009) δήλωσε το πρώτον ποσό 7.804,42 ευρώ (ο σύζυγός της ποσό 21.204,60 ευρώ), ποσό το οποίο δεν εμφάνισε ποτέ πάλι σε κάποια φορολογική της δήλωση έως και τον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αίτησης. Τα μικρά εισοδήματα της εκκαλούσας αποδεικνύουν ότι για την αποπληρωμή των οφειλών της, δανειακών και οικογενειακών, η εκκαλούσα απέβλεπε στις οικονομικές δυνάμεις του συζύγου της, όπως άλλωστε και οι ίδιοι οι εκκαλούντες συνομολογούν με τα αναφερόμενα στα δικόγραφα των προτάσεων τους. Ωστόσο, ως προελέχθη, οι δυνάμεις του συζύγου της από τον χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης της έως και τον χρόνο συζήτησης της αυξάνονταν, όπως άλλωστε αυξανόταν κατά τον χρόνο εκείνο και το οικογενειακό εισόδημα των εκκαλούντων, με αποτέλεσμα για τους ίδιους ως άνω αναφερόμενους λόγους να αποκλείεται η υπαγωγή και της εκκαλούσας στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, ως ακριβώς και ο σύζυγός της. Εξάλλου, από την επισκόπηση των φορολογικών δηλώσεων της εκκαλούσας αυτή από το έτος 2008 έως το έτος 2022 εμφάνιζε τις περισσότερες χρονιές μηδενικά εισοδήματα, ενώ τα έτη, που δήλωσε εισοδήματα αυτά δεν ξεπερνούσαν τα 3.500 ευρώ, πλην του έτους 2010 (για χρήση έτους 2009) ότε και εμφάνισε εισοδήματα ποσού 7.804,42 ευρώ. Ως εκ τούτου, η όποια μείωση στα οικογενειακά εισοδήματα κατά τα έτη 2011-2014 δεν οφειλόταν σε κάποιο αιφνίδιο γεγονός, απορριπτόμενων των ισχυρισμών της εκκαλούσας περί αύξησης των εξόδων της λόγω της εμφάνισης της υγείας της μητέρας της ως ουσιαστικά αβάσιμων, καθόσον αφενός η εκκαλούσα σταθερά επί δεκαπέντε έτη εμφάνιζε πενιχρά εισοδήματα, πλην του έτους πριν την ανάληψη της σύμβασης στεγαστικού δανείου, αφετέρου με βάση τα προσκομιζόμενα από μέρους της εκκαλούσας έγγραφα αποδείχθηκε ότι το πρόβλημα υγείας της μητέρας της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την με αριθμό …………………… γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας, πιστοποιήθηκε σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο σε σχέση με την ως άνω μείωση. Έτι, περαιτέρω, προέκυψε ότι η εκκαλούσα σε σχέση με τα όσα ανέφερε στο υπό κρίση δικόγραφο σχετικά με το εργασιακό της καθεστώς, τη συμμετοχή της στην προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρεία, την εν τοις πράγμασι ανάμειξη της στην ατομική επιχείρηση της αδερφής της, τα έσοδα της και την εν γένει περιουσιακή της κατάσταση, κατέφυγε σε ανειλικρινείς δηλώσεις, οι οποίες δεν οφείλονταν σε ελαφρά αμέλεια από μέρους της. Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα σε όλα τα δικόγραφα της αναφέρει ότι από τον Μάρτιο του έτους 2012, ότε και λύθηκε η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία κι έπειτα είναι άνεργη και δεν έχει κανένα εισόδημα, με εξαίρεση το έτος 2020, που είχε βρει εργασία ως με 4ωρη απασχόληση σε πιτσαρία, ενώ εργάζεται πάλι από τον Ιούνιο του έτους 2025 με μερική απασχόληση στην εταιρεία ………………….. Ωστόσο, από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος προέκυψε ότι και το έτος 2021 δήλωνε εισοδήματα ποσού 2.263,29 ευρώ, χωρίς να αναφέρει την προέλευση αυτών, ενώ δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο, όπως λ.χ. σύμβαση εργασίας, μηνιαία μισθοδοσία, προκειμένου να αποδειχθεί η αναφερόμενη από αυτήν εργασία το έτος 2020, και τα εισοδήματά της για το έτος 2021. Το προαναφερόμενο, δε, έτος προκύπτει από τη φορολογική δήλωση του αντίστοιχου έτους (2021) στο χωρίο εισοδήματα από διάθεση περιουσιακών στοιχείων, δάνεια, δωρεές κλπ ότι η εκκαλούσα δήλωσε ποσό 3.020,73 ευρώ, για το οποίο ποσό ουδέν αναφέρει στην υπό κρίση αίτησή της, ούτε σε κάποιο από τα δικόγραφα της. Ακόμη, ως προς την κινητή της περιουσία, ενώ στο δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως της αναφέρει ότι δεν διαθέτει κάποιο όχημα, στη συνέχεια στο δικόγραφο των πρωτόδικων προτάσεων της αναφέρει ότι εμφαίνεται ένα όχημα στο Ε1, το οποίο είναι τρακαρισμένο και δεν χρησιμοποιεί λόγω τρακαρίσματος, συνεπεία του οποίου τρακαρίσματος) είναι μηδενικής αξίας, χωρίς ωστόσο να αναφέρει σε ποιο αυτοκίνητο αναφέρεται, σε ποιο έτος αναφέρεται και χωρίς να προσκομίζει αποδεικτικά μέσα, όπως λ.χ. δήλωση ακινησίας, φωτογραφίες βλαβέντων μερών του οχήματος, κλπ, για την απόδειξη των ισχυρισμών της. Αντίθετα, από τις φορολογικές της δηλώσεις για τα οικονομικά έτη 2013-2022 προκύπτει ότι η εκκαλούσα εμφάνισε το πρώτον το έτος 2014 στη δήλωση της δύο αυτοκίνητα, ως ανωτέρω αναφέρονται αναλυτικά, τα οποία συνέχισε να δηλώνει έως και το έτος 2016, ενώ μετέπειτα εμφάνιζε μόνο το με αριθμό κυκλοφορίας ………………….. αυτοκίνητο, χωρίς να δικαιολογεί πως αποκτήθηκαν στο όνομά της σε χρόνο που δήλωνε μηδενικά εισοδήματα, και χωρίς να προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο ως προς αυτά, ούτε έστω την άδεια κυκλοφορίας. Τέλος, αναφορικά με την επιχείρηση κοσμηματοπωλείου, η εκκαλούσα δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να προκύπτει η εκκαθάριση της εταιρείας μετά τη λύση της, τι συνέβη με το εισερχόμενο κεφάλαιο αξίας 45.000 ευρώ και τα λοιπά έξοδα, ενώ δεν απαντά με ειλικρίνεια στους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης περί ενεργούς ανάμειξης της στην ατομική επιχείρηση της αδερφής της. Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα συνομολογεί με το δικόγραφο της υπό κρίση έφεσης ότι πράγματι είχαν λάβει αναρτήσεις στον προσωπικό της λογαριασμό στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης facebook κατά τη διάρκεια των lockdown λόγω της πανδημίας covid-19, προκειμένου να βοηθήσει την αδερφή της, πλην όμως αφενός δεν προσκομίζει η ίδια τις ως άνω δημοσιεύσεις, αφετέρου οι αναρτήσεις έχουν λάβει χώρα από 30η.5.2020 κι έπειτα, ήτοι από την προτελευταία ημέρα λήξεως του μέτρου της απαγόρευσης κυκλοφορίας, η οποία ήρθη το έτος 2020 την 1η Ιουνίου 2020. Ο χρόνος, δε, στον οποίο έγινε η ανάρτηση αφορούσε σε πρόκληση του αγοραστικού ενδιαφέροντος από πελάτες της επιχείρησης για το μέλλον και όχι για το παρελθόν. Μάλιστα, οι αναρτήσεις αυτές αποτύπωναν και επαγγελματικές κάρτες με αναγραφόμενα τα ονόματα και της εκκαλούσας και της αδερφής της κι ως εκ τούτου στους μελλοντικούς αγοραστές καλλιεργείτο η πεποίθηση ότι η εκκαλούσα εξακολουθεί ενεργά να μετέχει στην προώθηση και πώληση προϊόντων-κοσμημάτων της επιχείρησης, που λειτουργούσε ήδη ο πατέρας της από το έτος ………….. (ως το έτος αυτό το αναφέρει η εκκαλούσα στα δικόγραφά της). Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι το όνομά της εμφανιζόταν μόνο στην ταμπέλα της επιχείρησης είναι ανειλικρινής, αφού προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από μέρους της πρώτης εφεσίβλητης αναρτήσεις στο ως άνω μέσο κοινωνικής δικτύωσης η εκτύπωση και επαγγελματικών καρτών. Η ανειλικρίνεια όλων των ως άνω δηλώσεων της εκκαλούσας ότι ουδεμία ανάμειξη έχει με την ατομική επιχείρηση της αδερφής της προκύπτει και από όσα αναφέρονται στην ιστοσελίδα της επιχείρησης της αδερφής της, ……………………., την οποία λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο τούτου στο πλαίσιο του ανακριτικού συστήματος και στην οποία αναγράφεται στις πληροφορίες της ιστοσελίδας αφενός στο χωρίο ‘……………….’ «…………………......». Από τις αναρτήσεις αυτές προκύπτει με απόλυτη ενάργεια ότι η εκκαλούσα προκαλεί στο πελατολόγιο του πατέρα της την εντύπωση ότι η ίδια μετέχει ενεργά στην επιχείρηση της αδερφής της, συνεχίζοντας την οικογενειακή επιχείρηση. Εξάλλου, ο χρόνος, που το κείμενο αυτό καταχωρήθηκε στο διαδίκτυο, ήταν το έτος 2022 (…………………….), ήτοι στον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αίτησης της εκκαλούσας, ότε η ίδια στο δικόγραφο των προτάσεων της διαβεβαίωνε ότι η μόνη βοήθεια, που παρείχε στην αδερφή της, έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του lockdown. Η ανάρτηση αυτή δεν ήταν ξεχασμένη από προγενέστερο έτος, καθώς σε αυτήν περιγραφόταν η διαρκής λειτουργία της οικογενειακής επιχείρησης επί ………… συναπτά έτη, ήτοι από τον χρόνο ίδρυσής της επιχείρησης από τον πατέρα της εκκαλούσας το έτος …………. έως και το έτος 2022. Από την ανάρτηση δε αυτή προκύπτει ακόμη ότι η επιχείρηση εμπορίας κοσμημάτων διατήρησε όλα αυτά τα έτη σταθερό πελατολόγιο, το οποίο αρχικά είχε δημιουργήσει ο πατέρας της εκκαλούσας και το οποίο κατόρθωσαν η τελευταία μαζί με την αδερφή της να διατηρήσουν ακόμη και μετά τη διακοπή της ενασχόλησης του πατέρα της εκκαλούσας με την ως άνω επιχείρηση. Τέλος, ακόμη κι αν η αδερφή της εκκαλούσας αυτοβούλως περιέλαβε στην ως άνω ιστοσελίδα της επιχείρησης της το όνομά της εκκαλούσας, η τελευταία όφειλε κατά την υποβολή των δικογράφων τόσο των προτάσεων της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και της υπό κρίση εφέσεως της να αναφέρει την παραδρομή αυτή, πράγμα που δεν έκανε κι ως εκ τούτου η ανειλικρινής της δήλωση δεν μπορεί να αποδοθεί σε ελαφρά αμέλεια. Επομένως, η εκκαλουμένη με αριθμό …………….. απόφαση, που με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται και από αυτές της παρούσας απόφασης κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, καθόσον δεν άγουν σε διαφορετικής εμβέλειας διατακτικό, δεν έσφαλε αλλά με σωστή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και με ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού απέρριψε την αίτησή της εκκαλούσας, απορριπτόμενων όλων των λόγων της υπό κρίση έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμων. Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές οι υπό κρίση εφέσεις και να απορριφθούν στην ουσία τους. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010, η οποία ως ειδικότερη κατισχύει του άρθρου 746 ΚΠολΔ (ΑΠ 166/2022 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1208/2017 ΤΝΠ Νόμος) και τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, δεν θα ορισθεί παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους των απολιπόμενων διαδίκων, διότι η παρούσα απόφαση δεν μπορεί να προσβληθεί με το συγκεκριμένο ένδικο μέσο.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από ………….. και με αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ……………. καθώς και με αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης προσδιορισμού ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ……………… έφεση της εκκαλούσας, και β) την από …………….. και με αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου …………… καθώς και με αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης προσδιορισμού ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου …………………… έφεση του εκκαλούντος, ερήμην της β΄ εφεσίβλητης της υπό στοιχεία α΄ έφεσης και της β΄, γ΄ και δ΄ των εφεσίβλητων της υπό στοιχεία β΄ εφέσεως, αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

 

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την από ……………… και με αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ……………….. καθώς και με αριθμό γενικής και ειδικής έκθεσης προσδιορισμού ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου …………………… έφεση του εκκαλούντος ως προς την δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εφεσίβλητων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ στην ουσία τις ως άνω εφέσεις.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα την ……………….. 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                     Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου