Τρίτη 16 Μαΐου 2023

ΑρΠάγος (Β1) 951/22 : ΑΜΟΙΒΗ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ - ΕΦΕΣΗ - ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΝΣΗΜΟ - ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ - ΣΥΝΤΑΓΜΑ - ΕΣΔΑ. ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ

  


ΑρΠάγος (Β1) 951/22 : ΑΜΟΙΒΗ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ - ΕΦΕΣΗ - ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΝΣΗΜΟ - ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ - ΣΥΝΤΑΓΜΑ - ΕΣΔΑ. ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ. Διαφορά από αγωγή για αμοιβή δικηγόρου κατά του εναγομένου Δήμου. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση - Ο απαράδεκτος δε περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου έχει ως συνέπεια το αίτημα της αγωγής να παραμένει καταψηφιστικό και ο ενάγων να υποχρεούται στην προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου.

Αριθμός 951/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

 

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Σ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου ΑΠ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Δήμος Φιλοθέης-Ψυχικού» ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Δήμου Νέου Ψυχικού Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Ψυχικό Αττικής και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου ΝΣ, η οποία ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 257/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1413/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 περί δικαστικών ενσήμων", όπως αυτός μεταγενεστέρως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς, με το ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το νδ. 4189/1961 - και υπό την ισχύ των διατάξεων των αρθρ. 70 Ν.3994/2011 και 21 Ν.4055/12, προ της ισχύος δε του άρθρ. 33 Ν.4446/2016 – εάν ο ενάγων παραλείψει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος κι η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό (κι όχι για τυπικό) λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 1337/2011, 1107/2005). Η εκδοχή αυτή συμβιβάζεται και προς την διάταξη του άρθ. 672 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή της εργασίας, κατά την οποία σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διότι η διάταξη αυτή δεν αφορά την μη προκαταβολή των εξόδων και τελών της δίκης, μεταξύ των οποίων και το δικαστικό ένσημο, αλλά αφορά την για άλλους λόγους μη εμφάνιση ή μη προσήκουσα εμφάνιση κάποιου από τους διαδίκους. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας δύναται να είναι η άρση της ειρημένης παραλείψεως, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους. Αν ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται. Μετά δε την εξαφάνισή της χωρεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία ο ενάγων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, δύναται να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως ηδύνατο να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 538/2019, ΑΠ 1485/2018, ΑΠ 1572/2013, ΑΠ 1095/2006). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Με τη διάταξη αυτή, επιτρέπεται, μεταξύ των άλλων, η ολική ή μερική παραίτηση του ενάγοντος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και, έτσι, περιορίζεται η αγωγή στο αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα, το οποίο υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό. Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος αν και, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, θεωρείται μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (ΟλΑΠ 6/1997 και 5/1997) δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν στην παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 ΚΠολΔ), αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στον διαγραφόμενο από το άρθρο 297 ΚΠολΔ τύπο. Κατά συνέπεια, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ίδιου κώδικα, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή, όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπ' όψη. Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, κατά τη σαφή λεκτική της διατύπωση, σε συνδυασμό και με το άρθρο 526 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος δύναται να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και επομένως αυτός αποκλείεται στην κατ' έφεση δίκη, στην οποία αποκρούεται, και αυτεπαγγελτως, ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικος (ΑΠ 538/2019, ΑΠ 1485/2018, ΑΠ 1572/2013, ΑΠ 368/2016). Ο απαράδεκτος δε περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου έχει ως συνέπεια το αίτημα της αγωγής να παραμένει καταψηφιστικό και ο ενάγων να υποχρεούται στην προκαταβολή του οφειλομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", τέλους δικαστικού ενσήμου. Η τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό το πρώτον στην έκκλητη δίκη είναι απαράδεκτη, εάν δε προβάλλεται επί εφέσεως προς άρση της παραλείψεως καταβολής δικαστικού ενσήμου καθιστά το σχετικό λόγο εφέσεως απαράδεκτο, αλλά και την ίδια την έφεση καθ' ολοκληρίαν απαράδεκτη. (ΑΠ 538/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 1290/2017).

2. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και την προσβαλλόμενη απόφαση παραδεκτώς επισκοπούμενα προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 30-12-2014 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγής του ενάγοντας δικηγόρου, εδώ αναιρεσείοντος, κατά του εναγομένου Δήμου Φιλοθέης-Ψυχικού, εδώ αναιρεσιβλήτου, με αίτημα να υποχρεωθεί το τελευταίο να του καταβάλει για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του σ’ αυτό (εναγόμενο Δήμο) το συνολικό ποσό των 432.620,58 ευρώ νομιμοτόκως, εκδόθηκε ερήμην του ενάγοντας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές από την παροχή εργασίας (ΚΠολΔ 677-681, όπως αυτά ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του V. 4335.2015) η 257/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη, λόγω μη καταβολής του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου. Κατά της ανωτέρω απόφασης ο αναιρεσείων-ενάγων άσκησε την από 8-2-2017 έφεσή του με την οποία ζητεί την εξαφάνιση αυτής επικαλούμενος την ως άνω ερημοδικία του και προς άρση της παραλείψεως καταβολής δικαστικού ενσήμου διαλαμβάνει ότι «...παραδεκτά και νόμιμα με το παρόν δικόγραφο της έφεσης μου δηλώνω ότι περιορίζω το καταφηφιστικό αίτημα της από 30.12.2014 ... αγωγής μου σε έντοκο αναγνωριστικό ενόψει και της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 33 ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α’ 240) που ισχύει αναδρομικά από 22.01.2017 και κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 33 του ίδιου αυτού νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 223 ΚΠολΔικ,». Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο ανωτέρω περιορισμός του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας είναι απαράδεκτος, ότι η καταβολή του δικαστικού ενσήμου αποτελεί προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της έφεσης και απέρριψε αυτήν. Υπό τα διαλαμβανόμενα το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 223, 297 και 528 του Κ.Πολ.Δ. καθόσον : 1) όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων δέχεται και προκύπτει και από την προσβαλλόμενη απόφαση, το πρώτον με την έφεσή του περιόρισε το αγωγικό αίτημα σε αναγνωριστικό, απαραδέκτως, αφού ο περιορισμός έλαβε χώρα μετά την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και ως εκ τούτου το αίτημα παρέμενε καταψηφιστικό και 2) λόγω της απόρριψης της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου ο αναιρεσείων όφειλε προς άρση της παράλειψης καταβολής και ευδοκίμησης της έφεσής του να επικαλεστεί και αποδείξει την καταβολή του ανωτέρω τέλους. Εξάλλου, ο κατά τα άνω γενόμενος περιορισμός δεν είναι παραδεκτός κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 και 2 του V.4446/2016 (σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 223 ΚΠολΔ), με τις οποίες καταργήθηκε η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου επί των αναγνωριστικών αγωγών που εφαρμόζεται και στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευσή του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του τούτο διότι στην προκειμένη περίπτωση, με την άσκηση της από 8-2-2017 ανωτέρω έφεσης αναβίωσε μεν η εκκρεμοδικία της ενδίκου αγωγής, κατέστη όμως και πάλιν ενεργός η υποχρέωση του εκκαλούντος, να εκπληρώσει τη νόμιμη υποχρέωσή του προς καταβολή του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου βάσει του αγωγικού αιτήματος, ως διατυπώθηκε και ίσχυε έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό, εφ' όσον η τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό το πρώτον στην έκκλητη δίκη ήταν απαράδεκτη, κατά τα προεκτεθέντα. Παρατηρείται τέλος ότι και σε περίπτωση που κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους του αναιρεσείοντος είχε εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, ο ενάγων θα ήταν υποχρεωμένος στην προκαταβολή του οφειλομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", τέλους δικαστικού ενσήμου εφόσον το αίτημα της αγωγής παραμένει καταψηφιστικό. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι κατά παράβαση των ως άνω δικονομικών διατάξεων το δικαστήριο της ουσίας έκρινε απαράδεκτο τον περιορισμό του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό και απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του, τυγχάνει αβάσιμος.

3. Τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 (Α' 256) Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (Ολομ. Σ.τ.Ε. 3087/2011, 1583/2010, 647/2004, ΑΠ 675/2010). Στα πλαίσια αυτά επιτρεπτώς επιβάλλεται από το ν. ΓΠΟΗ/1912 η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου επί των αποτιμητών σε χρήμα καταψηφιστικών αγωγών, χωρίς εντεύθεν να αναιρείται ή περιορίζεται το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακροάσεως του διαδίκου από την δικονομική συνέπεια της ερημοδικίας του, σε περίπτωση παραλείψεώς του να ανταποκριθεί στην εν λόγω υποχρέωσή του (άρθρα 2 ν. ΓΠΟΗ/1912 και 7 παρ. 1 του ν.δ. 1544/1942), λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη ότι το εν λόγω δικαίωμα ικανοποιητικά προστατεύεται με την άσκηση αναγνωριστικού χαρακτήρα αγωγής και παράλληλα αποτελεί δαπάνη που περιλαμβάνεται στα επιδικαζόμενα στον νικώντα διάδικο δικαστικά έξοδα. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές, η προσβαλλόμενη από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚπολΔ αναιρετική αίτηση, με επίκληση ότι ο αναιρεσίων λόγω των ως άνω διατάξεων περί δικαστικού ενσήμου και της μη καταβολής του αναλογούντος στο αντικείμενο της καταψηφιστικής της αγωγής δικαστικού ενσήμου, όπως και των ρυθμίσεων των διατάξεων του ΚπολΔ 223 στερήθηκε το προστατευόμενο από τα άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακροάσεως, είναι αβάσιμος εφόσον οι ανωτέρω θεσπιζόμενες από τον κοινό νομοθέτη δικονομικές προϋποθέσεις και διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης δεν αντίκεινται στις ανωτέρω διατάξεις ούτε στην αρχή της αναλογικότητας και είναι συνταγματικά ανεκτές.

4. Με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 3463/2006.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-11-2019 αίτηση περί αναιρέσεως της 1413/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.

 

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2022.

 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Τρίτη 4 Απριλίου 2023

Κατευθυντήριες Γραμμές 1/2023 σχετικά με την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων με σκοπό την επικοινωνία πολιτικού χαρακτήρα

 


Αθήνα, 31-03-2023

Αριθ. Πρωτ.: 791

ΑΠΟΦΑΣΗ 9/2023

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση στην έδρα της στις 09-02-2023, στις 16-02-2023 και στις 24-02-2023 προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Κωνσταντίνος Μενουδάκος, Πρόεδρος της Αρχής, τα τακτικά μέλη Χρήστος Καλλονιάτης, Κωνσταντίνος Λαμπρινουδάκης και ως Εισηγητές τα τακτικά μέλη Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Σπυρίδων Βλαχόπουλος, Αικατερίνη Ηλιάδου και Γρηγόριος Τσόλιας. Επίσης παρευρέθηκαν στη συνεδρίαση ύστερα από κλήση του Προέδρου, χωρίς δικαίωμα ψήφου, τα αναπληρωματικά μέλη Δημοσθένης Βουγιούκας, Γεώργιος Κόντης, Νικόλαος Λίβος, Χρήστος Παπαθεοδώρου, Νικόλαος Φαλδαμής και Μαρία Ψάλλα. Στη συνεδρίαση, χωρίς δικαίωμα ψήφου, παρέστησαν, με εντολή του Προέδρου, οι ελέγκτριες Γεωργία Παναγοπούλου, Ειδική Επιστήμονας Πληροφορικής, Χάρις Συμεωνίδου και Κυριακή Καρακάση, Ειδικές Επιστήμονες Νομικής, ως βοηθοί εισηγητών, και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του Τμήματος Διοικητικών Υποθέσεων, ως γραμματέας.

H Αρχή έχοντας υπόψη:

1) Τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων - ΓΚΠΔ) και του ν. 4624/2019 (ΦΕΚ Α΄ 137/29.08.2019) «Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού 2 Χαρακτήρα, μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 και άλλες διατάξεις».

2) Το άρθρο 4 παρ. 1 του Κανονισμού Λειτουργίας της Αρχής (Απόφαση 9/2022, ΦΕΚ 879/Β/25-2-2022, όπως τροποποιήθηκε με την Απόφαση 13/2022, ΦΕΚ 1245/Β/17- 03-2022 και ισχύει).

3) Τις Κατευθυντήριες Γραμμές 1/2019 της Αρχής σχετικά με την Επεξεργασία προσωπικών δεδομένων με σκοπό την επικοινωνία πολιτικού χαρακτήρα.

4) Τις υπ’ αρ. 1343-5/2022 αποφάσεις του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες έγιναν δεκτά τα εξής: «[…] Για τον περιορισμό της, αναγκαίας για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, επικοινωνίας του υποψηφίου βουλευτή κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου με τους εκλογείς της περιφέρειας στην οποία θέτει υποψηφιότητα, απαιτείται ειδική ρύθμιση. Τέτοια ειδική ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3471/2006, το οποίο εφαρμόσθηκε αποκλειστικά από την προσβαλλόμενη απόφαση της Αρχής και το οποίο ρυθμίζει τις μη ζητηθείσες επικοινωνίες για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς, μεταφέροντας την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 13 της οδηγίας 2002/58, περί αυτόκλητων κλήσεων για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης, καθώς στην περιγραφείσα στις ως άνω διατάξεις επικοινωνία δεν εμπίπτει πάντως η επικοινωνία του υποψήφιου βουλευτή κατά την προεκλογική περίοδο. Και τούτο ενόψει της ιδιαίτερης σημασίας που αποδίδεται από τις αναφερόμενες στην τέταρτη σκέψη συνταγματικές διατάξεις στην επικοινωνία αυτή. Η ερμηνεία αυτή δεν θίγει την προστασία των προσωπικών δεδομένων των εμπλεκόμενων φυσικών προσώπων, […], δεδομένου ότι εξακολουθούν να τυγχάνουν εφαρμογής οι γενικές διατάξεις του ΓΚΠΔ, βάσει των οποίων δύναται να κριθεί η νομιμότητα κάθε επεξεργασίας».

Η Αρχή, αφού άκουσε τους εισηγητές και τις βοηθούς εισηγητών, μετά από διεξοδική συζήτηση

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (Κανονισμού 2016/679) - εφεξής ΓΚΠΔ - και του άρθρου 9 του νόμου 4624/2019 (ΦΕΚ Α΄ 137) προκύπτει ότι η Αρχή έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει την εφαρμογή των διατάξεων του ΓΚΠΔ, του νόμου αυτού και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 57 παρ.1 στοιχ. α΄, β΄ και δ΄ του ΓΚΠΔ και 13 παρ. 1 στοιχ. α΄ και β΄ του νόμου 4624/2019 προκύπτει ότι η Αρχή έχει αυτεπάγγελτη αρμοδιότητα να παρακολουθεί και να επιβάλλει την εφαρμογή των διατάξεων του ΓΚΠΔ και του νόμου 4624/2019 και να προωθεί την ευαισθητοποίηση του κοινού και των υπευθύνων επεξεργασίας και των εκτελούντων την επεξεργασία σχετικά με την κατανόηση των κινδύνων, των κανόνων, των εγγυήσεων και των δικαιωμάτων και σχετικά με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του ΓΚΠΔ κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2. Σε συνέχεια των ανωτέρω αναφερόμενων αποφάσεων υπ’ αρ. 1343-5/2022 του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης των Κατευθυντήρων Γραμμών της Αρχής για την πολιτική επικοινωνία των υποψηφίων με τους εκλογείς κατά την προεκλογική περίοδο ώστε να καθοριστεί το πλαίσιο της νόμιμης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων για το σκοπό αυτό με βάση τις διατάξεις του ΓΚΠΔ.

3. Επειδή, το άρθρο 2 παρ. 1 του ΓΚΠΔ προβλέπει: «Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης». Αντίστοιχα, το άρθρο 2 του νόμου 4624/2019 ορίζει: «Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης από: α) δημόσιους φορείς ή β) ιδιωτικούς φορείς, εκτός και εάν η επεξεργασία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας». Η πολιτική επικοινωνία, ως αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, εμπίπτει κατεξοχήν στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ και του ν. 4624/2019.

4. Επειδή, το άρθρο 5 του ΓΚΠΔ καθορίζει τις αρχές επεξεργασίας που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, ορίζεται στην παράγραφο 1 ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων: «α) υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων («νομιμότητα, αντικειμενικότητα, διαφάνεια»), β) συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς (…)».

5. Επειδή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ΓΚΠΔ, ο υπεύθυνος επεξεργασίας φέρει την ευθύνη και πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωσή του με τις αρχές της επεξεργασίας που καθιερώνονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5. Όπως έχει κρίνει η Αρχή1, με τον ΓΚΠΔ υιοθετήθηκε ένα νέο μοντέλο συμμόρφωσης, κεντρικό στοιχείο του οποίου συνιστά η αρχή της λογοδοσίας στο πλαίσιο της οποίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να σχεδιάζει, εφαρμόζει και εν γένει λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα και πολιτικές, προκειμένου η επεξεργασία των δεδομένων να είναι σύμφωνη με τις σχετικές νομοθετικές προβλέψεις. Η σημασία της εσωτερικής συμμόρφωσης του υπευθύνου επεξεργασίας στις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ αναδεικνύεται από τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 και 2 ΓΚΠΔ σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται η εφαρμογή κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων, στο πλαίσιο των οποίων περιλαμβάνεται η κατάρτιση και εφαρμογή των κατάλληλων πολιτικών και διαδικασιών.

6. Επιπλέον δε, ο υπεύθυνος επεξεργασίας βαρύνεται με το περαιτέρω καθήκον να αποδεικνύει αυτός και ανά πάσα στιγμή τη συμμόρφωσή του με τις αρχές του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ. Η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ και της εθνικής νομοθεσίας είναι μια διαρκής διαδικασία η οποία αρχίζει ήδη προ της συλλογής και επεξεργασίας των δεδομένων με τον σχεδιασμό των οικείων διαδικασιών και τελειώνει μόνο με την οριστική διαγραφή των δεδομένων. 1 Βλ. απόφαση Αρχής 26/2019, σκέψη 8, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα της.

7. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 ΓΚΠΔ «η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει συναινέσει στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς, […] στ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερόντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επιβάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως εάν το υποκείμενο των δεδομένων είναι παιδί». Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου, «Όταν η επεξεργασία για σκοπό άλλο από αυτόν για τον οποίο έχουν συλλεγεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν βασίζεται στη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων ή στο δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους το οποίο αποτελεί αναγκαίο και αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διασφάλιση των σκοπών που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 1, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσο η επεξεργασία για άλλο σκοπό είναι συμβατή με τον σκοπό για τον οποίο συλλέγονται αρχικώς τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων: α) τυχόν σχέση μεταξύ των σκοπών για τους οποίους έχουν συλλεχθεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και των σκοπών της επιδιωκόμενης περαιτέρω επεξεργασίας, β) το πλαίσιο εντός του οποίου συλλέχθηκαν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των υποκειμένων των δεδομένων και του υπευθύνου επεξεργασίας, γ) τη φύση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως για τις ειδικές κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία, σύμφωνα με το άρθρο 9, ή κατά πόσο δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που σχετίζονται με ποινικές καταδίκες και αδικήματα υποβάλλονται σε επεξεργασία, σύμφωνα με το άρθρο 10, δ) τις πιθανές συνέπειες της επιδιωκόμενης περαιτέρω επεξεργασίας για τα υποκείμενα των δεδομένων, ε) την ύπαρξη κατάλληλων εγγυήσεων, που μπορεί να περιλαμβάνουν κρυπτογράφηση ή ψευδωνυμοποίηση».

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Η Αρχή, αποφασίζει ομόφωνα να εκδώσει τις ακόλουθες Κατευθυντήριες Γραμμές, όπως παρατίθενται στο Παράρτημα της παρούσας απόφασης.

Ο Πρόεδρος                                                                                       Η Γραμματέας

Κωνσταντίνος Μενουδάκος                                                       Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου

 

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2023

ΜονΕφΛαρίσης 6/2023 : Αγωγή κατά ΟΣΕ - Τραυματισμός επιβάτη - Ακρωτηριασμός λόγω σιδηροδρομικού ατυχήματος - Αποκλειστική ευθύνη ΟΣΕ



Σιδηροδρομικό ατύχημα το οποίο είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό της ενάγουσας και δη τον ακρωτηριασμό αμφοτέρων των κάτω άκρων της. Αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων του ΟΣΕ (του μηχανοδηγού, του προϊσταμένου υπηρεσίας αμαξοστοιχίας και του σταθμάρχη). Αδικοπραξία. Επιδίκαση ποσών για πρόσληψη βοηθού-νοσηλεύτριας, υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμας, αγορά ορθοπεδικών ειδών, μελλοντικές δαπάνες για την πρόσληψη βοηθού νοσηλεύτριας, μελλοντικές δαπάνες για υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμας. Δεδικασμένο. Η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης σώματος ή της υγείας προσώπου αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για τον μεταγενέστερο χρόνο κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες. Βάρος επίκλησης και απόδειξης του χαρακτηρισμού μίας ζημίας ως απρόβλεπτης.

 

 

 

Αριθμός απόφασης 6/2023

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Σοφία Λυμπεριάδου, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από τη Διευθύνουσα το Εφετείο Λάρισας και από το Γραμματέα Χρήστο Κανελλιά.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στη Λάρισα την 21η Οκτωβρίου 2022 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε», που εδρεύει στη Αθήνα οδός Καρόλου αρ. 1-3), με ΑΦΜ . που εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χ Σ, του Δικηγορικού Συλλόγου Τρικάλων (AM ...) 

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ : ., κατοίκου Περισσού Αττικής (οδός .) με ΑΦΜ . που εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Α Τ, του Δικηγορικού Συλλόγου Τρικάλων (AM ...).


Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 23.12.2019 (αριθ. έκθ. κατάθεσης ./23.125019) αγωγή της που άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ζήτησε ό,τι αναφέρει σ' αυτήν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 275/2021 οριστική απόφαση του, δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα - εναγομένη με την κρινόμενη από 22.10.2021 έφεση της που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./22.10.2021. η οποία με την υπ' αριθ. ./2021 πράξη ορισμού δικασίμου του Γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία και συζητήθηκε η υπόθεση.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων προκατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με δήλωση κατά το άρθρο 22 παρ.2 ΚΠολΔ

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ' αριθ 275/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, επί της απευθυνόμενης ενώπιον του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από 23.12.2019 (αριθ. έκθ κατάθεσης ./23.12.2019) αγωγής της εφεσίβλητης - ενάγουσας κατά της εκκαλούσας-εναγομένης, έχει ασκηθεί από την τελευταία που ηττήθηκε πρωτοδίκως κατά ένα μέρος, νομότυπα, με την κατάθεση δικογράφου στις 22 10-2021 στη γραμματεία του ανωτέρω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο παρ. 1 του ΚΠολΔ). και εμπρόθεσμα, ειδικότερα δε εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης σ' αυτήν (εκκαλούσα - εναγομένη) που έλαβε χώρα στις 27.9.2021 και για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί το απαιτούμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3Α ΚΠολΔ υπ' αριθ. . ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού 100 ευρώ, σύμφωνα με την επισημείωση της Γραμματέως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στην εκεί έκθεση κατάθεσης Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 511, 513 παρ. 1 εδ β', 516 παρ. 1 και 517 του ΚΠολΔ, η κρινόμενη έφεση, η οποία εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρα 498 και 19 ΚΠολΔ). πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια διαδικασία (άρθρ 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Η ενάγουσα ήδη εφεσίβλητη με την από 23.12.2019 (αριθ. εκθ. κατάθεσης ./23.12.2019) αγωγή της που άσκησε κατά της εναγομένης ήδη εκκαλούσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ιστορούσε ότι στις 8.2.2000 εξαιτίας της περιγραφόμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης ήδη εκκαλούσας, συνέβη σιδηροδρομικό ατύχημα που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό της και δη τον ακρωτηριασμό αμφοτέρων των κάτω άκρων της και ότι οι συνθήκες και τα αίτια του ατυχήματος κρίθηκαν ήδη τελεσιδίκως με την υπ' αριθ. 4767/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που καταλόγισε αποκλειστική υπαιτιότητα στους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης ήδη εκκαλούσας ως προς την πρόκληση του τραυματισμού της Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενη ότι η άνω αδικοπραξία εξακολουθεί να αναδίδει δυσμενείς συνέπειες, καθόσον λόγω του ακρωτηριασμού των ποδιών της, που ήταν συνέπεια του τραυματισμού της, έχει ανάγκη νοσηλευτικής φροντίδας δια βίου επί 24ωρου βάσης, αφού με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις της έτρεψε μερικώς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της σε αναγνωριστικό, ζήτησε, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει α) το ποσά των 15.000 ευρώ, εφάπαξ καταβλητέο, που ήδη δαπάνησε και θα δαπανήσει στο μέλλον νια πρόσληψη βοηθού - νοσηλεύτριας, για το χρονικό διάστημα από 9.12.2018 έως 8.12.2027, β) το ποσό των 15.000 ευρώ, εφάπαξ καταβλητέο, ως ιδιαίτερη αμοιβή που θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει σε τρίτον για υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμας, πέραν του οκτάωρου που της προσφέρει νοσηλεύτρια, αν δεν είχε δεχθεί τις αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες του συζύγου της, για το χρονικό διάστημα από 9.12.2018 έως 6 12.2027, γ) τo ποσό των 10.293 ευρώ που δαπάνησε για αγορά ορθοπεδικών ειδών για την αντικατάσταση των τεχνητών μελών που φέρει εξαιτίας του ακρωτηριασμού της από το ένδικο ατύχημα, καθώς και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει α) το ποσά των 99 592.80 ευρώ, εφάπαξ καταβλητέο, που ήδη δαπάνησε και θα δαπανήσει στο μέλλον για πρόσληψη βοηθού - νοσηλεύτριας, γιο το χρονικό διάστημα από 9.12.2018 έως 8.12.2027 και β) το ποσό των 99.592.80 ευρώ, εφάπαξ καταβλητέο, ως ιδιαίτερη αμοιβή που θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει σε τρίτον για υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμας, πέραν του οκτάωρου που της προσφέρει νοσηλεύτρια, αν δεν είχε δεχθεί τις αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες του συζύγου της, για το χρονικό διάστημα από 9.12 2018 έως 8 12.2027, όλα δε τα παραπάνω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση επί της άνω αγωγής εκδόθηκε μετά από συζήτηση, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 276/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς όλα τα κονδύλια της, πλην του παρεπόμενου αιτήματος για κήρυξη προσωρινά εκτελεστής της απόφασης κατά το μέρος που αφορά το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής το οποίο απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα - εναγομένη, με την κρινόμενη έφεση της και ζητεί, για τους λόγους που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και ν' απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 Ν. 4640/2019 (ΦΕΚ Α' 190/30.11.2019, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 Ν. 4647/2019 (Φ.Ε.Κ. Α' 204/16.12.2019), «1. Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. 2 Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής σύμφωνα με την παράγραφο 1 καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής των άρθρων 6 και 7 του παρόντος. Το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που τυχόν ασκηθεί ή με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για τις αγωγές που έχουν κατατεθεί από 30-11-2019 έως σήμερα» (ήτοι έως την 16.12.2019, ημερομηνία δημοσίευσης του Ν. 4647/2019). Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι η υποχρέωση προσκόμισης του ενημερωτικού εγγράφου περί της δυνατότητας διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς υφίσταται για όλες τις αγωγές, που αφορούν αστικές και εμπορικές διαφορές οι οποίες κατατέθηκαν από την 30η-11-2019 και εντεύθεν εφόσον βέβαια οι διάδικοι έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τους. Η υποχρέωση αυτή υφίσταται ανεξαρτήτως της τυχόν υπαγωγής των αγωγών αυτών και στις περιπτώσεις του άρθρου 6 του ιδίου νόμου, ήτοι στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, όπως αυτή ρυθμίζεται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται και η πρόσθετη υποχρέωση κατάθεσης μαζί με ης προτάσεις και του πρακτικού της παραπάνω συνεδρίας καθώς και η μνεία στο έντυπο του άρθρου 3 παρ. 2 της ενημέρωσης του εντολέα για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία Σημειώνεται δε ότι ενώ η έναρξη ισχύος των άρθρων 6 και 7 Ν. 4640/2019. ως προς τις υποθέσεις της περ β' του άρθρου 44 του νόμου αυτού, μετατέθηκε αναδρομικά για την 1η-07-2020 [άρθρο 74 παρ. 13 Ν. 4Θ9Ο/2Ο20), δεν μετατέθηκε η έναρξη ισχύος εφαρμογής του όρθρου 3 του ίδιου νόμου, που παρέμεινε σε ισχύ από την άνω ημερομηνία, ήτοι την 30η-11-2019.

Τρίτη 14 Μαρτίου 2023

ΣτΕ (Δ') 41/23 : ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ - ΔΙΕΥΡΥΜΕΝΟ ΩΡΑΡΙΟ - ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ - ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ - ΣΥΝΤΑΓΜΑ. Αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεων του Φαρμακευτικού Συλλόγου - Διευρυμένο ωράριο φαρμακείων



ΣτΕ (Δ΄) 41:2023 : ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ - ΔΙΕΥΡΥΜΕΝΟ ΩΡΑΡΙΟ - ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ - ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ - ΣΥΝΤΑΓΜΑ. Αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεων του Φαρμακευτικού Συλλόγου - Διευρυμένο ωράριο φαρμακείων - Ορίζεται το μεν ελάχιστο υποχρεωτικό ωράριο λειτουργίας των φαρμακείων σε σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως, το δε μέγιστο διευρυμένο σε εβδομήντα επτά (77) ώρες. Όπως έχει παγίως κριθεί από το ΣτΕ, η ρυθμιστική παρέμβαση του Κράτους στην λειτουργία των φαρμακείων, δικαιολογείται από επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται προεχόντως στην ανάγκη προστασίας της υγείας των πολιτών [βλ και την υπ'αρ.201/20 ΟλΣτΕ]. Κρίνεται ότι  ο εισαχθείς περιορισμός είναι πρόσφορος για την επίτευξη των σκοπών δημοσίου συμφέροντος και δεν θίγει τον πυρήνα της οικονομικής ελευθερίας των αιτούντων. Αβασίμως λοιπόν, προβάλλεται αντίθεση των επίμαχων νομοθετικών ρυθμίσεων στις συνταγματικές διατάξεις και το ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Απορρίπτει την αίτηση.


Αριθμός 41/2023

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ΄

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2022, με την εξής σύνθεση: Ευθύμιος Αντωνόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Χριστίνα Σιταρά, Μαρία Αθανασοπούλου, Σύμβουλοι, Ιωάννης Μιχαλακόπουλος, Μαγδαληνή Φασιλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ιωάννα Παπαχαραλάμπους, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 21 Ιουνίου 2019 αίτηση:

των: 1….., … 19. … οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο ΓΚ, που τον διόρισαν με πληρεξούσια, …. κατά του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής (Φ.Σ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Μυλλέρου 1), ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο ΣΑ (Α.Μ. ….), που τη διόρισε με πληρεξούσιο,

και κατά των παρεμβαινόντων: Α. Πανελληνίου Φαρμακευτικού Συλλόγου, που εδρεύει στην Αθήνα (Πειραιώς 134 και Αγαθημέρου), ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους: α) ΠΛ (Α.Μ. ….), β) ΑΠ (Α.Μ. ….) και γ) ΗΔ (Α.Μ. ….), που τους διόρισε με πληρεξούσιο και Β. Φαρμακευτικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (Ερμού 35), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο ΝΤ (Α.Μ. …. Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: 1) η υπ’ αριθ. .../27.5.2019 απόφαση του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής, 2) η υπ’ αριθ. .../27.5.2019 απόφαση του ίδιου ως άνω Συλλόγου, 3) η υπ’ αριθ. ..../28.5.2019 απόφαση του ως άνω Συλλόγου, 4) η υπ’ αριθ. .../27.5.2019 πράξη του Πανελληνίου Φαρμακευτικού Συλλόγου και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ιωάννη Μιχαλακόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, την πληρεξουσία του καθ’ ου Συλλόγου και τους πληρεξουσίους του παρεμβαίνοντος Συλλόγου που εμφανίσθηκε, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίσιν αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής ..........).

2. Επειδή, ζητείται ν’ ακυρωθούν οι εξής πράξεις: α) απόφαση του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής (υπ’ αρ. Πρωτ..../27.5.2019), με την οποίαν τροποποιήθηκε ο πίνακας φαρμακείων Αττικής (πλην Πειραιώς), που λειτουργούν πέραν του κατ’ ελάχιστον υποχρεωτικού ωραρίου για το δίμηνο Μαΐου – Ιουνίου 2019, β) ομοία απόφαση του αυτού Συλλόγου (υπ’ αρ. Πρωτ. .../27.5.2019), με θέμα «Νέο πλαίσιο χρονικών ορίων λειτουργίας Φαρμακείων», γ) ομοία απόφαση του ιδίου Συλλόγου (υπ’ αρ. Πρωτ. ..../28.5.2019), με θέμα «Υποβολή δήλωσης για νέο διευρυμένο ωράριο διμήνου Ιούλιος – Αύγουστος 2019» και δ) πράξη του Πανελληνίου Φαρμακευτικού Συλλόγου υπ’ αριθμόν ..../27.5.2010 με θέμα «Άμεση εφαρμογή των διατάξεων … περί απαγόρευσης λειτουργίας των φαρμακείων κατά τις αργίες και ορισμού ανωτάτου χρονικού ορίου λειτουργίας των διευρυμένων φαρμακείων».

Επειδή, το άρθρο 9 του ν. 1963/1991 (Α΄ 138), όπως είχε αντικατασταθεί από το άρ. 257 παρ. 1 του ν. 4512/2018 (Α΄ 5), όριζε τα εξής στην παράγραφο 1 αυτού: «1. Τα φαρμακεία λειτουργούν υποχρεωτικά κατ’ ελάχιστον σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως. Με απόφαση του αρμόδιου κατά τόπον Περιφερειάρχη που εκδίδεται ύστερα από την σύμφωνη γνώμη του οικείου φαρμακευτικού συλλόγου, κατανέμονται, ανάλογα με τις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού, οι ως άνω 40 ώρες εντός της εβδομάδας, οι οποίες δεν θα μπορούν να υπερβαίνουν τα κάτωθι ανώτατα χρονικά όρια, τα οποία πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) από Δευτέρα έως Παρασκευή εντός της εβδομάδας και β) από τις 08:00 π.μ. έως τις 21:00 μ.μ. εντός της ημέρας. Επίσης τα φαρμακεία δεν είναι υποχρεωτικό να λειτουργούν στις κάτωθι αργίες εκάστου έτους: την 25η Μαρτίου, την Μεγάλη Παρασκευή, τη Δευτέρα του Πάσχα, την 15η Αυγούστου, την 25η και την 26η Δεκεμβρίου, την 1η Ιανουαρίου, την 6η Ιανουαρίου, την Καθαρά Δευτέρα, την 1η Μαΐου, την 28η Οκτωβρίου και του Αγίου Πνεύματος, την ημέρα εορτής του Πολιούχου Αγίου της πόλης και την ημέρα Απελευθέρωσης της πόλης.».

4. Επειδή, η παράγραφος 2 του άρ. 9 ν. 1963/1991 (όπως έχει, μετά το άρ. 257 παρ. 1 του ν. 4512/2018) εξακολουθεί να ρυθμίζει ως εξής τα των διανυκτερεύσεων και διημερεύσεων των φαρμακείων: «2. Όλα τα φαρμακεία συμμετέχουν υποχρεωτικά στις καθοριζόμενες σύμφωνα με το παρόν διημερεύσεις και διανυκτερεύσεις. Η διημέρευση διαρκεί από τις 08:00 π.μ. έως τις 21:00 μ.μ. και η διανυκτέρευση από τις 21:00 μ.μ. έως τις 08:00 π.μ. κάθε ημέρας. Με απόφαση του κατά τόπον αρμόδιου Περιφερειάρχη κατόπιν σύμφωνης γνώμης του οικείου φαρμακευτικού συλλόγου, καθορίζεται ανά περιφερειακή ενότητα ή ανά δήμο, ο αριθμός των φαρμακείων που διημερεύουν και διανυκτερεύουν κάθε έτος και η σειρά διημέρευσης και διανυκτέρευσης αυτών. Σύμφωνα με αυτή την απόφαση συντάσσονται από τον κατά τόπον αρμόδιο φαρμακευτικό σύλλογο σχετικοί πίνακες διημέρευσης και διανυκτέρευσης, οι οποίοι ισχύουν για ένα έτος και είναι υποχρεωτικοί για τα μέλη τους. Για τον ως άνω καθορισμό των φαρμακείων που διημερεύουν ή διανυκτερεύουν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως κριτήρια: α) η ισόρροπη γεωγραφική κατανομή όλων των διημερευόντων και διανυκτερευόντων φαρμακείων, ώστε να καλύπτονται εύκολα οι ανάγκες πρόσβασης των πολιτών στο φάρμακο ανά δήμο όλο το 24ωρο, β) η ισομερής συμμετοχή όλων των φαρμακείων στις διανυκτερεύσεις και τις διημερεύσεις. Οι πίνακες διημερεύσεως και διανυκτερεύσεως των φαρμακείων συντάσσονται με ευθύνη και φροντίδα του οικείου φαρμακευτικού συλλόγου, αναρτώνται επί των προσόψεων των φαρμακείων κατά τις ημέρες και ώρες που αυτά παραμένουν κλειστά, με ευθύνη του φαρμακοποιού, καθώς και στις ιστοσελίδες, εφόσον υφίστανται, των αρμόδιων Περιφερειών ή Περιφερειακών Ενοτήτων και Φαρμακευτικών Συλλόγων. Το προσωπικό των φαρμακείων, που εργάζονται κατά το χρόνο διημέρευσης η διανυκτέρευσης, τουλάχιστον επί πέντε ώρες, δικαιούται πλήρη ανάπαυση την επόμενη ημέρα. Το τμήμα του χρόνου εργασίας που παρέχεται σε διημέρευση ή διανυκτέρευση και που δεν συμψηφίζεται με το χρόνο ανάπαυσης του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται ως υπερωριακή εργασία και εφαρμόζονται για αυτό οι ισχύουσες διατάξεις για την αμοιβή υπερωριακής εργασίας.».

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2023

ΣΤΕ 2618/2022 [ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΑΕΠΟ]

 


Περίληψη

– Εν προκειμένω, αν και η αρχική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) είχε κριθεί πλήρης από την αρμόδια περιβαλλοντική αρχή ήδη από το έτος 2003, πριν δηλαδή από την έναρξη ισχύος του ν. 4014/2011, η Διοίκηση έκρινε ότι, λόγω της παρόδου μακρού χρόνου [14 ετών] από την υποβολή της πρώτης ΜΠΕ έως την υποβολή της επικαιροποιημένης ΜΠΕ και την έναρξη εξέτασης του αιτήματος, οι ήδη διατυπωθείσες γνωμοδοτήσεις είχαν καταστεί ανεπίκαιρες, ότι έπρεπε να προκληθεί η έκδοση νέων και ότι έπρεπε να τηρηθεί η διαδικασία διαβούλευσης με το ενδιαφερόμενο κοινό, βάσει της οδηγίας 2011/92/ΕΕ και της κοινής απόφασης 1649/45/2014 των Υπουργών Περιβάλλοντος και Εσωτερικών (Β’ 45). Περαιτέρω, ο ίδιος ο παρεμβαίνων έθεσε υπόψη της Διοίκησης ότι, κατά το διαρρεύσαν χρονικό αυτό διάστημα, είχαν μεταβληθεί κρίσιμα δεδομένα για την αδειοδότηση του λατομείου και, ειδικότερα, ότι υφίσταντο πλέον, κατά το χρόνο υποβολής της επικαιροποιημένης ΜΠΕ (2017), νέες εγκαταστάσεις πλησίον του λατομείου (μονάδα επεξεργασίας ξύλου, αγωγός φυσικού αερίου), που έπρεπε να εκτιμηθούν πριν από την έκδοση της ΑΕΠΟ. Υπό τα δεδομένα αυτά, λόγω της εκ νέου κίνησης των διαδικασιών γνωμοδοτήσεων και τήρησης της διαδικασίας διαβούλευσης με το ενδιαφερόμενο κοινό, αλλά και λόγω της μεταβολής κρίσιμων δεδομένων που έπρεπε να αξιολογηθούν από την περιβαλλοντική αρχή, η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ δεν εμπίπτει στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 30 παρ. 4 του ν. 4014/2011, αλλά διέπεται από τις πάγιες διατάξεις αυτού. Ως εκ τούτου, στην κρινόμενη υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής το προπαρατεθέν άρθρο 19 α του ν. 4014/2011, που επιβάλλει την ανάρτηση της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για έργο της Α’ κατηγορίας σε ειδικό δικτυακό τόπο, εντός μηνός από την έκδοσή της, και ορίζει ότι η ανάρτηση αυτή συνιστά δημοσίευση επιβαλλόμενη από τον νόμο και δημιουργεί τεκμήριο πλήρους γνώσης για κάθε ενδιαφερόμενο προκειμένου να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως.

Μετά την αντικατάστασή του με την οδηγία 2014/52/ΕΕ, το άρθρο 9 παρ. 1 της οδηγίας 2011/92/ΕΕ δεν επιβάλλει την κοινοποίηση της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης [ΟΤΑ], αλλά αρκείται στο αυτό επίπεδο ενημέρωσης κοινού και γνωμοδοτούντων φορέων. Περαιτέρω, η οδηγία αναγνωρίζει τη γνωστοποίηση της ΑΕΠΟ μέσω του διαδικτύου ως τρόπο ενημέρωσης και αφετηρία της προθεσμίας για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος κατ’ αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι οι συνθήκες πρόσβασης στο φάκελο που τίθεται στη διάθεση του ενδιαφερομένου κοινού, προκειμένου να συμμετάσχει στη διαβούλευση, του επιτρέπουν να ασκήσει αποτελεσματικώς τα δικαιώματά του καθ’ όσον δε αφορά ειδικώς τους ΟΤΑ, το εθνικό δίκαιο, όπως ίσχυε και πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2014/52/ΕΕ στην εσωτερική έννομη τάξη, προέβλεπε ότι το αίτημα και η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων έργου ή δραστηριότητας που πρόκειται να εγκατασταθούν εντός των διοικητικών ορίων ενός ΟΤΑ, αποστέλλονται σε αυτόν προς γνωμοδότηση. Εφόσον, επομένως, οι ΟΤΑ έχουν, κατά νόμον, τη δυνατότητα να μετάσχουν ενεργά και αποτελεσματικά στη διαδικασία λήψης της απόφασης και γνωρίζουν τα χαρακτηριστικά του σχεδιαζόμενου έργου και τις περιβαλλοντικές του παραμέτρους (μέγεθος, επιπτώσεις και ιδιαιτερότητες του έργου, φέρουσα ικανότητα, περιβαλλοντική ευαισθησία της περιοχής τους κ.λπ.), δεν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω, ως προς αυτούς, η επαρκής πληροφόρηση περί την έναρξη της διαδικασίας αδειοδότησης και, υπό τα δεδομένα αυτά, η γνωστοποίηση της ΑΕΠΟ μέσω διαδικτυακού τόπου [aepo.ypeka.gr] αποτελεί πρόσφορο τρόπο δημοσιοποίησης που μπορεί να αντιταχθεί και προς αυτούς.

Κατά συνέπεια, αν έχει τηρηθεί η επιβαλλόμενη διαδικασία αποστολής της ΜΠΕ προς γνωμοδότηση σε συγκεκριμένο ΟΤΑ, η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως εκ μέρους του κατά της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων αρχίζει την επομένη της ανάρτησής της στον ως άνω ειδικό διαδικτυακό τόπο, αν αυτή πραγματοποιηθεί εντός της μηνιαίας προθεσμίας από την έκδοσή της, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 19α του ν. 4014/2011, εκτός αν επακολουθήσει ανάρτησή της στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ^ οπότε η προθεσμία αρχίζει από την επομένη του τελευταίου αυτού γεγονότος.

Εν προκειμένω, η ΜΠΕ του επίδικου λατομείου, που αποτελεί έργο της A κατηγορίας, απεστάλη στον αιτούντα Δήμο, ο οποίος και γνωμοδότησε επ’ αυτής με την απόφαση 306/26.7.2017 του Δημοτικού Συμβουλίου ληφθείσα μάλιστα σε συνέχεια άλλων αποφάσεων οργάνων τοπικής αυτοδιοίκησης. Σύμφωνα δε μετα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, αφετηρία της της προθεσμίας για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως του εν λόγω Δήμου κατά της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων αποτελεί η ανάρτησή της στο διαδικτυακό τόπο «aepo.ypeka.gr», που έγινε μετά την ανάρτησή της στη Διαύγεια και εντός της μηνιαίας προθεσμίας από την έκδοσή της, βάσει του άρθρου 19 α του ν. 4014/2011, αδιαφόρως αν η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε ή όχι προς αυτόν, αφού τέτοια υποχρέωση δεν επιβάλλεται από την οδηγία 2014/52/ΕΕ (και υπό την εκδοχή ότι αυτή τυγχάνει εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση), το νόμο ή γενική αρχή του δικαίου.

Η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ, που εκδόθηκε στις 12.9.2018 και αναρτήθηκε στο διαδικτυακό τόπο «aepo.ypeka.gr» στις 13.9.2018, άρχισε στις 16.9.2018 (λόγω αναστολής της σχετικής προθεσμίας έως 15.9, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών), έληξε στις 14.11.2018 και δεν διεκόπη από την εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής του ν. 3200/1955 ενώπιον του Υπουργού στις 14.3.2019, με αποτέλεσμα η κρινόμενη αίτηση να ασκείται εκπροθέσμως στις 2.4.2019. Τέλος, το αίτημα του αιτούντος, να του παρασχεθεί, κατ’ αναλογίαν των κριθέντων με την απόφαση 674/2018 της επταμελούς σύνθεσης του Ε’ Τμήματος, η δυνατότητα να αποδείξει ότι το ακριβές χρονικό σημείο πλήρους γνώσης του περιεχομένου της προσβαλλόμενης πράξης είναι μεταγενέστερο αυτού που συμπίπτει με την ανάρτηση της ΑΕΠΟ στον ιστότοπο «aepo.ypeka.gr» προβάλλεται αβασίμως, διότι, όπως κρίθηκε με την εν λόγω απόφαση, η δυνατότητα αυτή υφίσταται, ενόψει των συνταγματικών αρχών που διέπουν τη δυνατότητα παροχής αποτελεσματικής έννομης προστασίας, μόνον για αιτήσεις ακυρώσεως που έχουν ασκηθεί από τρίτους κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της έναρξης ισχύος των διατάξεων του άρθρου 19 α του ν. 4014/2011 και του χρονικού σημείου δημοσίευσης (12.4.2017) της προδικαστικής απόφασης 1112/2017 του Δικαστηρίου, με την οποία επισημάνθηκε το πρώτον στη νομολογία ο ως άνω τρόπος εφαρμογής των διατάξεων αυτών, ενώ αντιθέτως, εν προκειμένω, η ίδια η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ εκδόθηκε το Σεπτέμβριο του 2018, πολύ μετά τη δημοσίευση της προδικαστικής απόφασης 1112/2017 του Δικαστηρίου.

ΠρόεδροςΚ. Χριστοφορίδου