Τετάρτη 28 Ιουνίου 2023

ΜονΠρωτΑθ 150/23 : ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΑ ΣΤΕΛΕΧΗ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ - ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ - ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΡΜΟΣΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ



ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 150/2023

 

Πρωτοδίκης: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ

 

Από τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5, 10 και 15 του Ν.1264/82, με τις οποίες θεσπίστηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ’ αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικώς αναφέρονται στην παράγραφο 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου. Εάν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού συνδικαλιστικού στελέχους, περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 390/2021, ΑΠ 455/2004,(παρ. 16) δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος). Επίσης, κατά το άρθρο 14 παρ.4 του ως άνω νόμου «Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση», στην οποία συμπεριλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Για να είναι δε άκυρη κατά το ως άνω άρθρο η καταγγελία, δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης, αλλά αρκεί ότι συνετέλεσε απλώς στην απόφαση για την απόλυση, με την έννοια ότι χωρίς αυτή ο εργοδότης δεν θα προέβαινε στην καταγγελία. Η για το λόγο αυτό, όπως και η αποκλειστικά από εμ-πάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους προς το πρόσωπο του μισθωτού, καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας ή διεκδικεί νόμιμα δικαιώματα από την εργασιακή σχέση, προσφεύγοντας στην Επιθεώρηση Εργασίας ή στο Δικαστήριο, είναι άκυρη, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του συναφούς δικαιώματος του εργοδότη (ΑΠ 641/2021,(παρ. 17) ΑΠ 1325/2020, ΑΠ 511 /2020, δημοσιευμένες σε www.areiospagos.gr., ΑΠ 713/2010,(παρ. 18) ΑΠ 701/2010, ΑΠ 282/2006, ΜΕφΑΘ 29/2020, άπασες δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος).

Πέραν, ωστόσο, της γενικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, προβλέπονται πλέον συγκεκριμένοι λόγοι που κατά τον νόμο καθιστούν την καταγγελία άνευ ετέρου παράνομη, όπως οι λόγοι ακυρότητας που καταγράφονται και ομαδοποιούνται στην παράγραφο 1 του άρθρου 66 του Ν.4808/2021, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία (ΕΕ) 2019/1158 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019. Μεταξύ δε των προβλεπόμενων από το άρθρο αυτό λόγων, περιλαμβάνεται η καταγγελία που γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου (άρθρο 66 παρ.1 περ.β’), η καταγγελία των συνδικαλιστικών στελεχών, όπως ορίζονται στο άρθρο 14 του Ν. 1264/1982 (άρθρο 66 παρ.1 περ.γι’) και η καταγγελία που οφείλεται σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου, κατά την παρ.4 του άρθρου 14 του Ν.1264/1982 (άρθρο 66 παρ.1 περ.για’). Η ως άνω διάταξη τυγχάνει ειδικότερη της γενικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ (Παπαδημητρίου, Οι συνέπειες της παράνομης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου κατά το άρθρο 66 Ν.4808/2021, ΔΕΝ 2022 σελ.209), καθώς απαριθμεί ενδεικτικά περιπτώσεις στις οποίες η καταγγελία είναι άνευ ετέρου άκυρη, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετα ο έλεγχος της υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 66, αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους προβλεπόμενους στην παράγραφο 1 λόγους, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο. Ωστόσο, σε περίπτωση που η συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους μισθωτού εξέρχεται από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν.1264/82, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, και εξικνείται μέχρι διαπράξεως ποινικού αδικήματος σε βάρος του εργοδότη ή μέχρι σημείου παραβάσεως θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή, ή με πράξεις ή παραλείψεις του εκ κακοβουλίας του έχει καταστήσει αδύνατη ή έχει θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της επιχείρησης ή του τμήματος στο οποίο εργάζεται, τότε η επίκληση προστασίας του λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης ως συνδικαλιστικού στελέχους ή επειδή επέδειξε νόμιμη συνδικαλιστική δράση ή επειδή προέβη σε ενάσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων του, στα πλαίσια της συνδικαλιστικής του δράσης, για απόληψη αποδοχών υπερημερίας και επαναπρόσληψή του, μπορεί να αποκρουστεί από τον εργοδότη ως καταχρηστική. Γιατί είναι αλήθεια ότι οι πιο πάνω προστατευτικές διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο, λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσης, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση της σχέσης του με αυτόν. Όταν όμως επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στη εργασία του τέτοιο κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Είναι αυτονόητο ότι την έλλειψη κλίματος συνεργασίας και την προαναφερόμενη αναταραχή στον εργασιακό χώρο μπορεί να επικαλεστεί ο εργοδότης όταν δεν είναι υπαίτιος της δημιουργίας τους. Η διαπίστωση της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 1264/82, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απόλυσης του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής, για καταβολή αποδοχών υπερημερίας και για επαναπρόσληψη του ακύρως απολυθέντος συνδικαλιστικού στελέχους (ΑΠ 390/2021, ΑΠ 443/2016,(παρ. 19) ΑΠ 860/2015,(παρ. 20) ΑΠ 1684/2010, άπασες δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος).(...)

Η εναγομένη με τις νομότυπα και εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις της, αρνείται αιτιολογημένα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής, ισχυριζόμενη ότι εν προκειμένω δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 66 παρ.1 περ.γι’ και για’ του Ν.4808/2021, για το λόγο ότι λόγω μη εγγραφής της συνδικαλιστικής οργάνωσης στο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. έχει ανασταλεί η προστασία του ενάγοντος ως συνδικαλιστικού στελέχους, κατ’ άρθρο 83 παρ.6 περ.α’ του Ν.4808/2021. Ότι, σε κάθε περίπτωση συντρέχουν σοβαροί λόγοι ως προς την καταγγελία της σύμβασης, που συνίστανται μεταξύ άλλων στην αντισυμβατική και αντισυναδελφική συμπεριφορά του ενάγοντος, στην πλημμελή εκπλήρωση των εργασιακών του καθηκόντων και γενικότερα στην παραβίαση των θεμελιωδών υποχρεώσεών του ως προστατευόμενου συνδικαλιστικού στελέχους, καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 66 παρ.1 περ.γι’, παρ.2 του Ν.4808/2021 και 281 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. (...)

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2023

ΠολΠρωτΑθ 67/23 : ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ - ΡΗΤΡΑ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ - ΓΟΣ - ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ - ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΑΓΩΓΗ. Συλλογική αγωγή από τα ενάγοντα σωματεία που ζητούν να αναγνωριστεί η ακυρότητα των Γενικών Όρων Συναλλαγών και ειδικότερα της Ρήτρας Αναπροσαρμογής στις συμβάσεις πελατών με την εναγόμενη ''ΔΕΗ ΑΕ''.

 


ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 67/2023

 

Προέδρος: Ευθ. Κούσβα, Πρόεδρος Πρωτοδικών.

Εισηγήτρια: Χαρ. Παπαδοπούλου.

.

 

[…] Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμούν Α) η από 4.5.2022 με γενικό αριθμό κατάθεσης..../4.5.2022 και ειδικό αριθμό κατάθεσης..../2022 αγωγή 1) του δευτεροβαθμίου καταναλωτικού σωματείου με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ ΙΝΚΑ (ΓΟΚΕ)» και 2) του πρωτοβάθμιου σωματείου ένωση καταναλωτών με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ» κατά της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «ΔΕΗ ΑΕ», και οι κάτωθι αναφερόμενες πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ των εναγόντων σωματείων και κατά της εναγομένης και ειδικότερα Β) η από 20.5.2022 με γενικό αριθμό κατάθεσης .../20.5.2022 και ειδικό αριθμό κατάθεσης...../2022 πρόσθετη παρέμβαση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ», Γ) η από 27.5.2022 με γενικό αριθμό κατάθεσης ..../27.5.2022 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ..../2022 πρόσθετη παρέμβαση των αναφερόμενων στο προεισαγωγικό μέρος της παρούσας τετρακοσίων είκοσι τριών (423) φυσικών προσώπων, Δ) η από 31.5.2022 με γενικό αριθμό κατάθεσης ..../31.5.2022 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ..../2022 πρόσθετη παρέμβαση του επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία «ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ» και τον διακριτικό τίτλο «ΠΟΕΣΕ», Ε) η από 6.6.2022 με γενικό αριθμό κατάθεσης ..../6.6.2022 και ειδικό αριθμό κατάθεσης .../2022 πρόσθετη παρέμβαση των αναφερόμενων στο, προεισαγωγικό μέρος της παρούσας εκατόν εβδομήντα τεσσάρων (174) φυσικών προσώπων, ΣΤ) η από 5.7.2022 με γενικό αριθμό κατάθεσης ....5.7.2022 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ....2022 πρόσθετη παρέμβαση 1) του σωματείου με την επωνυμία «Σύλλογος για τα Δικαιώματα του Καταναλωτή και του Πολίτη» (ΔΙΚΑΠ), 2) του σωματείου με την επωνυμία «Ινστιτούτο Καταναλωτών Δωδεκανήσου», 3) του σωματείου με την επωνυμία «Ινστιτούτο Καταναλωτών (ΙΝΚΑ) Κορινθίας» και των αναφερόμενων στο προεισαγωγικό μέρος της παρούσας εκατόν ενός (101) φυσικών προσώπων, Ζ) η προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Σωματείου Αρτοποιών Θεσσαλονίκης με την επωνυμία «Ο Προφήτης Ηλίας», Η) η προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της τριτοβάθμιας σωματειακής οργάνωσης με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ» (ΕΣΑμεΑ), Θ) η προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση 1) του πρωτοβάθμιου σωματείου ένωση καταναλωτών με την επωνυμία «ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΚΡΗΤΗΣ» (ΙΝΚΑ ΚΡΗΤΗΣ) και 2) … του …., I) η προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΕΙΡΑΙΑ», ΙΑ) η προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της πρωτοβάθμιας επαγγελματικής οργάνωσης με την επωνυμία «ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΒΙΟΤΕΧΝΩΝ ΛΑΪΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ», IB) η προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της ένωσης προσώπων με την επωνυμία «ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ», ΙΓ) η προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΑΤΡΩΝ», ΙΔ) η προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του σωματείου με την επωνυμία «Σύλλογος Καταστηματαρχών Εστίασης και Αναψυχής Νομού Αχαΐας» και τον διακριτικό τίτλο «ΣΚΕΑΝΑ» και ΙΕ) η προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της τριτοβάθμιας επαγγελματικής οργάνωσης με την επωνυμία «Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος» (ΓΣΕΒΕΕ), οι οποίες πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν (άρθρα 31 παρ. 1, 80, 246, 741, 752 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού οι ανωτέρω παρεμβάσεις δεν έχουν αυτοτέλεια έναντι της αρχικής αίτησης αλλά εξαρτώνται από την κύρια δίκη που άρχισε με την υπό κρίση αγωγή από την οποία δεν μπορούν να χωρισθούν (ΑΠ 1206/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1426/2013 ΧρΙΔ 2014, 215).

(I) Στο άρθρο 10 παρ. 16 περ. α΄ του ν. 2251/1994, προβλέπεται η «εν στενή εννοία «stricto sensu» αγωγή, η οποία έχει διαφορετική δομή. Ειδικότερα, με την αγωγή αυτή, η ένωση καταναλωτών δικαιούται να ζητεί «… την παράλειψη της παράνομης συμπεριφοράς του προμηθευτή… (περ. α΄), ιδίως όταν αυτή συνίσταται στη διατύπωση και χρήση καταχρηστικών γενικών όρων των συναλλαγών χωρίς να αποκλείεται και η σώρευση αιτήματος για την καταβολή ποσού ως «… χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης» (περ. β΄). Η ένωση νομιμοποιείται να ασκήσει την προκειμένη αγωγή όχι για λογαριασμό συγκεκριμένου καταναλωτή, αλλά για την προστασία των «… γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού… Η συλλογική αγωγή δεν έχει ως αντικείμενο τη διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος, έννομης σχέσεως ή ζητήματος αμφισβητούμενου μεταξύ ορισμένων υποκειμένων ως φορέων του, αλλά την αυθεντική βεβαίωση νομικού γεγονότος ή τη διάπλαση ή και τη ρύθμιση κατάστασης υπέρ του γενικού συμφέροντος, με τον εξαναγκασμό του προμηθευτή σε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη, με την οποία θα αίρεται η αθέμιτη πρακτική, αλλά και θα ανατρέπεται η επανάληψή της στο μέλλον. Οι συλλογικές αξιώσεις παραλείψεως και άρσεως παράνομης συμπεριφοράς, αποτελούν τις αδικοπρακτικές αξιώσεις των ενώσεων καταναλωτών. Η αξίωση έχει προληπτικό και κυρωτικό χαρακτήρα. Η αγωγή αυτή, όπως αναφέρθηκε, αποβλέπει στη διαφύλαξη του «διάχυτου καταναλωτικού συμφέροντος», στη διασφάλιση, δηλαδή, της ολότητας των καταναλωτών και δεν αναφέρεται σε ατομικά θιγόμενους καταναλωτές, όπως η «εν ευρεία έννοια» συλλογική αγωγή του άρθρου 10 παρ. 15 ν. 2251/1994. Εξάλλου, επειδή δεν απαιτείται να έχει επέλθει βλάβη σε κάποιον καταναλωτή, η εν λόγω αγωγή μπορεί να ασκηθεί και προληπτικά, πριν ακόμα προσβληθεί δικαίωμα ορισμένου καταναλωτή, εφόσον έχει εξωτερικευθεί συμπεριφορά, που μπορεί να οδηγήσει στην προσβολή προστατευόμενών αγαθών του. Επομένως, εφόσον η αγωγή αυτή έχει στόχο την προστασία των συλλογικών συμφερόντων, δεν μπορούν με αυτή να επιδιώκονται ατομικά συμφέροντα, ακόμα κι αν αυτή αφορά ευρύτερη ομάδα προσώπων είτε των μελών των ενώσεων είτε τρίτων καταναλωτών. Η δικαστική απόφαση, που δέχεται τη συλλογική αγωγή είναι διαπλαστική, και παράγει μία ιδιότυπη δεσμευτικότητα που ισχύει έναντι πάντων, η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο επίκλησης, από μεμονωμένους καταναλωτές σε ενδεχόμενες ατομικές διαφορές με τον ίδιο προμηθευτή. Κάθε αίτημα, όμως, που δεν κατατείνει στη διαφύλαξη του γενικού αλλά στη διασφάλιση του ατομικού καταναλωτικού συμφέροντος μέσω κριτηρίων ατομικών, αναγομένων σε προσωπικές καταστάσεις, εκτιμήσεις, ικανότητες, προβλέψεις, επιδιώξεις και διακινδυνεύσεις των αντισυμβαλλομένων μερών, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο - βάση της συλλογικής αγωγής, στο πλαίσιο της οποίας το δικαστήριο καλείται να διατάξει ρυθμιστικά μέτρα υπερατομικού χαρακτήρα, ικανά να ανατρέψουν ή να αποτρέψουν την έκνομη αυτή κατάσταση χάριν της προστασίας του γενικού συμφέροντος του καταναλωτικού κοινού. Επομένως, τόσο το αίτημα της συλλογικής αγωγής, όσο και η απόφαση επ' αυτής, θα πρέπει να τείνουν στην προστασία των γενικότερων συμφερόντων με την αναγνώριση της αντί καταναλωτικής συμπεριφοράς του προμηθευτή και τη λήψη ρυθμιστικών μέτρων σε βάρος του τελευταίου και δη την απαγόρευση της συνομολόγησης ή της μελλοντικής χρήσης του συγκεκριμένου συμβατικού όρου. Συνεπώς, τα κριτήρια δικαστικού ελέγχου, που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της παροχής συλλογικής ή της ατομικής ένδικης προστασίας διαφοροποιούνται ουσιωδώς. Στην πρώτη, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα ενός αντικειμενικού ελέγχου, αφηρημένου (in abstracto) της νομιμότητας της συμπεριφοράς του προμηθευτή, ανεξάρτητα από την ύπαρξη οιασδήποτε συμβατικής σχέσης, ο δε έλεγχος έγκειται στην παράβαση βασικών γενικών δικαιϊκών αρχών είτε στο πλαίσιο απροσδιορίστου αριθμού ήδη καταρτισμένων συμβάσεων, είτε διότι διενεργείται για το μέλλον (ex ante), στη βάση απλής διακινδύνευσης του γενικού καταναλωτικού συμφέροντος από τη φερόμενη ως παράνομη ή καταχρηστική συμπεριφορά του προμηθευτή. Τα κριτήρια ελέγχου της καταχρηστικότητας του όρου είναι αυστηρότερα σε βάρος του προμηθευτή από τα αντίστοιχα κριτήρια που εφαρμόζονται στη δίκη επί ατομικής αγωγής. Τούτο διότι το κύρος ενός ΓΟΣ δεν κρίνεται με βάση τις συντρέχουσες περιστάσεις της εκάστοτε ατομικής σύμβασης, που συνομολογήθηκε στο χρόνο πριν από την άσκηση της (ατομικής) αγωγής, δηλαδή στο παρελθόν, αλλά αντιθέτως, κρίνεται με βάση την αφηρημένη επικινδυνότητα του όρου για το χρόνο που ακολουθεί του χρόνου άσκησης της (συλλογικής) αγωγής. Ο δικαστής, δηλαδή, που αποφαίνεται επί συλλογικής αγωγής οφείλει να προβλέψει για το μέλλον και να - εκτιμήσει όσο το δυνατό περισσότερους από τους πιθανούς κινδύνους, που μπορεί να κρύβει η επίμαχη ρήτρα για τον καταναλωτή ή κατ' άλλη διατύπωση, οφείλει να αναζητήσει με καχυποψία και αφηρημένες υποθέσεις, όλους τους πιθανούς επιλήψιμους τρόπους χρήσης της ρήτρας, και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν η επίμαχη ρήτρα χρησιμοποιήθηκε πράγματι καταχρηστικά σε συγκεκριμένες συμβάσεις, που έχουν ήδη συνομολογηθεί. Αντίθετα, στο πλαίσιο της ατομικής ένδικης προστασίας ο έλεγχος είναι υποκειμενικός και προσανατολισμένος στα δεδομένα υφιστάμενης συμβατικής σχέσης, ήτοι συγκεκριμένος (in concreto) και διενεργείται, εκ των υστέρων, αφού έχει διαταραχθεί ο υφιστάμενος συμβατικός δεσμός προμηθευτή και καταναλωτή. Εξετάζονται τόσο η συγκεκριμένη βλάβη, που προκλήθηκε ή δύναται να προκληθεί στα συμφέροντα του καταναλωτή, όσο και οι ειδικές συνθήκες, που οδήγησαν στη σύναψη συγκεκριμένης σύμβασης, εκ μέρους του καταναλωτή. Σχετικώς το ΔΕΕ στις αποφάσεις της 9.9.2014, υπόθεση C-70/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 16), της 26.4.2012, υπόθεση C-472/10, Nemzeti/invitel (σκέψη 37), της 24.1.2002, υπόθεση C-372/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψη 15), της 27.6.2000, υπόθεση C-240/98, Oceano Grupo/Salvat Ed Tores (σκέψη 27) αναφέρει ότι στην ατομική αγωγή τα αρμόδια κρατικά όργανα καλούνται να αποφανθούν «in concreto» επί του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας, που περιλαμβάνεται σε συναφθείσα σύμβαση, ενώ στη συλλογική εξέταση τα όργανα αυτά αποφαίνονται «in abstracto» επί του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας, που ενδέχεται να ενσωματωθεί ακόμη και σε συμβάσεις, που δεν έχουν ακόμη συναφθεί. Στην περίπτωση της «εν στενή εννοία» συλλογικής αγωγής του άρθρου 10 παρ. 16 εδ. α΄ ν. 2251/1994, το δικαστήριο διαπιστώνει γενικά και αντικειμενικά την ύπαρξη κατάστασης, που ενέχει αντικαταναλωτική συμπεριφορά, διατάσσει τα κατά την κρίση του ενδεδειγμένα ρυθμιστικά μέτρα για την προστασία του συνόλου των καταναλωτών και εξαλείφει παράνομες πρακτικές του προμηθευτή. Εφόσον, επομένως, με τη συλλογική αγωγή του άρθρου 10 παρ. 16 εδ. α΄ του ν. 2251/1994, δεν εισάγεται προς διάγνωση διαφορά ιδιωτικού δικαίου και το ένδικο αυτό βοήθημα δεν εντάσσεται στον κύκλο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, το δικαστήριο κατά την παροχή συλλογικής έννομης προστασίας, δεν λειτουργεί αποκαταστατικώς. Η απόφαση επί συλλογικής αγωγής, που διαπιστώνει την καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την ακυρότητα όλων των αντίστοιχων όρων των ενσωματωμένων σε ατομικές συμβάσεις με συγκεκριμένους καταναλωτές, έστω, και αν αυτοί είναι μέλη της ένωσης, που άσκησε την αγωγή. Η επέλευση ή μη της ακυρότητας των ενσωματωμένων όρων αποτελεί έργο της αποκαταστατικής λειτουργίας την οποία τα δικαστήρια επιτελούν στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας τους. Εξάλλου, ο ίδιος ο ν. 2251/1994 προβλέπει διαφορετική νομική αντιμετώπιση των πραγματικών περιστατικών στη συλλογική αγωγή, σε σχέση με την ατομική αγωγή και όσον αφορά την ερμηνεία του καταχρηστικού ΓΟΣ, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 σύμφωνα με τις οποίες «Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας των καταναλωτών. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτο για λογαριασμό του σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή» (άρθρο 2 παρ. 4), «Ειδικώς όταν ελέγχεται το περιεχόμενο ΓΟΣ κατά την εφαρμογή των άρθρων 10 παρ. 16 α΄ και 13 α΄ παρ. 23 επιλέγεται η δυσμενέστερη για τον καταναλωτή ερμηνευτική εκδοχή, εφόσον οδηγεί σε απαγόρευση διατύπωσης και χρήσης του σχετικού όρου» (άρθρο και 2 παρ. 5). Στη συλλογική αγωγή, επομένως, προέχει η απομάκρυνση από τις συναλλαγές των ΓΟΣ, που θα μπορούσαν να βλάψουν τα συμφέροντα των καταναλωτών (ΑΠ 948/2021 ΕΕμπΔ 2022, 803). Ως αίτημα, τέλος, μπορεί να συμπεριλαμβάνεται στη συλλογική αγωγή και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 10 § 16 περ. β΄ ΚΠολΔ), η οποία πάντως επιδικάζεται μόνο μία φορά. Για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης, σύμφωνα με την περ. β΄ της παραγράφου 16 του άρθρου 10 ν. 2251/1994, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, ιδίως, την ένταση της προσβολής της έννομης τάξης, που συνιστά η παράνομη συμπεριφορά, το μέγεθος της εναγόμενης επιχείρησης του προμηθευτή και κυρίως τον ετήσιο κύκλο εργασιών της, καθώς και τις ανάγκες της γενικής και της ειδικής πρόληψης. Παρά τον ατυχή χαρακτηρισμό ως χρηματικής ικανοποίησης, πρόκειται κατ’ ουσίαν περί αστικής κυρώσεως κατά το πρότυπο των punitive damages του αγγλοσαξωνικού δικαίου, ώστε να μην απαιτείται ούτε υπαιτιότητα ούτε ζημία, αποβλέπει, δε, στην προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού, με παράλληλη αποκατάσταση της τρωθείσης κοινωνικής ισορροπίας με την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη ηθική και κοινωνική τους ισορροπία (βλ. ενδεικτικώς ΑΠ 652/2010, ΔΕΕ 2010, 943 και παρατηρήσεις Γ. Δέλλιος, Ατομική και συλλογική προστασία, σελ. 54, ο οποίος επισημαίνει ότι στην παραπάνω νομολογία διαφαίνεται η προσπάθεια συγκερασμού των δύο αντιθέτων απόψεων περί του κυρωτικού αφενός και του αποκαταστατικού αφετέρου χαρακτήρα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης).

Τετάρτη 7 Ιουνίου 2023

ΜΠΡΑΘ 2453/2023 (ασφ): Προσβολή προσωπικότητας & τεκμηρίου αθωότητας δια τηλεοπτικών εκπομπών. Δημοσιοποίηση στοιχείων από εκκρεμή ποινική δικογραφία. Διατάσσει ως ασφαλιστικό μέτρο την διαγραφή οκτώ εκπομπών από την ιστοσελίδα του σταθμού.

 


Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Γεώργιο Βώττη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, ο οποίος ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν νόμιμης κλήρωσης.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2023, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αιτούσας: …….. του …., προσωρινά κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΚΣ.

Των καθών η αίτηση: (1) ……. του ….., κατοίκου ….. Αττικής […….], ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του ΜΓ, (2) ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «………», η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της ΜΓ, (3) …….., κατοίκου …… Αττικής [οδ. ……], η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΔΓ, και (4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……», η οποία εδρεύει στην …Αττικής [οδ], εκπροσωπείται νόμιμα, και εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΔΓ.

...............................................................................................................................

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

................................................................................................................................ 

13. Ι. Η έκθεση ενός «παραβάτη» στη δημοσιότητα στο στάδιο που δεν έχει υπεισέλθει ακόμη η δικαστική απόφαση εγείρει ζητήματα ως προς τις επιπτώσεις της έκθεσης αυτής για την κρίση της υπόθεσης και για την απόλαυση του δικαιώματος ενός προσώπου σε «δίκαιη δίκη». Το τεκμήριο αθωότητας συνίσταται στην αξίωση του προσώπου και αντίστοιχα στη δέσμευση των αποδεκτών της να μην αντιμετωπίζεται ως «ένοχο», εφόσον η ενοχή του δεν έχει απαγγελθεί από την αρμόδια προς τούτο κρατική αρχή, δηλαδή τον ποινικό δικαστή. Το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο συνιστά έκφραση και έκφανση της αρχής του κράτους δικαίου, συνιστά ύψιστη διαδικαστική επιταγή, σύμφωνα με την οποία οι επιπτώσεις της δίωξης που προσβάλλουν την αξιοπρέπεια και μειώνουν κοινωνικά και ηθικά τον κατηγορούμενο δεν πρέπει να επιβαρύνουν τη θέση του στη διαδικασία. Σύμφωνα με το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου που διακηρύσσεται στο άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ ένας άνθρωπος θεωρείται αθώος [ακριβέστερα: απλά ύποπτος] εφόσον η ενοχή του δεν έχει ακόμη απαγγελθεί με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση τακτικού ποινικού δικαστηρίου. Αρχικά γινόταν δεκτό ότι το τεκμήριο αθωότητας συνιστούσε ένα διαδικαστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου [στις αγγλοσαξονικές έννομες τάξεις το τεκμήριο αθωότητας συνιστά κανόνα απόδειξης που δεν αναπτύσσει ενέργεια πριν από τη δίκη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι στη γαλλική έννομη τάξη το τεκμήριο της αθωότητας βρίσκει ρητή νομοθετική αναγνώριση (με τροποποίηση του 2000) στο Πρώτο Βιβλίο του Αστικού Κώδικα (Juissance des droits civils) στο άρθρο 9-1: Chacun a droit an respect de la presomption d’ innocence. Παρουσιάζει ενδιαφέρον ότι ο Γαλλικός Αστικός Κώδικας αντιμετωπίζει το τεκμήριο αθωότητας ως ένα δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα βλ. F. Quintard-Morenas, σελ.132 επίσης Ρ. Duparc Portier, Media Reporting on Trials in France and Ireland, σελ.198επ.], το οποίο αφορούσε κυρίως το βάρος της απόδειξης στην ποινική διαδικασία και δέσμευε μόνο τους φορείς απονομής της δικαιοσύνης [δικαστές]. Ωστόσο σταδιακά έγινε δεκτό ότι και τα άλλα κρατικά όργανά έχουν υπο χρέωση σεβασμού του τεκμηρίου. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ απεφάνθη ότι η Σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να κατοχυρώνει δικαιώματα πραγματικά και όχι θεωρητικά ή ξένα στην πραγματικότητα. Στην υπόθεση …….[2008] το ΕΔΔΑ ανέδειξε και τη σχέση μεταξύ προστασίας της πληροφοριακής ιδιωτικότητας και τεκμηρίου αθωότητας. Το Δικαστήριο [παρ.122] αναγνώρισε ότι η συλλογή και τήρηση προσωπικών δεδομένων από δημόσιες αρχές δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την απαγγελία υπονοιών αλλά επεσήμανε τον κίνδυνο στιγματισμού των προσώπων τα δεδομένα των οποίων χρησιμοποιούνται με τον ίδιο τρόπο με τα δεδομένα ατόμων που έχουν καταδικαστεί και εγείρουν το αίσθημα ότι τα πρόσωπα αυτά δεν αντιμετωπίζονται ως αθώα. Το ΕΔΔΑ έχει δεχθεί ότι η παραβίαση του δικαιώματος του άρθρου 6 παρ.2 μπορεί να στοιχειοθετηθεί από ενέργειες δημόσιων οργάνων και όχι απαραίτητα δικαστών. Το τεκμήριο της αθωότητας δεσμεύει κατ’ αρχήν όλα τα πρόσωπα, τα οποία εμπλέκονται στην ποινική διαδικασία που κινείται εναντίον ενός προσώπου υπό οποιαδήποτε ιδιότητα [δικαστές, εισαγγελείς, ανακριτικοί υπάλληλοι και γραμματείς].

Εξάλλου, η δίκαιη απονομή δικαιοσύνης επιτάσσει να μη διακυβεύεται έστω και έμμεσα αυτό το δικαίωμα μέσω της διάδοσης απόψεων και πληροφοριών που αναφέρονται σε εκκρεμούσες ποινικές διαδικασίες. Το τεκμήριο της αθωότητας σε κάθε περίπτωση επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως γνώμονας για την αξιολόγηση των δημοσιευμάτων για τις ποινικές υποθέσεις. Η θέση αυτή ενισχύεται ακριβώς από το γεγονός ότι το τεκμήριο αθωότητας προβλέπεται ρητά ως περιορισμός-παράμετρος της άσκησης του δικαιώματος πληροφόρησης στον Κώδικα Δεοντολογίας του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Από το τεκμήριο αθωότητας συνάγεται, σύμφωνα με τη θεωρία, υποχρέωση της Πολιτείας και ειδικότερα του εθνικού νομοθέτη για τη λήψη θετικών μέτρων για την αποτροπή της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας. Τέτοια θετικά μέτρα μπορεί να συνίστανται στην εισαγωγή ρητών και νομικά δεσμευτικών ρυθμίσεων αναφορικά με τις συνέπειες της παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητας.

Παράλληλα, στο επίκεντρο της ελευθερίας πληροφόρησης βρίσκεται η ακώλυτη κυκλοφορία και χρήση των πληροφοριών, καθώς η ενημέρωση του κοινού και η διαφάνεια της δημόσιας δράσης αποτελούν όρους συγκρότησης μιας δημοκρατικής Πολιτείας. Η δημοσιότητα εξάλλου μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά στην ενίσχυση της Ιστορικής μνήμης και στην έρευνά της. Ταυτόχρονα, προφανώς η εκπλήρωση του δικαιώματος πληροφόρησης και ενημέρωσης βρίσκεται, αν μη τι άλλο, σε σχέση έντασης με τα δικαιώματα των προσώπων στην προσωπικότητα, στον ιδιωτικό βίο, στην προστασία προσωπικών δεδομένων και-τελευταίο αλλά όχι ύστερο-στη διαφύλαξη του τεκμηρίου αθωότητας. Η εκπλήρωση των σκοπών της ενημέρωσης και συνακόλουθα και της άσκησης του δημοσιογραφικού λειτουργήματος-επαγγέλματος προϋποθέτει και συνεπάγεται συλλογή [Η συλλογή των πληροφοριών γίνεται συνήθως με τους ακόλουθους τρόπους: συγκέντρωση ήδη δημοσιευμένου πληροφοριακού υλικού, συλλογή πρωτογενούς υλικού με τις συνήθεις δημοσιογραφικές μεθόδους (π.χ. προσωπικές συνεντεύξεις), ερευνητική δημοσιογραφία, αξιοποίηση τυπικής ή άτυπης ενημέρωσης που προέρχεται από υπηρεσίες και εν γένει «πηγές» του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα] και περαιτέρω επεξεργασία προσωπικών πληροφοριών. Προφανώς ο προσδιορισμός και η θέση των προσώπων που αφορά η δια δημοσιεύματος ή εκπομπής δημοσιοποίηση προσδιορίζουν το «δικαιολογημένο ενδιαφέρον» ή τις «θεμιτές ανάγκες του κοινού για πληροφόρηση» αλλά και την επίλυση των σχετικών συγκρούσεων μεταξύ των αντιτιθέμενων δικαιωμάτων και συμφερόντων. Ως θεμελιώδης ή, αν μη τι άλλο χρηστική, μέθοδος διερεύνησης της ύπαρξης δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και στάθμισης συγκρουόμενων δικαιωμάτων διαγράφεται η κατάταξη των προσώπων σε πρόσωπα απόλυτης και σχετικής επικαιρότητας.

Σύμφωνα με τη θεωρία που διαμορφώθηκε - κυρίως στη γερμανική επιστήμη [Η θεωρία αναπτύχθηκε στην Γερμανία από τον καθηγητή ……. και έγινε γνωστή με τον όρο Personen der Zeitgeschichte, δηλαδή ως θεωρία των «προσώπων της σύγχρονης ιστορίας» που αποδόθηκε εν τέλει στα Ελληνικά με τον όρο «επικαιρότητα» βλ. σχετικά Γ. Μιχαηλίδη-Νουάρο, Το απαραβίαστο του ιδιωτικού βίου και η ελευθερία του τύπου σελ.385επ., Κ. Μαυριά, Το δικαίωμα του ιδιωτικού βίου, σελ.97 επ., L Καράκωστα, Όροι και προϋποθέσεις δημοσίευσης προσωπικών δεδομένων που αφορούν πρόσωπο της επικαιρότητας (γνωμ.) σελ.27επ.] και νομολογία-τα πρόσωπα που απασχολούν τα μέσα ενημέρωσης διακρίνονται καταρχήν σε «πρόσωπα απόλυτης επικαιρότητας» και σε «πρόσωπα σχετικής επικαιρότητας». Στην κατηγορία των προσώπων απόλυτης επικαιρότητας ανήκουν εκείνα, τα οποία κατέχουν εςέχουσα θέση στο δημόσιο βίο [π.χ. αρχηγοί κρατών, υπουργοί, κάτοχοι δημόσιων αξιωμάτων και θέσεων], καθώς και όσα ασκούν μια σημαντική κοινωνική δραστηριότητα ή απασχολούν την επικαιρότητα σε τακτική βάση [οικονομικοί παράγοντες, ηθοποιοϊ αθλητές]. Στην δεύτερη κατηγορία, δηλαδή αυτή των προσώπων σχετικής επικαιρότητας ανήκουν πρόσωπα που προκαλούν το ενδιαφέρον του κοινού λόγω κάποιου μεμονωμένου, εξαιρετικού και έκτακτου γεγονότος, το οποίο μπορεί να είναι περιορισμένης ή εκτεταμένης διάρκειας, θετικό ή αρνητικό. Στα πρόσωπα αυτά συγκαταλέγονται ο κατηγορούμενος ή το θύμα ενός σοβαρού εγκλήματος, ο αυτόπτης μάρτυρας ενός σοβαρού γεγονότος, ο επιστήμονας που τιμήθηκε με ένα σημαντικό βραβείο, ο εφευρέτης μιας νέας θεραπείας ή ακόμη και ο νικητής ενός τυχερού παιχνιδιού. Η ιδιότητα ενός προσώπου ως προσώπου απόλυτης ή σχετικής επικαιρότητας συμπροσδιορίζει τα όρια ανοχής των προσβολών των δικαιωμάτων μέσω της δημοσιοποίησης πτυχών της δραστηριότητας και της ζωής τους.

Κρατούσα φαίνεται να είναι ή άποψη ότι «όσο ψηλότερη θέση κατέχουν στο δημόσιο βίο τα πρόσωπα της απόλυτης επικαιρότητας, τόσο πιο περιορισμένη είναι η σφαίρα του απορρήτου τους, τόσο περισσότερο είναι υποχρεωμένα να ανέχονται προσβολές της ιδιωτικής τους ζωής». Η προσέγγιση αυτή υιοθετείται χωρίς αμφιβολία και από τη νομολογία: Ο Άρειος Πάγος [ΑΠ 854/2002] αναγνωρίζει ότι υφίσταται ευλόγως «δικαιολογημένο ενδιαφέρον» ενημέρωσης «του κοινωνικού συνόλου» για ό,τι αφορά ιδίως τα πρόσωπα που ασκούν δημόσιο λειτούργημα ή κατέχουν δημόσιο αξίωμα [Μέσα στο πλαίσιο αυτό επιτρέπεται η δια του τύπου δημοσίευση προς πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, δυσμενών κρίσεων ή μειωτικών αξιολογήσεων, ακόμη και με οξεία κριτική, των προσώπων που κατέχουν δημόσιο αξίωμα ή ασκούν δημόσιο λειτούργημα]. Η διάκριση δημόσιων και μη προσώπων συνιστά «κεντρικό διακύβευμα» και ταυτόχρονα χρήσιμο γνώμονα για την αξιολόγηση/στάθμιση του ανεκτού της προσβολής. Γίνεται δεκτό ότι υφίσταται δικαιολογημένο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης να σχηματίσει κατά το δυνατό πληρέστερη εικόνα της προσωπικότητας των προσώπων της απόλυτης επικαιρότητας και να πληροφορηθεί ακόμη και λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής τους. Η ανάγκη ή το ενδιαφέρον πληροφόρησης ωστόσο δεν φθάνει μέχρι του σημείου γνώσης στοιχείων της σφαίρας του απορρήτου τους που ανάγονται στον απαραβίαστο πυρήνα της αξίας του ανθρώπου [Ετσι υφίσταται δικαιολογημένο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης να γνωρίζει π.χ. την κατάσταση της υγείας των προσώπων που ασκούν εξουσία, ωστόσο δεν μπορεί να θεωρηθεί εξίσου δικαιολογημένο το ενδιαφέρον για γνώση αυστηρά ιδιωτικών δραστηριοτήτων τους. Το ΕΔΔΑ στην υπόθεση …… απεφάνθη ότι το κοινό έχει δικαίωμα να ενημερωθεί υπό συγκεκριμένες ειδικές συνθήκες ακόμη και για στοιχεία της ιδιωτικής ζωής δημόσιων προσώπων, ιδίως εάν πρόκειται για πολιτικούς]. Όσο περισσότερο η προσβολή προσεγγίζει το πεδίο που γίνεται αντιληπτό ως στενά ιδιωτική σφαίρα ενός προσώπου, τόσο πιο δύσκολο είναι να εξισορροπηθεί από το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης που εγείρει με τη συμπεριφορά του ο δράστης. Σε καμία λοιπόν περίπτωση δεν νοείται στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας η πλήρης δημοσιοποίηση της ιδιωτικής ζωής ενός ατόμου ακόμα και αν αυτό είναι «δημόσιο πρόσωπο» [Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόφαση του ΕΔΔΑ για την …… του …… Το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο εκκινούσε από την αφετηρία του λειτουργικού και τοπικού κριτηρίου κρίνοντας ότι η ….. του …. ως πρόσωπο της επικαιρότητας απολάμβανε προστασίας της ιδιωτικής ζωής ακόμη και έξω από το σπίτι της αλλά μόνο εφόσον ήταν αποσυρμένη σε χώρο μη προσιτό στο κοινό. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το κοινό δεν έχει γενικό ενδιαφέρον να γνωρίζει πώς συμπεριφέρεται ένα δημόσιο πρόσωπο στην ιδιωτική ζωή του, ακόμη και εάν αυτή λαμβάνει χώρα σε δημόσιους χώρους. Υπενθυμίζεται ότι και σε άλλες αποφάσεις του το Δικαστήριο έχει κρίνει πως ιδιωτικότητα μπορεί να υπάρχει και στο επίπεδο της δημόσιας σφαίρας βλ. ΕΔΔΑ, …. and …….. (2001), και …… (2003)].

Στην περίπτωση των λεγάμενων «δημόσιων προσώπων» η ασαφής [εννοιολογική] οριοθέτηση του ιδιωτικού βίου θέτει σοβαρά ζητήματα ως προς τη θεμελίωση του παράνομου χαρακτήρα της προσβολής του, καθώς στην περίπτωση αυτή γίνεται γενικά αποδεκτό ότι το λεγόμενο «υποκειμενικό κριτήριο» λειτουργεί περιοριστικά. Κατά κανόνα το πεδίο προστασίας του ιδιωτικού βίου συρρικνώνεται επειδή το ίδιο το «δημόσιο πρόσωπο», μέσω της επιλογής του για έκθεση στη δημοσιότητα, περιορίζει τα όρια προστασίας του [Ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόφαση ΑΠ 854/2002: για την κρίση του Δικαστηρίου κρίσιμος παράγοντας υπήρξε το γεγονός ότι Πρύτανης ΑΕΙ, ο οποίος προσδιορίστηκε ως «δημόσιο πρόσωπο», παρουσιαζόταν συχνά στα μέσα ενημέρωσης και χρησιμοποιούσε παραδείγματα από την ιδιωτική του ζωή για να στηρίξει τις απόψεις του περί του πρακτέου στον καθ’ ημέρα βίο βλ. αντίστοιχα την απόφαση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου που αφορά τη δημοσίευση πληροφοριών για παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας από πρόσωπο γνωστό στην κοινή γνώμη, όπου το επιχείρημα ότι το άτομο αυτό προκαλούσε το ίδιο τη δημοσιότητα σε άλλες εκφάνσεις της ζωής του ήταν καθοριστικό για τη στάθμιση των συμφερόντων. ……., …. 13.6.2006, δημοσιευμένη σε NJW 39/2006, σελ.2835επ.]. Στην ελληνική νομοθεσία δεν συναντάται αναφορά σε πρόσωπα απόλυτης επικαιρότητας αλλά σε «δημόσια πρόσωπα». Ως άσκηση δημόσιου λειτουργήματος νοείται ο διορισμός ή η εκλογή ενός προσώπου σε θέση, η οποία συνδέεται με την εκτελεστική ή τη δικαστική ή τη νομοθετική εξουσία [οργανικό κριτήριο]. Η έννοια του δημόσιου προσώπου περιλαμβάνει επιπλέον και εκείνα τα πρόσωπα που διαχειρίζονται συμφέροντα τρίτων, είτε η διαχείριση γίνεται από μία θέση δημόσιου τομέα [λειτουργικό κριτήριο διοικητικής δράσης (Διευθυντής μιας κρατικής ΔΕΚΟ)] είτε η διαχείριση γίνεται από μία θέση ιδιωτικού τομέα [Διευθυντής μιας ιδιωτικής επιχείρησης μη υπαγόμενης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα]. Πιο σύνθετα εμφανίζονται τα ζητήματα προσβολών των δικαιωμάτων των προσώπων της σχετικής επικαιρότητας. Καταρχήν το κρίσιμο στοιχείο είναι το γεγονός και η σύνδεση ενός προσώπου με αυτό κι όχι το πρόσωπο καθ’ εαυτό. Η επέλευση ενός γεγονότος που-πιθανολογείται ότι-στοιχειοθετεί το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για ενημέρωση επ’ αυτού καθιστά ένα άτομο «πρόσωπο σχετικής επικαιρότητας». Υποστηρίζεται συνεπώς ότι η δημοσίευση σχετικών πληροφοριών αναφορικά με τέτοια πρόσωπα είναι θεμιτή, μόνο σε σχέση με τα γεγονότα εξαιτίας των οποίων έγιναν γνωστά και μόνο εντός ορισμένων χρονικών πλαισίων, όσο δηλαδή το γεγονός είναι όντως «επίκαιρο». Ωστόσο τίθεται το ζήτημα της χρονικής διάρκειας κατά την οποία, η διατήρηση στην επικαιρότητα ενός «γεγονότος» είναι δικαιολογημένη ακριβώς με το κριτήριο του δημόσιου ενδιαφέροντος. Το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, εάν σκεφτεί κανείς ότι τα μέσα συνήθως μπορούν να συντηρήσουν ή να επαναφέρουν στην επικαιρότητα ένα γεγονός για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από εκείνο, κατά το οποίο είναι πραγματικά επίκαιρο ή ενδέχεται να του προσδίδουν διαστάσεις πολύ μεγαλύτερες από τις πραγματικές. Υφίσταται, δηλαδή, ο κίνδυνος η αναφορά στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης [ΜΜΕ] να διατηρεί, να επαναφέρει ή να ανασύρει ένα θέμα ως «επίκαιρο». Στην περίπτωση αυτή οι όροι περιορισμού των δικαιωμάτων των προσώπων της σχετικής επικαιρότητας θα προσδιοριζόταν ακριβώς και απολύτως από αυτούς που ελέγχονται ως προς την παραβίασή τους. Το κριτήριο της «κοινωνικής μνήμης» δεν είναι ωστόσο αρκούντως ασφαλές λόγω της αοριστίας του και της δυσχέρειας της διαπίστωσης. Ο προσδιορισμός της έννοιας του προσώπου σχετικής επικαιρότητας και η αντίληψη για την έννοια της «επικαιρότητας» καθ’ εαυτή είναι ιδιαίτερης σημασίας. Η δημοσίευση στοιχείων για παρελθούσες υποθέσεις και η αξιολόγηση του επιτρεπτού της παρουσίασης συναρτάται άμεσα με τη θέση ως προς το εάν ένα πρόσωπο που έχει εμπλακεί σε ένα αδίκημα κι ως τέτοιο καθίσταται πρόσωπο σχετικής επικαιρότητας διατηρεί δυνάμει και κατ’ αποτέλεσμα την ιδιότητα αυτή εις το διηνεκές [βλ. για τα προαναφερόμενα Λ. Μήτρου, Η δημοσιότητα της κύρωσης ή η κύρωση της δημοσιότητας, 2012, σελ.45-79]. Π. Κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος: «καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους», ενώ, κατά την παρ.2 του ιδίου άρθρου «ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται». Ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί όμως αυτοσκοπό και συνακόλουθα δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων έννομων αγαθών και για το λόγο αυτό υπάγεται, κατά τα προαναφερόμενα, στο γενικό περιορισμό της τήρησης των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου κινείται και αναπτύσσεται ελευθέρως ο τύπος. Με νόμο, επομένως, μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία διάδοσης των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφόρησης, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι γενικής (ρύσης, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών περί Ανθρώπινων Δικαιωμάτων «Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων». Το δικαίωμα, όμως, τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΛΑ [και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα], σε περιορισμούς και κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων και με σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου. Εξάλλου με το π.δ.77/2003 [Κώδικας Δεοντολογίας ειδησεογραφικών-δημοσιογραφικών-πολιτικών εκπομπών] ορίζονται και τα εξής: «Η μετάδοση των γεγονότων πρέπει να είναι αληθής, ακριβής και όσο είναι δυνατό πλήρης… [άρθρο 5 παρ.1]. Η ιδιωτική ζωή όλων…είναι σεβαστή και απαραβίαστη…[άρθρο 6]. Δεν πρέπει να μεταδίδονται πληροφορίες χωρίς να έχουν ελεγχθεί.

Τρίτη 16 Μαΐου 2023

ΑρΠάγος (Β1) 951/22 : ΑΜΟΙΒΗ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ - ΕΦΕΣΗ - ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΝΣΗΜΟ - ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ - ΣΥΝΤΑΓΜΑ - ΕΣΔΑ. ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ

  


ΑρΠάγος (Β1) 951/22 : ΑΜΟΙΒΗ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ - ΕΦΕΣΗ - ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΝΣΗΜΟ - ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ - ΣΥΝΤΑΓΜΑ - ΕΣΔΑ. ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ. Διαφορά από αγωγή για αμοιβή δικηγόρου κατά του εναγομένου Δήμου. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση - Ο απαράδεκτος δε περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου έχει ως συνέπεια το αίτημα της αγωγής να παραμένει καταψηφιστικό και ο ενάγων να υποχρεούται στην προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου.

Αριθμός 951/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

 

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Σ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου ΑΠ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Δήμος Φιλοθέης-Ψυχικού» ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Δήμου Νέου Ψυχικού Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Ψυχικό Αττικής και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου ΝΣ, η οποία ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 257/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1413/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 περί δικαστικών ενσήμων", όπως αυτός μεταγενεστέρως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς, με το ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το νδ. 4189/1961 - και υπό την ισχύ των διατάξεων των αρθρ. 70 Ν.3994/2011 και 21 Ν.4055/12, προ της ισχύος δε του άρθρ. 33 Ν.4446/2016 – εάν ο ενάγων παραλείψει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος κι η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό (κι όχι για τυπικό) λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 1337/2011, 1107/2005). Η εκδοχή αυτή συμβιβάζεται και προς την διάταξη του άρθ. 672 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή της εργασίας, κατά την οποία σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διότι η διάταξη αυτή δεν αφορά την μη προκαταβολή των εξόδων και τελών της δίκης, μεταξύ των οποίων και το δικαστικό ένσημο, αλλά αφορά την για άλλους λόγους μη εμφάνιση ή μη προσήκουσα εμφάνιση κάποιου από τους διαδίκους. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας δύναται να είναι η άρση της ειρημένης παραλείψεως, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους. Αν ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται. Μετά δε την εξαφάνισή της χωρεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία ο ενάγων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, δύναται να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως ηδύνατο να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 538/2019, ΑΠ 1485/2018, ΑΠ 1572/2013, ΑΠ 1095/2006). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Με τη διάταξη αυτή, επιτρέπεται, μεταξύ των άλλων, η ολική ή μερική παραίτηση του ενάγοντος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και, έτσι, περιορίζεται η αγωγή στο αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα, το οποίο υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό. Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος αν και, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, θεωρείται μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (ΟλΑΠ 6/1997 και 5/1997) δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν στην παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 ΚΠολΔ), αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στον διαγραφόμενο από το άρθρο 297 ΚΠολΔ τύπο. Κατά συνέπεια, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ίδιου κώδικα, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή, όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπ' όψη. Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, κατά τη σαφή λεκτική της διατύπωση, σε συνδυασμό και με το άρθρο 526 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος δύναται να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και επομένως αυτός αποκλείεται στην κατ' έφεση δίκη, στην οποία αποκρούεται, και αυτεπαγγελτως, ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικος (ΑΠ 538/2019, ΑΠ 1485/2018, ΑΠ 1572/2013, ΑΠ 368/2016). Ο απαράδεκτος δε περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου έχει ως συνέπεια το αίτημα της αγωγής να παραμένει καταψηφιστικό και ο ενάγων να υποχρεούται στην προκαταβολή του οφειλομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", τέλους δικαστικού ενσήμου. Η τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό το πρώτον στην έκκλητη δίκη είναι απαράδεκτη, εάν δε προβάλλεται επί εφέσεως προς άρση της παραλείψεως καταβολής δικαστικού ενσήμου καθιστά το σχετικό λόγο εφέσεως απαράδεκτο, αλλά και την ίδια την έφεση καθ' ολοκληρίαν απαράδεκτη. (ΑΠ 538/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 1290/2017).

2. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και την προσβαλλόμενη απόφαση παραδεκτώς επισκοπούμενα προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 30-12-2014 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγής του ενάγοντας δικηγόρου, εδώ αναιρεσείοντος, κατά του εναγομένου Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού, εδώ αναιρεσιβλήτου, με αίτημα να υποχρεωθεί το τελευταίο να του καταβάλει για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του σ’ αυτό (εναγόμενο Δήμο) το συνολικό ποσό των 432.620,58 ευρώ νομιμοτόκως, εκδόθηκε ερήμην του ενάγοντας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές από την παροχή εργασίας (ΚΠολΔ 677-681, όπως αυτά ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του V. 4335.2015) η 257/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη, λόγω μη καταβολής του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου. Κατά της ανωτέρω απόφασης ο αναιρεσείων-ενάγων άσκησε την από 8-2-2017 έφεσή του με την οποία ζητεί την εξαφάνιση αυτής επικαλούμενος την ως άνω ερημοδικία του και προς άρση της παραλείψεως καταβολής δικαστικού ενσήμου διαλαμβάνει ότι «...παραδεκτά και νόμιμα με το παρόν δικόγραφο της έφεσης μου δηλώνω ότι περιορίζω το καταφηφιστικό αίτημα της από 30.12.2014 ... αγωγής μου σε έντοκο αναγνωριστικό ενόψει και της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 33 ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α’ 240) που ισχύει αναδρομικά από 22.01.2017 και κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 33 του ίδιου αυτού νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 223 ΚΠολΔικ,». Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο ανωτέρω περιορισμός του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας είναι απαράδεκτος, ότι η καταβολή του δικαστικού ενσήμου αποτελεί προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της έφεσης και απέρριψε αυτήν. Υπό τα διαλαμβανόμενα το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 223, 297 και 528 του Κ.Πολ.Δ. καθόσον : 1) όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων δέχεται και προκύπτει και από την προσβαλλόμενη απόφαση, το πρώτον με την έφεσή του περιόρισε το αγωγικό αίτημα σε αναγνωριστικό, απαραδέκτως, αφού ο περιορισμός έλαβε χώρα μετά την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και ως εκ τούτου το αίτημα παρέμενε καταψηφιστικό και 2) λόγω της απόρριψης της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου ο αναιρεσείων όφειλε προς άρση της παράλειψης καταβολής και ευδοκίμησης της έφεσής του να επικαλεστεί και αποδείξει την καταβολή του ανωτέρω τέλους. Εξάλλου, ο κατά τα άνω γενόμενος περιορισμός δεν είναι παραδεκτός κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 και 2 του V.4446/2016 (σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 223 ΚΠολΔ), με τις οποίες καταργήθηκε η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου επί των αναγνωριστικών αγωγών που εφαρμόζεται και στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευσή του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του τούτο διότι στην προκειμένη περίπτωση, με την άσκηση της από 8-2-2017 ανωτέρω έφεσης αναβίωσε μεν η εκκρεμοδικία της ενδίκου αγωγής, κατέστη όμως και πάλιν ενεργός η υποχρέωση του εκκαλούντος, να εκπληρώσει τη νόμιμη υποχρέωσή του προς καταβολή του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου βάσει του αγωγικού αιτήματος, ως διατυπώθηκε και ίσχυε έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό, εφ' όσον η τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό το πρώτον στην έκκλητη δίκη ήταν απαράδεκτη, κατά τα προεκτεθέντα. Παρατηρείται τέλος ότι και σε περίπτωση που κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους του αναιρεσείοντος είχε εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, ο ενάγων θα ήταν υποχρεωμένος στην προκαταβολή του οφειλομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", τέλους δικαστικού ενσήμου εφόσον το αίτημα της αγωγής παραμένει καταψηφιστικό. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι κατά παράβαση των ως άνω δικονομικών διατάξεων το δικαστήριο της ουσίας έκρινε απαράδεκτο τον περιορισμό του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό και απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του, τυγχάνει αβάσιμος.

3. Τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 (Α' 256) Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (Ολομ. Σ.τ.Ε. 3087/2011, 1583/2010, 647/2004, ΑΠ 675/2010). Στα πλαίσια αυτά επιτρεπτώς επιβάλλεται από το ν. ΓΠΟΗ/1912 η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου επί των αποτιμητών σε χρήμα καταψηφιστικών αγωγών, χωρίς εντεύθεν να αναιρείται ή περιορίζεται το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακροάσεως του διαδίκου από την δικονομική συνέπεια της ερημοδικίας του, σε περίπτωση παραλείψεώς του να ανταποκριθεί στην εν λόγω υποχρέωσή του (άρθρα 2 ν. ΓΠΟΗ/1912 και 7 παρ. 1 του ν.δ. 1544/1942), λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη ότι το εν λόγω δικαίωμα ικανοποιητικά προστατεύεται με την άσκηση αναγνωριστικού χαρακτήρα αγωγής και παράλληλα αποτελεί δαπάνη που περιλαμβάνεται στα επιδικαζόμενα στον νικώντα διάδικο δικαστικά έξοδα. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές, η προσβαλλόμενη από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚπολΔ αναιρετική αίτηση, με επίκληση ότι ο αναιρεσίων λόγω των ως άνω διατάξεων περί δικαστικού ενσήμου και της μη καταβολής του αναλογούντος στο αντικείμενο της καταψηφιστικής της αγωγής δικαστικού ενσήμου, όπως και των ρυθμίσεων των διατάξεων του ΚπολΔ 223 στερήθηκε το προστατευόμενο από τα άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακροάσεως, είναι αβάσιμος εφόσον οι ανωτέρω θεσπιζόμενες από τον κοινό νομοθέτη δικονομικές προϋποθέσεις και διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης δεν αντίκεινται στις ανωτέρω διατάξεις ούτε στην αρχή της αναλογικότητας και είναι συνταγματικά ανεκτές.

4. Με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 3463/2006.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-11-2019 αίτηση περί αναιρέσεως της 1413/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.

 

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2022.

 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Τρίτη 4 Απριλίου 2023

Κατευθυντήριες Γραμμές 1/2023 σχετικά με την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων με σκοπό την επικοινωνία πολιτικού χαρακτήρα

 


Αθήνα, 31-03-2023

Αριθ. Πρωτ.: 791

ΑΠΟΦΑΣΗ 9/2023

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση στην έδρα της στις 09-02-2023, στις 16-02-2023 και στις 24-02-2023 προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Κωνσταντίνος Μενουδάκος, Πρόεδρος της Αρχής, τα τακτικά μέλη Χρήστος Καλλονιάτης, Κωνσταντίνος Λαμπρινουδάκης και ως Εισηγητές τα τακτικά μέλη Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Σπυρίδων Βλαχόπουλος, Αικατερίνη Ηλιάδου και Γρηγόριος Τσόλιας. Επίσης παρευρέθηκαν στη συνεδρίαση ύστερα από κλήση του Προέδρου, χωρίς δικαίωμα ψήφου, τα αναπληρωματικά μέλη Δημοσθένης Βουγιούκας, Γεώργιος Κόντης, Νικόλαος Λίβος, Χρήστος Παπαθεοδώρου, Νικόλαος Φαλδαμής και Μαρία Ψάλλα. Στη συνεδρίαση, χωρίς δικαίωμα ψήφου, παρέστησαν, με εντολή του Προέδρου, οι ελέγκτριες Γεωργία Παναγοπούλου, Ειδική Επιστήμονας Πληροφορικής, Χάρις Συμεωνίδου και Κυριακή Καρακάση, Ειδικές Επιστήμονες Νομικής, ως βοηθοί εισηγητών, και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του Τμήματος Διοικητικών Υποθέσεων, ως γραμματέας.

H Αρχή έχοντας υπόψη:

1) Τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων - ΓΚΠΔ) και του ν. 4624/2019 (ΦΕΚ Α΄ 137/29.08.2019) «Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού 2 Χαρακτήρα, μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 και άλλες διατάξεις».

2) Το άρθρο 4 παρ. 1 του Κανονισμού Λειτουργίας της Αρχής (Απόφαση 9/2022, ΦΕΚ 879/Β/25-2-2022, όπως τροποποιήθηκε με την Απόφαση 13/2022, ΦΕΚ 1245/Β/17- 03-2022 και ισχύει).

3) Τις Κατευθυντήριες Γραμμές 1/2019 της Αρχής σχετικά με την Επεξεργασία προσωπικών δεδομένων με σκοπό την επικοινωνία πολιτικού χαρακτήρα.

4) Τις υπ’ αρ. 1343-5/2022 αποφάσεις του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες έγιναν δεκτά τα εξής: «[…] Για τον περιορισμό της, αναγκαίας για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, επικοινωνίας του υποψηφίου βουλευτή κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου με τους εκλογείς της περιφέρειας στην οποία θέτει υποψηφιότητα, απαιτείται ειδική ρύθμιση. Τέτοια ειδική ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3471/2006, το οποίο εφαρμόσθηκε αποκλειστικά από την προσβαλλόμενη απόφαση της Αρχής και το οποίο ρυθμίζει τις μη ζητηθείσες επικοινωνίες για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς, μεταφέροντας την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 13 της οδηγίας 2002/58, περί αυτόκλητων κλήσεων για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης, καθώς στην περιγραφείσα στις ως άνω διατάξεις επικοινωνία δεν εμπίπτει πάντως η επικοινωνία του υποψήφιου βουλευτή κατά την προεκλογική περίοδο. Και τούτο ενόψει της ιδιαίτερης σημασίας που αποδίδεται από τις αναφερόμενες στην τέταρτη σκέψη συνταγματικές διατάξεις στην επικοινωνία αυτή. Η ερμηνεία αυτή δεν θίγει την προστασία των προσωπικών δεδομένων των εμπλεκόμενων φυσικών προσώπων, […], δεδομένου ότι εξακολουθούν να τυγχάνουν εφαρμογής οι γενικές διατάξεις του ΓΚΠΔ, βάσει των οποίων δύναται να κριθεί η νομιμότητα κάθε επεξεργασίας».

Η Αρχή, αφού άκουσε τους εισηγητές και τις βοηθούς εισηγητών, μετά από διεξοδική συζήτηση

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (Κανονισμού 2016/679) - εφεξής ΓΚΠΔ - και του άρθρου 9 του νόμου 4624/2019 (ΦΕΚ Α΄ 137) προκύπτει ότι η Αρχή έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει την εφαρμογή των διατάξεων του ΓΚΠΔ, του νόμου αυτού και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 57 παρ.1 στοιχ. α΄, β΄ και δ΄ του ΓΚΠΔ και 13 παρ. 1 στοιχ. α΄ και β΄ του νόμου 4624/2019 προκύπτει ότι η Αρχή έχει αυτεπάγγελτη αρμοδιότητα να παρακολουθεί και να επιβάλλει την εφαρμογή των διατάξεων του ΓΚΠΔ και του νόμου 4624/2019 και να προωθεί την ευαισθητοποίηση του κοινού και των υπευθύνων επεξεργασίας και των εκτελούντων την επεξεργασία σχετικά με την κατανόηση των κινδύνων, των κανόνων, των εγγυήσεων και των δικαιωμάτων και σχετικά με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του ΓΚΠΔ κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2. Σε συνέχεια των ανωτέρω αναφερόμενων αποφάσεων υπ’ αρ. 1343-5/2022 του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης των Κατευθυντήρων Γραμμών της Αρχής για την πολιτική επικοινωνία των υποψηφίων με τους εκλογείς κατά την προεκλογική περίοδο ώστε να καθοριστεί το πλαίσιο της νόμιμης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων για το σκοπό αυτό με βάση τις διατάξεις του ΓΚΠΔ.

3. Επειδή, το άρθρο 2 παρ. 1 του ΓΚΠΔ προβλέπει: «Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης». Αντίστοιχα, το άρθρο 2 του νόμου 4624/2019 ορίζει: «Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης από: α) δημόσιους φορείς ή β) ιδιωτικούς φορείς, εκτός και εάν η επεξεργασία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας». Η πολιτική επικοινωνία, ως αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, εμπίπτει κατεξοχήν στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ και του ν. 4624/2019.

4. Επειδή, το άρθρο 5 του ΓΚΠΔ καθορίζει τις αρχές επεξεργασίας που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, ορίζεται στην παράγραφο 1 ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων: «α) υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων («νομιμότητα, αντικειμενικότητα, διαφάνεια»), β) συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς (…)».

5. Επειδή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ΓΚΠΔ, ο υπεύθυνος επεξεργασίας φέρει την ευθύνη και πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωσή του με τις αρχές της επεξεργασίας που καθιερώνονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5. Όπως έχει κρίνει η Αρχή1, με τον ΓΚΠΔ υιοθετήθηκε ένα νέο μοντέλο συμμόρφωσης, κεντρικό στοιχείο του οποίου συνιστά η αρχή της λογοδοσίας στο πλαίσιο της οποίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να σχεδιάζει, εφαρμόζει και εν γένει λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα και πολιτικές, προκειμένου η επεξεργασία των δεδομένων να είναι σύμφωνη με τις σχετικές νομοθετικές προβλέψεις. Η σημασία της εσωτερικής συμμόρφωσης του υπευθύνου επεξεργασίας στις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ αναδεικνύεται από τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 και 2 ΓΚΠΔ σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται η εφαρμογή κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων, στο πλαίσιο των οποίων περιλαμβάνεται η κατάρτιση και εφαρμογή των κατάλληλων πολιτικών και διαδικασιών.

6. Επιπλέον δε, ο υπεύθυνος επεξεργασίας βαρύνεται με το περαιτέρω καθήκον να αποδεικνύει αυτός και ανά πάσα στιγμή τη συμμόρφωσή του με τις αρχές του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ. Η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ και της εθνικής νομοθεσίας είναι μια διαρκής διαδικασία η οποία αρχίζει ήδη προ της συλλογής και επεξεργασίας των δεδομένων με τον σχεδιασμό των οικείων διαδικασιών και τελειώνει μόνο με την οριστική διαγραφή των δεδομένων. 1 Βλ. απόφαση Αρχής 26/2019, σκέψη 8, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα της.

7. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 ΓΚΠΔ «η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει συναινέσει στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς, […] στ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερόντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επιβάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως εάν το υποκείμενο των δεδομένων είναι παιδί». Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου, «Όταν η επεξεργασία για σκοπό άλλο από αυτόν για τον οποίο έχουν συλλεγεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν βασίζεται στη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων ή στο δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους το οποίο αποτελεί αναγκαίο και αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διασφάλιση των σκοπών που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 1, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσο η επεξεργασία για άλλο σκοπό είναι συμβατή με τον σκοπό για τον οποίο συλλέγονται αρχικώς τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων: α) τυχόν σχέση μεταξύ των σκοπών για τους οποίους έχουν συλλεχθεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και των σκοπών της επιδιωκόμενης περαιτέρω επεξεργασίας, β) το πλαίσιο εντός του οποίου συλλέχθηκαν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των υποκειμένων των δεδομένων και του υπευθύνου επεξεργασίας, γ) τη φύση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως για τις ειδικές κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία, σύμφωνα με το άρθρο 9, ή κατά πόσο δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που σχετίζονται με ποινικές καταδίκες και αδικήματα υποβάλλονται σε επεξεργασία, σύμφωνα με το άρθρο 10, δ) τις πιθανές συνέπειες της επιδιωκόμενης περαιτέρω επεξεργασίας για τα υποκείμενα των δεδομένων, ε) την ύπαρξη κατάλληλων εγγυήσεων, που μπορεί να περιλαμβάνουν κρυπτογράφηση ή ψευδωνυμοποίηση».

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Η Αρχή, αποφασίζει ομόφωνα να εκδώσει τις ακόλουθες Κατευθυντήριες Γραμμές, όπως παρατίθενται στο Παράρτημα της παρούσας απόφασης.

Ο Πρόεδρος                                                                                       Η Γραμματέας

Κωνσταντίνος Μενουδάκος                                                       Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου