Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2021

ΣΤΕ 1386/2021: "Δημόσιο- self-test. Δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων η επιβολή υποχρεωτικού self-test, καθώς και η επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων υγείας στους απασχολούμενους στο Δημόσιο που παρέχουν την εργασία τους με φυσική παρουσία"

 



ΣΤΕ 1386/2021: Δημόσιο- self-test. Δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων η επιβολή υποχρεωτικού self-test, καθώς και η επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων υγείας στους απασχολούμενους στο Δημόσιο που παρέχουν την εργασία τους με φυσική παρουσία. Μερική μειοψηφία.


Αριθμός 1386/2021

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ΄

 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2021, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Aντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Ε. Αντωνόπουλος, Δ. Κυριλλόπουλος, Ηλ. Μάζος, Ο. Παπαδοπούλου, Σύμβουλοι, Ι. Μιχαλακόπουλος, Δ. Μαυροπόδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Τσαπαρδώνη.

 Για να δικάσει την από 24 Μαΐου 2021 αίτηση:

της ……. του …., κατοίκου Πειραιά (……), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο ΧΠ (Α.Μ. ….), που τον διόρισε στο ακροατήριο,

κατά των Υπουργών: 1. Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος παρέστη με τους…

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ.26390/24.4.2021 κοινή απόφαση των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και Επικρατείας και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Δ. Μαυροπόδη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους αντιπροσώπους των Υπουργών που εμφανίσθηκαν, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

 Α φ ο ύ     μ ε λ έ τ η σ ε    τ α     σ χ ε τ ι κ ά   έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε      κ α τ ά    τ ο ν    Ν ό μ ο


1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. έντυπο ηλεκτρονικού παραβόλου με κωδικό πληρωμής ………../2021).

 2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ.Δ1α/Γ.Π.οικ.26390/24.4.2021 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και Επικρατείας «Εφαρμογή του υποχρεωτικού μέτρου του διαγνωστικού ελέγχου νόσησης από τον κορωνοϊό COVID-19 σε υπαλλήλους του Δημοσίου που παρέχουν εργασία με φυσική παρουσία στον τόπο εργασίας» (Β΄ 1686/24.4.2021).

3. Επειδή, με το άρθρο 2 του ν. 4790/2021 (Α΄ 48/ 31.3.2021), ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις και η διαδικασία διάθεσης αυτοδιαγνωστικής δοκιμασίας ελέγχου της νόσησης από κορωνοϊό COVID-19, ως εξής: «1. Εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται άμεσος κίνδυνος από τη διασπορά του κορωνοϊού COVID- 19 και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν της 30ης.6.2021, διανέμεται με κρατική μέριμνα σε κάθε κάτοχο Αριθμού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (ΑΜΚΑ)…μία αυτοδιαγνωστική δοκιμασία ελέγχου της νόσησης από κορωνοϊό COVID-19 ανά εβδομάδα, η οποία προορίζεται για ατομική χρήση χωρίς ανάγκη διενέργειάς της από επαγγελματίες υγείας. 2. Για την υλοποίηση του σκοπού της παρ. 1 επιτρέπεται η διάθεση προϊόντων της παρ. 1 με καθεστώς κατά παρέκκλιση έγκρισης διάθεσης και έναρξης χρήσης από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.) ή από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, ήτοι προς περιορισμό της διασποράς της πανδημίας, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά:

α) ο κατασκευαστής έχει λάβει ειδική ή κατά παρέκκλιση έγκριση διάθεσης και έναρξης χρήσης τους ως αυτοδιαγνωστικών στην αγορά από τον Ε.Ο.Φ., σύμφωνα με προδιαγραφές που θεσπίζει ο ίδιος ως αρμόδια αρχή εφόσον ο κατασκευαστής έχει έδρα στην Ελληνική Επικράτεια ή ο θέτων το προϊόν στην αγορά έχει λάβει τέτοια έγκριση, ή από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε., εφόσον το εν λόγω κράτος μέλος έχει θεσπίσει αντίστοιχες προδιαγραφές, β) οι πληροφορίες στις οδηγίες χρήσεως του προϊόντος παρέχονται στην ελληνική γλώσσα με εύληπτο και σαφή τρόπο, γ) δεν διατίθεται στην ελληνική αγορά αντίστοιχο προϊόν, το οποίο να διαθέτει την απαιτούμενη σήμανση CE, ως αυτοδιαγνωστικό, ή τα διατιθέμενα ως άνω προϊόντα με τη σήμανση CE δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της ελληνικής αγοράς. 3. Ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.) υποχρεούται να διατηρεί μητρώο αυτοδιαγνωστικών δοκιμασιών ελέγχου που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 2 ως προς την κατά παρέκκλιση έγκριση διάθεσης και έναρξης χρήσης τους στην Ελλάδα. Ο Ε.Ο.Φ. προσδιορίζει το σύνολο των αναγκαίων δικαιολογητικών που υποβάλλει ο αιτών για τον σκοπό αυτό. 4. Η διάθεση των προϊόντων της παρ. 1 προς τους δικαιούχους μέσω των φαρμακείων γίνεται χωρίς αντίτιμο. 5. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 46 ορίσθηκε ότι «1. Εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται κίνδυνος δημόσιας υγείας από τη διάδοση του κορωνοϊού COVID-19, η έλλειψη του οποίου διαπιστώνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, και σε κάθε περίπτωση έως την

31η.7.2021, δύναται να ορίζεται, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, με κοινή απόφαση του Υπουργού Υγείας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, μετά από γνώμη της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας Δημόσιας Υγείας κατά του κορωνοϊού COVID-19, ως προϋπόθεση προσέλευσης στον τόπο παροχής εργασίας ή άσκησης του λειτουργήματος των εν γένει απασχολουμένων, η προηγούμενη διαπίστωση, μετά από διαγνωστικό έλεγχο νόσησης από τον κορωνοϊό COVID-19, ότι ο απασχολούμενος δεν έχει βρεθεί θετικός σε δοκιμασία διαγνωστικού ελέγχου. … 2. … 3. Με την απόφαση της παρ. 1 καθορίζονται η διαδικασία και οι φορείς διενέργειας του ελέγχου, η δυνατότητα υποβολής σε αυτοέλεγχο, η κάλυψη της σχετικής δαπάνης, η συχνότητα υποβολής σε διαγνωστικό ή αυτοδιαγνωστικό έλεγχο, ο τρόπος διάθεσης των διαγνωστικών δοκιμασιών, ο τρόπος βεβαίωσης της υποβολής σε έλεγχο και των αποτελεσμάτων του, ο τρόπος και η διαδικασία αναγγελίας των αποτελεσμάτων, οι διοικητικές κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν και τα όργανα επιβολής τους, κάθε άλλη οικονομική δραστηριότητα που μπορεί να υπαχθεί στην υποχρέωση του παρόντος, καθώς και κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος».

 

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2021

Εισ. Αρείου Πάγου Γνωμ. 12/2021: Ενδοοικογενειακή βία [κ. Βασίλειος Πλιώτας, Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου]

 

Προς Τους κ.κ. Εισαγγελείς Πρωτοδικών της χώρας

Θέμα: Ενδοοικογενειακή Βία


Με  την  εφαρμογή  του  και σήμερα (μερικώς) ισχύοντος ν. 3500/2006 «για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας», η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου απηύθυνε, και κατά το παρελθόν, και εξ’ υπαρχής μάλιστα με την Εγκ. Εισ. ΑΠ 2/2007 (Στ. Γκρόζου), γενικές οδηγίες προς τους εισαγγελικούς λειτουργούς  της  χώρας.  Με αυτές (τις γενικές οδηγίες) τις οποίες ακολουθείτε, επιχειρείται να επιτυγχάνεται η ορθή  και ενιαία εφαρμογή των διατάξεων  του ειδικού αυτού νόμου, ώστε να ενισχυθεί η αρμονική συμβίωση των προσώπων  στα  πλαίσια  της  οικογένειας και να προστατεύονται τα θύματα του φαινομένου της  ενδοοικογενειακής  βίας, που είναι πρωτίστως  οι γυναίκες αλλά και τα υπαγόμενα στην έννοια της ¨οικογένειας¨ του νόμου, κατεξοχήν «ευάλωτα πρόσωπα», δηλαδή οι ανήλικοι,  οι υπερήλικοι  και  οι ανήμποροι.

 

Οι κατευθύνσεις αυτές εξακολουθούν να διατηρούν την εφαρμοστική  χρησιμότητα  και την ερμηνευτική αξία τους, αφού  μάλιστα το αντίστοιχο νομικό καθεστώς υπό το οποίο εκδόθηκαν παραμένει  κατά βάση  το  ίδιο,  με τις  θετικές  προσθήκες : α) του ν. 4531/2018, με τον οποίο το Ελληνικό Κοινοβούλιο κύρωσε τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και με τις ρυθμίσεις του (άρθρο 3), διευρύνθηκαν τα πρόσωπα  της  οικογένειας σε σχέση με αυτά του ν. 3500/2006, το πεδίο εφαρμογής του οποίου έτσι επεκτάθηκε, επήλθε βελτίωση των προβλεπόμενων μέτρων δικονομικού καταναγκασμού κατά των παραβατών του  νόμου  και καθιερώθηκε, για τις στρεφόμενες κατά ανηλίκων πράξεις των άρθρων 6, 7 και 9  του νόμου, η  αναστολή της  έναρξης της προθεσμίας  παραγραφής  μέχρι  την ενηλικίωση  του θύματος και  για  ένα έτος  μετά, εφόσον πρόκειται  για  πλημμέλημα  και  για  τρία έτη μετά, εφόσον πρόκειται για κακούργημα και  β) του  νέου  ΠΚ,  με τον οποίο, στο μεν άρθρο 312, όπως από το κείμενό του και την αντίστοιχη αιτιολογική έκθεση προκύπτει, διευρύνθηκε ο κύκλος των προστατευόμενων  προσώπων, αυξήθηκαν οι προβλεπόμενες για την σωματική τους βλάβη ποινές, προβλέφθηκαν επιβαρυντικές περιστάσεις και εμπλουτίστηκαν οι μορφές της τυποποιούμενης συμπεριφοράς, στα  δε άρθρα  330 και 333 τυποποιούνται ειδικά, με απειλή αυξημένης ποινής, η παράνομη βία και απειλή που στρέφονται, όπως και στην περίπτωση του άρθρου 312, κατά αδύναμων προσώπων.

 

Ωστόσο, παρά  τη σχετική  επάρκεια  του νομικού μας  πλαισίου, με την προσαρμογή του σε  αυξημένης τυπικής ισχύος διεθνή κείμενα και την ουσιαστικοποίηση της παρεχόμενης προστασίας με την αναδιαμόρφωση των σχετικών ποινικών διατάξεων του νέου ΠΚ, διαπιστώνεται, δυστυχώς, έξαρση των εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας, με ποικίλες, καινοφανείς και ποιοτικά μεταλλαγμένες  μορφές  εμφάνισής  τους, κυρίως, όπως  προαναφέρεται, σε βάρος των γυναικών. Με συχνότητα  πλέον, σχετικές απαξιολογικές συμπεριφορές διακρίνονται από  ανησυχητική, εντεινόμενη και άμετρη βία.

 

Δεν είναι λίγες οι φορές που  εξελίσσονται  ακόμη  και  σε κατάφωρη περιφρόνηση και αυτού  του υπέρτατου όλων έννομου αγαθού της ζωής, με  ακραίες, δυσνόητες, χωρίς αναστολές, απεχθείς και με ιδιαίτερη σκληρότητα ανθρωποκτονίες που συνταράσσουν την κοινωνία. Με αφορμή  αυτές  τις  καταστάσεις  και στη χώρα μας, ευρέως, οι  περιπτώσεις αφαίρεσης της ζωής γυναίκας, ιδίως από σεξιστικά κίνητρα, «λόγους τιμής», σκοπούς εμπορίας ανθρώπων και οικονομική εκμετάλλευση, αποδίδονται  με  τον όρο «γυναικοκτονία» και γίνεται λόγος  για ανάγκη  διακριτής  τυποποιημένης  ποινικής  πρόβλεψης ή και για αναγωγή αυτής ως διακεκριμένης παραλλαγής της ανθρωποκτονίας  του άρθρου  299 ΠΚ. Διεθνώς, σε αρκετές  χώρες, καθώς το φαινόμενο δεν είναι  μόνο  ελληνικό  αλλά  έχει προσλάβει παγκόσμιες διαστάσεις, υιοθετήθηκε και νομοθετικά η θεώρηση αυτή.

 

Η θλιβερή πραγματικότητα  που βιώνουμε, αξιώνει επιτακτικά, στα πλαίσια  της  λειτουργικής  σας αρμοδιότητας και αποστολής για  την τήρηση της νομιμότητας και την προστασία των πολιτών, και τη δική σας, υπερβάλλουσα εγρήγορση, σημαντική παρέμβαση και συμβολή.  Ενεργώντας, οιονεί προληπτικά και  συνεπώς και αποτρεπτικά, πρέπει  να  εξαντλείτε  κάθε νομική σας δυνατότητα με επιδίωξη  να  αντιμετωπίζονται με τον αρμόζοντα δραστικό τρόπο και με ικανοποιητικά αποτελέσματα οι εκδηλώσεις ενδοοικογενειακής  βίας, ήδη από το πρώιμο στάδιο εμφάνισής τους, κυρίως, εκτός των άλλων, και με τη δημιουργία όρων αποφόρτισης, μείωσης της έντασης και παρεμπόδισης δυσμενέστερης εξέλιξης. Επισημαίνεται ότι στη σύγχρονη αντεγκληματική πολιτική αναγνωρίζεται  ως σημαντικός παράγων  επιτυχίας της και η εκ των προτέρων γνώση από τον υποψήφιο δράστη αξιόποινης πράξης, ότι εφόσον τελικώς  παραβεί τον ποινικό νόμο  θα τύχει  της δέουσας  απάντησης  από  την οργανωμένη πολιτεία. Ότι  δηλαδή  θα διακριβωθεί η ταυτότητά  του, θα  συλληφθεί, θα δικαστεί σύντομα και θα του επιβληθεί η προβλεπόμενη προσήκουσα ποινή, η οποία, οπωσδήποτε θα εκτελεστεί.

 

Μετά από αυτά, παρακαλούμε να εντείνετε την υπηρεσιακή σας δραστηριότητα, εμπλουτίζοντας και επαυξάνοντας  αυτή στην αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και υπό τις  ειδικότερες, ακόλουθες γενικές οδηγίες, πέραν αυτών, αναλόγων ή παρεμφερών, που σας έχουν ήδη δοθεί.

 

Ι. Στις ακροάσεις πολιτών, κατά την άσκηση του από το άρθρο 25 παρ.4 στοιχ. α του ν. 1756/1988 απορρέοντος δικαιώματός σας, να  επιδεικνύετε   ιδιαίτερο   ενδιαφέρον  και αυξημένη  προσοχή  στις  αιτιάσεις και τα «παράπονα», προσώπων, που   τις περισσότερες φορές είναι γυναίκες, όταν εμφανίζονται ως θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Επιβάλλεται τα πρόσωπα  αυτά να προσεγγίζονται  με  διακριτικότητα  και σεβασμό της αξιοπρέπειάς  τους, να υποστηρίζονται και να ενθαρρύνονται στην καταγγελία βίαιης σε βάρος τους  συμπεριφοράς. Άμεσα στη συνέχεια, συντρεχόντων  των νομίμων όρων,  θα  πρέπει  να  προβαίνετε στις προβλεπόμενες δικονομικές ενέργειες για τη βεβαίωση αξιόποινης  συμπεριφοράς κ.λ.π, ενεργώντας συγχρόνως για  την αποκλιμάκωση  της έντασης και απομάκρυνση του κινδύνου περαιτέρω αρνητικών εξελίξεων. Εκτιμώντας δε  και τις ιδιαίτερες συνοδευτικές  περιστάσεις  κάθε περίπτωσης,  να  απευθύνετε  σαφείς και ορισμένες οδηγίες προς τους αστυνομικούς ανακριτικούς υπαλλήλους και  να  ζητάτε την  ενεργοποίηση, την  συνδρομή , την ενασχόληση και την επιμέλεια των  θεσμοθετημένων δομών  των Κοινωνικών Υπηρεσιών.

Δεν πρέπει, βεβαίως, να σας διαφεύγει ότι ο ν.3500/2006  και οι συναφείς  διατάξεις  του νέου  ΠΚ  έχουν σκοπό  να  προστατεύσουν  τον  ορισμένο κύκλο προσώπων  και  δεν  νοείται  παρέμβαση  που   να  είναι  αυθαίρετη  ή  να θίγει   την  και συνταγματικά  προστατευόμενη  ιδιωτική   και  οικογενειακή   ζωή  των ατόμων.

 

ΙΙ. Στις περιπτώσεις τέλεσης στα όρια του αυτοφώρου  πλημμελημάτων ενδοοικογενειακής βίας (σωματικής βλάβης, απειλής, παράνομης βίας), πρέπει να ακολουθείται ως κανόνας  η διαδικασία των άρθρων 417 επ. ΚΠΔ, με τη σύλληψη δηλαδή του δράστη, την προσαγωγή του στον εισαγγελέα, την άσκηση  εναντίον του  ποινικής δίωξης (εφόσον συντρέχουν  οι για τούτο αξιούμενες από το νόμο προϋποθέσεις) και την άμεση παραπομπή του στο ποινικό ακροατήριο, εκτός  εάν δικονομικοί  ή άλλοι εξαιρετικοί λόγοι  εμποδίζουν  τη διαδικασία  αυτή. 

Στην αυτόφωρη  διαδικασία  προσφέρονται, από τη μη διαδρομή του χρόνου, αναλλοίωτα  τα  αποδεικτικά  στοιχεία (πρωτογενής απόδειξη) και συνεπώς είναι δυνατή η αμεσότητα της ποινικής προστασίας των θυμάτων. Σε περίπτωση μη εφαρμογής της αυτόφωρης διαδικασίας ο δράστης δεν αποθαρρύνεται ούτε αποτρέπεται  αποτελεσματικά  από το να υπερβαίνει  τους  φραγμούς  της  νομιμότητας   και  είναι πιο ευχερές πλέον σ΄ αυτόν, να εκδηλώνει, για ακόμη  μια φορά, τη  βίαιη-αξιόποινη συμπεριφορά  του εναντίον αδύναμων ατόμων  με τα  οποία (θα συνεχίσει να) συνοικεί.

 

ΙΙΙ. Όταν με τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων εφαρμόζεται η διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης (άρθρ. 11 επ.  ν. 3500/2006), ο  αρμόδιος  για  τα θέματα   ενδοοικογενειακής βίας εισαγγελικός λειτουργός παρακολουθεί επισταμένως την τήρηση  των τεθέντων όρων από τον φερόμενο  ως  υπαίτιο ενδοοικογενειακής  βίας  και θα πρέπει να επιλαμβάνεται τάχιστα  όταν  αυτός  δεν συμμορφώνεται με  τους όρους.

 

ΙV. Οι συναφείς ποινικές υποθέσεις που εισάγονται στο ακροατήριο, θα προσδιορίζονται, σύμφωνα και με τη σπουδαιότητά τους, κατά προτεραιότητα και κατά την κατανομή τους στο  έκθεμα   θα προτάσσονται στην  αρίθμηση  για να αποφεύγεται η αναβολή εκδίκασής τους, εξαιτίας  του γνωστού λόγου «της παρέλευσης του ωραρίου». Μετά από αναβολή της υπόθεσης, εφόσον το δικαστήριο παρέλειψε τον προσδιορισμό της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο, θα  ενεργούνται τα ανάλογα.

 

V. Tέλος, στις περιπτώσεις στις οποίες τα θύματα πράξεων ενδοοικογενειακής βίας είναι ανήλικοι, ισχύουν και οι ειδικότερες οδηγίες που έχομε ήδη απευθύνει (Εγκ.Εισ.ΑΠ16/2007 (Β. Μαρκή) και Εγκ. Εισ. ΑΠ 5/2021 (Γ.Αδειλίνη), αναρτημένες στην ιστοσελίδα www.eisap.gr).

 

Είναι προφανές ότι οι παραπάνω, υπό το πρίσμα της εισαγγελικής λειτουργίας από το άρθρο 24 παρ.5α  ν.1756/1988, γενικές οδηγίες, στοχεύουν στην αντιμετώπιση της   εγκληματικότητας που εμφανίζεται με την ειδική παθογένεια της ενδοοικογενειακής  βίας.

 

Διατηρούν μεν και τη γενικότερη χρησιμότητά τους, αλλά εκ του σκοπού και ιδίως από την ειδικότερη φύση τους, δεν επεκτείνονται σε θέματα καταπολέμησης της εγκληματικότητας  συνολικώς, καθώς αυτά συνάπτονται με την έρευνα των ευρύτερων κοινωνικών, οικονομικών,  πολιτικών,  ιδεολογικών καταστάσεων, εκτάκτων συνθηκών (όπως η πανδημία), τους  λόγους που  εξωθούν στο έγκλημα, τις  μεθόδους δράσης  των  υπαιτίων  εγκληματικών πράξεων, τις ποικιλόμορφες  παραμέτρους  και εκδοχές  αυτών κλπ.

Άλλωστε, αυτά αποτελούν αντικείμενο της γενικότερης, σύγχρονης αντεγκληματικής πολιτικής, του προγραμματισμού και του συνολικού σχεδιασμού για τη σφαιρική αντιμετώπιση του φαινομένου της εγκληματικότητας και των εξάρσεών της. Στο ίδιο πεδίο προβληματισμού αναμφισβήτητα εντάσσεται και το φαινόμενο που μας απασχόλησε εν προκειμένω, υπό την ειδική, όμως, εισαγγελική οπτική.

Οι κ.κ. Διευθύνοντες τις Εισαγγελίες Εφετών της Χώρας, παρακαλούνται να ασκούν τη  δέουσα εποπτεία για την εφαρμογή της παρούσας».

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021

ΕλΣυν Ολ 1389/21 : ΜΝΗΜΟΝΙΑ – ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΥ - ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΕΠΙΔΟΜΑΤΩΝ ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΔΕΙΑΣ – ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΝΟΜΩΝ – ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑΣ.

 



Προδικαστικό ερώτημα. Οι ρυθμίσεις της υποπαραγράφου Β.4 της παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων, Πάσχα) και το επίδομα αδείας για τους συνταξιούχους του Δημοσίου δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των συνταξιούχων του δημοσίου και, συνεπώς, δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1δ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο άρθρο 1 του (πρώτου) Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επίσης, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται ούτε στα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος και 25 παρ. 4 αυτού, ούτε στις συνταγματικές διατάξεις για το ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων λειτουργών, υπαλλήλων και στρατιωτικών και την απορρέουσα από αυτές αρχή της αναλογίας αποδοχών ενεργείας και σύνταξης, όπως ισχύει για κάθε κατηγορία. Μειοψηφία. Παραπέμπει.


ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1389

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουάριου 2020, με την ακόλουθη σύνθεση: Ιωάννης Σαρμάς, Πρόεδρος, Σωτηρία Ντούνη, Μαρία Βλαχάκη, Άννα Λιγωμένου, Γεωργία Μαραγκού, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, και Μαρία Αθανασοπούλου, Αντιπρόεδροι, Γεώργιος Βοΐλης, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δέσποινα Καββαδία - Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Στυλιανός Λεντιδάκης, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Βασιλική Σοφιανού, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δέσποινα Τζούμα, Δημήτριος Τσακανίκας, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Βασιλική Προβίδη, Κωνσταντίνος Παραθύρας, Ασημίνα Σακελλαρίου, Αργυρώ Μαυρομμάτη, Ευαγγελία Σεραφή, Κωνσταντίνος Κρέπης, Ειρήνη Κατσικέρη, Γεωργία Παπαναγοπούλου, Νεκταρία Δουλιανάκη, Νικολέτα Ρένεση, Αντιγόνη Στίνη και Βασιλική Πέππα, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Ελένη Αυγουστόγλου.

Γενικός Επίτροπος Επικρατείας: Αντώνιος Νικητάκης, Επίτροπος Επικρατείας, κωλυομένης της Γενικής Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, Χρυσούλας Καραμαδούκη.

Για να αποφανθεί, επί του προδικαστικού ερωτήματος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 108 Α παρ. 2 του π.δ/τος 1225/1981, αναφορικά με την αντίθεση σε υπέρτερης τυπικής ισχύος διατάξεις της κατάργησης, με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου παράγραφος Β, υποπαράγραφος Β4 του ν. 4093/2012, των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας στους συνταξιούχους του δημοσίου, το οποίο υποβλήθηκε με τη 1823/2019 απόφαση του ΙΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ανέκυψε κατά την εκδίκαση της από 27.12.2018 (με αριθμό βιβλίου δικογράφων .../27.12.2018) αγωγή τ  του ..., κατοίκου εν ζωή ... Αττικής (οδός ), ο οποίος απεβίωσε στις 21.5.2019 και τη δίκη συνεχίζουν από κοινού στο όνομά τους, ως νόμιμοι κληρονόμοι του, τα τέκνα του       και     , κάτοικοι ομοίως ... Αττικής (οδός ... και ..., αντίστοιχα), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Ν Κ. Και

κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αγίου Κωνσταντίνου αρ. 8), και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, o οποίος παραστάθηκε, ομοίως, διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Ν Κ

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, που κλητεύθηκε κατ' άρθρο 1 παρ. 1 περ. α' του ν. 2479/1997, δεν παραστάθηκε.

Στη δίκη παρεμβαίνουν υπέρ του αρχικώς ενάγοντος οι: 1) του ..., ο οποίος παρέστη δια δηλώσεως, κατ' άρθρο 133 παρ. 2 του ΚΔΔ, του πληρεξουσίου του δικηγόρου  (Α.Μ./Δ.Σ ), 2) ... του ..., ο οποίος δεν παρέστη, 3) ... του ..., η οποία παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της ... (Α.Μ./Δ.Σ      ),       4) ... - ... του ..., η οποία παρέστη δια δηλώσεως, κατ' άρθρο 133 παρ. 2 του ΚΔΔ, του πληρεξουσίου της δικηγόρου ... (Α.Μ./Δ.Σ       ), 5) ... του ..., ο οποίος παρέστη δια δηλώσεως, κατ' άρθρο 133 παρ. 2 του ΚΔΔ, του πληρεξουσίου του δικηγόρου ... (Α.Μ./Δ.Σ...), 6) ... του ..., η οποία παρέστη δια δηλώσεως, κατ' άρθρο 133 παρ. 2 του ΚΔΔ, του πληρεξουσίου της δικηγόρου ... (ΑΜ/Δ.Σ ), 7) ... του ..., η οποία παρέστη δια δηλώσεως, κατ' άρθρο 133 παρ. 2 του ΚΔΔ, του ίδιου ως άνω (υπό στοιχ. 6) δικηγόρου, 8) ... του .., ο οποίος παρέστη δια δηλώσεως, κατ' άρθρο 133 παρ. 2 του ΚΔΔ, του πληρεξουσίου του δικηγόρου ... (Α.Μ./Δ.Σ      ) και 9) . του ., η οποία παρέστη δια δηλώσεως, κατ' άρθρο 133 παρ. 2 του ΚΔΔ, του ίδιου ως άνω (υπό στοιχ. 8) δικηγόρου.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου και του ΕΦΚΑ, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αγωγής.

Τον Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος ανέπτυξε την από 5.2.2020 γνώμη του, σύμφωνα με την οποία η κατάργηση, από 1.1.2013, δυνάμει των διατάξεων της υποπαραγράφου Β4 της παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας για τους συνταξιούχους (συμπεριλαμβανομένων και των στρατιωτικών) και βοηθηματούχους του Δημοσίου, η οποία εντάσσεται στα μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που ελήφθησαν σε εφαρμογή του Μνημονίου Συνεννόησης που εγκρίθηκε με τον ν. 4046/2012, δεν συνιστά υπέρμετρη επέμβαση στο συνταξιοδοτικό δικαίωμα του αρχικώς ενάγοντος ούτε θίγει τον πυρήνα αυτού, αιτιολογείται προσηκόντως και δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5, 25 παρ. 1δ, 23 παρ. 2, 29 παρ. 3 και 45 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από τις διατάξεις αυτές αρχές της ισότητας των πολιτών στα δημόσια βάρη, της αναλογικότητας και της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των στρατιωτικών, καθώς και στο άρθρο 1 του (πρώτου) Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε τηλεδιάσκεψη, μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας e-presence, με παρόντες τους Δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από την Αντιπρόεδρο Γεωργία Μαραγκού και τους Συμβούλους Γεώργιο Βοΐλη, Βασιλική Προβίδη και Γεωργία Παπαναγοπούλου που είχαν κώλυμα (άρθρα 11 παρ. 2 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 και 78 παρ. 2 του π.δ/τος 1225/1981) και τη Σύμβουλο Βασιλική Πέππα που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.

Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Βασιλικής Σοφιανού και αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον νόμο

1. Με αγωγή του ενώπιον του ΙΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο αρχικώς ενάγων, στρατιωτικός συνταξιούχος του Δημοσίου, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων, Ελληνικού Δημοσίου και ΕΦΚΑ, να του καταβάλουν, έκαστο εις ολόκληρον, νομιμοτόκως από την κατάθεση, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση, κατ' άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη, α) από τη μείωση της σύνταξής του, κατ' εφαρμογή του άρθρου πρώτου παρ. Β υποπαρ. Β.3 του ν. 4093/2012, το ποσό των 8.346 ευρώ, β) από την κατάργηση των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας, κατ' εφαρμογή της ίδιας παραγράφου υποπαρ. Β.4 του ν. 4093/2012, το ποσό των 4.800 ευρώ, γ) από τη μειωτική αναπροσαρμογή της σύνταξής του, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 86 παρ. 2 του ν. 4307/2014, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 4387/2016, το ποσό των 4.490 ευρώ και δ) από την παρακράτηση της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων από τη σύνταξή του, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 3865/2010 (βλ. και τις όμοιες διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 3863/2010), το ποσό των 2.671,12 ευρώ, ήτοι συνολικά, κατά τους υπολογισμούς του, το ποσό των 20.301 ευρώ, καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

2. Όπως προκύπτει από το απόσπασμα της .../2019 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξίαρχου του Δήμου ... Αττικής, ο ενάγων απεβίωσε στις 21.5.2019, δηλαδή πριν από τη συζήτηση της ένδικης αγωγής. Συνεπεία του θανάτου του ενάγοντος επήλθε διακοπή της δίκης, η οποία νομίμως επαναλαμβάνεται από τα τέκνα αυτού ... και ... (βλ. άρθρα 74 παρ. 1, 75 παρ. 1 και 76 παρ. 1 του π.δ/τος 1225/1981, φ. 304 Λ'), οι οποίοι, ως εξ αδιαθέτου μοναδικοί κληρονόμοι αυτού, υπεισέρχονται στη δικονομική του θέση και συνεχίζουν από κοινού στο όνομά τους τη δίκη (βλ. το .../29.5.2019 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου ... Ν. ..., την .../2019 έκθεση αποποίησης κληρονομίας της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου ... περί αποποίησης της κληρονομίας του θανόντος από τη χήρα αυτού ..., τα .../5.6.2019 και ./12.6.2019 πιστοποιητικά της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου . περί μη δημοσίευσης διαθήκης του θανόντος και περί μη καταχώρησης δήλωσης αποποίησης της κληρονομίας του από τα τέκνα του, αντίστοιχα, καθώς και την από 15.2.2020 δήλωση των τέκνων, με βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής τους από δημόσια αρχή, περί συνέχισης της δίκης, που κατατέθηκε στις 16.1.2020 στη Γραμματεία του Τμήματος Αναιρέσεων του Δικαστηρίου).

3. Νομίμως εχώρησε η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των συνεχιζόντων τη δίκη κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος, οι οποίοι, με τις προαναφερόμενες δηλώσεις τους περί συνέχισης της δίκης, δηλώνουν, επίσης, ότι έλαβαν γνώση της κλήσης που αφορά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στο προοίμιο της παρούσας και επιθυμούν τη συζήτησή της (άρθρα 27, 33 και 65 του π.δ/τος 1225/1981).

4. Το ΙΙΙ Τμήμα, με τη 1823/2019 απόφασή του, παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατά τα οριζόμενα στη σκέψη 27 αυτής, προδικαστικό ερώτημα, σύμφωνα με το άρθρο 108 Λ' παρ. 2 του π.δ/τος 1225/1981 (φ. 304 Λ'), αναφορικά με το ζήτημα της αντίθεσης προς διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος της κατάργησης, με τις διατάξεις του ν. 4093/2012, των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας για τους συνταξιούχους του δημοσίου. Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση, κατά το σκέλος της αγωγής που αφορούσε την παρακράτηση από τη σύνταξη του αρχικώς ενάγοντος της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων σε χρονικά διαστήματα μεταγενέστερα της υπαγωγής του στο σύστημα του ν. 4387/2016, δοθέντος ότι εκκρεμούσε στην Ολομέλεια προδικαστικό ερώτημα που είχε υποβληθεί από το ίδιο Τμήμα με την 278/2019 απόφασή του σχετικά με τη συνταγματικότητα των οικείων ρυθμίσεων, ανέστειλε την εκδίκασή της μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης της Ολομέλειας, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 108 Λ' παρ. 1 εδ. β' και 2 του π.δ/τος 1225/1981 (σκέψη 32 της απόφασης). Τέλος, για το ενιαίο της κρίσης, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης επί του σκέλους της αγωγής που αφορούσε α) την παρακράτηση της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων σε χρονικά διαστήματα προγενέστερα της ένταξής του στο σύστημα του ν. 4387/2016, β) τη μείωση της σύνταξής του, κατ' εφαρμογή του άρθρου πρώτου παρ. Β υποπαρ. Β.3 του ν. 4093/2012, και γ) τη μειωτική αναπροσαρμογή της σύνταξής του, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 86 παρ. 2 του ν. 4307/2014, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 4387/2016 (σκέψη 33 της απόφασης).

5. Ο αρχικώς ενάγων με την αγωγή του ισχυρίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ. Β, υποπαρ. Β.4 του ν. 4093/2012, με τις οποίες καταργήθηκαν για τους συνταξιούχους του Δημοσίου, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, στη συνταγματική αρχή της αναλογίας μεταξύ σύνταξης και αποδοχών ενεργείας, στις διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ. 2 και 29 παρ. 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιτάσσουν την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των συνταξιούχων των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας και προς το άρθρο 1 του (πρώτου) Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, προβάλλει ότι αντίκειται προς τις ανωτέρω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και η διάταξη της παρ. 2α του άρθρου 14 του ν.4387/2016, δεδομένου ότι κατά τη θέσπιση αυτής δεν αιτιολογήθηκε ειδικά η διατήρηση σε ισχύ των εν λόγω μειώσεων, ενώ η ίδια διάταξη αντίκειται στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών και στα άρθρα 20 παρ. 1 και 87 του Συντάγματος, καθώς και στα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ, αφού με αυτή επιδιώκεται κατ' ουσίαν η παράκαμψη και αδρανοποίηση της δικαστικής κρίσης της 2287/2015 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και η αποφυγή συμμόρφωσης προς την απόφαση αυτή. Προβάλλει δε ότι σε κάθε περίπτωση η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι οι συντάξεις συνεχίζουν να καταβάλλονται στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί έως 31.12.2014, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ανίσχυρες ως αντικείμενες στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ διατάξεις των υποπαρ. Β3 και Β4 του άρθρου πρώτου του 4093/2012. Τέλος, προβάλλει ότι όλες οι επίμαχες μειώσεις επί της σύνταξής του (σκέψη 1), μεταξύ των οποίων και η κατάργηση των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, αντίκεινται επιπλέον και στο άρθρο 1 του (πρώτου) Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι α) όλες οι ανωτέρω μειώσεις οδηγούν σε σημαντική επιβάρυνση των περιουσιακών του δικαιωμάτων, επιβάλλοντάς του ένα δυσανάλογο βάρος (μείωση κατά 20% περίπου των ετήσιων συντάξιμων αποδοχών του, οι οποίες είχαν ήδη υποστεί σημαντικές μειώσεις και με προγενέστερους μνημονιακούς νόμους), β) το εισόδημά του συρρικνώθηκε ουσιωδώς με μειώσεις άνω του 35% του μερίσματός του από το Μετοχικό Ταμείο Στρατού και της επικουρικής σύνταξής του (από 3.727 σε 2.138 ευρώ κατ' έτος) σε συνδυασμό με τα γενικής φύσεως οικονομικά φορολογικά μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας και γ) ανήκει σε ευάλωτη ομάδα πληθυσμού, ως υπερήλικας, με σοβαρά προβλήματα υγείας και με μοναδικό ατομικό εισόδημα τη σύνταξή του που δεν μπορεί να αναπληρωθεί με άλλο τρόπο, με αποτέλεσμα οι επίμαχες μειώσεις να θίγουν το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτού.

6. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με το υπόμνημά του ενώπιον της Ολομέλειας, υποστηρίζει ότι το μέτρο της κατάργησης, από 1.1.2013, των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους συνταξιούχους του Δημοσίου με τις διατάξεις του ν. 4093/2012, αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας και αποσκοπεί στην κάλυψη άμεσων αναγκών του Χώρας και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής της κατάστασης. Με τα χαρακτηριστικά δε αυτά, το επίμαχο μέτρο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο για την επίτευξη των ως άνω επιδιωκόμενων σκοπών, ενώ λόγω της φύσης των επιδομάτων αυτών, του λόγου θέσπισής τους και του ύψους τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το μέτρο αυτό στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των συνταξιούχων. Περαιτέρω, οι επίμαχες διατάξεις δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 1 του (πρώτου) Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 17 του Συντάγματος, ανεξαρτήτως αν η ιδιοκτησία κατά το άρθρο αυτό έχει την ίδια έννοια με την περιουσία κατά το άρθρο αυτό της ΕΣΔΑ, ούτε στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 εδ. δ' και παρ. 4 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από τα άρθρα αυτά αρχές.

7. Καθώς εν προκειμένω τηρήθηκε η προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 του άρθρου 108Α του π.δ/τος 1225/1981 προδικασία, παραδεκτώς η Ολομέλεια επιλαμβάνεται του προδικαστικού ερωτήματος που της υποβλήθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση του ΙΙΙ Τμήματος.

8. Η Ολομέλεια παρατηρεί ότι το ζήτημα που παραπέμφθηκε, κατά το άρθρο 108 Α παρ. 2 του π.δ/τος 1225/1981, με τη 1823/2019 απόφαση του ΙΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αφορά τη συμβατότητα μόνον της διάταξης του άρθρου πρώτου παρ. Β, υποπαρ. Β.4 του ν. 4093/2012, με την οποία καταργήθηκε από 1.1.2013 η καταβολή στους συνταξιούχους του Δημοσίου των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, με υπέρτερης τυπικής ισχύος διατάξεις (βλ. σκέψη 27 της απόφασης αυτής), ενώ δεν έχει παραπεμφθεί το ζήτημα της συμβατότητας με υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και αρχές της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 2α του ν. 4387/2016, με την οποία, σε συνδυασμό προς τις λοιπές ρυθμίσεις του ίδιου άρθρου, καθορίστηκε το πλαίσιο για τη διαμόρφωση του ύψους των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων των δημοσίων λειτουργών, υπαλλήλων και στρατιωτικών υπό τη θέση σε ισχύ του ν. 4387/2016 και εντεύθεν, και ειδικότερα καθορίστηκε ως βάση για τον επανυπολογισμό των συντάξεων αυτών το ύψος το οποίο είχαν κατά την 31.12.2014, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις, ήτοι και με τις επελθούσες περικοπές των διατάξεων του ν. 4093/2012.

9. Στο άρθρο 108 Α του π.δ/τος 1225/1981, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 69 του ν. 4055/2012 (φ. 51 Α'), ορίζονται τα εξής: «1. Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε Τμήματος, μπορεί, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικράτειας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, να εισαχθεί για εκδίκαση ενώπιον της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου με πράξη τριμελούς Επιτροπής, η οποία αποτελείται από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, όταν η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Τμήματος στο οποίο προεδρεύει, και τον Πρόεδρο του Τμήματος στο οποίο εκκρεμεί το ένδικο βοήθημα ή μέσο, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Η πράξη αυτή που δημοσιεύεται σε δύο εφημερίδες των Αθηνών, συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Η αναστολή δεν καταλαμβάνει την προσωρινή δικαστική προστασία. Στη δίκη δικαιούται να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ζήτημα αυτό. Μετά την επίλυση του, η Ολομέλεια μπορεί να παραπέμπει το ένδικο βοήθημα ή μέσο στο αρμόδιο Τμήμα, για περαιτέρω εξέταση. Η απόφαση της Ολομέλειας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιον της δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες. 2. Όταν Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου επιλαμβάνεται υπόθεσης στην οποία ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων ή κρίνει ότι διάταξη τυπικού νόμου αντίκειται σε διάταξη υπέρτερης τυπικής ισχύος, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί με απόφαση του, που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στην Ολομέλεια. Το δεύτερο και τέταρτο εδάφιο της προηγουμένης παραγράφου έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή. Η απόφαση της Ολομέλειας είναι υποχρεωτική για το Τμήμα που υπέβαλε το ερώτημα και δεσμεύει τους ενώπιον της παρεμβάντες. 3. (...)».

10.     Με τις προεκτεθείσες διατάξεις εισήχθη, μεταξύ άλλων, και ο θεσμός του προδικαστικού ερωτήματος στις δίκες ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο πλαίσιο υποθέσεων στις οποίες είτε ανακύπτουν ζητήματα που από τη φύση τους έχουν γενικότερο ενδιαφέρον και αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικό αριθμό διαφορών, είτε κρίνεται ότι διάταξη τυπικού νόμου αντίκειται σε διάταξη υπέρτερης τυπικής ισχύος, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. ΕλΣ Ολ. 484/2018, πρβλ. ΕλΣ Ολ. 1510/2016). Τούτο δε, ώστε η τελευταία αποφαινόμενη επί του ζητήματος να προβαίνει σε επίκαιρη επίλυσή του, συμβάλλοντας στην ενότητα, την εναρμόνιση της νομολογίας και την ασφάλεια του δικαίου (βλ. συναφώς την αιτιολογική έκθεση του ν. 4055/2012 και ΕλΣ Ολ. 742/2018, απόφ. ΕΔΔΑ της 12.2.2019, Φραντζεσκάκη και λοιποί κατά Ελλάδος, σκέψεις 17, 34, πρβλ. ΣτΕ Ολ. 601/2012).

11.     Περαιτέρω, στην κατά τα ανωτέρω ανοιγείσα δίκη ενώπιον της Ολομέλειας δικαιούται να παρέμβει κάθε διάδικος σε δίκη εκκρεμή ενώπιον Τμήματος του Δικαστηρίου, στην οποία τίθεται το ίδιο νομικό ζήτημα, η δε απόφαση της Ολομέλειας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν της δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβαίνοντες. Με την ιδιότυπη αυτή παρέμβαση, η οποία ασκείται σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις (άρθρο 14 π.δ. 1225/1981), αναπτύσσονται ερμηνευτικές απόψεις και επιχειρήματα που αναφέρονται στο νομικό ζήτημα που έχει τεθεί στην Ολομέλεια.

12.     Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, στην παρούσα

δίκη παρεμβαίνουν υπέρ του αρχικώς ενάγοντος, κατ' επίκληση του άρθρου 108Α του π.δ/τος 1225/1981, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 αυτού, με το από 27.12.2020 κοινό δικόγραφο, το οποίο κοινοποιήθηκε στις 30.1.2020 στον ΕΦΚΑ, στον αρχικώς ενάγοντα και στο δημόσιο (βλ. τις ..., ... και .../30.1.2020 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών,         , αντίστοιχα), οι εξής: 1) ... του ..., στρατιωτικός συνταξιούχος, 2) ... του .., πολιτικός συνταξιούχος, 3) ... του .., πολιτική συνταξιούχος, 4) ... του .., πολιτική συνταξιούχος, 5) ... του ., πολιτικός συνταξιούχος, 6) ... του .., πολιτική συνταξιούχος, 7) ... του .., πολιτική συνταξιούχος, 8) . του ., πολιτικός συνταξιούχος και 9) . του . , πολιτική συνταξιούχος. Οι ανωτέρω έχουν ασκήσει αγωγή ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου και συγκεκριμένα ο πρώτος τη με αριθμό βιβλίου δικογράφων .../2019 αγωγή ενώπιον του ΙΙΙ Τμήματος, ο δεύτερος, η τρίτη, η τέταρτη και ο πέμπτος τη με αριθμό βιβλίου δικογράφων ./2018 αγωγή ενώπιον του ΙΙ Τμήματος, η έκτη και η έβδομη τη με αριθμό βιβλίου δικογράφων ./2019 αγωγή ενώπιον του ΙΙ Τμήματος και ο όγδοος και η ένατη τη με αριθμό βιβλίου δικογράφων ./2018 αγωγή ενώπιον του ΙΙ Τμήματος, με τις οποίες προβάλλουν, πλην άλλων, την αντίθεση της κατάργησης με τις διατάξεις του ν. 4093/2012, από 1.1.2013, της καταβολής στους συνταξιούχους του δημοσίου των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας σε υπέρτερης τυπικής ισχύος ρυθμίσεις.

13.     Εν όψει αυτών και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην 11 σκέψη της παρούσας, εφόσον με τα ένδικα βοηθήματα που έχουν ασκήσει οι παρεμβαίνοντες ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου τίθεται το ίδιο νομικό ζήτημα με εκείνο που έχει τεθεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, παραδεκτώς παρεμβαίνουν στην παρούσα δίκη.

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2021

"Η αντιμετώπιση των fake news στην Ελληνική έννομη τάξη" [του Τάσου Σπηλιόπουλου, Δικηγόρου, αντιπροέδρου της Ε.Ε.Ν. e-Θέμις] ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ / August 24, 2020




Το κυριότερο εργαλείο στα χέρια του εφαρμοστή του Ελληνικού δικαίου και κάθε αδικούμενου κατά των ψευδών ειδήσεων ήτοι fake news αποτελούσε το άρθρο 191 του παλαιού ΠΚ : « 1.  Σε Φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και σε χρηματική ποινή καταδικάζεται όποιος διασπείρει με οποιονδήποτε τρόπο ψευδείς ειδήσεις ή φήμες ικανές να επιφέρουν  ανησυχίες  ή  φόβο  στους  πολίτες  ή  να ταράξουν  τη  δημόσια  πίστη ή να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στο εθνικό νόμισμα ή στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας ή να επιφέρουν διαταραχή  στις  διεθνείς  σχέσεις  της  χώρας. Αν η πράξη τελέστηκε επανειλημμένα μέσω του τύπου, ο υπαίτιος καταδικάζεται τουλάχιστον σε Φυλάκιση  έξι  μηνών και σε χρηματική  ποινή  τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων μεταλλικών δραχμών. 2. Οποιος από αμέλεια  γίνεται  υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται με Φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή.»

Με τη διάταξη αυτή αντιμετωπιζόταν, όχι επαρκώς αλλά ανεκτά, σε ένα ευρύ φάσμα το φαινόμενο το οποίο στη σύγχρονη πραγματικότητα έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις με τις έννομες τάξεις και τους  εμπλεκόμενους φορείς (google, facebook) να αναζητούν τρόπους να το περιορίσουν και να τα τιμωρούν τους παραβάτες.

Στη χώρα μας όμως, ως συνήθως συμβαίνει,  η έννομη τάξη και ο νομοθέτης έχει μείνει αρκετά πίσω στην αντιμετώπιση του προβλήματος αν και η Ε.Ε. έχει επισήμως συστήσει οργανισμούς και ομάδες εργασίες για την εξεύρεση τρόπων αντιμετώπισης. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός ότι με την τροποποίηση του ΠΚ το καλοκαίρι του 2019, το άρθρο 191 πήρε την κάτωθι μορφή:

« 1. Όποιος δημόσια ή μέσω του διαδικτύου διαδίδει ή διασπείρει με οποιονδήποτε τρόπο ψευδείς ειδήσεις με αποτέλεσμα να προκαλέσει φόβο σε αόριστο αριθμό ανθρώπων ή σε ορισμένο κύκλο ή κατηγορία προσώπων, που αναγκάζονται έτσι να προβούν σε μη προγραμματισμένες πράξεις ή σε ματαίωσή τους, με κίνδυνο να προκληθεί ζημία στην οικονομία, στον τουρισμό ή στην αμυντική ικανότητα της χώρας ή να διαταραχθούν οι διεθνείς της σχέσεις, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. 2. Όποιος από αμέλεια γίνεται υπαίτιος της πράξης της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας.»

Το άρθρο 191 λοιπόν άλλαξε, όχι όμως, όπως θα περίμενε κανείς προς το σκοπό της επικαιροποίησης και αυστηροποίησης της διασποράς ψευδών ειδήσεων. Αντίθετα ενώ με την παλαιά του μορφή είχε ένα αρκετά ευρύ πεδίο εφαρμογής και κάλυπτε μεγάλο φάσμα περιπτώσεων fake news, με τη νέα μορφή του μετατρέπεται σε ένα εκ του αποτελέσματος έγκλημα και μάλιστα με περιοριστικά αναφερόμενα αποτελέσματα αφήνοντας με τον τρόπο αυτό  ατιμώρητο μεγάλο φάσμα περιπτώσεων fake news. Επιπλέον με τη νέα μορφή του, δεν αποτελεί πια επιβαρυντική περίπτωση η επανειλημμένη τέλεση

Πιο συγκεκριμένα ενώ με την  παλαιά μορφή του άρθρου για την τιμώρηση του αδικήματος απαιτούνταν απλά η διασπορά με όποιον τρόπο ψευδών ειδήσεων και φημών που είναι ικανές  να προκαλέσουν ανησυχίες  ή  φόβο  στους  πολίτες  ή  να ταράξουν  τη  δημόσια  πίστη ή να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στο εθνικό νόμισμα ή στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας  ή  να  επιφέρουν διαταραχή  στις  διεθνείς  σχέσεις  της  χώρας, με τη νέα του μορφή αφορά μόνο τις ψευδείς ειδήσεις, αποκλείοντας τις  ψευδείς φήμες, και εν συνεχεία απαιτεί για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος η διασπορά να έχει αποτέλεσμα και μάλιστα συγκεκριμένο ήτοι  «να προβούν σε μη προγραμματισμένες πράξεις ή σε ματαίωσή τους» και σε συγκεκριμένο φάσμα εκφάνσεων της κοινωνικής ζωής ήτοι «στην οικονομία, στον τουρισμό ή στην αμυντική ικανότητα της χώρας ή να διαταραχθούν οι διεθνείς της σχέσεις».

Αποτέλεσμα της ανωτέρω προβληματικής διάταξης του νέου 191 του ΠΚ είναι όπως αναφέρεται και παραπάνω να μένουν ατιμώρητα όλα τα περιστατικά που δεν αφορούν τις ανωτέρω περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις όπως για παράδειγμα τη δημόσια υγεία, τις κοινωνικές σχέσεις κτλ.

Για το  λόγο αυτό κρίνεται αναγκαίο η εκ νέου τροποποίηση του 191 ΠΚ είτε προς την κατεύθυνση της παλαιάς του μορφής είναι προς την κατεύθυνση της σύγχρονης πραγματικότητας ώστε να περιλαμβάνει κάθε διασπορά ψευδούς είδησης ή φήμης που αφορά κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής των αποδεκτών της και επιπλέον να αυστηροποιούνται προς τα πάνω οι ποινές ειδικά στην περίπτωση της επανειλημμένης τέλεσης.


πηγή: https://www.ethemis.gr/

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2021

ΜΠρΠατρών 89/2021: "Σώρευση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και κατά επιταγής προς εκτέλεση - Σύμβαση ακυρώσιμη λόγω πλάνης"



Παραδεκτή σώρευση στο ίδιο δικόγραφο ανακοπής λόγων κατά του κύρους διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς εκτέλεση της επισπευδόμενης επί τη βάσει της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής αναγκαστικής εκτελέσεως. Ακυρώσιμη δικαιοπραξία λόγω ουσιώδους πλάνης. Αν κάποιος υπογράφει έγγραφο, θεωρώντας εσφαλμένως ότι περιλαμβάνει ορισμένο περιεχόμενο διαφορετικό, ευρίσκεται σε πλάνη, η οποία είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για όλη τη δικαιοπραξία, ώστε το πρόσωπο που πλανήθηκε δε θα επιχειρούσε αυτήν, αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση. Ακυρώσιμη σύμβαση εγγυήσεως με ανώνυμη τραπεζική εταιρία λόγω ουσιώδους πλάνης της υπογράφουσας εγγυήτριας, συνιστάμενης στην εσφαλμένη θεώρηση ότι η σχετική ελαττωματική δήλωση βούλησής της περιελάμβανε ορισμένο περιεχόμενο διαφορετικό ως προς τις υποχρεώσεις που αναλάμβανε δυνάμει αυτής.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 89/2021

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αποτελούμενο από το Δικαστή Κωνσταντίνο Ρήγα, Πρωτοδίκη, ο οποίος ορίσθηκε από το Διευθύνοντα το Πρωτοδικείο Πατρών Πρόεδρο Πρωτοδικών, και από τη γραμματέα Ευγενία Τσιντώνη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Πάτρα την 10η Σεπτεμβρίου 2020, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των κάτωθι:

Των ανακοπτόντων: 1) ... με Α.Φ.Μ. ., 2) ... με Α.Φ.Μ. ., 3) ... με Α.Φ.Μ. ... και 4) ... με Α.Φ.Μ. ..., κατοίκων Πατρών, επί της οδού ., η τρίτη εκ των οποίων παραστάθηκε διά και οι έτεροι μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, ΚΣ.

Της καθ’ ης η ανακοπήΑνώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» και Α.Φ.Μ. ., νομίμως εκπροσωπουμένης και εδρεύουσας στην Αθήνα, επί της οδού Αιόλου αρ. 86, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ΑΑ

Οι ανακόπτοντες αιτούνται να γίνει δεκτή η από 11-2-2019 ανακοπή αυτών, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ./12-2-2019, προσδιορίσθηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 17-10-2019 και ενεγράφη στο σχετικό πινάκιο με αριθμό οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 7-5-2020 και ενεγράφη εκ νέου στο οικείο πινάκιο με αριθμό στην οποία ματαιώθηκε η συζήτησή της ένεκα της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της Χώρας κατά το χρονικό διάστημα από την 13-3-2020 μέχρι την 31-5-2020 λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού και η υπό κρίση υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση, μέσω της σχετικής πράξεως του Προέδρου Πρωτοδικών Πατρών, στη διαλαμβανόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και ενεγράφη οίκοθεν στο σχετικό πινάκιο με αριθμό ., οπότε εκφωνήθηκε και συζητήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν, αφότου ανέπτυξαν προφορικώς τους ισχυρισμούς αυτών, να γίνουν δεκτά όσα μνημονεύονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν νομοτύπως.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ME ΤΟ ΝΟΜO

1. Οι ανακόπτοντες αιτούνται, διά της υπό κρίση ανακοπής, κατά την προσήκουσα εκτίμησή της, να ακυρωθούν, εξαιτίας των εκεί εκτιθέμενων λόγων, αφενός η υπ’ αριθμόν ./2019 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρώνμέσω της οποίας υποχρεώθηκε έκαστος απ’ αυτούς να καταβάλει διαιρετώςως κληρονόμος της διαλαμβανόμενης στο υπό κρίση εισαγωγικό δικόγραφο μητέρας των δύο πρώτων ανακοπτόντων και γιαγιάς της τρίτης και της τέταρτης των ανακοπτόντων, στην καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμη τραπεζική εταιρεία το ποσό των 17.527,07 ευρώπλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από την 3-12-2014, εξάμηνου ανατοκισμού και δικαστικής δαπάνης ποσού 300 ευρώ, επί τη βάσει απαιτήσεως εις ολόκληρον, ύψους 105.432,46 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, της καθ’ ης η ανακοπήπηγάζουσας από την uno actu σύμβαση συνεγγυήσεωςεκ μέρους της παραιτηθείσας του δικαιώματος διζήσεως και ενεχόμενης εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτριας προειρημένης κληρονομουμένης, της, στρεφόμενης εναντίον της αναφερόμενης στην ανακοπή πιστούχου ετερόρρυθμης εταιρείας, αξιώσεως στο κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού της υπ’ αριθμόν ./4-9-2009 έγγραφης συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, έως το ποσό των 70.000 ευρώ, και αφετέρου η συνεπιδοθείσα, προς τους ανακόπτοντες, κατά την 7-2-2019 και με αντίγραφο εξ απογράφου της προμνημονευθείσας διαταγής πληρωμής, από 5-2-2019 επιταγή προς εκτέλεση, διά της οποίας ο καθένας από τους ανακόπτοντες επιτάχθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή το ως άνω ποσό των 17.527,07 ευρώπλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από την 3-12-2014, εξάμηνου ανατοκισμούδικαστικής δαπάνης ύψους 300 ευρώεξόδων αναγκαστικής εκτελέσεως συνολικού ποσού 43,40 ευρώ και νομιμοτόκως για τα δικαστικά έξοδα και εκείνα της εκτελέσεως από την προειρημένη επίδοση της ανακοπτόμενης επιταγής προς εκτέλεση, όπως επίσης να καταδικασθεί η καθ’ ης η ανακοπή στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της ανακόπτουσας για την παρούσα δίκη.

2. Ενόψει των προπαρατεθέντων, η υπό κρίση ανακοπή, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται λόγοι κατά του κύρους της προδιαληφθείσας διαταγής πληρωμής και της προμνημονευθείσας επιταγής προς εκτέλεση ως εξώδικης διαδικαστικής πράξεως της προδικασίας της επισπευδόμενης επί τη βάσει της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής αναγκαστικής εκτελέσεως, παραδεκτώς (ά. 218§1, 585 και 632§6 ΚΠολΔ) εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιου Δικαστηρίου τούτου (ά. 7, 9, 12-14, 31, 584, 585, 632§1εδ.α και 933 ΚΠολΔ), προκειμένου να εκδικασθεί με την αρμόζουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ά. 632§2εδ.β, 937§3, 591 και 614 επ. του ίδιου κώδικα, όπως έχουν κατόπιν του Ν. 4335/2015). Η υπό κρίση ανακοπή, που επιδόθηκε στην καθ’ ης την 12-2-2019 (βλ. την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τους ανακόπτοντες υπ’ αριθμόν ./12-2-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πατρών .), έχει επιπροσθέτως ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (ά. 632§§ 1 εδ.α, 2 εδ.α, 924, 933§1, 934§στοιχ. α εδ. α, 591§ 1 εδ.α, 122 επ., 144 §§ 1,3, 585 και 215 επΚΠολΔ, όπως έχουν μετά την ισχύ του Ν. 4335/2015, βλ. το άρθρο ένατο αυτού), οπότε πρέπει οι ένδικοι λόγοι ανακοπής να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό, τη νομική και την ουσιαστική βασιμότητά τους (ά. 585, 633§1, 933 επ. και 176 επΚΠολΔ).