Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

ΤρΕφΑθ 4842/2025 : Ειδική ευθύνη της τράπεζας. «Eπενδυτικό προϊόν – παγίδα». Παραβίαση υποχρεώσεων πρόνοιας και ασφάλειας - καλή πίστη - κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις. Κατάφαση αδικοπραξίας.

 



Ειδική ευθύνη της τράπεζας αν δεν εφιστά την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, ανεξάρτητα από αν συμπεριλήφθηκε ρητά συμβατικός όρος περί ευθύνης της, ή αν εγγυήθηκε ή όχι ένα επωφελές αποτέλεσμα – στοιχεία που δεν επιδρούν νομικώς στην ίδρυση της ευθύνης της. Παράλειψη διαφώτισης σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών για τη φύση και την λειτουργία ομολόγου, που δεν συμβάδιζε με το μετριοπαθές επενδυτικό προφίλ του πελάτη της. Παρά την εμπιστοσύνη που επέδειξε ο πελάτης της τράπεζας ως καταναλωτής, η τελευταία παραβίασε τις υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που όφειλε κατά τον νόμο και την καλή πίστη ή τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και μπορούσε να λάβει μέσα στη σφαίρα επιρροής της, κάτω από ομαλές προβλέψιμες συνθήκες. Κατάφαση αδικοπραξίας.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 

14ο ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟ

Αριθμός απόφασης 4842/2025

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Γεωργία Λαμπροπούλου, Πρόεδρο Εφετών, Ελευθερία Κώνστα, Εφέτη, και Αλεξάνδρα Κ Μητσοπούλου, Εφέτη-Εισηγήτρια, τις οποίες όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ερασμία Κανατά.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 6η Μαρτίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος ενάγοντος: ………. του ......., κατοίκου ……. (επί της οδού .........) με ΑΦΜ ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου` του ΔΑ, με AM ......0 ΔΣΑ, ο οποίος κατέθεσε κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ την από 5-3-2024 δήλωση.

Της εφεσιβλήτου εναγομένης: Της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ .......» που εδρεύει στην Αθήνα (οδός .......), με ΑΦΜ ........ Δ.Ό.Υ. Φ.Α.Ε. ...... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα ........» με ΑΦΜ ......., λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της πρώτης τραπεζικής εταιρείας (άρθρο 16Ν 2515/1997 και άρθρα 57 παρ. 3 και 59-74 του Ν 4601/2019-Ανακοινώσεις για καταχώριση στο ΓΕΜΗ με αριθμό ..... και ...../20-3-2020), η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΙΜ με AM ./.... ΔΣΑ ο οποίος κατέθεσε κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ την από 5-3-2024 δήλωση.

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15-7-2013 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ......./17-7-2013 αγωγή του, με την οποία αιτείτο τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών επιλαμβανόμενο επί της αγωγής αυτής εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 4734/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία έκρινε εαυτό καθ ύλην αναρμόδιο παραπέμποντας κατ` άρθρο 46 ΚΠολΔ προς εκδίκαση την υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στο οποίο επαναφέρθηκε η υπόθεση με την από 8-10-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ....../9-10-2018 κλήση του ενάγοντος-καλούντος, αφού δίκασε την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 1419/2022 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 9-5-2024 έφεσή του που έλαβε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αριθμό εκθέσεως καταθέσεως και προσδιορισμού ......./10-5-2024 και για την οποία ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, οπότε και, αφού εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, συζητήθηκε

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ο εκκαλών και η εφεσίβλητη που παραστάθηκαν κατά τα ανωτέρω ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Ι. Επί της εφέσεως

Η κρινόμενη από 9-5-2024 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως και προσδιορισμού ……./10-5-2024 έφεση του πρωτοδίκως εν όλω ηττηθέντος ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, κατά της υπ’ αριθμόν 1419/2022 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο εφαρμόζοντας την τακτική διαδικασία δίκασε, κατόπιν παραπομπής από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμόν 4734/2018 οριστική παραπεμπτική απόφασή του την από 15-7-2013 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2013 αγωγή, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν 3994/2011 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 72 παρ. 13 του ιδίου νόμου), έχει, δε, ασκηθεί νομοτύπως, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 9-5-2024 (άρθρ. 495 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν ….../9-5-2024 έκθεση καταθέσεως ενδίκου μέσου του Γραμματέα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και είναι εμπρόθεσμη, διότι κατατέθηκε την 9η-5-2024, ημέρα Πέμπτη (βλ. την προαναφερόμενη πράξη καταθέσεως ενδίκου μέσου του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών), ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία εκκίνησε από την επομένη της δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 499, 511, 513 παρ. 1 β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο άρθρο ήδη ισχύει, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, 144, 145 ΚΠολΔ), που έλαβε χώρα στις 25-5-2022 ημέρα Τετάρτη ήτοι εκκίνησε την 26η-5-2022, ημέρα Πέμπτη και θα έληγε την αντίστοιχη ημεροχρονολογία μετά πάροδο 2 ετών (144 παρ. 1, 145 παρ. 2 ΚΠολΔ) ήτοι την 26η-5-2024, η οποία όμως ήταν Κυριακή δηλαδή ημέρα εξαιρετέα (άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ) και επομένως θα έληγε την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα της 27ης-5-2024. Κατόπιν τούτου η κατάθεση του εφετηρίου στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 9η-5-2024 ως προελέχθη καθιστά αυτήν (έφεση) εμπρόθεσμη. Μετά ταύτα δέον όπως γίνει τυπικά δεκτή προκειμένου να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια παραπάνω τακτική διαδικασία (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού σημειωθεί ότι: α) για το παραδεκτό της έφεσης έχει καταβληθεί το προβλεπόμενο παράβολο κατά το άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, ποσού 150 ευρώ (όπως η παρ. 3 προστέθηκε με το ισχύον από την 2-4-2012, άρθρο 12 του Ν. 4055/2012, αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 93 παρ. 1 του Ν 4139/2013, και ακολούθως με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 αντικαταστάθηκε και πάλι από το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν 4446/2016, - βλ έκθεση καταθέσεως ενδίκου μέσου όπου γίνεται αναφορά στο υπ’ αριθμόν …... e παράβολο, το οποίο και προσκομίζεται σε συνδυασμό με την από 9-5-2024 απόδειξη καταβολής του της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ...….», β) για το παραδεκτό της κατάθεσης ενδίκου μέσου και της παράστασης των διαδίκων στο ακροατήριο προσκομίζεται το υπ’ αριθμόν Ε 26921 1 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών ΑΣ Αθηνών (για την κατάθεση) και το υπ’ αριθμόν Π ….. (για την παράσταση) γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών ΔΣ Αθηνών για τον εκκαλούντα και το υπ’ αριθμόν Π ….. (για την παράσταση) γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών ΔΣ Αθηνών για την εφεσίβλητη κατ’ άρθρο 61 παρ. 4, 69 παρ. 1, Ν. 4194/2013 Κώδικα περί Δικηγόρων.

 

II. Επί της αγωγής

Με την υπό κρίση από 15-7-2013 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …../2013 αγωγή του ο ενάγων εξέθετε τα ακόλουθα: ’Ότι τυγχάνει πελάτης της εναγομένης τράπεζας επί σειρά ετών διατηρώντας προθεσμιακή κατάθεση, την οποία ανανέωνε κάθε 3 έως 6 μήνες. Ότι τον Ιανουάριο του έτους 2007 υπάλληλος του τμήματος «Private Banking» της εναγομένης στην Πάτρα επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του προτείνοντας του να τοποθετήσει ένα μεγάλο μέρος της προθεσμιακής του κατάθεσης που ήδη διατηρούσε σε τραπεζικό λογαριασμό στην εναγόμενη σε ομόλογο της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου. Ότι ειδικότερα ο υπάλληλος της εναγομένης ……. την 11η-1-2007 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του (με τον ενάγοντα) του πρότεινε να επενδύσει τα χρήματά του στην αγορά ενός ομολόγου «ιδιαίτερα προνομιακού». Ότι το ομόλογο αυτό ήταν εκδόσεως της τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «....….» με ημερομηνία εκδόσεως την 26η-5-2006 και με ημερομηνία λήξεως την 26η-5-2016 (δεκαετούς δηλαδή διάρκειας) με κωδικό ISIN XSO255675794, ονομαστικής αξίας 200.000 ευρώ και τιμή αγοράς του ίση με 201.513.,33 ευρώ. Ότι το ως άνω τίμημα του αγοράς του ένδικου ομολόγου θα γινόταν με απευθείας χρέωση του με αριθμό ……... τραπεζικού λογαριασμού του ενάγοντος που τηρείτο στην εναγόμενη κατόπιν εντολής του. Ότι το ομόλογο αυτό κατά τις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της εναγομένης θα επέφερε τοκομερίδιο που θα υπολογιζόταν επί του δείκτη Euribor τριμήνου συν 1,75 % ήτοι ποσοστό 4,5% ετησίως αποδίδοντας δηλαδή κατ’ ελάχιστο ετήσιο όριο περί τα 9.000 ευρώ ετησίως. Ότι ο ενάγων παραπεισθείς από τις παραπλανητικές και φορτικές προτροπές των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης τράπεζας αποφάσισε τελικώς να προβεί στην αγορά του ως άνω ομολόγου, θεωρώντας ότι πρόκειται για εξασφαλισμένη επένδυση καταβάλλοντας σε χρέωση του ως άνω τραπεζικού λογαριασμού του ως τίμημα το ποσό των 201.513,33 ευρώ. `Ότι η πραγματική βούληση του ενάγοντος ήταν να επενδύει τα χρήματά του που προέρχονταν από τις αποταμιεύσεις του σε ασφαλή επενδυτικά προϊόντα με μηδενικό ρίσκο και με επιτόκιο μεγαλύτερο των προθεσμιακών καταθέσεων που ήδη διατηρούσε στην εναγόμενη. Ότι στερούμενος τραπεζικών γνώσεων και παρασυρόμενος από την εμπιστοσύνη που επέδειξε στην εναγόμενη τραπεζική εταιρεία δέχθηκε να αγοράσει το ένδικο ομόλογο. Ότι το έτος 2011 (τρία έτη μετά την αγορά του ομολόγου) επικοινώνησε με την εναγόμενη τράπεζα επιθυμώντας να διαθέσει το ομόλογο αυτό, η δε εναγόμενη τον ενημέρωσε ότι η εκδότρια τραπεζική εταιρεία υπό την επωνυμία «.......» θα αγόραζε το ομόλογο στην μισή όμως τιμή των 100.000 ευρώ, αν και ήταν διπλάσιας ονομαστικής αξίας εκ 200.000 ευρώ όταν το απέκτησε ο ενάγων. Ότι το ομόλογο αυτό του παρουσιάστηκε ως άκρως δελεαστικό επενδυτικό προϊόν ως αποφέρον τραπεζικές αποδόσεις καλύτερες από αυτές μιας προθεσμιακής κατάθεσης. Ότι πριν την αγορά του ομολόγου η εναγόμενη τράπεζα ως όφειλε δεν τον ενημέρωσε για το ρίσκο που ενείχε η αγορά του (σημειούται ότι στην αγωγή δεν γίνεται κανένας λόγος για τα χαρακτηριστικά του ομολόγου αυτού) εξαπατώντας τον ενάγοντα να προβεί τελικώς σε αυτή (αγορά). Ότι η εναγόμενη τράπεζα κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών παρέβη τις γενικές υποχρεώσεις πρόνοιας που επιβάλλονται από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ αφού παρέλειψε, αν και είχε νόμιμη προς τούτο υποχρέωση από τις ανωτέρω διατάξεις να τον διαφωτίσει για τη φύση και τον επενδυτικό χαρακτήρα του ομολόγου αυτού, (χωρίς πάντως να εξειδικεύεται στην αγωγή αν το συγκεκριμένο ομόλογο συνιστά σύνθετο και πολύπλοκο χρηματοπιστωτικό μέσο), ενώ επίσης τον διαβεβαίωνε ψευδώς ότι το χαρτοφυλάκιο του δεν έχει υποστεί ζημία, και είναι ευχερώς ρευστοποιήσιμο στον οικείο κύκλο επενδυτικών συναλλαγών και ότι το ένδικο ομόλογο ενέχει μηδενικό ρίσκο με εγγυημένη απόδοση κεφαλαίου 100% . "Ότι σε γενικές γραμμές η εναγόμενη ενεργώντας δια των προστηθέντων υπαλλήλων της προς βλάβη των περιουσιακών συμφερόντων του, παρέλειψε να τον ενημερώσει αλλά και να παρέχει στον εντολέα της ενάγοντα κάθε πληροφορία για τον επενδυτικό κίνδυνο που αναλάμβανε αγοράζοντας το ομόλογο αυτό παρά το ότι είχε ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ αλλά και από τα άρθρα 718, 719 ΑΚ ως εντολοδόχος από την σύμβαση εντολής που τους συνέδεε (σελ. 1 έως 12 της αγωγής). Ότι η ως άνω συμπεριφορά των οργάνων της τράπεζας, πέραν από παράνομη (αντιτιθέμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις) είναι και υπαίτια, αφού οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης τράπεζας επέδειξαν βαρειά αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους αγνοώντας τις εντολές και του βούληση του ενάγοντος που επιθυμούσε να επενδύσει σε συντηρητικά προϊόντα αντίστοιχα προς το επίσης συντηρητικό επενδυτικό του προφίλ Ότι εξαιτίας της ως άνω της αντισυμβατικής και εν ταυτώ αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία δεν τον ενημέρωσε, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, κατά τον χρόνο της αγοράς του προαναφερόμενου ομολόγου, αλλά ούτε και αργότερα για την φύση αυτού, ο ίδιος υπέστη περιουσιακή ζημία, ισόποση με την απομείωση της αξίας του αυτού (ομολόγου) που κατέστη εν τέλει μηδενική, της ζημίας του ανερχόμενης μετά ταύτα στο ποσό των 201.513,33 ευρώ (όση και η αρχική αγοραστική του αξία η οποία εν τέλει εξανεμίστηκε). Ότι πέραν τούτου η εναγόμενη του οφείλει το ποσό των 13.500 ευρώ που αντιστοιχεί στους εγγυημένους τόκους που σε κάθε περίπτωση θα απέφερε το ως άνω ομόλογο αναλυόμενο σε ποσό 4.500 ευρώ που θα πιστωνόταν την 26η-11-2012, σε 4.500 ευρώ που θα πιστωνόταν την 26η-2-2013, σε 4.500 ευρώ που θα πιστωνόταν την 26-5-2013 στον τραπεζικό του λογαριασμό, ο οποίος τηρείτο στην εναγόμενη. Ότι πλέον τούτων σε κάθε περίπτωση ο ενάγων τυγχάνει καταναλωτής κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν 2251/1994 (που ίσχυε κατά το επίδικο χρόνο) ως τελικός αποδέκτης προϊόντων, και υπηρεσιών της εναγομένης τράπεζας (σελ. 12 και 13 της αγωγής), ιδιότητα που του απονέμει την προστασία των άρθρων 8 και 9του ιδίου Ν 2251/1994. Ότι η ζημία του τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την συμπεριφορά της εναγομένης. Ότι τέλος η ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης του προκάλεσε ηθική βλάβη, μη δυνάμενη να αποκατασταθεί άλλως, δικαιουμένου μετά ταύτα εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ύψους 20.151,33 ευρώ (ήτοι 201.513,33 ευρώ η περιουσιακή του ζημία X 10%-σελ. 14 της αγωγής). Υπό το ως άνω εν συνάψει προπαρατεθέν ιστορικό και υπό την επίκληση των προαναφερομένων διατάξεων ο ενάγων αιτείτο, μετά από επιτρεπτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος αγωγής σε αναγνωριστικό με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (άρθρα 223, 294 εδ. α`, 295 παρ.1 και 297 ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 235.120,66 ευρώ αναλυόμενο ως ακολούθως :

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

ΠΠρΑθ 2376/2025 : "Stalking - Εμμονική Παρακολούθηση από πρώην σύντροφο - ΠΚ 333 - Προβολή προσωπικότητας - ΑΚ 57 και ΑΚ 59"

 



ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟΥ - ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ : 2376/2025

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Ιωάννη Μασσαλή, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Λάμπρο Φλεβάρη, Πρωτοδίκη, Λουκία Λάμπρου, Πάρεδρο - Εισηγήτρια, καθώς και από τη Γραμματέα Διαμάντω Μπίθα.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 23 Ιανουαρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Κ.Α. του …………, κατοίκου ………, οδός …………. αρ. ……, με ΑΦΜ …………, η οποία προκατέθεσε νομότυπα και εμπρόθεσμα προτάσεις δια της πληρεξούσιας δικηγόρου ΆΚ (ΑΜ ΔΣΑ ...), δυνάμει της από …...4.2025 εξουσιοδότησης με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Χ.Μ. του …………, κατοίκου ……… Αττικής, οδός …….. αρ. ……, με ΑΦΜ ………….., ο οποίος προκατέθεσε νομότυπα και εμπρόθεσμα προτάσεις δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Δ.Μ. (ΑΜ ΔΣΑ ……..), δυνάμει της από …...9.2024 εξουσιοδότησης με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από …...4.2024 αγωγή, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου στις …...4.2024 με γενικό αριθμός κατάθεσης ……../2024 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ……../2024, προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά την παρούσα δικάσιμο και ενεγράφη στο πινάκιο.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ


Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού, που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού, που έχει προσβληθεί (ΑΠ 1533/2022, ΑΠ 605/2021 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 848/2019, ΑΠ 271/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις ανωτέρω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, που αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα, μεταξύ των οποίων (αγαθών) περιλαμβάνονται η προσωπική ελευθερία, δηλαδή η δυνατότητα ακώλυτης ανάπτυξης κάθε ανθρώπινης ενέργειας, η σφαίρα του απορρήτου και το άσυλο της κατοικίας, η τιμή και η υπόληψη εκάστου ανθρώπου. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνον ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (ΑΠ 574/2019, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 718/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τα μέσα για την άρση της προσβολής εξαρτώνται από το είδος της προσβολής και το αγαθό που προσβάλλεται και μπορούν να καθορίζονται από το δικαστήριο, με την εκτέλεση να γίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 945 και 946 ΑΚ. Η αξίωση παράλειψης στο μέλλον αναφέρεται σε μελλοντική προσβολή, δηλαδή συνιστά προληπτικό μέτρο και προϋποθέτει απειλούμενη προσβολή. Η απόφαση που διατάσσει την παράλειψη της προσβολής εκτελείται σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 947 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον, που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του (ΑΠ 1723/2022 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 574/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη πράγμα που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρου 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας. Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 813/2021, ΑΠ 129/2020, ΑΠ 1394/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως είναι η απειλή και επίμονη καταδίωξη ή παρακολούθηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις του άρθρου 333 ΠΚ (ΑΠ 474/2020 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 611/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

       Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι τον Ιούνιο του έτους 2022 γνώρισε διαδικτυακά μέσω της εφαρμογής facebook τον εναγόμενο και συνήψαν συναισθηματική σχέση. Ότι στις 27.8.2023 του ζήτησε να χωρίσουν οριστικά. Ότι έκτοτε ο εναγόμενος, κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους, της αποστέλλει διαρκώς μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (emails) και κινητού τηλεφώνου (sms), καθώς και μηνύματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με το αναλυτικά αναφερόμενο στην αγωγή περιεχόμενο, την καλεί συνεχώς στο κινητό της τηλέφωνο, παρακολουθεί τόσο την ίδια όσο και τα μέλη της οικογένειάς της και χτυπάει το κουδούνι της οικίας τους. Ότι με την παραπάνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου, που παράλληλα στοιχειοθετεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της απειλής και της επίμονης καταδίωξης ή παρακολούθησης, επλήγη η προσωπικότητα της. Με βάση αυτό το ιστορικό αιτείται με την υπό κρίση αγωγή, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της : α) Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παραλείπει στο μέλλον την προσβολή της προσωπικότητάς της και ιδίως : 1) να παραλείπει να επικοινωνεί μαζί της με οποιονδήποτε τρόπο (τηλεφωνικά ή διαδικτυακά), ι) να παραλείπει να προσεγγίζει την ίδια ή την οικογένειά της σε απόσταση μικρότερη των 300 μέτρων, β) Να απειληθεί εναντίον του εναγομένου χρηματική ποινή 2.000 ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έως τριών (3) μηνών για κάθε παράβαση της απόφασης, γ) Να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων.

      Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή τυγχάνει υποστατή, καθώς επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον εναγόμενο, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του αρ. 215 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της (βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αρ. ………/…..4.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Β.Μ.), εισάγεται δε παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκασή της κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία [άρθρα 18, 22 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, για το παραδεκτό της συζήτησης προσκομίζεται το από ….7.2024 πρακτικό περάτωσης της αρχικής υποχρεωτικής συνεδρίας, κατ' άρθρο 6 του Ν. 4640/2019. Σημειώνεται ότι ναι μεν δεν προσκομίζεται το έντυπο ενημέρωσης για τη δυνατότητα διαμεσολάβησης του αρ. 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019, ωστόσο, εφόσον προσκομίζεται το ανωτέρω πρακτικό περάτωσης της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης (ΥΑΣ), θεραπεύεται έλλειψη αυτή, καθώς ο σκοπός του νομοθέτη, ήτοι η ενημέρωση των διαδίκων για τη δυνατότητα προσφυγής στη διαμεσολάβηση, επιτεύχθηκε στην προκειμένη περίπτωση μέσω της διενέργειας της ΥΑΣ (ΠολΠρΠατρ 66/2022 ΤΝΠ Νόμος, ΜονΠρΠειρ 1819/2022 ΤΝΠ Ισοκράτης / Άννα Πλεύρη, Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, Ερμηνεία κατ' άρθρο των αρ. 1 - 31 του Ν. 4640/2019, έκδοση 2021, σελ. 105 – 106). Η αγωγή είναι ορισμένη, παρά τα περί αντιθέτου επικαλούμενα από τον εναγόμενο, καθόσον η ενάγουσα παραθέτει τις πράξεις του εναγομένου, που στοιχειοθετούν την προσβολή της προσωπικότητάς της, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι περιέχεται στην αγωγή, κατ' αρ. 111 παρ. 2, 118 αρ. 4, 216 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, πλήρης και σαφής έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση (ΑΠ 842/2005 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ), έτσι ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η δυνατότητα αντίκρουσης της αγωγής, στο δε Δικαστήριο οι προϋποθέσεις ελέγχου της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητάς της, [βλ. ΑΠ 515/2016 ΕπιθΕμπΔ 2016.826, ΑΠ 935/2014 ΝοΒ 2014.2326, ΑΠ 1196/2012 ΝοΒ 2013.446, ΑΠ 250/2011 ΕπιθΕμπΔ 2011.591 και ΔΕΕ 2011.1052, ΑΠ 1297/2009 ΕπιθΠολΔ 2009.682, ΑΠ 1198/2009 ΔΕΕ 2009.1361 και ΕπιθΕμπΔ 2010.419, ΑΠ 1042/2009 ΕπιθΕμπΔ 2010.46 και ΕπιθΠολΔ 2010.444, ΑΠ 1611/2008 Δίκη 2008. 1131]. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57 ΑΚ, 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2, 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, 333 ΠΚ. Επομένως, θα πρέπει η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2025

Ειδικό Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας (ΕΔΑΚ) 11/2025: Αγωγή κακοδικίας κατά Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέως.

 


Ειδικό Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας (ΕΔΑΚ) 11/2025

Πρόεδρος: Ηλίας Μάζος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας
Εισηγήτρια: Ευφροσύνη Παπαδημητρίου, Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Με την απόφαση 11/2025, επί αγωγής κακοδικίας κατά δικαστικών λειτουργών, μεταξύ των οποίων και ευρωπαίος εντεταλμένος εισαγγελέας, το ΕΔΑΚ εδέχθη τα εξής:
α) Στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 99 παρ. 1 του Συντάγματος και του ν. 693/1977 εμπίπτουν και οι εθνικοί εισαγγελικοί λειτουργοί, οι οποίοι, αφενός, υπό το κράτος του ισχύοντος Συντάγματος, διαθέτουν την θεσμική κατοχύρωση που προβλέπεται από το Σύνταγμα για όλους τους δικαστικούς λειτουργούς και, αφετέρου, δύνανται να ζημιώσουν τρίτους εξαιτίας πράξεων ή παραλείψεών τους κατά την άσκηση των εισαγγελικών καθηκόντων τους. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 παρ. 1 του ν. 4786/2021, αλλά και από τις σχετικές διατάξεις του παράγωγου ενωσιακού δικαίου σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις 33 και 43 του προοιμίου του Κανονισμού 2017/1939, οι ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς, ακόμη και όταν ασκούν καθήκοντα που απορρέουν από τον εν λόγω Κανονισμό, διατηρούν την ιδιότητα των εν ενεργεία εθνικών εισαγγελικών λειτουργών και δύνανται να ζημιώσουν τρίτους εξαιτίας πράξεων ή παραλείψεών τους κατά την άσκηση των ως άνω καθηκόντών τους, η οποία διέπεται, άλλωστε, και από το εθνικό δίκαιο σύμφωνα με τα οριζόμενα και στο άρθρο 5 παρ. 3 του Κανονισμού. Επομένως, όπως και οι λοιποί εθνικοί εισαγγελικοί λειτουργοί, οι ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς δεν εκφεύγουν καταρχήν του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 99 παρ. 1 του Συντάγματος και του ν. 693/1977 (ιδίως του άρθρου 6 παρ. 1), δεν μπορεί δε να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα από τις διατάξεις των άρθρων 113 παρ. 3 – 5 του Κανονισμού 2017/1939, οι οποίες ρυθμίζουν την εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ως ιδίου νομικού προσώπου, για την αποκατάσταση ζημιών που προξενούνται λόγω υπαιτιότητας ευρωπαίου εντεταλμένου εισαγγελέως κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, και αναθέτουν την εκδίκαση των σχετικών διαφορών αποζημίωσης στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταλείπουν δε την ρύθμιση της προσωπικής εξωσυμβατικής ευθύνης των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων στην εθνική έννομη τάξη (με συγκλίνουσα και συμπληρωματική γνώμη ενός μέλους και μειοψηφία δύο μελών),
β) Από την διάταξη του άρθρου 96 παρ. 5 του Κανονισμού 2017/1939 και το πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι οι ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς απολαύουν ετεροδικίας για τις πράξεις τους κατά την εκτέλεση των συναφών καθηκόντων τους. Τούτο δε διότι αφενός εντάσσονται στο προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (και ικανοποιείται με αυτόν τον τρόπο το γράμμα των ανωτέρω ενωσιακών διατάξεων που αναφέρονται σε «προσωπικό») και αφετέρου διότι ουδείς ουσιαστικός λόγος συντρέχει για την διαφοροποίηση της μεταχείρισής τους, από την εξεταζόμενη άποψη, από εκείνη των λοιπών απασχολουμένων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Εξάλλου, ρύθμιση, όπως η επίμαχη, περί της ετεροδικίας των εντεταλμένων ευρωπαίων εισαγγελέων δεν αντίκειται στο άρθρο 99 παρ. 1 του Συντάγματος, υπό το κράτος του οποίου δεν ηγέρθη ζήτημα αμφισβήτησης της συνταγματικότητας της πάγιας διάταξης του άρθρου 7 του ν. 693/1977 που προβλέπει την (οριστική μάλιστα) εξαίρεση ορισμένων δικαστικών λειτουργών από την αγωγή κακοδικίας, ορίζοντας συναφώς ότι: «Δεν χωρεί αγωγή κακοδικίας, α) κατά των μελών του κατά το άρθρον 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, β) κατά μελών δικαστηρίων κρινόντων περί του κύρους των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών, γ) κατά των δικαστικών λειτουργών, των μετεχόντων συμβουλίων, αποφαινομένων επί θεμάτων υπηρεσιακής εν γένει καταστάσεως δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων, δ) κατά των μελών του κατά τον παρόντα νόμον Ειδικού Δικαστηρίου διά τας επί αγωγών κακοδικίας αποφάσεις» (με μειοψηφία δύο μελών και περαιτέρω συμπληρωματική μειοψηφούσα γνώμη ενός από τα δύο ανωτέρω μέλη).
Το Δικαστήριο δέχτηκε ομοφώνως ότι συντρέχει ανάγκη υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ, δυνάμει του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ, αφενός, σχετικά με το ζήτημα εάν τα άρθρα 42, παρ. 4, και 113, παρ. 3 ως και 5, του Κανονισμού 2017/1939 πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι αποκλείουν την αρμοδιότητα δικαστηρίου κράτους μέλους που συμμετέχει στην ίδρυση και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να εκδικάσει, βάσει ενδίκου βοηθήματος το οποίο εμφανίζει τα θεσμικά χαρακτηριστικά της αγωγής κακοδικίας που προβλέπεται στο άρθρο 99, παρ. 1, του ελληνικού Συντάγματος, διαφορά αποζημίωσης που αφορά την προσωπική ευθύνη προβλεπόμενου στα άρθρα 8, παρ. 4, και 13 του παραπάνω Κανονισμού ευρωπαίου εντεταλμένου εισαγγελέως για πράξεις ή παραλείψεις του κατά την άσκηση των καθηκόντων του που πηγάζουν από τον Κανονισμό αυτόν και, αφετέρου, σχετικά με το ζήτημα εάν η παράγραφος 5 του άρθρου 96 του Κανονισμού 2017/1939 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει τη χορήγηση της ετεροδικίας που προβλέπεται στο άρθρο 11, στοιχείο αʹ, του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών στους ευρωπαίους εντεταλμένους εισαγγελείς και δη ως προς τον έλεγχο της προσωπικής τους ευθύνης από δικαστήριο κράτους μέλους που συμμετέχει στην ίδρυση και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βάσει ενδίκου βοηθήματος το οποίο εμφανίζει τα θεσμικά χαρακτηριστικά της αγωγής κακοδικίας που προβλέπεται στο άρθρο 99, παρ. 1, του ελληνικού Συντάγματος. Συναφώς, το ΕΔΑΚ ικανοποιεί όλες τις απαιτήσεις της νομολογίας του ΔΕΕ προκειμένου να χαρακτηριστεί ως «δικαστήριο» υπό την έννοια του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ, όπως είναι η ίδρυση, η οργάνωση και η λειτουργία του δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 99 του Συντάγματος και του ν. 693/1977, η μονιμότητά του, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας του, ο κατ’ αντιμωλία χαρακτήρας της ενώπιόν του διαδικασίας, η εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή κανόνων δικαίου, καθώς και η ανεξαρτησία του. Εξάλλου, οι αποφάσεις του ΕΔΑΚ δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου. Περαιτέρω, τα άρθρα 42, παρ. 4, 96, παρ. 5, και 113, παρ. 3 ως και 5, του Κανονισμού 2017/1939, ιδίως σχετικά με τη δυνατότητα ελέγχου της προσωπικής ευθύνης των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων από δικαστήριο κράτους μέλους που συμμετέχει στην ίδρυση και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βάσει ενδίκου βοηθήματος το οποίο εμφανίζει τα θεσμικά χαρακτηριστικά της αγωγής κακοδικίας που προβλέπεται στο άρθρο 99, παρ. 1, του ελληνικού Συντάγματος, δεν έχουν ερμηνευθεί από το ΔΕΕ ούτε η ορθή ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής ώστε να μην αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία. Τούτο προκύπτει, άλλωστε, και από τη διάσταση απόψεων μεταξύ των μελών του Δικαστηρίου σχετικά με τα δύο παραπάνω ζητήματα. Περαιτέρω, η επίλυση του πρώτου από τα παραπάνω ζητήματα, το οποίο αφορά την ερμηνεία των άρθρων 42, παρ. 4, και 113, παρ. 3 ως και 5, του Κανονισμού 2017/1939, είναι χρήσιμη αναφορικώς με τη θεμελίωση της αρμοδιότητας του ΕΔΑΚ να επιληφθεί καταρχήν της υπό κρίση αγωγής καθ’ ό μέρος η τελευταία στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης Ευρωπαίας Εντεταλμένης Εισαγγελέως, η δε επίλυση του δεύτερου από τα παραπάνω ζητήματα, το οποίο αφορά την ερμηνεία της παραγράφου 5 του άρθρου 96 του Κανονισμού 2017/1939, είναι χρήσιμη, αναφορικώς προς την περαιτέρω εξέταση της υπό κρίση αγωγής υπό το πρίσμα των απαιτήσεων του δικαίου της Ένωσης (με συμπληρωματική γνώμη ενός μέλους).

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025

ΤρΔΕφ(Ακ)Αθ 1964/2025: "Διαγωνισμοί ΑΣΕΠ - Αμφισημία όρων διακηρύξεων - Αρχή χρηστής διοίκησης - Αρχή προστατευόμενης εμπιστοσύνης"

 


Σύμφωνα με τις αρχές της ισότητας, της διαφάνειας, της σαφήνειας και της χρηστής διοίκησης, που διέπουν τη διαγωνιστική διαδικασία επιλογής των καταλληλότερων μεταξύ των υποψηφίων για την πλήρωση θέσεων δημοσίων υπηρεσιών, όλοι οι όροι και οι λεπτομέρειες διεξαγωγής του διαγωνισμού πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια, με ακρίβεια και χωρίς αμφισημία στην προκήρυξη, κατά τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα σε όλους τους υποψήφιους να κατανοούν το ακριβές περιεχόμενό τους. Στον νόμο 4765/2021 και στην Προκήρυξη ΑΣΕΠ 3ΓΒ/2023 δεν προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι η μοριοδότηση του εν λόγω προσόντος τελεί υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης καταχώρησης της διδακτορικής διατριβής στο Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών. Λόγω της ασάφειας της εφαρμοστέας διάταξης του ν. 4765/2021 και της οικείας προκήρυξης σχετικά με την προαναφερόμενη απαίτηση, η διαγραφή από την αιτούσα του διδακτορικού τίτλου σπουδών, με την αιτιολογία ότι δεν απέδειξε προσηκόντως το εν λόγω προσόν είναι μη νόμιμη, όπως βάσιμα η ίδια υποστηρίζει. Η ασάφεια αυτή σε συνδυασμό προς τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης επέβαλε στο Α.Σ.Ε.Π. τη χορήγηση στην αιτούσα εύλογης προθεσμίας προκειμένου να της παρασχεθεί η δυνατότητα να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την καταχώρηση και ταξινόμηση της διδακτορικής διατριβής της. Δεκτή η αίτηση ακυρώσεως. Ακυρώνεται ο οριστικός πίνακας των διοριστέων του Διαγωνισμού κατά το μέρος που αφορά την αιτούσα.

 

 Αριθμός απόφασης: 1964/2025

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Ακυρωτικός Σχηματισμός - ΤΜΗΜΑ ΙΑ΄


Επειδή, με την αίτηση αυτή, η αιτούσα, υποψήφια για την πλήρωση θέσεων προσωπικού, μεταξύ άλλων, του κλάδου ΠΕ Χημικών, σε φορείς του Δημοσίου από τους επιτυχόντες του διενεργηθέντος πανελλήνιου γραπτού διαγωνισμού (Β΄ Στάδιο), που προκηρύχθηκαν με την 3ΓΒ/2022 προκήρυξη του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), επιδιώκει την ακύρωση α) της 859/27-9-2024 απόφασης του Β΄ Τμήματος αυτού, με την οποία, στο πλαίσιο του αυτεπάγγελτου ελέγχου, αποφασίστηκε η διαγραφή του προσόντος του διδακτορικού τίτλου σπουδών και η αναμόρφωση, αναλόγως, των οικείων πινάκων και β) του ενιαίου πίνακα διοριστέων, κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, που κυρώθηκε με τη 1033/29-11-2024 απόφαση του Β΄Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π. (ΦΕΚ Γ΄3957/4-12-2024), κατά το μέρος που παραλείπεται.

Επειδή, μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί ο ανωτέρω πίνακας διοριστέων (δεύτερη προσβαλλόμενη), με τον οποίο περατώθηκε η σύνθετη διοικητική ενέργεια του επίμαχου διαγωνισμού, καθώς η 859/27-9-2024 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π. (πρώτη προσβαλλόμενη) έχει απωλέσει τον εκτελεστό της χαρακτήρα, ως ενσωματωθείσα στην προαναφερόμενη τελική και απαραδέκτως προσβάλλεται αυτοτελώς (ΣτΕ 1270/2023, 1110/2015, 3050/2013, 4197/2012 κ.ά.).

Επειδή, στο B΄ Μέρος του ν. 4765/2021 «Εκσυγχρονισμός του συστήματος προσλήψεων στον δημόσιο τομέα και ενίσχυση του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) και λοιπές διατάξεις» (ΦΕΚ A΄ 6) ρυθμίζεται η πλήρωση θέσεων προσωπικού στο δημόσιο τομέα με γραπτό διαγωνισμό και ειδικότερα προβλέπεται: στο άρθρο 12 (παρ.1), όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωση και την τροποποίηση της παρ. αυτής από τα άρθρα 45 (παρ.2) του ν. 4795/2021 (ΦΕΚ Α΄ 62) και 50 του ν. 4940/2022 (ΦΕΚ A΄ 112), ότι: «Η βαθμολογία στον γραπτό διαγωνισμό υποψηφίων των κατηγοριών Π.Ε. και Τ.Ε. προσαυξάνεται ως ακολούθως: α. Κατά πέντε (5) μονάδες για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος σε επιστημονικό πεδίο που αναφέρεται ως αποδεκτό στην προκήρυξη σύμφωνα με την ταξινόμηση του Εθνικού Αρχείου Διδακτορικών Διατριβών.β… γ… ζ…» και στο άρθρο 16 (παρ.2) ότι: «Η προκήρυξη περιλαμβάνει: α. τον τρόπο πλήρωσης των θέσεων. β… ζ. τα κριτήρια κατάταξης, η… θ… ι. τα αποδεκτά επιστημονικά πεδία, σύμφωνα με την ταξινόμηση του Εθνικού Αρχείου Διδακτορικών Διατριβών, προκειμένου για τα διδακτορικά διπλώματα, ιαιθ…». Εξάλλου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 70 (παρ.15) του ν. 1566/1985 (ΦΕΚ Α΄ 167), «Μετά την έγκριση της διδακτορικής διατριβής και προκειμένου να χορηγηθεί το έγγραφο του τίτλου του διδάκτορα από το αντίστοιχο Α.Ε.Ι. απαιτείται η συμπλήρωση από το διδάκτορα ειδικού εντύπου του Κέντρου Τεκμηρίωσης (Κ.Τ.) του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Ε.Ι.Ε.) με περίληψη της διατριβής και επιστημονικά στοιχεία που αφορούν το περιεχόμενό της. Τα έντυπα αυτά καθώς και ένα αντίγραφο της διδακτορικής διατριβής το οικείο Α.Ε.Ι. υποχρεούται να αποστέλλει στο Κ.Τ. του Ε.Ι.Ε. για την ενημέρωση του εθνικού αρχείου των ελληνικών διδακτορικών διατριβών.».

Επειδή, κατ’ επίκληση, μεταξύ άλλων, των διατάξεων του ν. 4765/2021, δημοσιεύθηκε η 3ΓΒ/2023 προκήρυξη του Α.Σ.Ε.Π. (ΦΕΚ Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. 51/13-12-2023), με την οποία προκηρύχθηκε η πλήρωση 4.276 θέσεων μόνιμου προσωπικού και προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, διαφόρων κλάδων - ειδικοτήτων (ΠΕ Διοικητικού, ΠΕ Περιβάλλοντος, ΠΕ Χημικών κ.λπ.) από επιτυχόντες του διενεργηθέντος πανελλήνιου γραπτού διαγωνισμού σε φορείς του Δημοσίου (Β΄ Στάδιο). Στο Κεφάλαιο Γ ́ της εν λόγω προκήρυξης, καθορίστηκαν τα κριτήρια που προσαυξάνουν τη βαθμολογία στο γραπτό διαγωνισμό των υποψηφίων που πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις, ώστε να καταταγούν, κατά κλάδο ή ειδικότητα, σε πίνακες κατάταξης κατά φθίνουσα σειρά συνολικής βαθμολογίας, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται και η κατοχή διδακτορικού διπλώματος «σε επιστημονικό πεδίο που αναφέρεται ως αποδεκτό στην προκήρυξη σύμφωνα με την ταξινόμηση του Εθνικού Αρχείου Διδακτορικών Διατριβών». Εξάλλου, στο Παράρτημα Β΄ της ίδιας προκήρυξης, με τίτλο «Απαιτούμενα Δικαιολογητικά - Πιστοποιητικά» και ειδικότερα στην παράγραφο 2 αυτού ορίστηκε ότι: «Α…Β.ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟΙ/ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΟΙ ΤΙΤΛΟΙ. Β.1. ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΣΠΟΥΔΩΝ. Β1.1 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΤΗΣ ΗΜΕΔΑΠΗΣ. Οι υποψήφιοι που είναι κάτοχοι διδακτορικού τίτλου σπουδών υποβάλλουν το διδακτορικό τους δίπλωμα…Τα διδακτορικά διπλώματα που γίνονται αποδεκτά από την προκήρυξη είναι: α) …θ) Για τους κλάδους ΠΕ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ … ΠΕ ΧΗΜΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ… εκείνα που εντάσσονται στο επιστημονικό πεδίο Επιστήμες Μηχανικού και Τεχνολογίας - υποπεδία: Επιστήμη Πολιτικού Μηχανικού, Επιστήμη Ηλεκτρολόγου Μηχανικού, Ηλεκτρονικού Μηχανικού, Μηχανικού Η/Υ, Επιστήμη Μηχανολόγου Μηχανικού, Επιστήμη Χημικού Μηχανικού, Μηχανική Υλικών, Βιοϊατρική Μηχανική, Περιβαλλοντική Μηχανική, Περιβαλλοντική Βιοτεχνολογία, Νανοτεχνολογία και Άλλες Επιστήμες Μηχανικού και Τεχνολογίες, σύμφωνα με την ταξινόμηση του Εθνικού Αρχείου Διδακτορικών Διατριβών (www.didaktorika.gr)…ιε) Για τους κλάδους ΠΕ ΧΗΜΙΚΟΣ, ΠΕ ΧΗΜΙΚΩΝ εκείνα που εντάσσονται στο επιστημονικό πεδίο Φυσικές Επιστήμες - υποπεδία Χημεία και Άλλες Φυσικές Επιστήμες σύμφωνα με την ταξινόμηση του Εθνικού Αρχείου Διδακτορικών Διατριβών (www.didaktorika.gr). Ειδικότερα, για τον κλάδο ΠΕ ΧΗΜΙΚΩΝ που αφορά στις θέσεις με κωδ. 2471, 2472, 2474 έως 2476, 2480, 2485, 2488, 2489, 2492 έως 2494, 2497 έως 2506 και κωδ. τίτλου 136 και εκείνα που εντάσσονται στα επιστημονικά πεδία του κλάδου ΠΕ ΧΗΜΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ (Β1.1., παρ. θ). Β1.2. ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ…Οι διδακτορικοί τίτλοι σπουδών της αλλοδαπής που γίνονται αποδεκτοί για τους κλάδους, οι οποίοι αναφέρονται στην ανωτέρω ενότητα Β.1.1. ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΤΗΣ ΗΜΕΔΑΠΗΣ πρέπει να εντάσσονται για κάθε κλάδο στα προαναφερόμενα επιστημονικά πεδία (α-ιε) αντίστοιχα σύμφωνα με την ταξινόμηση του Εθνικού Αρχείου Διδακτορικών Διατριβών (www.didaktorika.gr). Σημειώνεται ότι προκειμένου να μοριοδοτηθούν οι υποψήφιοι για τα ανωτέρω κατά περίπτωση διδακτορικά, πρέπει να έχουν καταθέσει τη διδακτορική τους διατριβή στο Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών (www.didaktorika.gr). Β2. ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΣΠΟΥΔΩΝ…».

Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αιτούσα συμμετείχε στον πανελλήνιο γραπτό διαγωνισμό, σύμφωνα με την 2Γ/2022 πρόσκληση - προκήρυξη του Α.Σ.Ε.Π., για την κατάταξή της σε πίνακα βαθμολογίας, μεταξύ άλλων, για τον κλάδο ΠΕ Χημικών (Α΄ στάδιο). Δεδομένου δε ότι περιλήφθηκε στον οικείο πίνακα επιτυχόντων, υπέβαλε την ./13-1-2024 αίτηση - υπεύθυνη δήλωση για την κατάληψη μιας εκ των θέσεων που αναγράφονται σ’ αυτή και προκηρύχθηκαν με την 3ΓΒ/2023 προκήρυξη του Α.Σ.Ε.Π. (Β΄στάδιο), με πρώτη, κατά σειρά προτίμησης, τη θέση του κλάδου ΠΕ Χημικών στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων Μεσσηνίας (κωδ. θέσης 2498). Με την εν λόγω αίτηση δήλωσε ότι διαθέτει ένα διδακτορικό τίτλο σπουδών και ειδικότερα το από 7-4-2021 δίπλωμα «Doctor of Natural Sciences» που της απονεμήθηκε από το Martin - Luther - Universitat Halle - Wittenberg της Γερμανίας, υπέβαλε δε προς τούτο, εκτός από το δίπλωμα αυτό, την Η2Δ5/2022 πράξη του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης, με την οποία αυτό αναγνωρίστηκε ως ακαδημαϊκά ισοδύναμο προς τα διδακτορικά διπλώματα των Ελληνικών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Κατά την έκδοση των προσωρινών αποτελεσμάτων η βαθμολογία της αιτούσας στο γραπτό διαγωνισμό προσαυξήθηκε κατά 5 μονάδες λόγω της κατοχής του ως άνω διδακτορικού διπλώματος και διατέθηκε προς διορισμό στην προαναφερόμενη θέση (κωδ. θέσης .). Ακολούθως, όμως, στο πλαίσιο του αυτεπάγγελτου ελέγχου των αιτήσεων και των δικαιολογητικών των προσωρινώς διοριστέων, με την 859/27-9-2024 απόφαση του Β΄ Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π., κρίθηκε ότι πρέπει να διαγραφεί ο διδακτορικός τίτλος σπουδών και να αναμορφωθούν, αναλόγως, οι οικείοι πίνακες, διότι αυτή δεν είχε καταθέσει τη διδακτορική διατριβή της στο Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, όπως όφειλε κατά τα οριζόμενα στο Παράρτημα Β΄ της 3ΓΒ/2023 προκήρυξης και ως εκ τούτου δεν απέδειξε, προσηκόντως, την κατοχή του συγκεκριμένου προσόντος. Ενόψει αυτού, η αιτούσα, κατατάχθηκε στον οριστικό πίνακα του κλάδου ΠΕ Χημικών χωρίς προσαύξηση της βαθμολογίας της λόγω της κατοχής διδακτορικού τίτλου σπουδών και δεν περιλήφθηκε στον ενιαίο οριστικό πίνακα διοριστέων, κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, που κυρώθηκε με την 1033/29-11-2024 απόφαση του Β΄ Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π. (ΦΕΚ Γ΄3957/4-12-2024).

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025

ΜονΕφΘεσ 1289/2025: "Αδικοπρακτική ευθύνη μελών ΔΣ ανώνυμης εταιρίας για υπαίτια παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στις συναλλαγές"

 



Αριθμός Απόφασης 1289/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Σουλτάνα Κρυστάλλη, Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου και τη Γραμματέα Αναστασία Τσερτσόγλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την 16.05.2025, για να δικάσει την ακόλουθη υπόθεση, μεταξύ των:

......

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα της με στοιχείο (α) έφεσης-εφεσίβλητη της με στοιχείο (β) έφεσης κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας την από 29.06.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2020 αγωγή της κατά των εναγόμενων και ήδη εφεσίβλητων-εκκαλούντων. Το παραπάνω Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 52/2022 οριστική του απόφαση, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία, αφού απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, δέχθηκε τη σωρευόμενη επικουρική αυτής βάση.

Την απόφαση αυτή του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προσβάλλουν ήδη η εν μέρει ηττηθείσα πρωτοδίκως ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 16.02.2024 και με στοιχείο (α) έφεσή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2024, για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε, με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ././2024 ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και πράξη ορισμού δικασίμου, αρχική δικάσιμος η 20.09.2024 και μετά από αναβολή η παραπάνω αναφερόμενη και ενεγράφη στο πινάκιο, οι δε εν μέρει ηττηθέντες πρωτοδίκως εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες, με την από 19.02.2024 και με στοιχείο (β) έφεσή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2024, για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε, με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ././2024 ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και πράξη ορισμού δικασίμου, αρχική δικάσιμος η 20.09.2024 και μετά από αναβολή η παραπάνω αναφερόμενη και ενεγράφη στο πινάκιο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ, οι οποίες συνεκφωνήθηκαν, από το οικείο πινάκιο, στη σειρά τους οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν με σχετικές μονομερείς δηλώσεις τους, του άρθρου 242§2 του ΚΠολΔ και προκατέθεσαν προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα της με στοιχείο (α) έφεσης-εφεσίβλητη της με στοιχείο (β) έφεσης, με την από 29.06.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2020 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που απηύθυνε σε βάρος των εναγόμενων και ήδη εκκαλούντων-εφεσίβλητων, εξέθετε ότι η πρώτη εναγόμενη τυγχάνει ανώνυμη εταιρία και οι λοιποί των εναγομένων μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εναγόμενης. Ότι περαιτέρω τόσο αυτή (ενάγουσα) όσο και η πρώτη εναγόμενη δραστηριοποιούνται στον τομέα κονσερβοποίησης φρούτων, μία δε εκ των δραστηριοτήτων της τελευταίας είναι η παρασκευή του τελικού προϊόντος της κονσέρβας, κατόπιν προμήθειας των πρώτων υλών (μεταλλικά δοχεία, φρούτα, κ.λπ.), από τρίτες εταιρίες, βασικότερη εκ των οποίων είναι η ίδια (ενάγουσα). Ότι στα πλαίσια της παραπάνω εμπορικής τους συνεργασίας στη Σκύδρα τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2017 η πρώτη εναγόμενη πώλησε στην ίδια (ενάγουσα) έτοιμα προϊόντα (κονσέρβες με ροδάκινο), συνολικής αξίας 217.531,40 €, με συμφωνία παρακαταθήκης αυτών στις αποθήκες της ως θεματοφύλακας, και την αποστολή τους στην ίδια (ενάγουσα), όποτε της ζητηθεί και ότι το τίμημα από την αγορά των ως άνω εμπορευμάτων καταβλήθηκε από την ίδια (ενάγουσα), με την εξόφληση μέρους του υπολοίπου της πρώτης εναγόμενης από την αγορά των πρώτων υλών που είχε προηγηθεί.

Ότι η πρώτη εναγόμενη της παρέδωσε μέρος των ποσότητας των πωληθέντων τεμαχίων, αρνούμενη, παρά τις αλλεπάλληλες οχλήσεις της, να της παραδώσει την υπόλοιπη ποσότητα 254.448 τεμαχίων. Ότι για τον λόγο αυτόν αυτή (ενάγουσα) την 21.11.2018 επέδωσε στην πρώτη εναγόμενη την από 15.11.2018 εξώδικη όχληση-δήλωσή της, με την οποία προέβη στη λύση της σύμβασης παρακαταθήκης και την κάλεσε να παραδώσει εντός τριών (3) ημερών από την επίδοσή της, το σύνολο των ως άνω 254.448 τεμαχίων, ωστόσο η πρώτη εναγόμενη, ουδέν έπραξε, τελώντας αντιποίηση της νομής των εμπορευμάτων της. Ότι περαιτέρω όλοι ΟΙ εναγόμενοι παραβίασαν την κοινωνικώς επιβεβλημένη και εκ τη θεμελιώδους δικανικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσα υποχρέωση της συνετής φύλαξης εννόμων αγαθών τρίτων, συμπεριφορά, που αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτική ήθη, καθόσον, όπως περιήλθε σε γνώση της (ενάγουσας), η πρώτη εναγόμενη αλλά και οι λοιποί των εναγομένων υπό την παραπάνω ιδιότητά τους και ως νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγόμενης προέβησαν στην καταστροφή των επιδίκων και μη αποδοθέντων εμπορευμάτων, ενώ, παράλληλα με την ανωτέρω συμπεριφορά τους, οι λοιποί, πλην της πρώτης ανώνυμης εταιρίας, εναγόμενοι τέλεσαν σε βάρος της και το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης. Ότι η πρώτη εναγόμενη ευθύνεται και για την αθέτηση της συμβατικής της υποχρέωσης περί επιμελούς φύλαξης των παρακατατεθέντων εμπορευμάτων, καθώς και για την αδυναμία απόδοσής τους, ενεργώντας δολίως ή από βαριά αμέλεια. Ότι η ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων είχε ως συνέπεια την πρόκληση σε αυτήν θετικής ζημίας, που ισούται με τη συνολική αξία των εμπορευμάτων, ποσού 217.531,40 €, που δεν της αποδόθηκαν από την πρώτη εναγόμενη. Ότι επιπλέον υπέστη και αποθετική ζημία, καθόσον απώλεσε διαφυγόντα κέρδη συνολικού ύψους 21.635,31 €, κατά τα εκτιθέμενα, κατά τρόπο ορισμένο και σαφή, στο δικόγραφο.

Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε, κατά την κύρια βάση της αγωγής της, που θεμελιώνεται στην αδικοπρακτική ευθύνη όλων των εναγόμενων: α. Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι εις ολόκληρον να της καταβάλλουν το ποσό των 217.531,40 €, για την αποκατάσταση της θετικής της ζημίας καθώς και το ποσό των 21.635,31 €, για την αποκατάσταση της αποθετικής της ζημίας (διαφυγόντα κέρδη), ήτοι το συνολικό ποσό των 239.166,71 €, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 22.11.2018, ήτοι από την επόμενη της επίδοσης της από 15.11.2018 εξώδικης όχλησης-δήλωσής της προς την πρώτη εναγόμενη, άλλως από την επίδοση της αγωγής, κατά δε τη σωρευόμενη επικουρική αυτής βάση, που θεμελιώνεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης εναγόμενης από τη σύμβαση παρακαταθήκης, να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλλει το ως άνω συνολικό ποσό των 239.166,71 €, εντόκως, κατά τα παραπάνω, β. να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος του δεύτερου, της τρίτης και του τέταρτου των εναγόμενων λόγω της αδικοπρακτικής τους ευθύνης, γ. να κηρυχθεί η απόφασή του προσωρινά εκτελεστή και τέλος δ. να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.

Με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η ενάγουσα έτρεψε παραδεκτά το σύνολο του καταψηφιστικού αιτήματός της αγωγής της σε αναγνωριστικό, ενώ παραιτήθηκε από τα παρεπόμενα αιτήματα της αγωγής περί κήρυξης της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προσωρινά εκτελεστής και περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος των λοιπών, πλην της πρώτης εναγόμενων, κατ' άρθρα 223 εδ. β', 294, 295 §1 και 297 του ΚΠολΔ.

Επί της ανωτέρω αγωγής το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 52/2022 οριστική του απόφαση, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απέρριψε την κύρια βάση της, που θεμελιώνεται στην αδικοπρακτική ευθύνη των εναγόμενων, ως αόριστη, αντίθετα έκρινε ορισμένη και νόμιμη τη σωρευόμενη επικουρική αυτής βάση, που θεμελιώνεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 822 επ. 873, 340 και 346 του ΑΚ. Ακολούθως, αφού απέρριψε: α. τη θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 364 και 300 του ΑΚ ένσταση και β. τη θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, που προέβαλαν ΟΙ εναγόμενοι παραδεκτά στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως ουσία αβάσιμες, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, κατά την επικουρική αυτής βάση και-αν και απέρριψε την κύρια αδικοπρακτική βάση της αγωγής, που στρεφόταν κατά όλων των εναγομένων, σε αντίθεση με την επικουρική αυτής βάση, που στρεφόταν μόνο κατά της πρώτης εναγόμενης-, ωστόσο υποχρέωσε, πλην της πρώτης εναγόμενης και τους λοιπούς εναγόμενους να καταβάλλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 239.166,71 €, με τον νόμιμο τόκο από την 22.11.2018 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και β. καταδίκασε τους εναγόμενους στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία όρισε στο ποσό των 7.170,00 €.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με τη με στοιχείο (α) έφεσή της, ζητεί δε, με τον πρώτο λόγο αυτής, που ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, η οποία θεμελιώνεται στην αδικοπρακτική ευθύνη όλων των εναγόμενων ως αόριστη, και με τον δεύτερο λόγο αυτής, που ανάγεται στην ύπαρξη αντιφατικών αιτιολογιών της εκκαλούμενης, να εξαφανιστεί η τελευταία, κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, ως αόριστη, ώστε να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή, ως προς την αυτήν βάση της και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Εξάλλου, την ίδια ως άνω απόφαση προσβάλλουν οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες, με τη με στοιχείο (β) έφεσή τους και ζητούν με τους λόγους της, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή, κατά την επικουρική αυτής βάση και να καταδικαστεί η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 520§1 του ΚΠολΔ, το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός των απαιτούμενων κατά τα άρθρα 119 και 120 του ίδιου κώδικα, στοιχείων και τους λόγους έφεσης. Ως λόγοι έφεσης νοούνται οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες και ελλείψεις, οι συνιστάμενες ως επί το πλείστον σε παραδρομές του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου. Οι παραδρομές του Δικαστηρίου είναι δυνατόν να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 858/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, πρέπει οι λόγοι έφεσης να είναι και λυσιτελείς. Η λυσιτέλεια του λόγου της έφεσης συναρτάται με την ικανότητά του να επιφέρει, σε περίπτωση βασιμότητάς του, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης (ΑΠ 122/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και να βελτιώσει έτσι τη νομική θέση του εκκαλούντος (Α. - Ο. Μήτσου, σε Ν. Λεοντή, Ένδικα Μέσα και Βοηθήματα στην Πολιτική Δίκη, 2018, [2], αρ. 208, σ. 108 επ., Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία, ΙΙΙ, Ένδικα Μέσα, 2007, § 112, αρ. 72, σ. 168 επ.) ανατρέποντας τη δυσμενή γι’ αυτόν πρωτοβάθμια κρίση. Κατά συνέπεια, λόγος έφεσης, που δεν προσδιορίζει την επίδραση, που ασκεί στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η αποδιδόμενη σ' αυτήν πλημμέλεια είναι αλυσιτελής και, συνεπώς, απαράδεκτος (ΑΠ 155/1996, ΕλλΔνη 1996.1346).

Στην προκειμένη περίπτωση το δικόγραφο της με στοιχείο (α) έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 520§1 του ΚΠολΔ, περιέχει, εκτός των απαιτούμενων, κατά τα άρθρα 119 και 120 του ίδιου κώδικα, στοιχείων και τους λόγους έφεσης, εκ των οποίων ο πρώτος διατυπώνεται με σαφήνεια και είναι ορισμένος και λυσιτελής, καθόσον διαγράφεται επακριβώς το σφάλμα που αποδίδεται στην εκκαλουμένη και δικαιολογεί, κατά το αίτημα της έφεσης την εξαφάνισή της, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εφεσίβλητων. Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί, αναφορικά με τον πρώτο λόγο της με στοιχείο (α) έφεσης, ότι η εκκαλούσα έχει έννομο συμφέρον για την προβολή του, εφόσον η αγωγή της έγινε δεκτή κατά την επικουρική της αίτηση και απορρίφθηκε κατά την κύρια σωρευόμενη αίτηση, οι οποίες συνιστούν διάφορες οπωσδήποτε αξιώσεις και άρα αντικείμενο δίκης (219§1 του ΚΠολΔ). Και τούτο, διότι σε καθεμία περίπτωση, είναι διαφορετική η αντικειμενική ενέργεια του δεδικασμένου (ΕφΑθ 3370/1991, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Αντίθετα, ο δεύτερος λόγος της με στοιχείο (α) έφεσης τυγχάνει απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας, διότι δεν άγει σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης. Και τούτο, διότι, από το άρθρο 534 του ΚΠολΔ, παρέχεται η δυνατότητα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εάν το διατακτικό της εκκαλουμένης είναι ορθό, πλην, όμως, αυτή δεν έχει αιτιολογία ή έχει εσφαλμένη αιτιολογία ή αντιφατικές αιτιολογίες να παραθέσει την αιτιολογία, που στηρίζει το ορθό διατακτικό ή να αντικαταστήσει την εσφαλμένη αιτιολογία με την ορθή. Εάν δε διαπιστώσει ότι το διατακτικό της δεν είναι ορθό, θα εξαφανίσει ούτως ή άλλως την εκκαλουμένη (ΑΠ 1176/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με τον δεύτερο λόγο της με στοιχείο (β) έφεσης (κατ' εκτίμηση του περιεχόμενου του), οι εκκαλούντες προσάπτουν σφάλμα στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφενός μεν για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αφετέρου δε διότι δεν έλαβε υπόψη του: α. τη με αριθμό ./06.02.2020 ένορκη βεβαίωση του .. του . ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης .. και β. τη με αριθμό ./06.02.2020 ένορκη βεβαίωση του .. του . ενώπιον της Συμβολαιογράφου Βέροιας ..., οι οποίες δόθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης, με συνέπεια να οδηγηθεί σε εσφαλμένη κρίση και να απορρίψει την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής. Ο λόγος αυτός έφεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, που αφορά τη μη λήψη υπόψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, ακόμη και αληθής υποτιθέμενος, δεν συνεπάγεται την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, αλλά την υποχρέωση του παρόντος Δικαστηρίου στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 του ΚΠολΔ) να λάβει υπόψη κατά την έρευνά του αυτού λόγου περί πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, που οι διάδικοι παραδεκτά προσκομίζουν και επικαλούνται. Η δε εξαφάνιση της εκκαλουμένης θα επέλθει μόνο εάν το Δικαστήριο, κατά την έρευνα του ιδίου λόγου, για κακή εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού αμφοτέρων των διαδίκων μερών αχθεί σε διαφορετική κρίση (ΑΠ 1183/1995, ΕλλΔνη 38.830, ΑΠ 1326/2012, NoB 2013.746).