Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019

ΕγκΕισΑρΠάγου 7/19 : ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ - Συνδιαλλαγή μεταξύ ανήλικου δράστη και θύματος.



Η ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 7/2019

Η παρούσα εγκύκλιος αντανακλά την αφοσίωσή μας στο δίκαιο ανηλίκων και τις αρχές του, καθώς και την επιθυμία μας για τον εκσυγχρονισμό των δικαστηριακών πρακτικών εφαρμογής του και θα θέλαμε να θεωρηθεί ως το κύκνειο άσμα μας ενόψει της λήξης της επαγγελματικής μας ενασχόλησης με τους ανηλίκους ως Εισαγγελέως.
Η εγκύκλιος αυτή έχει σαν σκοπό την παροχή διευκρινιστικών κατευθύνσεων για την προαγωγή της εφαρμογής του αναμορφωτικού μέτρου της συνδιαλλαγής ανήλικου δράστη και θύματος σύμφωνα με το άρ. 122 ΠΚ και εντάσσεται στο πλαίσιο αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος για τις εφαρμογές της αποκαταστατικής δικαιοσύνης στην εσωτερική έννομη τάξη και δικαστηριακή πρακτική, όπως αυτό αποτυπώθηκε στο νόμο 4478/2017 (στο σκέλος που αφορά στην ενσωμάτωση της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ για τη Θέσπιση Ελάχιστων Προτύπων σχετικά με τα Δικαιώματα, την Υποστήριξη και την Προστασία Θυμάτων της Εγκληματικότητας), αλλά και στην δραστηριοποίηση φορέων της ποινικής δικαιοσύνης για εκπαίδευση στην υλοποίηση της διαμεσολάβησης μεταξύ δράστη και θύματος*.
Στο πλαίσιο αυτό, υπογράφηκε το 2017 και υλοποιήθηκε, στη συνέχεια, Πρωτόκολλο Συνεργασίας ανάμεσα στο ΙΝΕΠ του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΚΔΔΑ), υπό την προεδρία της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Ιφιγένειας Καμτσίδου, το Εργαστήριο «Αποκαταστατική Δικαιοσύνη και Διαμεσολάβηση» του Τμήματος Κοινωνιολογίας της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου, υπό τη διεύθυνση της καθηγήτριας Βασιλικής Αρτινοπούλου και τον Σύνδεσμο Επιμελητών Δικαστηρίων Ανηλίκων Ελλάδας, για την υπηρεσιακή εκπαίδευση των επιμελητών ανηλίκων της χώρας στην εφαρμογή του αναμορφωτικού μέτρου της συνδιαλλαγής ανήλικου δράστη και θύματος.
Στο ίδιο πλαίσιο, λειτούργησε καινοτόμο Εργαστήριο Θεωρητικής και Βιωματικής Εκπαίδευσης με τη συμμετοχή δικαστών, εισαγγελέων και σπουδαστών της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, με πρωτοβουλία του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων και Διά Βίου Εκπαίδευσης των Εισαγγελικών Λειτουργών της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.

I. Το θεωρητικό πλαίσιο της συνδιαλλαγής ανήλικου δράστη και θύματος: 
Η αποκαταστατική δικαιοσύνη

Η Αποκαταστατική (ή Επανορθωτική) Δικαιοσύνη (Restorative Justice) αποτελεί μια συνθετική «έννοια-ομπρέλα», «με πλούσιο επιστημονικό και θεωρητικό υπόβαθρο». Η ιδέα και η μεθοδολογία του προτύπου αυτού συμβάλλουν σημαντικά στον εννοιολογικό και εφαρμοστικό εμπλουτισμό της ελληνικής δικαιοσύνης.
Ειδικότερα, «η αποκαταστατική δικαιοσύνη ενισχύει το λόγο και την ελεύθερη έκφραση των άμεσα εμπλεκόμενων ατόμων, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες» ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις του εγκλήματος και την κατάσταση των φυσικών προσώπων που εμπλέκονται, μέσα στο κοινωνικό τους πλαίσιο. Οι εφαρμογές της αποκαταστατικής δικαιοσύνης επικεντρώνονται στην «επανόρθωση των βλαβών και απωλειών», στη «συναισθηματική αποκατάσταση», στην «αποκατάσταση των σχέσεων», στην «αποκατάσταση της αξιοπρέπειας» και στην «πρόληψη μελλοντικής αδικίας και άλλων αξιόποινων πράξεων (πρόληψη υποτροπής)» (Αρτινοπούλου 2016: 723).
Η αποκαταστατική δικαιοσύνη γνωρίζει πολλές εφαρμογές στο πλαίσιο της τυπικής δικαιοσύνης αλλά και σε άλλα πλαίσια και τομείς διεθνώς. Στο νομικό πλαίσιο, είναι διαδεδομένες ποικίλες εφαρμογές σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, οι οποίες, δίχως να εκτοπίζουν πλήρως την παραδεδεγμένη οδό των κρατούντων μοντέλων της ποινικής δικαιοσύνης, λειτουργούν «ως συμπληρωματικές ή εναλλακτικές διαδικασίες τόσο σε ανήλικους όσο και σε ενήλικους παραβάτες» (Αρτινοπούλου 2016: 723).
Στην εσωτερική μας έννομη τάξη, ο ρόλος των παραγόντων της ποινικής διαδικασίας, ιδίως δε των δικαστών και εισαγγελέων παραμένει κυρίαρχος. Άλλοτε ο ρόλος αυτός προσλαμβάνει ένα καθοριστικό διαμεσολαβητικό περιεχόμενο για τη συμφιλίωση των μερών, ενώ άλλοτε ο ρόλος αυτός ανατίθεται σε τρίτους εκπαιδευμένους για τον σκοπό αυτό επαγγελματίες, οι οποίοι διαμεσολαβούν και διευκολύνουν τη διαδικασία με στόχο την ορθή απονομή δικαιοσύνης, την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα αλλά και τις αξίες της αποκαταστατικής δικαιοσύνης για την κοινωνική ειρήνη.
Σύμφωνα με την Οδηγία 2012/29/ΕΕ, ως «αποκαταστατική δικαιοσύνη» νοούνται οιεσδήποτε διαδικασίες μέσω των οποίων το θύμα και ο δράστης μπορούν, εφόσον δώσουν την ελεύθερη συναίνεσή τους, να συμμετάσχουν ενεργά στην επίλυση των ζητημάτων που απορρέουν από την αξιόποινη πράξη με τη βοήθεια αμερόληπτου τρίτου (άρ. 2).
Ειδικότερα, η συνδιαλλαγή, ως μια από τις πλέον διαδεδομένες εφαρμογές της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, αποτελεί μια διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει τη διαμεσολάβηση ενός τρίτου προσώπου (του διαμεσολαβητή) ανάμεσα στον δράστη και στον παθόντα με στόχο τη συμφιλίωση των μερών ή και στην αποκατάσταση της βλάβης (π.χ. μέσω της παροχής συμβολικής αποζημίωσης). Πρόκειται για ένα τελετουργικό, που βασίζεται στο διάλογο και την επικοινωνία σκέψεων και συναισθημάτων και στην ευρύτερη αλληλεπίδραση ανάμεσα στο θύμα και τον δράστη (Πανάγος 2017: 726).

II. Η συνδιαλλαγή ανήλικου δράστη και θύματος

Η συνδιαλλαγή δράστη και θύματος, με στόχο την έκφραση συγγνώμης και την εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξεως εν γένει, εισήχθη με το Ν. 3189/2003 στα αναμορφωτικά μέτρα για τους ανήλικους παραβάτες (άρ. 122 ΠΚ). Όπως έχει επισημανθεί στην Αιτιολογική Έκθεση του συγκεκριμένου νομοθετήματος, στους επιμελητές ανηλίκων ανατέθηκε ο ρόλος του διαμεσολαβητή. Ως αναμορφωτικό μέτρο, η συνδιαλλαγή στοχεύει στη διαπαιδαγώγηση του δράστη μέσα από την άμεση επαφή του με τις συνέπειες της θυματοποίησης. Σε γενικές γραμμές, η έκφραση συγγνώμης εκ μέρους του δράστη εμπεριέχει την παραδοχή της ευθύνης του δράστη για το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της πράξης του, την αναγνώριση της βλάβης, την ανάληψη πρωτοβουλίας εκ μέρους του για αποκατάσταση της βλάβης και την ειλικρινή υπόσχεση περί μη επανάληψης της ίδιας πράξης στο μέλλον. Εξάλλου, ο νόμος προβλέπει και την «εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης», που σημαίνει ότι η διαδικασία δεν περιορίζεται στο δικαστήριο, αλλά υλοποιείται από τον αρμόδιο διαμεσολαβητή και εκτός του πλαισίου της ακροαματικής διαδικασίας, πριν ή και μετά από αυτή.

Κατά την εφαρμογή της συνδιαλλαγής είναι σκόπιμο να λαμβάνεται υπόψη η διεθνώς παραδεδεγμένη διαδικασία της συνδιαλλαγής στο εν λόγω πεδίο (Πανάγος 2017: 726-727), η οποία απαρτίζεται από τις κάτωθι τρεις φάσεις:

• Η προκαταρκτική φάση περιλαμβάνει τη συλλογή πληροφοριών από τους φορείς της ποινικής δικαιοσύνης σχετικά με την υπόθεση και τα εμπλεκόμενα μέρη, την αναλυτική ενημέρωση του δράστη και του θύματος ξεχωριστά αναφορικά με το περιεχόμενο και τις στοχεύσεις της διαδικασίας, τη λήψη της έγγραφης συναίνεσης των μερών και των εχόντων την επιμέλειά τους, εφόσον αυτοί κατά τον χρόνο της διαδικασίας παραμένουν ανήλικοι, καθώς και τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων για την πραγματοποίηση της κύριας φάσης (π.χ. σχετικά με τον τόπο και το χρόνο της συνάντησης).
• Η κύρια φάση συνίσταται στην άμεση επικοινωνία δράστη και θύματος υπό την εποπτεία και τον συντονισμό του διαμεσολαβητή, η οποία περιλαμβάνει την έκφραση σκέψεων και συναισθημάτων των μερών και την απολογητική ανάληψη της ευθύνης εκ μέρους του δράστη και καταλήγει στην κατάρτιση μιας κοινής συμφωνίας.
• Στην φάση αξιολόγησης, ο διαμεσολαβητής αξιολογεί τη διαδικασία και ενημερώνει –εκπονώντας σχετικό ενημερωτικό σημείωμα– τις αρμόδιες αρχές σχετικά με την έκβαση της συνδιαλλαγής. Στην ίδια φάση ανήκει η εποπτεία της μελλοντικής πορείας του ανηλίκου, ιδίως ως προς το εάν τήρησε τα συμφωνηθέντα.

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019

ΑΠ 1001/2019 : Τακτική άδεια εξόδου σε κρατούμενο - Σωφρονιστικός Κώδικας - Δικαιώματα κατηγορούμενου - Στερητικές της ελευθερίας ποινές


Ο περιορισμός ή η στέρηση της φυσικής ελευθερίας αποτελεί επαχθή περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων, ο οποίος επιτρέπεται από το Σύνταγμα μόνον υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Η ποινή δεν στοχεύει στην απομόνωση του προσώπου αλλά αντίθετα οφείλει να μεριμνά για τη μελλοντική επάνοδο του ατόμου στον κοινωνικό βίο. Για την χορήγηση τακτικής άδειας εξόδου σε κρατούμενο δεν εκτιμάται η εγκληματική δράση του αιτούντος ούτε η βαρύτητα του τελεσθέντος εγκλήματος. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο κρίθηκε μη νόμιμη η χορήγηση τακτικής άδειας απουσίας σε κρατούμενο. Το προσβαλλόμενο βούλευμα, ενώ δέχεται ότι δεν είναι δυνατή η χορήγηση τακτικής άδειας στην περίπτωση που ο κρατούμενος έχει καταδικαστεί σε πλείονες της μίας ποινών ισόβιας κάθειρξης, στη συνέχεια προχώρησε στην εξέταση της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων. Επίσης, ενώ γίνεται δεκτό ότι στην έννοια του σωφρονισμού δεν περιλαμβάνεται η καθ' οιονδήποτε τρόπο ιδεολογική μεταστροφή του καταδίκου, στη συνέχεια αντιφατικά γίνεται δεκτό ότι ο κρατούμενος δεν είναι πρόθυμος να αλλάξει στάση ζωής και να μεταμεληθεί αλλά εμμένει στην άποψή του περί ένοπλης ανατροπής του κρατικού μονοπωλίου της βίας. Περαιτέρω, ενώ δέχεται το προσβαλλόμενο Βούλευμα ότι ο κρατούμενος δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά κατά τη διάρκεια της κράτησής του στο Σωφρονιστικό Κατάστημα, έχει δείξει καλή διαγωγή και ότι δεν έχει κάνει χρήση των τακτικών αδειών που του έχουν χορηγηθεί, εκτιμά ότι υπάρχει κίνδυνος, κατά τη διάρκεια της άδειας, να τελέσει νέα εγκλήματα, ενώ δεν συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν την προσδοκία ότι δεν θα κάνει κακή χρήση αυτής.
  
Αριθμός 1001/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου Εισηγήτρια και Σταματική Μιχαλέτου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 93/2019 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου. Με κατηγορούμενο τον Δ. Κ. του Κ., κρατούμενου στο ....
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό … και ημερομηνία 17-5-2019 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/19.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Παπαγεωργίου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου με αριθμό …/18-5-2019, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"I. Εισάγω στο Δικαστήριο Σας (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 Κ.Π.Δ., προς συζήτηση και έκδοση ..απόφασης, την υπ' αρ. ./2019 αίτησή μου, με την οποία ζητώ να αναιρεθεί το υπ'αριθμ. 93/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κώνΒόλου, το οποίο έκανε δεκτή την υπ' αριθμ. 14/3.5.2019/8γρ. Προσφυγή του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Βόλου, Επόπτη του ..., κατά της με αριθμ. ./2.5.2019 Απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ανωτέρω Καταστήματος Κράτησης, με την οποία χορηγήθηκε, κατά πλειοψηφία, τακτική άδεια απουσίας στον κρατούμενο του Καταστήματος αυτού, Δ. Κ. του Κ., ακύρωσε την ως άνω με αριθμ. ./2.5.2019 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ... και απέρριψε την από 30.4.2019 Αίτηση του Δ. Κ. του Κ. περί χορήγησης σ' αυτόν τακτικής άδειας.
II. Για τη βασιμότητα του λόγου για τον οποίο ασκήθηκε η αναίρεση αυτή, αναφέρομαι εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο της σχετικής αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω:
1) Να γίνει δεκτή η παραπάνω αίτηση αναίρεσης.
2) Να αναιρεθεί το υπ' αρ. 93/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Βόλου για εσφαλμένη ερμηνεία διατάξεων του Σωφρονιστικού Κώδικα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα.
Η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου - Βασιλοπούλου"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται ενώπιον του παρόντος Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση ως Συμβούλιο, η υπ' αριθμ. ./2019 και από 17.5.2019 έκθεση αναιρέσεως της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητείται η αναίρεση του υπ' αριθμ. 93/10.5.2019 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, με το οποίο έγινε δεκτή η υπ' αριθμ. 14/3.5.2019 Προσφυγή του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Βόλου, επόπτη του ..., κατά της υπ' αριθμ. ./2.5.2019 Αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ανωτέρω Καταστήματος Κράτησης, με την οποία χορηγήθηκε τακτική άδεια απουσίας στον κρατούμενο του Καταστήματος αυτού Δ. Κ. του Κ.. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης αποδίδονται στο προσβαλλόμενο Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, κατ' εκτίμηση, οι πλημμέλειες της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 483 παρ. 3 εδ. α` και 484 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ήδη ισχύουν, προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 εδ.β'ΚΠΔ, μπορεί να ασκήσει αναίρεση ακόμη και κατά αμετακλήτου βουλεύματος, για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άνω άρθρο 484 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχβ`και δ' ΚΠΔ), αλλά και για οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων, που αφορούν την προδικασία χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων (άρθρο 483 παρ. 3 ΚΠΔ όπως ισχύει μετά από την αντικατάστασή της από την παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 4531/5.4.2018).

Σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν. 2776/1999 "ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ" (Σ.Κ.), όπως ισχύει, στους κρατουμένους χορηγούνται τακτικές, έκτακτες και εκπαιδευτικές άδειες απουσίας από τα καταστήματα κράτησης. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 55 (Τακτικές άδειες - Προϋποθέσεις), του αυτού ως άνω νόμου όπως ισχύει, οι τακτικές άδειες χορηγούνται εφ' όσον: Ο κατάδικος έχει εκτίσει το ένα πέμπτο της ποινής του χωρίς ευεργετικό υπολογισμό ημερών ποινής λόγω εργασίας και η κράτηση έχει διαρκέσει τουλάχιστον τρεις μήνες. Σε περίπτωση έκτισης ποινής ισόβιας κάθειρξης, η κράτηση πρέπει να έχει διαρκέσει τουλάχιστον οκτώ έτη.. . . . Αν στον κατάδικο έχουν επιβληθεί περισσότερες ποινές κατά της ελευθερίας και δεν έχει γίνει προσμέτρησή τους σε μια συνολική ποινή, κατά το άρθρο 94 του Ποινικού Κώδικα, για τον υπολογισμό της ποινής που έχει εκτιθεί κατά την έννοια της παρούσας διάταξης, λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα των επί μέρους ποινών.

Εξ άλλου, δεν πρέπει να εκκρεμεί κατά του καταδίκου ποινική διαδικασία για αξιόποινη πράξη σε βαθμό κακουργήματος ή διαδικασία εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ή έκδοσης σε τρίτη χώρα, να εκτιμάται ότι δεν υπάρχει κίνδυνος τελέσεως, κατά τη διάρκεια της άδειας, νέων εγκλημάτων, να συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την προσδοκία ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγής και ότι ο κρατούμενος δεν θα κάνει κακή χρήση της αδείας του.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 55 Σ. Κ. προβλέπεται ότι: Για να διαπιστωθεί αν συντρέχει η τελευταία αυτή προϋπόθεση εκτιμώνται ιδίως:

α) η προσωπικότητα του κατάδικου και η εν γένει συμπεριφορά του μετά την τέλεση της πράξης, κατά τη διάρκεια της κράτησης, σε συνδυασμό με το άρθρο 69 παράγραφος 2 του παρόντος Κώδικα και κατά τη διάρκεια των αδειών, που ενδεχομένως του έχουν ήδη χορηγηθεί, β) η ατομική, επαγγελματική και κοινωνική κατάσταση του ιδίου και της οικογένειάς του, καθώς και οι τυχόν οικογενειακές του υποχρεώσεις, γ) η ωφέλεια, την οποία μπορεί να έχει για την προσωπικότητα του καταδίκου και τη μελλοντική του εξέλιξη η λήψη μέτρων για τη σταδιακή επάνοδό του σε καθεστώς πλήρους ελευθερίας.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου 55 άνω Σ.Κ., η τακτική άδεια χορηγείται από το Συμβούλιο του άρθρου 70 παράγραφος 1 του παρόντος (νόμου) μετά από αίτηση του καταδίκου. Κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου καλείται αυτός, καθώς και οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο για την παροχή των αναγκαίων διευκρινίσεων.

Ο δικαστικός λειτουργός που προεδρεύει του Συμβουλίου, σε περίπτωση διαφωνίας του ως προς τη χορήγηση της άδειας, προσφεύγει εντός προθεσμίας πέντε ημερών στο Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών ως Συμβούλιο. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 70 παράγραφος 1 του Σ.Κ, όπου στον παρόντα νόμο αναφέρεται Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών, τις αντίστοιχες αρμοδιότητες ασκεί μέχρι τη νομοθετική θέσπιση του οργάνου αυτού, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής.

Από το συνδυασμό των προπαρατεθεισών διατάξεων προκύπτει ότι ο άνω ν. 2776/1999 (Σ.Κ.) για τη χορήγηση τακτικής άδειας στους καταδίκους προβλέπει τη συνδρομή τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων, την ύπαρξη των οποίων κρίνει το Πειθαρχικό Συμβούλιο, που συγκροτείται από τον αρμόδιο δικαστικό λειτουργό, δηλαδή τον οικείο εισαγγελέα - επόπτη, τον διευθυντή του καταστήματος κράτησης και τον αρχαιότερο κοινωνικό λειτουργό. Στις τυπικές προϋποθέσεις περιλαμβάνεται αφ' ενός μια θετική, δηλαδή ο κατάδικος να έχει εκτίσει ορισμένο μέρος της ποινής, ανάλογα με το είδος της, καθώς και το είδος του εγκλήματος και, πιο συγκεκριμένα, να έχει εκτίσει το ένα πέμπτο της ποινής του, χωρίς ευεργετικό υπολογισμό ημερών ποινής, λόγω εργασίας και η κράτησή του να έχει διαρκέσει τουλάχιστον τρεις μήνες, και, σε περίπτωση έκτισης ισόβιας κάθειρξης η κράτησή του να έχει διαρκέσει τουλάχιστον οκτώ έτη, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται περί ποινής ισόβιας κάθειρξης πέραν της μιας, κατά την κρατούσα για το θέμα νομολογία (ΓνωμΕισ. ΑΠ 14/14.11.2011, 2588/13.12.1995 και 7/21.10.1993) και την κρατούσα στη θεωρία αντίληψη, κατά την οποία και στις περισσότερες της μιας ισόβιες καθείρξεις αρκεί η οκταετής πραγματική έκτιση της ποινής για τη χορήγηση της αδείας (βλ ενδεικτικά Π. Μπρακουμάτσος: "ο θεσμός της χορήγησης άδειας σε κρατουμένους κατά το ν. 2776/1999.


Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019

ΤρΕφΠατρών 133/2019 : Εγκατάσταση υποσταθμού ΔΕΗ σε ακίνητο - Αποζημίωση -.


Εγκατάσταση υποσταθμού ηλεκτρικής ενέργειας από τη ΔΕΗ σε ακίνητο. Γίνεται κατόπιν της εκ μέρους της καταβολής στον ιδιοκτήτη αποζημίωσης, η οποία προσδιορίζεται από το μονομελές πρωτοδικείο προσωρινά και από το εφετείο οριστικά κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, είτε κατόπιν της εκ μέρους της μίσθωσης του εν λόγω ακινήτου από τον ιδιοκτήτη. Σε περίπτωση που η ΔΕΗ δεν φρόντισε για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του χώρου ή για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον κύριο του χώρου αυτού, εφόσον αυτός ζημιώθηκε.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης 133/2019
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ανδρέα Κακολύρη Πρόεδρο Εφετών, Σαλώμη Μούζουρα Εφέτη και Κωνσταντίνο Παπαντωνίου Εφέτη-Εισηγήτρια και τη Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 6η Δεκεμβρίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «...ΟΕ». που εδρεύει στην Πάτρα, οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ..., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του νομίμου εκπροσώπου της Α Τ ο οποίος διόρισε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών Γ Κ και

ΤΗΣ ΚΑΘΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ» και τον διακριτικό τίτλο «ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ». που εδρεύει στην Αθήνα οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών Πaπαδόπουλου.
Η αιτούσα με την από 7.11.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2017 αίτηση της, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε αρχικά η 17.3.2018, και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος, οπότε η υπόθεση που είχε εγγραφεί στο πινάκιο με αύξοντα αριθμό . εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.


ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4483/1965, «ιδιοκτήται ή κάτοχοι αστικών ακινήτων υποχρεούνται όπως αιτήσει της Δ.Ε.Η. επιτρέπωσιν την εγκατάστασιν υποσταθμού διανομής ηλεκτρικής ενεργείας εν τω ακινήτω επί καταλλήλου χώρου υπογείου και εν ελλείψει τοιούτου του ισογείου προς ηλεκτροδότησιν του ακινήτου και ενίσχυσιν του τοπικού δικτύου της περιοχής βλαπτομένης της ιδιοκτησίας καταβάλλεται αποζημίωσις εφαρμοζομένων των διατάξεων περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, διατηρούντων των ιδιοκτητών και δικαίωμα εκμισθώσεως εις την ΔΕΗ του ως άνω χώρου». Από την προπαρατιθέμενη ρύθμιση, με την οποία καθιερώνεται μη υπαγόμενος και μη αντικείμενος στο άρθρο 17 Συντ. νόμιμος περιορισμός της κυριότητας χάριν του εξηλεκτρισμού των πόλεων, σαφώς συνάγεται ότι η από τη Δ.Ε.Η. εγκατάσταση υποσταθμού διανομής ηλεκτρικής ενέργειας σε κάποιο ακίνητο γίνεται είτε κατόπιν της εκ μέρους της καταβολής στον ιδιοκτήτη αποζημίωσης, η οποία προσδιορίζεται από το μονομελές πρωτοδικείο προσωρινά και από το εφετείο οριστικά, κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, είτε κατόπιν της εκ μέρους της μίσθωσης του εν λόγω ακινήτου από τον ιδιοκτήτη (ΑΠ 557/2003 Νοβ 2004, 22. ΑΠ 51/2000 ΕλλΔνη 2000, 762).

Στην περίπτωση των ανεγέρσεων οικοδομών για τις οποίες προβλέπεται αρχικά ή μπορούν σύμφωνα με τον ισχύοντα συντελεστή δομήσεως ν' αποκτήσουν μεταγενέστερα όγκο μεγαλύτερο των 2.500 κ.μ. απαιτείται γνώμη της ΔΕΗ, παρέχεται σε ένα μήνα από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως του ενδιαφερομένου. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη συνεχίζεται η διαδικασία για την έκδοση της άδειας οικοδομής (§5). Από τις άνω διατάξεις συνάγεται αφενός μεν ότι επιβάλλονται χάριν του γενικού συμφέροντος για τον εξηλεκτρισμό της χώρας γενικοί νόμιμοι περιορισμοί κάθε αστικού ακινήτου, οι οποίοι έγκεινται στην ακώλυτη εγκατάσταση από τη ΔΕΗ υποσταθμών διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, αφετέρου δε ότι σε περίπτωση που η Δ.Ε.Η δεν φρόντισε για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του χώρου ή για την σύναψη σύμβασης μίσθωσης, έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον κύριο του χώρου αυτού, εφόσον αυτός ζημιώθηκε (Εφθεσ. 2513/1997 Αρμ. 1999. 504).

Με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα εταιρεία εκθέτει ότι η ΔΕΗ καθολική διάδοχος της οποίας είναι η καθής η αίτηση δυνάμει του άρθρο 123 του Ν. 4001/2011, προέβη στη δέσμευση εντός υπογείου χώρου ιδιοκτησίας της, έκτασης 28,63 τ.μ., επί πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στο Αίγιο, προκειμένου να εγκατασταθεί σε αυτό υποσταθμός διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Ότι για την κατασκευή του υπογείου χώρου, σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές της καθής η αίτηση, υποβλήθηκε σε επιπλέον δαπάνη συνολικού ποσού 19.080.05 ευρώ, όπως το κονδύλιο αυτό παραδεκτά διορθώθηκε με δήλωση της στα πρακτικά και τις προτάσεις της και ότι παρέδωσε τον χώρο αυτό στην καθής την 16.7.2010 χωρίς να προσδιοριστεί αποζημίωση ή να καταρτιστεί μίσθωση. Οτι έκτοτε η καθής έχει τη χρήση του δεσμευμένου χώρου του υπογείου, χωρίς να καταβάλλει οποιοδήποτε αντάλλαγμα με αποτέλεσμα να στερείται τη χρήση της ιδιοκτησίας της, την οποία μπορούσε να εκμισθώσει σε τρίτους έναντι μηναίου μισθώματος 200 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί μετά από παραδεκτή τροπή του αιτήματος της σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η καθής η αίτηση της οφείλει το ποσό των 19.080,05 ευρώ ως οριστική αποζημίωση για τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για την κατασκευή του υποσταθμού, το ποσό των 17.600 ευρώ ως οριστική αποζημίωση χρήσης του επιδίκου για το χρονικό διάστημα από 15.7.2010 έως 15.11.2017, νομιμότοκα από την επομένης της επίδοσης της αίτησης της και μέχρι την εξόφληση και να αναγνωριστεί ότι η καθής οφείλει να της καταβάλει εφ εξής το ποσό των 200 ευρώ για κάθε μήνα χρήσεως του δεσμευμένου χώρου.

Με το ως άνω περιεχόμενη η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4883/1965, άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 2882/2001) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις και σε εκείνες των άρθρων 18, 19 παρ. 1, 2. 7, 8 του νέου κώδικα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων ακινήτων, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ.2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Το παρεπόμενο αίτημα για επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αίτησης στην καθής είναι μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο, αφού τόκοι οφείλονται μετά την άσκηση καταψηφιστικής αγωγής κατά την τακτική διαδικασία, ενώ στην προκειμένη περίπτωση ζητείται ο καθορισμός αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 2882.2001. για την οποία δεν προβλέπεται αξίωση τόκων.(Εφ Πατρών 62/2013 αδημ). Πρέπει επομένως η αίτηση κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Η καθ' ης η αίτηση με τις προτάσεις της, οι οποίες κατατέθηκαν επί της έδρας του Δικαστηρίου κατά την ημέρα της συνεδρίασης αυτού (6.12.2018) αρνήθηκε την αίτηση, ισχυριζόμενη ότι μεταξύ των διαδίκων έχει συναφθεί σύμβαση μίσθωσης που περιέχεται στο από 16.7.2010 πρακτικό παράδοσης παραλαβής ενώ ζήτησε να αναγνωριστεί η εγκυρότητα της ως άνω συμφωνητικού άλλως να προσδιοριστεί αποζημίωση χρήσης όχι μεγαλύτερη του ποσού των 3 ευρώ μηνιαίως. Τα παραπάνω αιτήματα όμως τα οποία φέρουν το χαρακτήρα ανταίτησης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα λόγω της μη εμπρόθεσμης κατάθεσης των προτάσεων της καθής ως περιεχουσών ανταίτηση σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.5 Ν. 2882/2001, στον οποίο παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 12 παρ.4 του Ν. 4483/1965, επειδή δεν έχουν κατατεθεί πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Από τις ένορκες στο ακροατήριο καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα ομόρρυθμη εταιρεία που εδρεύει στην Πάτρα, είναι κυρία, δυνάμει του με αριθμό ./17.10.2005  συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Πατρών ..., το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του Δήμου Αιγιαλείας τόμος . αα ., σε συνδυασμό με την με αριθμό ./17.10.2005 πράξη του, οικοπέδου εντός της πόλης του Αιγίου στην θέση Ψηλά Αλώνια και επί της διασταύρωσης των οδών ...... Προτιθέμενη να προβεί στην ανέγερση επ' αυτού οικοδομικού συγκροτήματος αποτελούμενου από τρεις πολυκατοικίες, με όγκο οικοδομής 11.282,80 κ.μ., υπέβαλε προς την ΔΕΗ, της οποίας καθολική διάδοχος δυνάμει του άρθρου 123 του Ν. 4001/2011 είναι η καθής η αίτηση, την από 30.6.2006 αίτηση της, με την οποία της γνωστοποίησε την πρόθεσή της αυτή και απηύθυνε προς αυτήν ερώτημα, περί του αν απαιτείται η δέσμευση χώρου για την εγκατάσταση υποσταθμού διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, όπως είχε υποχρέωση από το ν. 4483/1965 άρθρο 12 §5 αυτού, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1277/1982. Σε απάντηση του σχετικού ερωτήματος της αιτούσας, η καθής με το με αριθμό ./14.7.2006 έγγραφο της γνωστοποίησε στο αρμόδιο για την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας  πολεοδομικό γραφείο Αιγίου, την αναγκαιότητα  εγκατάστασης υποσταθμού στο εν λόγω ακίνητο της αιτούσας και επέστησε σ' αυτό (πολεοδομικό γραφείο) να μην προχωρήσει στην έκδοση άδειας, χωρίς την προσκόμιση των απαραιτήτων σχεδίων, βάσει των οποίων θα καθοριζόταν σαφώς ο χώρος της εγκατάστασης του υποσταθμού και περαιτέρω κοινοποίησε το εν λόγω έγγραφο της τόσο στον νόμιμο εκπρόσωπο της αιτούσας όσο και στον μηχανικό του ..., επισημαίνοντας και τα έγγραφα και τα σχέδια της οικοδομής που θα έπρεπε να της προσκομίσουν. Η αιτούσα προσκόμισε στην καθής τα σχετικά έγγραφα τα οποία θεωρήθηκαν την 26.7.2006 και βάσει τούτων αυτή προέβη στη δέσμευση του αναγκαίου χώρου προς εγκατάσταση του υποσταθμού σε συγκεκριμένο τμήμα του υπογείου της όλης οικοδομής σφραγίζοντας καταλλήλως τα σχέδια αυτά, ώστε να είναι εμφανής ο συγκεκριμένος αυτός χώρος.

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2019

ΔιατΕισΠρΘεσ 430/2019 : Έγκληση για απάτη επί δικαστηρίω σε πολιτική δίκη (διατροφές)


Άρθρο 47 ΚΠΔ. Απορριπτική διάταξη με συνοπτική αιτιολογία. Πότε η έγκληση θεωρείται νόμω αβάσιμη. Ο Εισαγγελέας έχει τη δυνατότητα να θέσει την υπόθεση στο αρχείο και όταν τα καταγγελλόμενα αδικήματα διώκονται αυτεπαγγέλτως αρκεί η μήνυση να υποβλήθηκε από τον παθόντα. Απάτη επί Δικαστηρίω. Ο ψευδής ισχυρισμός πρέπει να υποστηρίζεται από την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων (πλαστών, νοθευμένων, ή γνησίων αλλά με ψευδές περιεχόμενο). Η προβολή αναληθούς ισχυρισμού με το εισαγωγικό δικόγραφο δε συνιστά καν αρχή εκτελέσεως. Απαιτείται ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα σε συμπεριφορά και τη Δικαστική απόφαση ως διαθετική πράξη. Όταν δε χωρεί τεκμήριο ομολογίας, και η έκδοση απόφασης είναι αποτέλεσμα συνεκτίμησης αποδεικτικών στοιχείων η οποία αποκλείει ακόμη και την απόπειρα, η ζημία του ηττηθέντος διαδίκου δε θεωρείται παράνομη. Εν προκειμένω η μηνυόμενη στα δικόγραφα διατροφής κατά του εγκαλούντος, ισχυρίστηκε όσα αποτύπωναν την προσωπική της αντίληψη και γνώση, οι αποφάσεις εκδόθηκαν κατόπιν αντιδικίας, οι Δικαστές συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν τα εκατέρωθεν υποβληθέντα αποδεικτικά μέσα και οι ισχυρισμοί σε καμία περίπτωση δε συνοδεύτηκαν από ανακριβή, νοθευμένα ή πλαστά έγγραφα. Μη επαρκείς ενδείξεις ενοχής. Ουσία αβάσιμη η έγκληση. Απορρίπτει.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Α.Β.Μ.: ... Αριθμός Δ/ξης 430/2019
ΔΙΑΤΑΞΗ
Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Κατόπιν της από 10-10-2018 (Α.Β.Μ. : .) εγκλήσεως του ... του ..., κατοίκου Θεσσαλονίκης, επί της οδού ...κατά της ... κατοίκου Θεσσαλονίκης, επί της οδού ... με την οποία έγκληση καταμήνυε την προαναφερθείσα εγκαλούμενη για την πράξη της απάτης στο Δικαστήριο κατ' εξακολούθηση (αρθρ. 98 & 386§1 Π.Κ.), όπως η περιγραφόμενη στην υπό κρίση έγκληση πράξη μπορεί να χαρακτηριστεί κατ' εγγύτατο νομικό χαρακτηρισμό, πράξη που φέρεται τελεσθείσα στη Θεσσαλονίκη στις 4-7-2017, 27-9-2017, 8-3-2018 και 13-7-2018, διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση και μετά την ολοκλήρωση αυτής, εκθέτω τα ακόλουθα:
Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 47§1 ΚΠΔ, ο εισαγγελέας εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, την απορρίπτει με διάταξη του, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις, κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ενεργεί όπως στην προηγούμενη παράγραφο.
Σημειώνεται επίσης ότι το άρθρο 47 ΚΠΔ εφαρμόζεται και για τα εγκλήματα που διώκονται αυτεπάγγελτα, εφ' όσον η μήνυση προέρχεται από τον παθόντα (ʼγγΜπουρόπουλοςκατάρθρον ερμηνεία του Κωδικός Ποινικής Δικονομίαςτόμος Ασελ. 71).
Νόμω αβάσιμη είναι η έγκλησηόταν τα εκτιθέμενα σε αυτή πραγματικά γεγονότα -αληθή υποτιθέμενα- δεν συνιστούν έγκλημα κατ' άρθρο 14 Π Κ, όταν δηλαδή: α) δεν συντρέχει ορισμένη ανθρώπινη συμπεριφορά (ακαταμάχητη βία, πλήρης απάλειψη της συνείδησης), β) λείπει οποιοδήποτε στοιχείο της αντικειμενικής ή της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος (αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος, δόλος), γ) υπάρχει λόγος που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης (άμυνα, προσταγή κ.λ.π.) ή τον καταλογισμό (πραγματική ή νομική πλάνη) ή εξαλείφει το αξιόποινο της πράξης (παραγραφή, αμνηστία) ή συντρέχει υποχρεωτικός λόγος απαλλαγής από την ποινή. Συνεπώς, ο Εισαγγελέας έχει το δικαίωμα να απορρίψει την έγκληση ως μη στηριζόμενη στο νόμο όταν ελλείπει το στοιχείο του δόλου, το οποίο είναι απαραίτητο για την κρτά το νόμο θεμελίωση και ολοκλήρωση ενός εγκλήματος (ΔιατΕισΕφΝαυπλ. 15/1998, ΠοινΧρον ΜΗ' 836, 837).
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 386§1α' του ΠΚ, «Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία : α) σκοπός του δράστη να αποκτήσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθεί η επέλευση του περιουσιακού οφέλους, β) με γνώση του δράστη παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων (υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα), από την οποία ως παράγωγο αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία πρέπει να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη (βλ. ΑΠ 1323/93 ΠοινΧρον Μ 1142, ΑΠ 506/94 ΠοινΧρον ΜΔ 627, ΑΠ 180/91 ΠοινΧρον ΜΑ 874, ΑΠ 227/92 ΝοΒ 40.1039). Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς βεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 11/2009, ΑΠ 125/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως περιουσιακή δε διάθεση νοείται κάθε πράξη παράλειψη ή ανοχή του πλανώμενου με την οποία επιφέρει μεταβολή στην περιουσία αυτού ή τρίτου επί της οποίας έχει εξουσία διάθεσης. Η περιουσιακή μεταβολή όμως αυτή πρέπει να είναι άμεση, δηλαδή μεταξύ αυτής και της συμπεριφοράς του πλανώμενου να μην παρεμβάλλεται περαιτέρω αυτόνομη πράξη άλλου προσώπου (Μυλωνόπουλος, Ποινικό Δίκαιο Ειδικό Μέρος, Τα εγκλήματα κατά της Ιδιοκτησίας και της Περιουσίας, σελ. 485 επ.). Το πρόσωπο δε που παρεπλανήθη, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στην διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει δηλαδή, ανάμεσα στην βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει φανερά ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως) (ΑΠ 440/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, το έγκλημα της απάτης πραγματώνεται και ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου με την παράσταση ή προσαγωγή ενώπιον του δικαστή ψευδών αποδεικτικών στοιχείων εν γνώσει του προσκομίζοντος αυτά. Ο δικαστής, παραπλανώμενος με βάση τα προσκομισθέντα στοιχεία, πρέπει να εκδώσει ευνοϊκή για τον κατηγορούμενο απόφαση, προσπορίζοντας έτσι σε αυτόν παράνομη περιουσιακή ωφέλεια και βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του αντιδίκου του κατηγορουμένου. Ο δε υποβληθείς ψευδής ισχυρισμός μπορεί να υποστηρίζεται από την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση είτε πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, είτε γνησίων μεν εγγράφων, αναληθών όμως κατά περιεχόμενο (ΑΠ 578/1995, Π. Χρ. ΜΓ 899 και MB 417).

Τρίτη 6 Αυγούστου 2019

"Ο νέος ποινικός κώδικας και ο πρότερος σύννομος βίος" [Βασίλης Χειρδάρης, δικηγόρος]



Είναι γεγονός ότι η ανθρωποκτονία με πρόθεση στη συνείδηση του ελληνικού λαού έχει συνδεθεί με την επιβολή της ποινής των ισοβίων, μια ποινή που εξισορροπούσε, ικανοποιώντας το λαϊκό αίσθημα δικαίου, την βίαια απώλεια της ανθρώπινης ζωής.

Το δικαστήριο για το αδίκημα αυτό δεν είχε άλλη επιλογή εφόσον έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο. Όφειλε να του επιβάλει μόνον ισόβια όπως όριζε ο νόμος. Έτσι την ποινή των ισοβίων την επέβαλε ουσιαστική η νομοθετική εξουσία και εφάρμοζε η δικαστική. Με τον τρόπο αυτό το δικαστήριο δίκαζε ως προς την ενοχή αλλά όχι ως προς την ποινή, που ήταν «έτοιμη».

Ο μόνος τρόπος για να «σπάσουν» τα ισόβια ήταν η αναγνώριση ενός ελαφρυντικού, οπότε η ποινή με τον προγενέστερο ΠΚ άλλαζε πλαίσιο και ο δικαστής μπορούσε να επιβάλει από 10-20 χρόνια κάθειρξης.

Η επιβολή της μίας και μοναδικής ποινής είχε επικριθεί πολλαπλά. Την είχε επικρίνει και ο υπογράφων σε άρθρο του. Ο δικαστής πρέπει να έχει πάντα τη δυνατότητα να σταθμίσει και να επιμετρήσει την ποινή που ταιριάζει στην περίπτωση, στις συνθήκες του εγκλήματος και στον τρόπο που ενεργεί ο δράστης.

Με τον νέο ποινικό κώδικα έγιναν πολλές σημαντικές αλλαγές. Εξορθολογίστηκαν οι ποινές αλλά και θεσμοθετήθηκε και μία αυστηροποίηση σε μερικά θέματα όπως η κατάργηση της μετατροπής των ποινών σε χρηματικές, η έκτιση στη φυλακή και για πλημμελήματα, μεγαλύτερος πραγματικός χρόνος έκτισης στις φυλακές κ.α.

Μεταξύ των αλλαγών του κώδικα ήταν και η κατάργηση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου από αυτό του σύννομου βίου. Αυτό σημαίνει ότι ενώ στον προηγούμενο ΠΚ χρειαζόταν για να μειωθεί η ποινή να αποδειχθεί έντιμος ατομικός, οικογενειακός, επαγγελματικός και κοινωνικός βίος, δηλ. μια θετική και όχι απαθής στάση στη κοινωνία, τώρα με τον νέο ΠΚ απαιτείται μόνο ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου. Δηλαδή ένα υποκειμενικό στοιχείο αυτό του έντιμου βίου, το οποίο έκρινε ο δικαστής, αντικαταστάθηκε από ένα αντικειμενικό στοιχείο, τον σύννομο βίο που αποδεικνύεται από το ποινικό μητρώο. Με τον τρόπο αυτό υποχρεώνεται ο δικαστής να αναγνωρίσει αυτό το ελαφρυντικό σε όσους έχουν λευκό ποινικό μητρώο.

Στην υπόθεση Κορκονέα με τον παλιό κώδικα η αναγνώριση ελαφρυντικού θα οδηγούσε σε μια ποινή από 10-20 χρόνια κάθειρξης, ενώ με τον νέο οδηγεί σε πλαίσιο ποινής 5-15 ετών. Η επιβολή 13 χρόνων κάθειρξης με μέγιστο τα 15 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιεικής ποινή αφού το δικαστήριο επέβαλε το 86,5% της επιτρεπόμενης ανώτατης ποινής. Αν ίσχυε ο παλιός ΠΚ το δικαστήριο θα είχε την δυνατότητα να του επιβάλει μέχρι 20 χρόνια κάθειρξη. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον είχε εκτίσει 11 χρόνια θα απεφυλακίζετο εφόσον του αναγνωρίζετο ελαφρυντικό.

Βεβαίως με τον προγενέστερο ΠΚ το δικαστήριο είχε μεγαλύτερη ευχέρεια στην μη αναγνώριση ελαφρυντικού. Και ναι μεν εξυπηρετούσε ενδεχομένως ένα κοινό αίσθημα σε δίκες δημοσίου ενδιαφέροντος, αλλά στην συντριπτική πλειοψηφία των κατηγορουμένων η μη αναγνώριση ελαφρυντικού σε πρωτόπειρους εγκληματίες μάλλον άδικη θα ήταν.

Βεβαίως υπάρχει και κάτι που δεν έχει λεχθεί. Με τον νέο ΠΚ το δικαστήριο μπορούσε να επιβάλει, και χωρίς ελαφρυντικό, αντί των ισοβίων, 10-15 χρόνια κάθειρξης. Σε αυτή την επιλογή η αναγνώριση του ελαφρυντικού θα οδηγούσε σε ποινή από 2-8 χρόνια! Αν συνέβαινε αυτό – κάτι που εδικαιούτο να το κάνει το δικαστήριο – θα είχαμε άλλου είδους κοινωνική αντιμετώπιση…

Ο νέος ΠΚ κινείται σε ένα εκσυγχρονιστικό πλαίσιο προσπαθώντας να ρυθμίσει παραβατικές συμπεριφορές σε μία συντηρητική κοινωνία. Δεν είναι τέλειος. Έχει αδυναμίες που πρέπει να διορθωθούν. Υπάρχει η βούληση γι΄αυτό. Χρειάζεται όμως και λίγη υπομονή για να δούμε στη πράξη τις αντοχές ενός συλλογικού επιστημονικού νομοθετήματος. Ας μην βιαζόμαστε…

*το άρθρο δημοσιεύθηκε στο liberal.gr