Τετάρτη 14 Αυγούστου 2024

ΜονΠρωτΒόλου 8/24 : ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΙ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΕΡΓΟΔΟΤΗ - Π.Δ.80/22- ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΤΑΞΗ - Ν.4354/15 - ΟΦΕΙΛΗ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ


ΔιοικΕφΑθ (Ακυρ.) 4/24 : ΑΠΟΣΤΡΑΤΟΙ ΣΤΡΑΤΟΥ ΞΗΡΑΣ - ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΟΝΙΜΟΠΟΙΗΘΕΙΣΩΝ ΕΘΕΛΟΝΤΡΙΩΝ ΤΟΥ Ν.705/77 - ΑΙΤΗΜΑ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΑΓΩΓΗΣ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ Ν.4407/16 - ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΠΕΡΙ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΜΟΝΙΜΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ - ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣτΕ - ΕΛΛΕΙΨΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΛΑΔΩΝ ΤΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ - ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΥΝΟΪΚΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ. ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ - ΑΠΟΡΡΙΨΗ.  Εν προκειμένω, οι αιτούσες είναι απόστρατοι του Στρατού Ξηράς προερχόμενες από τις μονιμοποιηθείσες εθελόντριες του ν. 705/1977, οι οποίες κατατάχθηκαν το έτος 1987 και μονιμοποιήθηκαν στις 15-12-1994,  προήχθησαν δε, στο βαθμό του Ταγματάρχη και υπέβαλαν στην Υπηρεσία τους, μη υπηρεσιακές αναφορές με τις οποίες ζήτησαν, κατ’ επίκληση του ν.4407/2016, την αναδρομική προαγωγή τους στον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη, λογιζόμενη από την ημερομηνία συμπλήρωσης 34 ετών πραγματικής συνολικής υπηρεσίας - Οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι εν προκειμένω παραβιάσθηκε η αρχή της ισότητας και της αξιοκρατίας, λόγω της δυσμενούς διάκρισης που υφίστανται σε σχέση με τις μόνιμες αξιωματικούς της Πολεμικής Αεροπορίας. Ωστόσο, έχει κριθεί από το ΣτΕ ότι δεν υπάρχει ταυτότητα ή ομοιότητα συνθηκών μεταξύ των αξιωματικών των διαφόρων κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, που να επιβάλλει την ομοιόμορφη ρύθμιση της καταστάσεώς τους. Περαιτέρω, η ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 58 του ν.4407/2016 εισήχθη στο πλαίσιο της βαθμολογικής αποκατάστασης των μονιμοποιηθεισών εθελοντριών του ν.705/1977 της Π.Α. με τους υπηρετούντες ομοίως στην Π.Α. άνδρες συναδέλφους τους των Σωμάτων Ραδιοναυτίλων, Υπηρεσιών Υποστήριξης, δεδομένου ότι αν και υπήρξε βαθμολογική εξομοίωση των ανωτέρω ήδη με τον ν.2439/1996, τελικά με την παρ.2 του άρθρου 91 του ν.3883/2010, ο καταληκτικός βαθμός εξέλιξης (του Σμηνάρχου) εξακολούθησε να ισχύει μόνο για τους ως άνω άρρενες Αξιωματικούς. Συνεπώς, η προαναφερόμενη ευνοϊκή ρύθμιση, με την οποία ορίσθηκε ως καταληκτικός βαθμός για τις αξιωματικούς της Π.Α, που προέρχονται από την κατηγορία των μονιμοποιηθεισών εθελοντριών του ν.705/1977, ο βαθμός του Σμηνάρχου, χωρίς αντίστοιχη πρόβλεψη για τις αξιωματικούς ίδιας προέλευσης του Στρατού Ξηράς, δεν παρίσταται αδικαιολόγητη. Απορρίπτει την αίτηση.


ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄

ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 4/2024

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την εξής σύνθεση: Αρετή Γρηγορίου, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Ειρήνη Γεωργίου και Κλεοπάτρα Καλλικάκη, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων και Γραμματέα την Καλλιόπη Κοκκίνη, δικαστική υπάλληλο,

για να δικάσει την από 28 Δεκεμβρίου 2022 (αριθμ. καταχ. ..../29-12-2022) αίτηση ακυρώσεως

τ ω ν: 1) Σ. του …., κατοίκου ..... Αττικής (....), 2) Σ. του ..., κατοίκου ..... Αττικής (....), 3) Α. του …., κατοίκου .... Αττικής (...), 4) Γ. του ., κατοίκου Λάρισας (.....), 5) Ε. του ..., κατοίκου .... Αττικής (....), 6) Α. του ..., κατοίκου Βέροιας (.....), 7) Κ. του ….., κατοίκου ..... Αττικής (.....), 8) Χ. του …., κατοίκου .... Θεσσαλονίκης (....), 9) Ε. του …., κατοίκου Λάρισας (....), 10) Ι. του ….., κατοίκου .... Αττικής (....), 11) Σ. του …., κατοίκου Ξάνθης (.....), 12) Α. του …., κατοίκου ..... Λέσβου (.....) και 13) Α. του ….., κατοίκου ..... Αττικής ( .....), εκ των οποίων οι: 1η, 2η, 3η, 5η, 7η, 10η και 13η αιτούσες παραστάθηκαν μαζί με τον πληρεξούσιό τους δικηγόρο ΓΑ, τον οποίο διόρισαν με προφορική τους δήλωση στο ακροατήριο, οι δε λοιπές παραστάθηκαν με τον ίδιο δικηγόρο, διορισμένο με ειδικά πληρεξούσια συμβολαιογραφικά έγγραφα,

Κατά του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, για τον οποίο παραστάθηκε η Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους...

Κατά τη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

την εισηγήτρια της υπόθεσης, Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων, Κλεοπάτρα Καλλικάκη, που διάβασε τη σχετική έκθεσή της και εξέθεσε τα ζητήματα που προκύπτουν,

τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αιτουσών, που ανέπτυξε και προφορικά τους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, καθώς και την εκπρόσωπο του Υπουργού, που ζήτησε, αντίθετα, να απορριφθεί η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ον Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το με κωδικό πληρωμής ..... τύπου ... ηλεκτρονικό παράβολο).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούσες ζητούν παραδεκτώς, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, να ακυρωθεί η άρνηση της Διοίκησης να ικανοποιήσει το υποβληθέν με σχετικές, μη υπηρεσιακές αναφορές τους αίτημα για αναδρομική προαγωγή τους στον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη εν ενεργεία, η οποία εκδηλώθηκε με τις υπ’ αριθμ.: α) ...../11-11-22, β) ...../30-11-22, γ) ...../30-11-22, δ) ...../11-11-22, ε) ...../30-11-22, στ) ...../11-11-22, ζ) ...../30-11-22, η) ...../11-11-22, θ) ...../30-11-22, ι) ...../11-11-22, ια) ...../30-11-22, ιβ) ...../07-12-22 και ιγ) ...../11-11-22 αντίστοιχες απορριπτικές απαντήσεις του 2ου Τμήματος της Β1 Διεύθυνσης (Προσωπικού) Β κλάδου (Προσωπικού) του Γενικού Επιτελείου Στρατού.

3. Επειδή, οι αιτούσες παραδεκτώς ομοδικούν, προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική και πραγματική βάση, οι δε προσβαλλόμενες είναι συναφείς μεταξύ τους, αφού αφορούν στο ίδιο αντικείμενο, κατ’ επίκληση των ίδιων νομικών και πραγματικών λόγων (πρβλ. ΣτΕ 2489/2022, 436/2022 Ολομ. σκ. 20, 717/2022 σκ. 4, 1757/2019 Ολομ., 218/2019, 1120/2016 Ολομ.).

4. Επειδή, η αρχή της ισότητας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τόσο τον κοινό νομοθέτη κατά την ενάσκηση της νομοθετικής λειτουργίας όσο και τη διοίκηση, όταν θεσπίζει κατά νομοθετική εξουσιοδότηση κανονιστική ρύθμιση. Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους. Κατά τον δικαστικό αυτόν έλεγχο, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη ή στην κανονιστικώς δρώσα διοίκηση η ευχέρεια να ρυθμίζουν με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με καθεμιά από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης. Πρέπει όμως η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή την αυθαίρετη εξομοίωση προσώπων που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες (βλ. ΣτΕ 1643/2023, 902-907, 1363/2021 Ολ., 686, 1943/2018 Ολ., 1120/2016 Ολ., 959, 1997/2015 Ολ., 986/2014 Ολ., 1089/2021 7μ., 1932, 1933/2018 7μ.). Εξάλλου, η αρχή της αξιοκρατίας, η οποία απορρέει από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, υπαγορεύει όπως η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων για την κατάληψή τους (βλ. ΣτΕ 1643/2023, 902-907, 1363/2021 Ολ., 686, 1943/2018 Ολ., 959, 1997/2015 Ολ., 1089/2021 7μ., 1932, 1933/2018 7μ., 2625/ 2016 7μ.).

5. Επειδή, στον ν. 3883/2010 (Α-167/24-9-2010) ορίζεται στο άρθρο 20 ότι: «1. Οι Αξιωματικοί κρίνονται κάθε έτος στις τακτικές κρίσεις. 2. Τακτικές κρίσεις γίνονται τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο. Σε αυτές κρίνονται: α) Οι συμπληρούντες μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους που γίνονται οι κρίσεις κατώτεροι και ανώτεροι Αξιωματικοί, πλην Συνταγματαρχών και αντιστοίχων, τον αναγκαίο σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 27 χρόνο παραμονής στον βαθμό ή συνολικής υπηρεσίας Αξιωματικού. β)…», στο άρθρο 27 ότι: «1.Οι Αξιωματικοί προάγονται με τη συμπλήρωση συγκεκριμένου χρόνου είτε στο βαθμό που φέρουν είτε συνολικής πραγματικής υπηρεσίας Αξιωματικού. ….2….δ. Για την προαγωγή των Ταγματαρχών και αντιστοίχων απαιτείται η συμπλήρωση έξι (6) ετών στο βαθμό ή είκοσι ενός (21) ετών συνολικής υπηρεσίας Αξιωματικού….», στο άρθρο 23 ότι: «Οι καταληκτικοί βαθμοί των Αξιωματικών είναι οι εξής: α. Για τους Αξιωματικούς του ΣΞ: (1) ….. (2) Για τους Αξιωματικούς Σωμάτων: (α) Υποστράτηγος για τους Αξιωματικούς Τεχνικού, Εφοδιασμού-Μεταφορών και Υλικού Πολέμου, Ιατρούς Υγειονομικού, Οικονομικού, Γεωγραφικού και Έρευνας Πληροφορικής. (β) Ταξίαρχος για τους Αξιωματικούς Οδοντιάτρους, Φαρμακοποιούς, Ψυχολόγους και Κτηνιάτρους Υγειονομικού και Νοσηλευτικής. (3) Συνταγματάρχης για τους Αξιωματικούς που: (α) Δεν κρίνονται κατάλληλοι για την άσκηση διοίκησης μονάδας εκστρατείας. (β) Προέρχονται από Υπαξιωματικούς αποφοίτους ΑΣΣΥ πτυχιούχους ΑΕΙ. (γ) Έχουν καταταγεί με διαγωνισμό. (4) Αντισυνταγματάρχης για τους Αξιωματικούς που προέρχονται από Υπαξιωματικούς αποφοίτους ΑΣΣΥ και δεν είναι πτυχιούχοι ΑΕΙ. (5) Ταγματάρχης για τους λοιπούς Αξιωματικούς. (6) Υπολοχαγός για τους εθελοντές μακράς θητείας……γ. Για τους Αξιωματικούς της ΠΑ: (1) Πτέραρχος για τους Ιπταμένους Αξιωματικούς. (2)…. (7) Επισμηναγός για τους λοιπούς Αξιωματικούς» και στο άρθρο 91 παρ.2 ότι: «2. Για τα στελέχη των ΕΔ που μέχρι την 31.12.2012 συμπληρώνουν είκοσι πέντε (25) έτη πραγματικής στρατιωτικής υπηρεσίας εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 5 έως 10,11, πλην των παραγράφων 11 και 12 αυτού, 12 έως 14 και 16 έως 22 του ν.2439/1996 (ΦΕΚ 219/Α`)……Ειδικά για τους Αξιωματικούς Ραδιοναυτίλων, Τεχνικής Υποστήριξης και Υπηρεσιών Υποστήριξης της ΠΑ που μέχρι την 31.12.2012 συμπληρώνουν είκοσι πέντε (25) έτη πραγματικής στρατιωτικής υπηρεσίας εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της υποπαραγράφου 8δ του άρθρου 3 του ν.2439/1996 (ΦΕΚ 219/Α`).». Εξάλλου, στον ν.2439/1996 (219 Α) ορίζεται στο άρθρο 3 ότι: «1….. 6. Ο ανώτερος βαθμός, μέχρι του οποίου μπορούν να εξελιχθούν οι αξιωματικοί Σωμάτων, είναι: γ. Συνταγματάρχη Οι αξιωματικοί που κατατάσσονται με διαγωνισμό ή προέρχονται από υπαξιωματικούς, εφόσον είναι κάτοχοι πτυχίου Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος…...8. Ο ανώτερος βαθμός, μέχρι τον οποίο δύνανται να εξελιχθούν οι αξιωματικοί της Π.Α. πλην των Ιπταμένων, είναι: δ. Σμηνάρχου Οι αξιωματικοί των ειδικοτήτων Ραδιοναυτίλων, Τεχνικής Υποστήριξης, Υπηρεσιών Υποστήριξης και Μονιμοποιημένων εθελοντριών του ν. 705/1977 (Η παρ.8 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.6 άρθρ.13 Ν.3648/2008,ΦΕΚ Α 38/29.2.2008). ε. …», στο άρθρο 5 παρ.8 ότι: « 8. Υπολοχαγοί, Λοχαγοί, Ταγματάρχες, Αντισυνταγματάρχες και αντίστοιχοι των άλλων Κλάδων προάγονται στον ανώτερο βαθμό, ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών θέσεων, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις προαγωγής και συμπληρώνουν τον ακόλουθο χρόνο πραγματικής συνολικής υπηρεσίας, ως μόνιμοι αξιωματικοί: α. …. γ. Ταγματάρχες : είκοσι ένα (21) έτη δ. ….».

6. Επειδή, περαιτέρω, με το άρθρο 58 του ν. 4407/2016 (Α-134/27-7-2016) με τίτλο «Ειδικές ρυθμίσεις για Αξιωματικούς της Πολεμικής Αεροπορίας προερχόμενες από την κατηγορία των μονιμοποιηθεισών εθελοντριών του Ν. 705/1977», όπως οι παράγραφοι 1 και 3 αυτού αντικαταστάθηκαν από τότε που ίσχυσαν με το άρθρο δεύτερο παρ.9 Ν.4433/2016, ΦΕΚ Α 213/15-11-2016, ορίστηκε ότι: «1. Για τις υπηρετούσες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου αξιωματικούς της Πολεμικής Αεροπορίας που προέρχονται από την κατηγορία των μονιμοποιηθεισών εθελοντριών του N. 705/1977 (Α’ 279) και συμπλήρωσαν μέχρι τις 31.12.2014 είκοσι πέντε (25) έτη πραγματικής στρατιωτικής υπηρεσίας, ορίζεται ως καταληκτικός βαθμός εξέλιξης αυτός του Σμηνάρχου 2…..». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας, ο ορισμός του ως άνω καταληκτικού βαθμού για τις αξιωματικούς της ΠΑ, που προέρχονται από την κατηγορία των μονιμοποιηθεισών εθελοντριών του ν.705/1977, έγινε στο πλαίσιο της βαθμολογικής αποκατάστασης των αξιωματικών της ΠΑ της ίδιας προέλευσης, οι οποίες ενώ είχαν εξομοιωθεί σύμφωνα με την υποπαράγραφο 8δ του άρθρου 3 του ν.2439/1996 με τους άρρενες συναδέλφους τους των Σωμάτων Ραδιοναυτίλων, Υπηρεσιών Υποστήριξης και Τεχνικής Υποστήριξης της ΠΑ, εξελισσόμενες και αυτές μέχρι τον βαθμό του Σμηνάρχου, εντούτοις, με το τελευταίο εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 91 του ν.3883/2010, ο καταληκτικός βαθμός εξέλιξης εξακολούθησε να ισχύει μόνο για τους ως άνω άρρενες Αξιωματικούς [βλ.σχ.και πρακτικά Βουλής από τη συζήτηση του νομοσχεδίου - ΙΖ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ), Σύνοδος: Α' Σύνοδος, Συνεδρίαση: ΡΞΕ' 21/07/2016].

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2024

«Η Φέρουσα Ικανότητα μέσα από τη Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας» [Κ. Καρατσώλης, Δικηγόρος, Υπ. Δρ. / Ιω. Βασιλοπούλου, Δικηγόρος ΜΔΕ / Ιφ. Τσακαλογιάννη, Δικηγόρος ΜΔΕ, MSc]

 



 

I. Πρόλογος

Το τελευταίο διάστημα, εν όψει μιας νέας εκκίνησης για το χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό[1], παρατηρούμε την έξαρση των συζητήσεων για το μέλλον ανάπτυξης, ιδίως στον νησιωτικό χώρο. Με αφορμή αυτές τις εξελίξεις έχουν ενταθεί και οι πολυεπίπεδες συζητήσεις για τον όρο «Φέρουσα Ικανότητα» (στο εξής Φ.Ι.).

Μάλιστα, η οριοθέτηση της έννοιας της Φ.Ι. και οι διαφορετικές προσεγγίσεις στην ερμηνεία της αποτελούν τον πυρήνα προβληματισμών και ερωτημάτων, όπως:

 

Τι σημαίνει Φ.Ι. μιας περιοχής;

Σε ποιους τομείς δραστηριοτήτων μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγραφής, αξιολόγησης και κρίσης;

Η  Φ.Ι. εννοιολογικά συνδέεται με την «ακεραιότητα» μίας προστατευόμενης περιοχής ή αφορά σε μελέτη και έρευνα και για μη προστατευόμενες περιοχές;

Περιορίζεται στο νησιωτικό χώρο ή θα πρέπει να μελετάται για το σύνολο των περιοχών της χώρας;

Ποιοι είναι οι δείκτες και πώς επιλέγονται για κάθε περιοχή;

Ποια είναι τα όρια της Φ.Ι. και πώς επιλέγονται;

Με την παρούσα μελέτη επιχειρείται η μελέτη, καταγραφή και κωδικοποίηση της Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ώστε να δούμε τη Φ.Ι. μέσα από τα μάτια των Αποφάσεων και των Πρακτικών Επεξεργασίας των Δικαστών του. Μέσα από τη μελέτη μπορούν να αναδειχθούν χρήσιμα συμπεράσματα, κατευθύνσεις για τους απαιτούμενους δείκτες καθώς και οι κρίσιμοι άξονες που οριοθετούν τη συγκεκριμένη έννοια.

 

Σε κάθε περίπτωση, κατά την άποψη μας, η Φ.Ι. θα μπορούσε να αποτελέσει μια  σημαντική «γενική αρχή», η οποία να μετουσιώνεται σε ένα εργαλείο που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον σχεδιασμό και τη λήψη αποφάσεων που επιδρούν στον Χώρο. Προς τούτο, θεωρούμε ότι είναι υψίστης σημασίας να μη χαθεί η ευκαιρία να τεθούν για πρώτη φορά υπό θεσμικό περίβλημα οι βασικές άξονες, άλλως τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση και τον υπολογισμό της Φ.Ι.

 

II. Το πεδίο Ορισμού της Φ.Ι. και η μεθοδολογία καταγραφής

 

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι η ανάδειξη των στοιχείων που κατά το ΣτΕ (από το έτος 1992 και έπειτα) αποτελούν κρίσιμα μεγέθη για τον καθορισμό της Φ.Ι. και θα μπορούσαν να καταγραφούν ως βασικές προδιαγραφές για την εκτίμησή της.

 

Η  έννοια της Φ.Ι. έχει, μεταξύ άλλων, οριστεί ως η πεπερασμένη χωρητικότητα και αντοχή των οικοσυστημάτων και των ανθρωπογενών συστημάτων, ώστε να μην επέλθει σοβαρή επιδείνωση τους[2]. Ο προσδιορισμός της απαιτεί συνεκτίμηση παραμέτρων του τρίπτυχου κοινωνία, οικονομία, περιβάλλον και δεν εξαρτάται μόνο από μετρήσιμα ποσοτικά δεδομένα (τεχνικά, οικονομικά, επιστημονικά),  αλλά και από ένα ευρύ φάσμα ποιοτικών παραγόντων που συνδέονται με τις πολιτιστικές αξίες, τις παραδόσεις, τη φυσιογνωμία της περιοχής[3].

 

Ενδεικτικά, η Φ.Ι. επηρεάζεται τόσο από περιβαλλοντικά, όσο και από πολεοδομικά δεδομένα – για παράδειγμα, για τον προσδιορισμό των Ζωνών Υποδοχής Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης προβλέπεται ρητώς στον Νόμο 4495/2017 πως ανά περιοχή λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, «η Φ.Ι. της περιοχής και το τοπίο»[4]. Αντίστοιχα, η Φ.Ι. αποτελεί έννοια που αφορά και περιλαμβάνεται σε πληθώρα διαφορετικών τομέων και δραστηριοτήτων, όπως είναι ο τουρισμός, όπου ως Φ.Ι. ενός τουριστικού προορισμού νοείται ο αριθμός των επισκεπτών που μπορεί αυτός να δεχθεί «χωρίς να αλλοιωθεί το φυσικό περιβάλλον και η ποιότητα της τουριστικής εμπειρίας την οποία προσφέρει[5]».

 

Επιχειρώντας την οριοθέτηση της έννοιας της Φ.Ι., στην παρ. 1 του άρθρου 64 του πρόσφατου Ν. 4964/2022[6] δόθηκε ο νομοθετικός ορισμός της ως εξής: «Ως Φέρουσα Ικανότητα (Φ.Ι.) ενός χωρικού συστήματος, νοούνται τα μέγιστα ανεκτά όρια επιβαρύνσεων ή και μεταβολών των συνθηκών που επικρατούν σε αυτό, πέραν των οποίων παύει να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στο φυσικό περιβάλλον, την οικονομία και την κοινωνία που διαβιεί σε αυτό, με αποτέλεσμα να προκαλούνται υπέρμετρες ή μη αναστρέψιμες φθορές στο φυσικό περιβάλλον και να ασκούνται αρνητικές πιέσεις στο ανθρωπογενές περιβάλλον και στην κοινωνία». Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος (Π.Δ.) με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας βάσει του οποίου θα προσδιορίζονται η μεθοδολογία εκτίμησης της Φ.Ι., οι βασικές παράμετροι που την καθορίζουν ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εξεταζόμενου κάθε φορά χωρικού συστήματος και τα ανεκτά όρια των δεικτών στόχων των βασικών παραμέτρων της βιώσιμης ανάπτυξής του – άξονες οι οποίοι θα μπορούσαν, από τη ματιά των νομικών, να προσδιοριστούν σε αδρές γραμμές βάσει της Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ).

 

Αν και η ρητή νομοθετική αποτύπωση του ορισμού της Φ.Ι. είναι εξαιρετικά πρόσφατη, το ΣτΕ ήδη από την δεκαετία του 1990 επικαλούταν την έννοια αυτή είτε κατά την κρίση επί αιτήσεων ακυρώσεως αποφάσεων είτε κατά την έκδοση πρακτικών επεξεργασίας (ΠΕ) επί σχεδίων Προεδρικών Διαταγμάτων στο πλαίσιο άσκησης των διοικητικών του αρμοδιοτήτων. Έχει προκύψει, λοιπόν, πληθώρα αποφάσεων και πρακτικών επεξεργασίας που αναφέρονται στην έννοια της Φ.Ι. και προσπαθούν να την οριοθετήσουν δυνάμει του εξεταζόμενου κάθε φορά ζητήματος.

 

Δυνάμει της μελέτης προκύπτει το συμπέρασμα ότι οι αποφάσεις και τα Πρακτικά Επεξεργασίας (Π.Ε.) του ΣτΕ μπορούν υπό μια μεθοδολογία να καταχωρηθούν συστηματικά στις εξής κατηγορίες, όπου από την κάθε μία δύναται να αντληθούν κριτήρια και δεδομένα για τη δημιουργία «προδιαγραφών» και κριτηρίων προσδιορισμού της έννοιας της Φ.Ι.:

 

Α) Κατηγορίες ανά περιοχή δραστηριότητας/επέμβασης: οικισμοί και επεκτάσεις οικισμών, νησιωτικά οικοσυστήματα, προστατευόμενες περιοχές, πολιτιστικό περιβάλλον.

 

Β) Κατηγορίες ανά τομέα δραστηριοτήτων: ενεργειακό σύστημα – Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), τουριστική ανάπτυξη π.χ. μέσω Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε. και Ε.Σ.Χ.Α.Δ.Α., άλλοι τομείς δραστηριοτήτων καθώς και οι παράμετροι των σωρευτικών επιπτώσεων δραστηριοτήτων και του συνεργιστικού αποτελέσματος αυτών.

 

Εν συνεχεία, ομαδοποιούνται σε μία κατηγορία συμπεράσματα αποφάσεων προκειμένου να αναδειχτεί η θέση της Φ.Ι. στον ορθολογικό σχεδιασμό καθώς και το πεδίο χωρικής ανάλυσής της, ενώ στην τελευταία ενότητα κωδικοποιούνται συγκεκριμένα συμπεράσματα και παρατίθενται καταληκτικές σκέψεις.

 

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2024

"Η αποζημίωση λόγω χρήσεως οικογενειακής στέγης κοινής κυριότητας μετά το διαζύγιο, η αρχή της επιείκειας και το αίσθημα δικαίου του δικαστή" [του Πρωτοδίκη Πατρών Κωνσταντίνου Ρήγα]

 


Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Η ρύθμιση της χρήσεως της πρώην οικογενειακής στέγης, κατόπιν της λύσεως του γάμου με διαζύγιο, θέτει εριζόμενα ερμηνευτικά ζητήματα, τα οποία παρουσιάζουν διαχρονικό, θεωρητικό και πρακτικό, ενδιαφέρον. Μεταξύ αυτών διακρίνεται εναργώς το εγκείμενο στην ενδεχόμενη θεμελίωση υποχρεώσεως του ενός από τους πρώην συζύγους, ο οποίος προβαίνει τότε στην αποκλειστική χρήση του ακινήτου που χρησίμευε ως οικογενειακή τους στέγη, συνεχίζοντας να κατοικεί εκεί, ώστε να καταβάλλει αντάλλαγμα στον άλλον πρώην σύζυγο, όταν τυγχάνουν συγκύριοι αυτού και εξακολουθούν ιδίως να συγκατοικούν εκεί τα ανήλικα τέκνα τους. Αντικείμενο εγγύτερης εξετάσεως αποτελεί λοιπόν εν προκειμένω η προσήκουσα νομική μεταχείριση μιας τέτοιας αξιώσεως, με γνώμονα τη δίκαιη επίλυση των σχετικών διαφορών, μέσω και της παροχής των αναγκαίων μεθοδολογικών εργαλείων, και σκοπό την επίτευξη της συνεπιδιωκόμενης ασφάλειας δικαίου στο ερευνώμενο κανονιστικό πεδίο, που διαπνέεται επίσης από την αρχή της επιείκειας. Η προκατανόηση και η συστηματική επίλυση του αναλυόμενου ζητήματος καθιστούν εντούτοις αναγκαία την προηγούμενη ερμηνευτική προσέγγιση των κανόνων δικαίου του άρθρου 1393 ΑΚ, για τη ρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης κατά την προγενέστερη διάσπαση της έγγαμης σχέσεως, που αποτελεί την κύρια δικαιοθετική βάση ως προς τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης (βλ., επιπροσθέτως, ιδίως τα ά. 612§2, 612Α και 1889 του αυτού κώδικα).

 

Β. Η ρύθμιση του άρθρου 1393 ΑΚ και η τελολογία της

Ως οικογενειακή στέγη, που συνιστά νομική έννοια, θεωρείται το ακίνητο, το οποίο χρησιμεύει για την κύρια διαμονή των συζύγων και των τέκνων τους, ήτοι αποτελεί τον πραγματικό χώρο, όπου αυτοί ζουν από κοινού το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους (πρβλ. τη δευτερεύουσα διαμονή, π.χ. εξοχική οικία), ανεξαρτήτως από το εάν ανήκει κατά κυριότητα στον έναν εκ των συζύγων, στους δύο από κοινού ή σε τρίτο πρόσωπο[1]. Υπό το καθεστώς της έγγαμης συμβιώσεως, ο καθένας από τους συζύγους έχει το δικαίωμα συγκατοχής και συγχρήσεως της οικογενειακής στέγης, ανεξαρτήτως των εμπράγματων ή των ενοχικών σχέσεων επ’ αυτής. Το περί ου ο λόγος δικαίωμα πηγάζει από την αμοιβαία υποχρέωση για συμβίωση, δηλαδή την κοινότητα βίου, που παράγεται κατ’ αρχήν από τουλάχιστον υποστατή σύμβαση γάμου και εμπεριέχει κατά κανόνα τη συνοίκηση (ΑΚ 1386)[2]. Συνδέεται ωστόσο άμεσα και με την έτερη αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων, ήτοι της συνεισφοράς τους στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΚ 1389), στην οποία περιλαμβάνεται, inter alia, η αμοιβαία υποχρέωση διατροφής των ίδιων και των τέκνων τους (ΑΚ 1390)[3], που καλύπτει και τις ανάγκες στεγάσεως των μελών της οικογένειας (ΑΚ 1493).

Στην περίπτωση της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, η οικογενειακή στέγη δεν αποβάλλει την εν θέματι ιδιότητα αυτής και οι σύζυγοι διατηρούν κατ’ αρχήν τα δικαιώματά τους επ’ αυτής, αλλά δύνανται, σύμφωνα με την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, να ρυθμίσουν, έναντι της καταβολής ή μη ανταλλάγματος, την κατοχή και τη χρήση της οικογενειακής τους στέγης με συμφωνία αυτών (ΑΚ 361 και 1387§1εδ.α), η οποία είναι άτυπη (ΑΚ 158), οπότε μπορεί να συναφθεί και προφορικώς ή να περιέχεται, μεταξύ άλλων, σε πρακτικό συμβιβασμού ή διαμεσολαβήσεως (ά. 592§3στοιχ.γ, 611, 591§1εδ.α, 214Α επ., 293, 904§2στοιχ.γ,ζ ΚΠολΔ και 8§3 Ν. 4640/2019), ενώ δύναται να συνομολογηθεί και για το χρονικό διάστημα μετά τη λύση του γάμου με διαζύγιο. Το άρθρο 1393 ΑΚ, το οποίο διέπει ειδικώς τη δικαστική ρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης κατά τη διάσπαση της έγγαμης σχέσεως, συνιστά επομένως, σύμφωνα με την κρατούσα και ορθότερη γνώμη, ενδοτικό δίκαιο (ius dispositivum, ά. 3 εξ αντιδιαστολής, 174, 178, 179, 180, 281 και 288 ΑΚ)[4].

Ελλείψει τέτοιας συμφωνίας (λ.χ. ένεκα ακυρότητάς της) ή επί μεταβολής των συνθηκών καταρτίσεως αυτής, το αρμόδιο δικαστήριο διαθέτει, στο πλαίσιο του συζητητικού συστήματος (ΚΠολΔ 106) και κατά τη διακριτική του ευχέρεια, την εξουσία να διατάξει, κατόπιν αντίστοιχης αιτήσεως του ενός από τους συζύγους, την προσωρινή, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΚΠολΔ 22, 682 επ. και 735), και την οριστική, κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (ΚΠολΔ 17αρ.2, 22, 215 επ., 591, 592§3στοιχ.γ και 593 επ.), παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσεως ολόκληρης ή τμήματος της οικογενειακής στέγης στον έναν εκ των συζύγων, εφόσον εντούτοις επιβάλλεται τούτο από λόγους επιείκειας ενόψει των ειδικών συνθηκών εκάστου απ’ αυτούς και του συμφέροντος των ανήλικων τέκνων τους (βλ. και το ά. 1511 ΑΚ)[5], δηλαδή κρίνοντας in concreto (ius aequum), ανεξαρτήτως μάλιστα από το ποιος εκ των συζύγων τυγχάνει κύριος του εν λόγω ακινήτου ή έχει έναντι του κυρίου αυτού το δικαίωμα χρήσεώς του (ΑΚ 1393εδ.α). Η προαναφερθείσα δικαστική απόφαση για την οριστική παραχώρηση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης παράγει, με την τελεσιδικία της, δεδικασμένο (ΚΠολΔ 321 επ.), αλλά τόσο αυτή όσο και η προμνημονευθείσα εκδιδόμενη κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, περί της προσωρινής παραχωρήσεως της χρήσεως της οικογενειακής στέγης, που εκλύει προσωρινό δεδικασμένο, υπόκεινται σε αναθεώρηση, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (π.χ. επί μεταρρυθμίσεως της αποφάσεως για την επιμέλεια των τέκνων ή μεταθέσεως σε άλλη πόλη) (ά. 1393εδ.α,β ΑΚ, 215 επ., 591 επ., 682 επ., 696§3, 697 και 735 ΚΠολΔ). Η ερμηνευόμενη ρύθμιση του άρθρου 1393 ΑΚ εφαρμόζεται επίσης αφενός αναλόγως στο σύμφωνο συμβιώσεως (βλ. τη δεύτερη παράγραφο του ά. 5 Ν. 4356/2015, το οποίο παραπέμπει στις διατάξεις των άρθρων 1386 επ. ΑΚ, και το ά. 6 Ν. 3719/2008)[6] και αφετέρου αναλογικώς στην ελεύθερη ένωση, εφόσον η τελευταία δημιουργεί κοινότητα βίου και χαρακτηρίζεται από κάποια διάρκεια, που κρίνονται ad hoc[7].

Για την προειρημένη, προσωρινή ή οριστική, δικαστική ρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης γίνεται στάθμιση των εκατέρωθεν εννόμων συμφερόντων των συζύγων επί τη βάσει διαφόρων στοιχείων, κινητής κλίμακας κατά την έννοια του Wilburg[8], διά των οποίων συγκεκριμενοποιούνται οι προαναφερθείσες αόριστες νομικές έννοιες των ειδικών συνθηκών εκάστου των συζύγων και του συμφέροντος των τέκνων τους, που εξειδικεύουν τη γενική ρήτρα της επιείκειας (βλ. επιπλέον τα ά. 216, 262§1, 559αρ.1,8,14,19 και 688 ΚΠολΔ). Τέτοια συνεκτιμώμενα αξιολογικά κριτήρια, με παραλλάσσουσα in casu ερμηνευτική βαρύτητα, αποτελούν, inter alia, η σωματική και ψυχική υγεία των συζύγων και των ανήλικων ή ενήλικων τέκνων τους, με τα οποία συγκατοικούν, η οικονομική κατάσταση και οι συνθήκες ζωής και εργασίας των συζύγων, η εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως αυτών (λ.χ. άσκηση ενδοοικογενειακής βίας) και το σχολικό περιβάλλον των τέκνων τους[9]. Στην περίπτωση της παραχωρήσεως από το δικαστήριο της αποκλειστικής χρήσεως της οικογενειακής στέγης στον έναν εκ των συζύγων κατά τη διάρκεια της διασπάσεως της έγγαμης σχέσεως αυτών ή για μικρότερο χρονικό διάστημα, το οικείο δικαίωμα συγχρήσεως του έτερου συζύγου υποχωρεί συνεπώς, για λόγους επιείκειας, υπέρ κατ’ αρχήν του ασθενέστερου συζύγου, δίχως να επέρχεται μεταβολή των εμπράγματων (π.χ. κυριότητας ή επικαρπίας) ή των ενοχικών (λ.χ. μισθώσεως) σχέσεων επί της οικογενειακής τους στέγης.

Η εν θέματι δικαστική απόφαση παύει κατ’ αρχήν αυτοδικαίως να ισχύει σε περίπτωση αποκαταστάσεως της έγγαμης συμβιώσεως, λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου[10]. Τούτο γίνεται δεκτό και ως προς τη σχετική συμφωνία των συζύγων, η οποία έχει συνομολογηθεί για το χρονικό διάστημα της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως. Αν ωστόσο η προμνημονευθείσα παραχώρηση έχει διαταχθεί μόνο μέσω αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, η οποία δεν προσδιορίζει τη χρονική διάρκεια της προσωρινής παραχωρήσεως, δεν αποβάλλει τότε αυτοδικαίως την ισχύ της (βλ. όμως και το ά. 281 ΑΚ), αλλά πρέπει κατ’ αρχήν να ανακληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 696-698 ΚΠολΔ, εφόσον η ισχύς αυτής δεν έχει ήδη αρθεί αυτοδικαίως δυνάμει της ρυθμίσεως του άρθρου 693 του ίδιου κώδικα[11] (πρβλ. το διαφορετικό ασφαλιστικό μέτρο της μετοικήσεως, ά. 735 ΚΠολΔ).

Η προειρημένη ρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης ανεξάρτητα από τα εμπράγματα και τα ενοχικά δικαίωμα επ’ αυτής και η εντεύθεν εξουσία του δικαστηρίου να παραχωρήσει, ενόψει των πραναφερθέντων, την αποκλειστική της χρήση κατά τη διάρκεια της διασπάσεως της έγγαμης σχέσεως σ’ εκείνον από τους συζύγους, ο οποίος δεν είναι αποκλειστικός δικαιούχος των προμνημονευθέντων δικαιωμάτων, και μάλιστα παρά τη βούληση του άλλου συζύγου, που τυγχάνει αποκλειστικός δικαιούχος ή συνδικαιούχος τους, έχουν ως αποτέλεσμα να ανακύπτει, prima facie, ζήτημα αντιθέσεως του άρθρου 1393 ΑΚ στο ατομικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Το τελευταίο απολαύει υπερνομοθετικής προστασίας, η οποία περιλαμβάνει τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά δικαιώματα, αλλά έχει ως όριο την κοινωνική λειτουργία της ιδιοκτησίας (ά. 17 Σ., 17§2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., ΧΘΔΕΕ, και 1§1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ)[12]. Στην εν λόγω κοινωνική λειτουργία μπορεί να υπαχθεί η προστασία της οικογένειας (ά. 21 Σ.), στην οποία εμπίπτει η οικογενειακή στέγη, ενώ συμπεριλαμβάνονται οι de facto σχέσεις συμβιώσεως (ά. 33§1 ΧΘΔΕΕ και 8 ΕΣΔΑ) (βλ. επιπροσθέτως τα ά. 25§§1εδ.γ,δ,3 Σ., 52§1 ΧΘΔΕΕ και 17 ΕΣΔΑ, για τη δίκαιη εξισορρόπηση, από τον νομοθέτη και τον δικαστή, των εκατέρωθεν συγκρουόμενων δικαιωμάτων επί τη βάσει της αρχής της αναλογικότητας).

Η σύμφωνη με τις προειρημένες διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος ερμηνεία της ρυθμίσεως του άρθρου 1393 ΑΚ, η οποία έχει ως ratio την αμφιμερή προστασία των σταθμιζόμενων in concreto εννόμων συμφερόντων των συζύγων και των τέκνων τους, άγει, κατά την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία και ορθότερη άποψη, στο συμπέρασμα ότι το θεμιτό του προαναφερθέντος περιορισμού της ιδιοκτησίας προσαπαιτεί τη δυνητική και όχι υποχρεωτική καταβολή, από τον προς ον η προμνημονευθείσα δικαστική παραχώρηση της οικογενειακής στέγης σύζυγο στον δικαιούχο των εμπράγματων ή των ενοχικών δικαιωμάτων επ’ αυτής σύζυγο, εύλογου ανταλλάγματος, επί τη βάσει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως και των προειρημένων αξιολογικών κριτηρίων κινητής κλίμακας[13]. Το εν θέματι εύλογο αντάλλαγμα συνιστά τη θεμελιούμενη στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 1393 ΑΚ αποζημίωση χρήσεως της οικογενειακής στέγης, ένεκα της στερήσεως των ωφελημάτων της (ΑΚ 962) από τον αποκλειστικό δικαιούχο ή συνδικαιούχο των δικαιωμάτων επ’ αυτής σύζυγο κατά τη διάρκεια της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως (επιχ. a fortiori από το ά. 1395 του ίδιου κώδικα), και όχι μίσθωμα (πρβλ. τα ά. 341 και 595 ΑΚ), καθορίζεται, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο, κατά τη διακριτική του ευχέρεια και σύμφωνα με την προαναφερθείσα γενική αρχή της επιείκειας, δύναται ως εκ τούτου να τυγχάνει ίσο ή κατώτερο της εμπορικής μισθωτικής αξίας του επίμαχου ακινήτου ή του ιδανικού μεριδίου του δικαιούχου σ’ αυτό[14], η οποία απλώς συνεκτιμάται με τα προμνημονευθέντα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 1393 ΑΚ, όπως είναι η οικονομική κατάσταση του προς ον η περί ης ο λόγος παραχώρηση συζύγου, και μπορεί να επιδικάζεται αυτοτελώς, μέσω της ίδιας ή μεταγενέστερης αποφάσεως, να μην επιδικάζεται κατ’ εφαρμογήν της αρχής της επιείκειας ή να συνυπολογίζεται ή μη στο ύψος της επιδικαζόμενης υπέρ του προειρημένου συζύγου ή/και των κοινών τέκνων των συζύγων διατροφής[15].

Η έννομη σχέση, η οποία δημιουργείται, μεταξύ των συζύγων, εξαιτίας της προαναφερθείσας, συμβατικής ή δικαστικής, παραχωρήσεως της χρήσεως της οικογενειακής στέγης, είναι οικογενειακού δικαίου[16]. Δεν πρόκειται περί (υπο)μισθώσεως ή χρησιδανείου, ήτοι ανάλογα με το εάν οφείλεται ή όχι αντάλλαγμα για την προμνημονευθείσα παραχώρηση. Δεν αποκλείεται ωστόσο, εφόσον δεν αντιβαίνει στον προειρημένο σκοπό της ρυθμίσεως του άρθρου 1393 ΑΚ, η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 574 επ. του ίδιου κώδικα, για τη μίσθωση, και των άρθρων 810 επ. ΑΚ, ως προς το χρησιδάνειο, αντιστοίχως. Δυνάμει της αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας (ΑΚ 361 και 1387§1εδ.α), οι σύζυγοι μπορούν μάλιστα να συμφωνήσουν, μεταξύ αυτών, την (υπο)μίσθωση ή το χρησιδάνειο της οικογενειακής τους στέγης προς τον έναν εξ αυτών, είτε κατά τη διάρκεια της διασπάσεως της έγγαμης σχέσεώς τους είτε για μικρότερο ή μεγαλύτερο (π.χ. και ως προς εκείνο μετά τη λύση του γάμου αυτών με διαζύγιο) χρονικό διάστημα[17].

Η ενοχική αξίωση παραχωρήσεως της χρήσεως της οικογενειακής στέγης κατά τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως στρέφεται από τον έναν σύζυγο, που επιδιώκει να παραμείνει ή να επανεγκατασταθεί εκεί και συγκεντρώνει στο πρόσωπο αυτού τις προϋποθέσεις του άρθρου 1393 ΑΚ, εναντίον του έτερου συζύγου, ανεξαρτήτως από το ποιος εξ αυτών τυγχάνει κύριος του εν θέματι ακινήτου ή έχει έναντι του κυρίου του τελευταίου το δικαίωμα χρήσεώς του. Η προαναφερθείσα αξίωση, διά της οποίας προστατεύονται εμμέσως τα μη νομιμοποιούμενα ενεργητικώς τέκνα των προμνημονευθέντων συζύγων (πρβλ. το μη εφαρμοζόμενο εν προκειμένω ά. 612 ΚΠολΔ, για την έκφραση της γνώμης των ανήλικων τέκνων), δηλαδή μόνο μέσω του γονέα εκείνου, με τον οποίο διαμένουν (ά. 56 και 1510 επ. ΑΚ), ασκείται είτε εξωδίκως είτε δικαστικώς, με αίτηση (ΚΠολΔ 686§1) ή ανταίτηση[18] (ΚΠολΔ 686§§1,5) ασφαλιστικών μέτρων (ΚΠολΔ 22, 682, 683, 684 επ. και 735, πρβλ. το εν μέρει διαφορετικού περιεχομένου ασφαλιστικό μέτρο της μετοικήσεως[19]) ή αίτηση ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως ασφαλιστικών μέτρων (ΚΠολΔ 696 και 697), επί της οποίας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων δύναται να εκδοθεί προσωρινή διαταγή (ΚΠολΔ 691Α), μη υποκείμενη σε τέλος δικαστικού ενσήμου αυτοτελή ή αντίθετη αγωγή ή ανταγωγή κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (ά. 1393 ΑΚ, 17αρ.2, 22, 31, 34, 215§1, 216 επ., 246, 268, 591, 592§3στοιχ.γ, 593 επ., 610 επ. ΚΠολΔ, 3, 6 και 8 Ν. 4640/2019), που είναι καταψηφιστική, όπως και η δεχόμενη αυτήν απόφαση[20], η οποία μπορεί μάλιστα να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή (ΚΠολΔ 907 και 908§1εδ.α), αλλά και κατά γνήσια αυτοτελή ένσταση (ά. 1393, 991, 1095 ΑΚ, 237, 238, 240, 262§1, 330εδ.β, 338§1, 527 και 591 ΚΠολΔ). Το αρμόδιο δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, με συνέπεια να μην περιορίζεται από το συγκεκριμένο αίτημα του διαδίκου. Η απόφαση περί της προσωρινής ή της οριστικής ρυθμίσεως της χρήσεως της οικογενειακής στέγης, που δύναται να καθορίζει τη χρονική διάρκεια της παραχωρήσεως αυτής, υπόκειται σε άμεση αναγκαστική εκτέλεση (ΚΠολΔ 700 επ., 918 επ. και 943), αλλά δεν αποκλείεται σωρευτικώς, κατόπιν σχετικού αιτήματος, η απειλή, διά της προειρημένης αποφάσεως, χρηματικής ποινής και προσωρινής κρατήσεως ως μέτρων έμμεσης αναγκαστικής εκτελέσεώς της (ΚΠολΔ 947), για κάθε περίπτωση που ο προς ον η παραχώρηση σύζυγος θα παρεμποδισθεί στη χρήση της οικογενειακής στέγης από τον αντίδικο σύζυγο[21].

Η αντίθετη ενοχική αξίωση καταβολής της προαναφερθείσας εύλογης αποζημιώσεως χρήσεως της οικογενειακής στέγης διαθέτει, σύμφωνα με την κρατούσα και ορθότερη άποψη[22], διαφορετική φύση από το δικαίωμα διατροφής και τυγχάνει κατ’ αρχήν ανεξάρτητη απ’ αυτό, με το οποίο έχουν εντούτοις διαύλους αλληλεπιδράσεως. Τούτο, δοθέντος ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως παραχωρήσεως της χρήσεως της οικογενειακής στέγης σύζυγος μπορεί να μην είναι δικαιούχος διατροφής κατά τη διάσπαση της έγγαμης σχέσεως, διότι δε συντρέχει ως προς αυτόν η προϋπόθεση της εύλογης αιτίας της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, τυγχάνει ευπορότερος από τον έτερο σύζυγο ή οι σύζυγοι έχουν ίσες οικονομικές δυνάμεις (ΑΚ 1391). Όταν όμως ο δικαιούχος της προμνημονευθείσας παραχωρήσεως σύζυγος είναι επίσης δικαιούχος καταβολής διατροφής από τον έτερο σύζυγο κατά τη διάσπαση της έγγαμης σχέσεως, η προειρημένη παραχώρηση δύναται να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του ποσού της προαναφερθείσας οφειλόμενης διατροφής.

Η εν λόγω μείωση συνιστά δυνητική συνεκτίμηση του γεγονότος της παραχωρήσεως της χρήσεως της οικογενειακής στέγης στον καθορισμό των οικονομικών δυνάμεων των μερών και του ύψους της διατροφής, η οποία επιδικάζεται υπέρ του προς ον η παραχώρηση συζύγου (ΑΚ 1391-1392) ή/και των κοινών τέκνων των συζύγων (ΑΚ 1485 επ.)[23]. Ο σχετικός ισχυρισμός του υπόχρεου συζύγου αποτελεί την καταχρηστική ένσταση συνυπολογισμού της εμπορικής μισθωτικής αξίας της παραχωρούμενης οικογενειακής στέγης στο ποσό των προμνημονευθεισών οφειλόμενων διατροφών, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1393εδ.α και 1489§2 ΑΚ [βλ. επιπλέον τα ά. 240, 262§1, 330εδ.α, 338§1, 591§1στοιχ.γ,δ και 527 (ιδίως αρ. 3 περ. α) ΚΠολΔ][24]. Δεν πρόκειται για ένσταση συμψηφισμού (ΑΚ 440 επ.), δοθέντος ότι η αξίωση διατροφής τυγχάνει ακατάσχετη (ΚΠολΔ 982§2στοιχ.γ), με συνέπεια να μην επιτρέπεται συμψηφισμός κατ’ αυτής (ΑΚ 451), εκτός αν προταθεί σε συμψηφισμό από τον δικαιούχο της[25]. Εφόσον λοιπόν τα προειρημένα πραγματικά περιστατικά έχουν εισφερθεί στη δίκη από κάποιον διάδικο, η εν θέματι καταχρηστική ένσταση συνυπολογισμού μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, χωρίς να χρειάζεται να προβληθεί από τον εναγόμενο πανηγυρικά αίτημα μειώσεως της επιδικαζόμενης διατροφής, αφού θεωρείται ότι αυτό εμπεριέχεται σιωπηρώς, ως έλασσον, στο μείζον αίτημα των προτάσεων του εναγομένου για την απόρριψη της αγωγής κατ’ ουσίαν[26].

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

ΕιρΑθ 2209/2024 : “Σύμβαση αεροπορικής μεταφοράς - Σύμβαση του Μόντρεαλ - Απώλεια και καθυστέρηση παράδοσης αποσκευών - Περιουσιακή Ζημία - Ηθική βλάβη”

 


Εσφαλμένη αναγραφή στοιχείων επιβάτη στην κάρτα επιβίβασης (boarding pass) λόγω αμελούς συμπεριφοράς προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης αεροπορικής εταιρείας με συνέπεια τη μεταφορά της αποσκευής σε λάθος προορισμό και τη στέρηση της αποσκευής της ενάγουσας για 22 ημέρες. Η συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης εκτός από υπαίτια είναι και παράνομη ως αντίθετη στο εκ του άρθρου 914 ΑΚ γενικό καθήκον να μην ζημιώνει κάποιος άλλον παρανόμως και υπαιτίως. Η ενάγουσα εκτός από περιουσιακή ζημία υπέστη και ηθική βλάβη καθώς ταλαιπωρήθηκε ψυχικά λόγω της στέρησης της επίδικης αποσκευής και των αγωνιωδών της προσπαθειών για τον εντοπισμό και την επιστροφή αυτής στην κατοχή της, ευρισκόμενη μάλιστα σε ταξίδι αναψυχής. Δεκτή εν μέρει η αγωγή.

 

Αριθμός 2209/2024

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

(Διαδικασία Μικροδιαφορών Ν. 4842/2021)

Συγκροτήθηκε οπό τον Ειρηνοδίκη Αθηνών Πέτρο Νικάκη, που όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Ειρήνη Μπαλοθιάρη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 05 Φεβρουάριου 2024 για να δικάsει την υπόθεση μεταξύ:

Της ενάγουσας : . του . κατοίκου Αθηνών, οδός . αρ. .(ΑΦΜ ... - ΔΟΥ ...) η οποία προκατέθεσε προτάσεις και παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της ΝΒΚ (ΑΜ ΔΣΑ ...).

Της εναγόμενης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (δ.τ. ... ΑΕ»), η οποία εδρεύει στο Δήμο ., Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, Κτίριο ., με αρ. Γ.Ε.ΜΗ. ...(ΑΦΜ ... - ΔΟΥ ...), νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία προκατέθεσε έγγραφο υπόμνημα (προτάσεις) δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της ΦΑ (ΑΜ ΔΣΑ ... και παραστάθηκε στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της AΚ (ΑΜ ΔΣΑ ασκ. ...).

………………. 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 της κυρωθείσας από την Ελλάδα, με το ν. 3006/2002, Σύμβασης του Μόντρεαλ, η οποία υπεγράφη στις 2.5.1999 με σκοπό, αφενός μεν τον εκσυγχρονισμό και την κωδικοποίηση της από 19.1.1930 Συμβάσεως της Βαρσοβίας «περί ενοποιήσεως διατάξεων σχετικών προς τας διεθνείς μεταφοράς», αφετέρου δε την εξασφάλιση της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών και της δίκαιης αποζημίωσης με βάση την αρχή της επανόρθωσης, η σύμβαση αυτή εφαρμόζεται σε όλες τις επί πληρωμή διεθνείς αεροπορικές μεταφορές επιβατών, αποσκευών και φορτίου. Ο όρος «διεθνής μεταφορά», για τους σκοπούς της σύμβασης αυτής, σημαίνει οιαδήποτε μεταφορά στην οποία, με βάση τη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ο τόπος αναχώρησης και ο τόπος προορισμού, ανεξαρτήτως αν υπάρχει ή όχι διακοπή της μεταφοράς ή μεταφόρτωση, βρίσκονται είτε εντός των εδαφών δύο συμβαλλομένων κρατών, είτε εντός του εδάφους ενός και μόνο συμβαλλόμενου κράτους, εφόσον έχει συμφωνηθεί ο τόπος ενδιάμεσου σταθμού εντός του εδάφους άλλου κράτους, ακόμη και όταν το κράτος αυτό δεν είναι συμβαλλόμενο κράτος. Η μεταφορά που εκτελείται από διαδοχική σειρά αερομεταφορέων θεωρείται αδιαίρετη μεταφορά, εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη την εκλαμβάνουν ως μία και μόνη δραστηριότητα. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 της ως άνω Σύμβασης του Μόντρεαλ, «Ο μεταφορέας είναι υπεύθυνος για τη ζημία που προκληθεί εξαιτίας καθυστέρησης της αεροπορικής μεταφοράς επιβατών, αποσκευών ή φορτίου. Ωστόσο, ο μεταφορέας δεν είναι υπεύθυνος για τη ζημία που προκληθεί λόγω καθυστέρησης, εάν αποδείξει ότι αυτός και οι ευρισκόμενοι στην υπηρεσία του και οι πράκτορες του έλαβαν όλα τα μέτρα που ήταν εύλογα αναγκαία για να αποφευχθεί η ζημία ή ότι ήταν αδύνατον σε αυτόν ή τους ευρισκομένους στην υπηρεσία του και τους πράκτορες του να λάβουν τα εν λόγω μέτρα». Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1, 2 της ίδιας ανωτέρω Σύμβασης «1. Σε περίπτωση ζημίας που προκληθεί λόγω καθυστέρησης, όπως αυτή προδιαγράφεται στο άρθρο 19 για τη μεταφορά προσώπων, η ευθύνη του μεταφορέα για κάθε επιβάτη περιορίζεται στα 4.150 Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα. 2. Όσον αφορά τη μεταφορά αποσκευών, η ευθύνη του μεταφορέα σε περίπτωση καταστροφής, απώλειας, βλάβης ή καθυστέρησης τους περιορίζεται στα 1.000 Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα για κάθε επιβάτη, εκτός εάν ο επιβάτης, κατά την παράδοση των ελεγμένων αποσκευών στο μεταφορέα, υποβάλει ειδική δήλωση ασφαλιστικού συμφέροντος για την παράδοση της αποσκευής στον τόπο προορισμού και εφόσον έχει καταβάλει συμπληρωματικό ποσό, όπως το απαιτεί η περίπτωση. Τότε, ο μεταφορέας ευθύνεται για την καταβολή ποσού, το οποίο δεν υπερβαίνει το δηλωθέν ποσό, εκτός εάν αποδείξει ότι το ποσό είναι μεγαλύτερο από το πραγματικό ασφαλιστικό συμφέρον του επιβάτη για την παράδοση της αποσκευής στον τόπο προορισμού». Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 23 της ανωτέρω σύμβασης, «τα ποσά που είναι εκφρασμένα σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα στην παρούσα σύμβαση θεωρούνται ότι αναφέρονται στα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα, όπως αυτά ορίζονται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η μετατροπή των ποσών σε εθνικά νομίσματα, στην περίπτωση δικαστικών διαδικασιών, πραγματοποιείται σύμφωνα με την αξία των νομισμάτων αυτών σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα κατά την ημερομηνία της εκδίκασης. Η αξία ενός εθνικού νομίσματος, σε Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα, ενός συμβαλλόμενου κράτους το οποίο είναι μέλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο αποτίμησης που εφαρμόζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, κατά την ημερομηνία εκδίκασης, για τις εργασίες του και τις συναλλαγές του.» Από τις προμνησθείσες διατάξεις της Συμβάσεως του Μόντρεαλ προκύπτει ότι αυτές ορίζουν τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες οι επιβάτες που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημία λόγω καθυστερήσεως μπορούν να ασκήσουν αγωγές αποζημίωσης κατά των αερομεταφορέων. Οι διατάξεις αυτές θέτουν ως όριο της ευθύνης του μεταφορέα τα εκεί αναφερόμενα ποσά κατά περίπτωση. Το είδος της ζημίας δεν προσδιορίζεται στην ως άνω Σύμβαση, γι' αυτό το ζήτημα, εάν αποζημιώνεται μόνο η περιουσιακή ζημία ή εάν αποζημιώνεται και η ηθική βλάβη, αφήνεται στα ουσιαστικά δίκαια των συμβαλλόμενων κρατών (βλ. ανάλογα για τη Σύμβαση της Βαρσοβίας, ΑΠ 1369/2007, ΑΠ 39/2006). Έτσι, κατά το ελληνικό δίκαιο, εκτός από την περιουσιακή ζημία, την οποία υπέστη ο επιβάτης λόγω αθέτησης της υποχρέωσης εκ μέρους του μεταφορέα και η οποία αποκαθίσταται, μπορεί να οφείλεται και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον η αθέτηση αποτελεί και αδικοπραξία κατά το άρθρο 932 ΑΚ (ΕΘ 1199/2009). Ο όρος «ζημία», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 22, παράγραφος 2, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ, με το οποίο καθιερώνεται όριο ευθύνης του αερομεταφορέα για ζημία λόγω, ιδίως, απώλειας αποσκευών, έχει την έννοια ότι αφορά τόσο την περιουσιακή ζημία όσο και την ηθική βλάβη. Επομένως, οι περιορισμοί ως προς την έκταση της αποζημιώσεως, τους οποίους επιβάλλει η Σύμβαση του Μόντρεαλ, συμπεριλαμβανομένου του κατά το άρθρο 22, παράγραφος 2, της εν λόγω Συμβάσεως περιορισμού, εφαρμόζονται επί της προκληθείσας συνολικής ζημίας, ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται για περιουσιακή ζημία ή για ηθική βλάβη (βλ. 6-5/2010 ΔΕΚ C-63/2009*). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 του ΑΚ συνάγεται ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών. Η υπαιτιότητα εμφανίζεται με τη μορφή είτε δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει, όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει, όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη προσοχής, την οποία οφείλει να καταβάλει ο μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος υπό τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις. Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των έννομων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας καταστάσεως που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί αντικειμενικά να επιφέρει με την κανονική και συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 28/2010). Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση τέλεσης αδικοπραξίας αποκαθίσταται, εκτός από την περιουσιακή ζημία, και η μη περιουσιακή ή ηθική βλάβη με την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 1339/2008).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 297 έως 299, 335 επ. και 374 επ. ΑΚ προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη επί ενδοσυμβατικής ευθύνης δεν αναγνωρίζεται, ειμή μόνον εάν η παράβαση της συμβάσεως φέρει και το χαρακτήρα αδικοπραξίας. Από τα άρθρα 330, 361, 297, 298, 914 και 919 ΑΚ προκύπτει ότι, όταν υφίσταται συμβατικός δεσμός ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, μπορεί, στα πλαίσια των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων τους που πηγάζουν από την οικεία συμβατική σχέση, από μία ή περισσότερες πράξεις ή παραλείψεις του ενός από τους συμβαλλομένους, να γεννηθεί πλην της ενδοσυμβατικής ευθύνης και εξωδικαιοπρακτική για την αποκατάσταση της ζημίας, η οποία προκλήθηκε στον άλλο κατά τους ορισμούς του άρθρου 914 ΑΚ, αν η πράξη ή παράλειψη και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττομένη θα ήταν καθ' εαυτή παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 1369/2007, ΑΠ 1120/2005, ΑΠ 1600/2002, ΕΘ 1199/2009). Αυτά ισχύουν και επί συμβάσεως διεθνούς αεροπορικής μεταφοράς προσώπων, αποσκευών ή εμπορευμάτων, που ρυθμίζεται από την κυρωθείσα με το ν. 3006/2002 Σύμβαση Μόντρεαλ, ώστε η μη εκπλήρωση της συμβάσεως αυτής να παράγει υποχρέωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης μόνον αν φέρει και τα στοιχεία αδικοπραξίας (ΑΠ 39/2006, ΕφΑΘ 1531/2011 ΤΝΠΝομος).

Τρίτη 11 Ιουνίου 2024

ΣΤΕ 358/2024 [ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΚΑΤΟΧΗΣ-ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΓΙΑ ΑΡΧΑΙΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΗΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ]

 


Περίληψη

– Οι διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος δεν περιορίζουν τη συνταγματικώς παρεχόμενη προστασία αποκλειστικώς στα πολιτιστικά αγαθά που συνδέονται με την Ελλάδα, τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική ιστορία. Αντικείμενο προστασίας τυγχάνουν και τα πολιτιστικά αγαθά που ανήκουν σε άλλες πολιτισμικές παραδόσεις και τα οποία ευρίσκονται στη σφαίρα κυριαρχίας του ελληνικού κράτους είτε ως ανέκαθεν ευρισκόμενα εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας είτε ως εισαχθέντα σ’ αυτήν. Αυτό επιτάσσουν, τόσο οι διεθνείς συμβάσεις, οι οποίες, κυρωθείσες με τους νόμους 1103/1980, 1127/1981, 3348/2005 και 3378/2005, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εθνικού δικαίου και υπερισχύουν κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου, όσο και το δίκαιο της Ένωσης ως προς τα πολιτιστικά αγαθά που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.

Η κατά τον νόμο έννοια του μνημείου και, συνεπώς, και της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας δεν συνδέεται αναγκαία με πολιτιστικά αγαθά που δημιουργήθηκαν ή έστω οποτεδήποτε στο παρελθόν βρέθηκαν στην ελληνική επικράτεια. Και ναι μεν σε διατάξεις του ν. 3028/2002 σε ορισμένα σημεία της εισηγητικής έκθεσης αυτού, αλλά και στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας αναφέρεται ότι στην προστασία του Συντάγματος και του αρχαιολογικού νόμου υπάγεται «η πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας», ενώ οι σχετικές διακρίσεις, ως προς το περιεχόμενο και την έκταση της παρεχόμενης προστασίας, γίνονται με παραπομπή σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους του Ελληνισμού, ωστόσο οι προβλέψεις αυτές δικαιολογούνται από την αυξημένη ευθύνη της ελληνικής πολιτείας να διαφυλάξει, προεχόντως, την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά χάριν της παρούσας αλλά και των μελλοντικών γενεών. Ουδόλως συνάγεται από τις αναφορές αυτές ότι ο τυπικός νομοθέτης δεν έχει ως σκοπό να προστατεύσει τα πολιτιστικά αγαθά που προέρχονται από άλλες πολιτισμικές παραδόσεις ή ότι αποσκοπεί σε ουσιωδώς διαφορετική νομική μεταχείριση μεταξύ αυτών και των πολιτιστικών αγαθών που ανήκουν στην ελληνική πολιτισμική παράδοση.

Υπό την ισχύ του ν. 3028/2002, η εισαγωγή στην Ελλάδα κινητών αντικειμένων αναγομένων από τους αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι και το έτος 1453, καθιστά αυτά προστατευόμενα από την ελληνική νομοθεσία, ως «αρχαία» κινητά μνημεία, κατά την έννοια του άρθρου 20 παρ. 1 περ. α του ν. 3028/2002, ακόμα και αν δεν προκύπτει ότι είναι αναποσπάστως συνδεδεμένα με τη σπουδή της ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, ούτε έχουν σχέση με την αρχαία ελληνική τέχνη ή τις αναγόμενες μέχρι και το έτος 1453 βυζαντινή και χριστιανική τέχνη.

Εμπίπτουν στην προαναφερόμενη έννοια των «αρχαίων» κινητών πραγμάτων και τα επίμαχα, από αρχαιοτάτων χρόνων κατασκευασθέντα αντικείμενα αιγυπτιακής προέλευσης, τα οποία προστατεύονται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, αφ’ ής στιγμής αυτά εισήχθησαν στην ελληνική επικράτεια. Είναι επομένως απορριπτέος ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος από τον αιτούντα λόγος ακυρώσεως ότι ο ν. 3028/2002 δεν υπάγει στο πεδίο εφαρμογής του περιπτώσεις, όπως τη συγκεκριμένη, διότι προστατεύει τα πολιτιστικά αγαθά που συνδέονται με την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά και όχι αγαθά που «ανήκουν στην αρχή της κυριότητας αλλοδαπού κράτους» (όπως εν προκειμένω της Αιγύπτου και στη συνέχεια κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Ο ν. 3028/2003 διατηρεί τον γενικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο, όλα τα αρχαία, κινητά και ακίνητα, είναι ιδιοκτησία του Κράτους. Ορίζεται ειδικότερα ότι τα αρχαία κινητά μνημεία που χρονολογούνται έως και το 1453 ανήκουν στο Δημόσιο κατά κυριότητα και νομή, είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας και είναι εκτός συναλλαγής κατά την έννοια του άρθρου 966 του Αστικού Κώδικα. Ωστόσο, εισάγει μια εξαίρεση στην αποκλειστική κυριότητα του Δημοσίου επί αρχαίων κινητών μνημείων που χρονολογούνται έως και το 1453. Συγκεκριμένα, αναγνωρίζεται δικαίωμα κυριότητας σε κινητά μνημεία αυτής της περιόδου που εισάγονται στην Ελλάδα, εφόσον αυτά δεν είχαν εξαχθεί από τη χώρα κατά την πεντηκονταετία πριν από την εισαγωγή και, ανεξάρτητα από τον χρόνο εξαγωγής τους, δεν αποτελούν προϊόν κάποιας από τις αξιόποινες πράξεις κλοπής ή λαθρανασκαφής που απαριθμούνται στο άρθρο 33 παρ. 3 εδ. α΄. Μάλιστα, υπό προϋποθέσεις αναγνωρίζεται και η κυριότητα σε κινητά μνημεία της ίδιας περιόδου που εισήχθησαν στη χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3028/2002, εφόσον δηλώθηκε νομότυπα η κατοχή τους. Περαιτέρω, προβλέπεται η δυνατότητα χορήγησης άδειας κατοχής αρχαίων κινητών μνημείων που χρονολογούνται έως και το 1453 και των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Δημόσιο. Η άδεια χορηγείται στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ευρίσκει τέτοιο μνημείο ή στην κατοχή του οποίου περιέρχεται τούτο, εφόσον το δηλώσει στην αρμόδια αρχή, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Εξάλλου, όσον αφορά την εισαγωγή πολιτιστικών αγαθών, διατηρείται ο κανόνας της ελεύθερης εισόδου αυτών στην ελληνική επικράτεια σε αντιστοιχία προς το προϊσχύσαν δίκαιο, υπό την επιφύλαξη, πλέον, των διατάξεων της κυρωθείσας με τον ν. 1103/1980 Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων και των λοιπών κανόνων του διεθνούς δικαίου. Για όσα από τα εισαγόμενα πολιτιστικά αγαθά αποτελούν μνημεία κατά τις διατάξεις των παραγράφων Ια, 1 β και 6 του άρθρου 20 του ν. 3028/2002, βαρύνεται ο κάτοχός τους με την υποχρέωση να δηλώσει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στην αρχαιολογική υπηρεσία την εισαγωγή τους και τον τρόπο που αυτά περιήλθαν στην κατοχή του.

Κατά τις αρχές της χρηστής διοικήσεως, οι οποίες πρέπει να διέπουν τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης δεν είναι επιτρεπτή η στέρηση του δικαιώματος αναγνώρισης κυριότητας ή κατοχής αρχαίων κινητών μνημείων που εισάγονται στη χώρα, λόγω καθυστερημένης υποβολής δηλώσεως αυτών στην αρμόδια αρχαιολογική ή τελωνειακή υπηρεσία, όταν από θετικές ενέργειες της διοικήσεως δημιουργήθηκε ευλόγως στον καλοπίστως δρώντα ενδιαφερόμενο, ενόψει των συντρεχουσών στη συγκεκριμένη περίπτωση περιστάσεων, σταθερή και δικαιολογημένη πεποίθηση περί του ότι η καθυστέρηση αυτή δεν αποτελεί λόγο απόρριψης του αιτήματος χορήγησης άδειας κατοχής και αναγνώρισης δικαιώματος κυριότητας.