ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 150/2023
Πρωτοδίκης: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ
Από τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5, 10 και 15 του Ν.1264/82, με τις οποίες θεσπίστηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ’ αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικώς αναφέρονται στην παράγραφο 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου. Εάν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού συνδικαλιστικού στελέχους, περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 390/2021, ΑΠ 455/2004,(παρ. 16) δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος). Επίσης, κατά το άρθρο 14 παρ.4 του ως άνω νόμου «Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση», στην οποία συμπεριλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Για να είναι δε άκυρη κατά το ως άνω άρθρο η καταγγελία, δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης, αλλά αρκεί ότι συνετέλεσε απλώς στην απόφαση για την απόλυση, με την έννοια ότι χωρίς αυτή ο εργοδότης δεν θα προέβαινε στην καταγγελία. Η για το λόγο αυτό, όπως και η αποκλειστικά από εμ-πάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους προς το πρόσωπο του μισθωτού, καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας ή διεκδικεί νόμιμα δικαιώματα από την εργασιακή σχέση, προσφεύγοντας στην Επιθεώρηση Εργασίας ή στο Δικαστήριο, είναι άκυρη, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του συναφούς δικαιώματος του εργοδότη (ΑΠ 641/2021,(παρ. 17) ΑΠ 1325/2020, ΑΠ 511 /2020, δημοσιευμένες σε www.areiospagos.gr., ΑΠ 713/2010,(παρ. 18) ΑΠ 701/2010, ΑΠ 282/2006, ΜΕφΑΘ 29/2020, άπασες δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος).
Πέραν, ωστόσο, της γενικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, προβλέπονται πλέον συγκεκριμένοι λόγοι που κατά τον νόμο καθιστούν την καταγγελία άνευ ετέρου παράνομη, όπως οι λόγοι ακυρότητας που καταγράφονται και ομαδοποιούνται στην παράγραφο 1 του άρθρου 66 του Ν.4808/2021, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία (ΕΕ) 2019/1158 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019. Μεταξύ δε των προβλεπόμενων από το άρθρο αυτό λόγων, περιλαμβάνεται η καταγγελία που γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου (άρθρο 66 παρ.1 περ.β’), η καταγγελία των συνδικαλιστικών στελεχών, όπως ορίζονται στο άρθρο 14 του Ν. 1264/1982 (άρθρο 66 παρ.1 περ.γι’) και η καταγγελία που οφείλεται σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου, κατά την παρ.4 του άρθρου 14 του Ν.1264/1982 (άρθρο 66 παρ.1 περ.για’). Η ως άνω διάταξη τυγχάνει ειδικότερη της γενικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ (Παπαδημητρίου, Οι συνέπειες της παράνομης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου κατά το άρθρο 66 Ν.4808/2021, ΔΕΝ 2022 σελ.209), καθώς απαριθμεί ενδεικτικά περιπτώσεις στις οποίες η καταγγελία είναι άνευ ετέρου άκυρη, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετα ο έλεγχος της υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 66, αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους προβλεπόμενους στην παράγραφο 1 λόγους, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο. Ωστόσο, σε περίπτωση που η συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους μισθωτού εξέρχεται από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν.1264/82, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, και εξικνείται μέχρι διαπράξεως ποινικού αδικήματος σε βάρος του εργοδότη ή μέχρι σημείου παραβάσεως θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή, ή με πράξεις ή παραλείψεις του εκ κακοβουλίας του έχει καταστήσει αδύνατη ή έχει θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της επιχείρησης ή του τμήματος στο οποίο εργάζεται, τότε η επίκληση προστασίας του λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης ως συνδικαλιστικού στελέχους ή επειδή επέδειξε νόμιμη συνδικαλιστική δράση ή επειδή προέβη σε ενάσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων του, στα πλαίσια της συνδικαλιστικής του δράσης, για απόληψη αποδοχών υπερημερίας και επαναπρόσληψή του, μπορεί να αποκρουστεί από τον εργοδότη ως καταχρηστική. Γιατί είναι αλήθεια ότι οι πιο πάνω προστατευτικές διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο, λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσης, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση της σχέσης του με αυτόν. Όταν όμως επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στη εργασία του τέτοιο κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Είναι αυτονόητο ότι την έλλειψη κλίματος συνεργασίας και την προαναφερόμενη αναταραχή στον εργασιακό χώρο μπορεί να επικαλεστεί ο εργοδότης όταν δεν είναι υπαίτιος της δημιουργίας τους. Η διαπίστωση της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 1264/82, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απόλυσης του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής, για καταβολή αποδοχών υπερημερίας και για επαναπρόσληψη του ακύρως απολυθέντος συνδικαλιστικού στελέχους (ΑΠ 390/2021, ΑΠ 443/2016,(παρ. 19) ΑΠ 860/2015,(παρ. 20) ΑΠ 1684/2010, άπασες δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος).(...)
Η εναγομένη με τις νομότυπα και εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις της, αρνείται αιτιολογημένα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής, ισχυριζόμενη ότι εν προκειμένω δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 66 παρ.1 περ.γι’ και για’ του Ν.4808/2021, για το λόγο ότι λόγω μη εγγραφής της συνδικαλιστικής οργάνωσης στο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. έχει ανασταλεί η προστασία του ενάγοντος ως συνδικαλιστικού στελέχους, κατ’ άρθρο 83 παρ.6 περ.α’ του Ν.4808/2021. Ότι, σε κάθε περίπτωση συντρέχουν σοβαροί λόγοι ως προς την καταγγελία της σύμβασης, που συνίστανται μεταξύ άλλων στην αντισυμβατική και αντισυναδελφική συμπεριφορά του ενάγοντος, στην πλημμελή εκπλήρωση των εργασιακών του καθηκόντων και γενικότερα στην παραβίαση των θεμελιωδών υποχρεώσεών του ως προστατευόμενου συνδικαλιστικού στελέχους, καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 66 παρ.1 περ.γι’, παρ.2 του Ν.4808/2021 και 281 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. (...)




