Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Εφαρμογή του λόγου αποκλεισμού του άρθρου 14 § 3 ΚΠΔ στην απόφανση επί προσφυγής κατά κλητηρίου θεσπίσματος κατ’ άρθρον 322 ΚΠΔ – Μείζων δικαιοπολιτική ερμηνευτική αρχή επί ενδίκων μέσων η διάκριση Iudex a quo και Iudex ad quem , [του Βασιλείου Σταματόπουλου, δικηγόρου]

Δέον ευθύς εξαρχής να επισημανθεί ότι ο θεματικός πυρήνας του παρόντος μελετήματος παρουσιάζει ιδιαίτερο και, τρόπον τινά, πρωτογενές επιστημονικό ενδιαφέρον, καθόσον δεν έχει εισέτι αποτελέσει αντικείμενο πραγματεύσεως εκ μέρους του Ανωτάτου Ακυρωτικού. Υπ΄ αυτό το πρίσμα, ούτως ειπείν, το εν θέματι μελέτημα επιχειρεί μία συμβολή στην τελολογική – δικαιοσυστηματική ερμηνεία των άρθρων 14 § 3, 322 και 171 § 1 περ. α΄ ΚΠΔ.
Έχει παγίως νομολογηθεί από τον Άρειο Πάγο ότι δεν συντρέχει λόγος απόλυτης ακυρότητος λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου (171 § 1 περ. α΄ ΚΠΔ) συνιστών εντεύθεν λόγο αναιρέσεως κατά βουλεύματος ή απόφασης (484 § 1 περ.α΄ και 510 § 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ) στις περιπτώσεις κατά τις οποίες i) ο εισαγγελέας του οποίου η πρόταση ενσωματώθηκε σε αναιρεθέν βούλευμα, συμμετάσχει στη μετ΄ αναίρεση δίκη (ή στο δικαστικό συμβούλιο που επελήφθη της υποθέσεως μετ΄ αναίρεση, βλ. σχετ. ΑΠ 2203/2006, με αντιθ. όμως προτ. Α. Ζύγουρα, ΠοινΔικ 2007, 969), ή ομοίως στις περιπτώσεις εκείνες ii) που ο εισαγγελέας της δευτεροβάθμιας δίκης είχε ασκήσει καθήκοντα εισαγγελέως και στο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση (ΑΠ 954/2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1690/2003 ΠοινΔικ 2004. 287), καθώς και ότι στις ως άνω περιπτώσεις δεν παραβιάζεται το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Αντιπαρερχόμενος, χάριν συντομίας, τις ουκ ολίγες αντίθετες επί του ζητήματος (βλ., λόγου χάριν, ΑΠ 451/1982, ΠοινΧρ ΛΓ΄, 14 που τάσσεται υπέρ της αναλογικής εφαρμογής των λόγων αποκλεισμού του άρθρου 14 ΚΠΔ) θέσεις που διατυπώνουν τόσο η θεωρία όσο και η νομολογία (ενδ. βλ. την υψίστης επιστημονικής πληρότητος πρόταση του αντεισαγγελέως του ΑΠ Α. Ζύγουρα, όπως αυτή διατυπώθηκε προσφυώς και ενσωματώθηκε στην ως άνω ΑΠ 2203/2006 και εις την οποίαν αιτιολογείται ενδελεχώς ο ενεργότατος ρόλος του εισαγγελέως στην ποινική δίκη και καταφάσκεται η εντεύθεν κακή σύνθεση ως λόγος απόλυτης ακυρότητος, όθεν και αναιρέσεως), αλλά και το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (υποθ. Huber κατά Ελβετίας), ουδείς δύναται να ισχυριστεί βασίμως ότι οι ανωτέρω αποφάσεις του Ανωτάτου Ακυρωτικού δεν απηχούν παγία νομολογία. Τουναντίον, ως τέτοια (παγία) την αναγνωρίζουμε άπαντες και στο πλαίσιο αυτό θα αναζητήσουμε την δικαιολογητική της βάση (ratio), ο πυρήν της οποίας άλλωστε επαναλαμβάνεται στη μείζονα όλων των ενδεικτικώς προαναφερθεισών (αλλά και πολλών άλλων) αποφάσεων του ΑΠ.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

ΑΠ 277/2014: "Επιτρέπεται η καταγραφή με τεχνικά μέσα δημόσιων λειτουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους"

Παθητική δωροδοκία. 
Αμεση συνέργεια σ΄ αυτή. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης
 
(...) ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Στο άρθρο 235 ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 2802/2000 και πριν από την εκ νέου αντικατάσταση με το άρθρο δεύτερο παρ.1 του ν. 3666/2008, οριζόταν ότι "Τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με την μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο ίσχυσε και το οποίο καταλαμβάνει τις πράξεις που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα Β. Μ. και φέρονται τελεσθείσες την 3-4-2006, 19-7-2006 και 26-7-2006, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) ήταν απαραίτητο, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α του ΠΚ,: α) τα δώρα ή τα ανταλλάγματα τα οποία ζητούσε ή λάμβανε ο δράστης ή των οποίων εξασφάλιζε την υπόσχεση καταβολής, που δεν αρμόζουν σ' αυτόν, να δίδοντο ή να υπήρχεν υπόσχεση τούτων για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψή του, χωρίς να ενδιαφέρει αν πραγματοποιήθηκε η μέλλουσα ενέργεια ή αν αυτός σκοπούσε σπουδαίως να εκτελέσει την εν λόγω ενέργεια και η ενέργεια ή παράλειψή του να περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή τις οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας (Ολ ΑΠ 6/1998, Ολ ΑΠ 1778/1993, ΑΠ 125/2013). Εάν επρόκειτο για ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη, η πράξη ήταν ανέγκλητη μη αξιόποινη (ΑΠ 1448/2011, 675/2007, 2282/2003, ενώ ήδη, μετά τη νέα αντικατάσταση του άρ. 235 ΠΚ δια του ν. 3666/2008, τα δώρα μπορεί να αποβλέπουν τόσο σε μελλοντική όσο και σε τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη).
Περαιτέρω, κατά το άρ. 46 παρ. 1β ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας σε έγκλημα άλλου, βάσει της αρχής του περιορισμένου, παρακολουθητικού χαρακτήρα της συμμετοχής, που καθιερώνει το άρ. 48 του ΠΚ, απαιτείται, α) αφενός μεν ο άλλος (ο αυτουργός) να διαπράξει ή να αποπειραθεί τουλάχιστον να διαπράξει την άδικη πράξη, η οποία δεν καλύπτεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, από κάποιο λόγο που να αίρει το άδικο αυτής, δηλαδή πράξη που συνιστά τέλεση ή απόπειρα τέλεσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφετέρου δε ο συνεργός να τελέσει πράξη υποστηρικτική της κύριας πράξης του αυτουργού, με άμεσα συνδεδεμένη με αυτή βοηθητική ενέργεια σε τρόπο, ώστε, χωρίς αυτή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η τέλεση του εγκλήματος. Απαιτείται η συμμετοχική αυτή δράση να μην ξεπερνά το χρονικό σημείο τελέσεως της κυρίας πράξεως και ειδική αιτιολόγηση του τρόπου και των μέσων δράσης του άμεσου συνεργού. Στην περίπτωση κατά την οποία, για την πραγμάτωση της άδικης πράξεως απαιτείται και υπερχειλής δόλος, πρέπει και ο άμεσος συνεργός τέτοιας πράξεως να πράττει με τον ίδιο δόλο (ΑΠ 1048/2011). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.


Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

"Αναθεώρηση του Συντάγματος και εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας" [του Δημητρίου Ζιγκολη, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ροδόπης]

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, η επικείμενη εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας σε συνδυασμό με την απαιτούμενη αυξημένη πλειοψηφία (180 ψήφοι), έφτασε στο σημείο να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της σταθερότητας η μη της Χώρας και να συναρτάται από αυτήν η οικονομική σταθερότητά της. Ήδη, πολλοί είναι αυτοί που προτείνουν στο πλαίσιο μιας αναθεώρησης του Συντάγματος, την αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από την υποχρεωτική διάλυση της Βουλής (άρθρο 32 παρ. 4).
   Ι. Εισαγωγικά
   Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Συντάγματος, για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών. Αν δεν επιτευχθεί η πλειοψηφία αυτή στην πρώτη ή την δεύτερη ψηφοφορία, ακολουθεί τρίτη ψηφοφορία όπου πλέον απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών (ήτοι 180 θετικές ψήφοι). Μη επιτυγχανομένης αυτής της πλειοψηφίας, η Βουλή διαλύεται υποχρεωτικά και η νέα Βουλή εκλέγει τον πρόεδρο της Δημοκρατίας με απλή πλειοψηφία.
   Ο δικαιολογητικός λόγος της αυξημένης αυτής πλειοψηφίας, έγκειται στο ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ρυθμιστής του πολιτεύματος (άρθρο 30 παρ. 1) και για το λόγο αυτό ενσαρκώνει τρόπον τινά την ευρύτερη εθνική ενότητα. Λησμονείται όμως το γεγονός ότι η αυξημένη αυτή πλειοψηφία δικαιολογούνταν ίσως λόγω των αυξημένων και ενισχυμένων αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1975 όπως αυτό ψηφίσθηκε από την Ε' Αναθεωρητική Βουλή.
   Όμως μετά την αναθεώρηση του 1986 αποψιλώθηκαν οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, μεταφέροντας το κέντρο βάρους στην άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας στον Πρωθυπουργό. Όμως η διάταξη του άρθρου 32 παρ. 4 του Συντάγματος παρέμεινε ως είχε. Μια ματιά στα Συντάγματα άλλων χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με πολίτευμα Προεδρεύομενης Δημοκρατίας, αποδεικνύει ότι η διάταξη του άρθρου 32 παρ. 4 του Συντάγματος αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία, αφού σε καμία άλλη χώρα δεν συνδυάζεται η αδυναμία εκλογής προέδρου με την διάλυση της βουλής.  

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΚΠΔ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ (ΑΡΘΡΑ 45Β ΚΑΙ 45Γ) [του Αριστομένη Τζανετή, Επ. Καθηγητή Πανεπ. Αθηνών, δικηγόρου]

       

Ι. Ορολογικά ζητήματα
Με τα άρθρα 45Β και 45Γ σχΚΠΔ εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη ο αγγλοσαξωνικής προελεύσεως θεσμός του pleabargaining, στον οποίον ο κατηγορούμενος συνδιαλέγεται απευθείας με τις δικαστικές αρχές με αντικείμενο διαπραγμάτευσης την αποδοχή ή έστω τη μη εναντίωση στην σε βάρος του κατηγορία με αντάλλαγμα την επιβολή ηπιώτερης ποινής. Ακριβέστερη θα ήταν η απόδοση του pleabargaining με τον όρο “ποινική διαπραγμάτευση”, ο οποίος επιτρέπει την ορολογική διάκριση του νέου θεσμού από τον συγγενή, αλλά διαφορετικό θεσμό της «ποινικής συνδιαλλαγής», η οποία επέρχεται με συμφωνία του κατηγορουμένου με τον παθόντα (και όχι με τις δικαστικές αρχές) για άρση των συνεπειών του εγκλήματος. Βάσει των ανωτέρω ο χρησιμοποιούμενος στα άρθρα 45 Β και 45 Γ όρος “ποινική συνδιαλλαγή” δημιουργεί σύγχυση, αφού ο ίδιος ακριβώς χρησιμοποιείται στο ήδη ισχύον και διατηρούμενο στο σχΚΠΔ άρθρο 308Β ΚΠΔ, όπου όμως ρυθμίζεται το εντελώς διαφορετικό ζήτημα της επιεικούς ποινικής μεταχείρισης λόγω πλήρους αποκαταστάσεως της επελθούσας ζημίας.
ΙΙ. Η ποινική συνδιαλλαγή στα κακουργήματα (α. 45 Γ)
1. Πεδίο εφαρμογής
Σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση δεκτικά συνδιαλλαγής είναι: α) τα προβλεπόμενα στον ΠΚ κακουργήματα, που τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και β) όλα τα κακουργήματα, που προβλέπονται σε ειδικούς ποινικούς νόμους ακόμη και τα τιμωρούμενα με κάθειρξη μέχρι είκοσι έτη (αρμοδιότητας Μονομελούς Εφετείου Κακ/μάτων), όπως λ.χ. φορολογικά κακουργήματα, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών).
Ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής του α. 45Γ σε συγκεκριμένες κατηγορίες κακουργημάτων θα δημιουργήσει πρακτικά προβλήματα εφαρμογής του νέου θεσμού σε περιπτώσεις συρροής εγκλημάτων, που δεν είναι στο σύνολό τους δεκτικά διαπραγμάτευσης. Παραδείγματα: Έγκλημα υπαγόμενο στο Ν. 1608/1950 (ανεπίδεκτο διαπραγμάτευσης) και νομιμοποίηση του προϊόντος του (δεκτικό διαπραγμάτευσης). Ή εγκληματική οργάνωση με την επιβαρυντική περίσταση του α. 187 παρ. 3 ή τρομοκρατική οργάνωση (187Α), τα μέλη της οποίας τελούν εγκλήματα, για τα οποία προβλέπεται πρόσκαιρη κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Ο περιοροσμός της δυνατότητας διαπραγμάτευσης σε ένα μόνο από τα συρρέοντα εγκλήματα θα λειτουργήσει ως αντικίνητρο για την υπαγωγή στο νέο θεσμό.
2. Το περιεχόμενο του πρακτικού συνδιαλλαγής: Απαιτείται ομολογία;
Σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση στο συντασσόμενο πρακτικό διαπραγμάτευσης απλώς καταγράφεται η προτεινόμενη από τον Εισαγγελέα ποινή και ο τελικός χαρακτηρισμός της πράξης χωρίς ο κατηγορούμενος να λαμβάνει θέση επί της αποδιδόμενης σε αυτόν κατηγορίας. Αντιθέτως όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες έχει εισαχθεί το pleabargaining (με εξαίρεση την Ιταλία, η οποία όμως έχει υιοθετήσει σύστημα κατ’ αντιδικίαν διεξαγωγής της δίκης), θέτουν ως προαπαιτούμενο για την έκπτωση της ποινής την ομολογία του κατηγορουμένου. Η απαίτηση να ομολογείται η πράξη στηρίζεται στη σκέψη ότι, όπου ισχύει εξεταστικό σύστημα, για την καταδίκη του κατηγορουμένου απαιτείται νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, η οποία λόγω του ακρωτηριασμού της αποδεικτικής διαδικασίας μόνο στην ομολογία μπορεί να στηριχθεί. Αν δεν αξιωθεί ομολογία, τότε η καταδίκη, που έπεται του pleabargaining, δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό μέσο με συνέπεια να παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας (βλ. α. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ).

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

ΑΠ 1751/2014 – Σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης / αδικαιολόγητος πλουτισμός

Περίληψη: Οι συνήθεις παροχές του ενός από τον άλλο στο πλαίσιο της ελεύθερης συμβίωσης γίνονται από ελευθεριότητα και χωρίς πρόθεση ανταλλάγματος, διότι η νόμιμη αιτία μπορεί να είναι υπηρεσίες πάσης φύσεως. Όταν πρόκειται για παροχές περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας και υπάρχει πλουτισμός του ενός συντρόφου, επειδή δημιουργήθηκε σύνδεσμος εμπιστοσύνης  και στον παρασχόντα δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι παρέχει τις υπηρεσίες υπό την προϋπόθεση ενός όχι ορισμένου αλλά οριστού περιουσιακού ανταλλάγματος, όπως η προοπτική μέλλοντος γάμου ή εξασφάλισης, η αθέτηση και γενικότερα λήξη του συνδέσμου εμπιστοσύνης ως νόμιμης αιτίας στηρίζει την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού για αιτία λήξασα ή μη επακολουθήσασα, που γεννάται τη χρονική στιγμή της διάρρηξης του συνδέσμου εμπιστοσύνης. Εάν η ελεύθερη συμβίωση λύνεται λόγω θανάτου του πλουτίσαντος συντρόφου, η αξίωση του άλλου συντρόφου απευθύνεται κατά των κληρονόμων του, γιατί η απαίτηση είναι κληρονομητή. Μειοψηφία ενός δικαστή, κατά τον οποίο, εάν η ελεύθερη συμβίωση λύνεται λόγω θανάτου του πλουτίσαντος συντρόφου, δεν γεννάται αξίωση του επιζώντος συντρόφου, διότι όσο ζούσε ο θανών είχε νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού και οι κληρονόμοι του υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ως συνόλου και δεν έχουν υποχρέωση επιστροφής των παροχών, εφόσον κατέχουν με νόμιμη αιτία την κληρονομία του. Αναιρεί και παραπέμπει.

(...)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 
Από το επικυρωμένο αντίγραφο της από 30-1-2013 αιτήσεως αναιρέσεως και την υπάρχουσα σ” αυτό βεβαίωση με ημερομηνία 26-6-2013 της δικαστικής επιμελήτριας Κοζάνης Α. Ζ. – Ν., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι επιδόθηκε σ” αυτήν, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας νομότυπα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης μαζί με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Αφού δε η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ” ΚΠολΔ.
 
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 68/2012 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την από 21-5-2009 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 163/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει μερικώς δεκτή η από 6-9-2007 αγωγή της αναιρεσείουσας με βάση τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής την απέρριψε ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.