
1. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για το ελληνικό δίκαιο παρουσιάζει ο φάκελος του τεύχους 14/2015 της AJDA, αφιερωμένος σε επίκαιρα θέματα σχετικά με τη μονομερή διοικητική πράξη (actualité de l’acte administratif unilateral, AJDA 14/2015, σ. 792). Το πρώτο άρθρο του φακέλου έχει ως αντικείμενο τα μέτρα εσωτερικής τάξης, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για κατηγορία της οποίας η εξαφάνιση έχει αναγγελθεί προ πολλού, πλην όμως εξακολουθεί να υφίσταται έστω και αν το πεδίο εφαρμογής της συρρικνώνεται (Ι). Το ίδιο ισχύει και για την κατηγορία των κυβερνητικών πράξεων, η οποία επίσης συρρικνώνεται λόγω του αποχαρακτηρισμού πολλών τέτοιων πράξεων από τον ίδιο τον δικαστή (ΙΙ). Η τρίτη μελέτη, η πλέον ενδιαφέρουσα, έχει ως αντικείμενο μια κατηγορία πράξεων του ηπίου δικαίου, τις περίφημες οδηγίες, οι οποίες, κατά τη νεότερη νομολογία του Conseil d’Etat και τη μελέτη του 2013, μετονομάζονται σε κατευθυντήριες γραμμές («lignes directrices»), αφενός προς αποφυγή σύγχυσης με τις κοινοτικές οδηγίες και, αφετέρου, διότι ο όρος αυτός αποδίδει πληρέστερα το περιεχόμενό τους (ΙΙΙ). Τέλος, το τέταρτο άρθρο εξετάζει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της ένταξης νομοθετικού ορισμού της διοικητικής απόφασης στον υπό έκδοση κώδικα των σχέσεων μεταξύ του κοινού και των διοικητικών αρχών (IV).
Ι. Chauvet, Quereste-t-il de la « théorie» des mesures d‘ordre intérieur?, AJDA 14/2015, σ. 793
2. Το άρθρο είναι αφιερωμένο στην γνωστή νομική κατηγορία των μέτρων εσωτερικής τάξης που αφορούν την «εσωτερική ζωή της δημόσιας διοίκησης» (M. Hauriou, note sous Cochet d’Hattecourt, CE 22 février 1918, S. 1921, II. 9) και απολαύουν πλήρους δικαστικής ασυλίας. Ο διοικούμενος δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητά τους ενώπιον του δικαστή ούτε ευθέως (CE 8 juill. 1921, Lacroix, Lebon σ. 690) ούτε εμμέσως, με την προβολή ένστασης παρανομίας (CE ass. 6 mai 1966, n° 57452, Guillain, Lebon, σ. 305). Επιπλέον, παρά την πρόταση του προέδρου B. Genevois (concl. sur CE ass. 9 juin 1978, Spire, Rev. adm. 1978, σ. 631), ανεξαρτήτως της ζημίας που προκαλεί η παρανομία του μέτρου εσωτερικής τάξης (στο εξής ΜΕΤ), δεν είναι δυνατή η επιδίκαση αποζημίωσης (CE 10 mars 1982, n° 24010, Taddei, Lebon, σ. 534· D. 1983. IR 315, obs. F. Moderne/P. Bon). Δεν προσβάλλεται δικαστικώς ούτε η άρνηση έκδοσης ΜΕΤ (CE 17 oct. 1986, n° 59536, Chabot, Lebon, σ. 650), οπότε η μόνη οδός προστασίας είναι η αίτηση θεραπείας ή η ιεραρχική προσφυγή, η δε επ’αυτών εκδιδόμενη απόφαση απολαύει της ίδιας δικαστικής ασυλίας με το προσβαλλόμενο ΜΕΤ (CE 20 oct. 1954, Chapou, Lebon σ. 541· AJDA 1955, σ. 401, obs. J. Copper Royer). Εύστοχα ο συγγραφέας επισημαίνει ότι, ενώ το νομικό καθεστώς των ΜΕΤ είναι σαφές και απλό, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον εντοπισμό και την οριοθέτησή τους, πράγμα που δυσχεραίνει τη διαμόρφωση μιας γενικής θεωρίας της έννοιας. Παρά τη μακρά και πλούσια ιστορία της εν λόγω νομικής κατηγορίας, αλλά και τον επίκαιρο χαρακτήρα της, παραμένει μια κατηγορία που δύσκολα μπορεί να γίνει κατανοητή, να οριοθετηθεί και να δικαιολογηθεί.
3. Το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στη νομολογία για τα ΜΕΤ (Ι), την οποία ο συγγραφέας χαρακτηρίζει πουαντιγιστική (“pointilliste”), υιοθετώντας τον όρο του B. Seiller (Acte administratif – I », Encycl. Dr. cont. adm., § 314), η οποία εξελίσσεται μεν διαρκώς, πλην όμως δεν επιτρέπει τη συναγωγή ασφαλών κριτηρίων για τον ορισμό της έννοιας των ΜΕΤ. Πρόκειται για μια νομολογιακή κατασκευή χωρίς καμία προσπάθεια συστηματοποίησης (Α). Απαριθμούνται πολλές πράξεις που χαρακτηρίσθηκαν από τη νομολογία ως ΜΕΤ, όπως η βαθμολογία των πολιτικών και στρατιωτικών υπαλλήλων (CE 5 nov. 1920, Crabé, Lebon 930· CE, sect., 7 déc. 1973, n° 85317, Guillemin, Lebon σ. 702), διάφορες κυρώσεις και ποινές σε στρατιωτικούς ή κρατουμένους, ιεραρχικές διαταγές, «αυστηρές παρατηρήσεις» που απευθύνει ο υπουργός σε υπαλλήλους, η τοποθέτηση φοιτητή σε συγκεκριμένη ομάδα φροντιστηρίων, η απαγόρευση πρόσβασης υπαλλήλου σε ορισμένα καταστήματα, η εγγραφή σε εσωτερικό μητρώο της υπηρεσίας, η άρνηση παραχώρησης ακρόασης ή κίνησης έρευνας για περιστατικό που συνέβη σε σχολείο κ.λπ. Εύστοχα επισημαίνει ο συγγραφέας ότι η προσπάθεια συστηματικής απογραφής είναι συσσίφειο έργο. Σημειώνεται επίσης ότι η σχετική νομολογία δεν είναι καθόλου στατική, πράγμα που δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη φύση ορισμένων πράξεων. ΄Ετσι, η βαθμολογία τόσο για τους πολιτικούς όσο και για τους στρατιωτικούς υπαλλήλους δεν αποτελεί πλέον ΜΕΤ. Πώς θα πρέπει όμως να αντιμετωπισθεί η απαγόρευση από «σεμνότυφο» διευθυντή γυμνασίου της μίνι φούστας, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά τη νεότερη νομολογία, η απαγόρευση διακριτικού συμβόλου (ενδυματολογικού ή άλλου) θρησκευτικού, πολιτικού ή φιλοσοφικού χαρακτήρα υπόκειται σε ένδικο βοήθημα; (CE 2 nov. 1992, n° 130394, Kherouaa et Mme Kachour et Balo et Mme Kizic, Lebon σ. 389· AJDA 1992, σ. 833, 788, chron. C. Maugüé/R. Schwartz, και 2014, σ. 104, chron. A. Lallet/Ε. Geffray· D. 1993. 108, note G. Koubi· RFDA 1993, σ. 112, concl. D. Kessler). Πάντως, η νομολογία δεν είναι πάντοτε απρόβλεπτη και αποσπασματική, δεδομένου ότι ορισμένοι τομείς έχουν σαφώς αποκλεισθεί από το πεδίο των ΜΕΤ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι εσωτερικοί κανονισμοί τοπικών συλλογικών οργάνων (νόμος της 6ης Φεβρουαρίου 1992, άρθρο 31, ο οποίος «αναιρεί» πάγια αντίθετη νομολογία: CE ass. 2 déc. 1983, n° 43541, Charbonnel, Lebon 474, concl. M. Roux· AJDA 1984, σ. 76, chron. B. Lasserre/J.-M. Delarue). Το ίδιο ισχύει και για τις πράξεις διαιτητών και δικαστών αθλητικών αγώνων καθώς και των οργάνων των αθλητικών ομοσπονδιών, που υπόκεινται σε περιορισμένης έκτασης δικαστικό έλεγχο, δηλαδή έλεγχο της τήρησης των αρχών και των κανόνων που επιβάλλονται στους συντάκτες κάθε πράξης που εκδίδεται κατά την άσκηση αποστολής δημόσιας υπηρεσίας. Αντίθετα δεν ελέγχονται οι τεχνικές κρίσεις των οικείων οργάνων (CE sect. 25 janv. 1991, n° 104497, Vigier, AJDA 1991, σ. 389, concl. A.-M. Leroy· RFDA 1992, σ. 216, note L.-V. Fernandez-Maublanc).