Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Ν.4356/2015. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Ν.4356/2015. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

"Κληρονομικού δικαίου συνέπειες από το νέο σύμφωνο συμβίωσης (Ν 4356/2015)" [Κίμωνα Σαϊτάκη, Δικηγόρου, Διδάκτορα Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών]



Περίληψη: Στην παρούσα μελέτη επιχειρείται μια πρώτη προσέγγιση των κληρονομικού δικαίου συνεπειών που επιφέρει η λύση του συμφώνου συμβίωσης του πρόσφατου Ν 4356/2015 με τον θάνατο ενός από τους συμβίους, με συγκριτική αναφορά στα ισχύοντα για τον γάμο και στα όσα προέβλεπε ο προϊσχύσας νόμος 3719/2008. Η ελλειπτική ρύθμιση του άρθρου 8 του Ν 4356/2015 που αφορά τα κληρονομικά δικαιώματα των συμβίων αφήνει κενά και δημιουργεί ερμηνευτικά ζητήματα, τα οποία καλείται να αντιμετωπίσει η νομική επιστήμη. Η μελέτη εστιάζει στο εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα και στο δικαίωμα νόμιμης μοίρας του επιζώντος συμβίου, τα οποία ρυθμίζονται με τρόπο διαφορετικό από ό,τι στον προϊσχύσαντα Ν 3719/2008, ενώ αναφορά γίνεται και στο εξαίρετο, την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα και το δικαίωμα στην οικογενειακή στέγη του επιζώντος συμβίου. Τέλος, εξετάζεται η δυνατότητα ανάλογης εφαρμογής διατάξεων του κληρονομικού δικαίου που αφορούν τους συζύγους και στο σύμφωνο συμβίωσης.
Ι. Ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για το σύμφωνο συμβίωσης
Με τον Ν 4356/2015 με τίτλο «Σύμφωνο συμβίωσης, άσκηση δικαιωμάτων, ποινικές και άλλες διατάξεις» επήλθαν καίριες αλλαγές στον μόλις προ επτά ετών ψηφισθέντα Ν 3719/2008, με τον οποίο θεσμοθετήθηκε το σύμφωνο συμβίωσης ως μια εναλλακτική μορφή νομικά ρυθμισμένης συμβίωσης. Η σπουδαιότερη καινοτομία του νέου νόμου υπήρξε η επέκταση του θεσμού και στα ομόφυλα ζευγάρια, τα οποία υπό το κράτος του προϊσχύσαντος Ν 3719/2008 αποκλείονταν ρητώς από τη δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβίωσης [1] . Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του Ν 4356/2015, με τις νέες ρυθμίσεις επιδιώκεται ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για το σύμφωνο συμβίωσης προς δύο βασικές κατευθύνσεις: Αφενός η ισχύς του συμφώνου επεκτείνεται και στα ομόφυλα ζευγάρια και αφετέρου η σημασία και οι συνέπειες του συμφώνου ενισχύονται, δεδομένου ότι αναγνωρίζονται οικογενειακοί δεσμοί μεταξύ των μερών. Επίσης, ενισχύεται η ιδιωτική αυτονομία των μερών, ιδίως ως προς τη ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων τους. Γενική επιδίωξη του νέου νομοθετήματος είναι κατά την Αιτιολογική Έκθεση η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ αφενός της ιδιωτικής αυτονομίας και αφετέρου της ανάγκης προστασίας των οικογενειακών σχέσεων, με βάση τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης.
Το νέο θεσμικό πλαίσιο ισχύει για όσα σύμφωνα συμβίωσης καταρτίζονται μετά την έναρξη ισχύος του Ν 4356/2015 (24.12.2015), ενώ τα σύμφωνα συμβίωσης που έχουν καταρτιστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου εξακολουθούν να διέπονται από το Ν 3719/2008, με εξαίρεση τις ρυθμίσεις των §§ 1 και 2 του άρθρου 7 του Ν 4356/2015, οι οποίες εφαρμόζονται και στα καταρτισθέντα υπό τον Ν 3719/2008 σύμφωνα συμβίωσης (άρθρο 62 § 1 του Ν 4356/2015). Τα μέρη έχουν πάντως δικαίωμα να υπαχθούν συνολικά στις διατάξεις του Ν 4356/2015 με συμβολαιογραφική πράξη, αντίγραφο της οποίας καταχωρίζεται στο ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου, όπου είχε καταχωριστεί και η σύσταση του συμφώνου.
Μεταξύ των ρυθμίσεων του Ν 4356/2015 για το νέο σύμφωνο συμβίωσης είναι και οι κληρονομικές σχέσεις σε περίπτωση λύσης του συμφώνου συμβίωσης λόγω θανάτου ενός από τους συμβίους. Στον προϊσχύσαντα Ν 3719/2008 τα θέματα αυτά ρυθμίζονταν διαφορετικά, με τρόπο που είχε συγκεντρώσει την κριτική πολλών θεωρητικών. Τα κυριότερα σημεία της κριτικής που είχε ασκηθεί στις ρυθμίσεις του άρθρου 11 του Ν 3719/2008ελήφθησαν υπόψη από τον νομοθέτη του Ν 4356/2015, προκειμένου να μην επαναληφθούν οι αστοχίες του παρελθόντος. Προτιμήθηκε πάντως και εδώ μια λιτή και άκρως συνοπτική διατύπωση, που αφήνει χωρίς ρητή ρύθμιση πολλά και σημαντικά επιμέρους ζητήματα κληρονομικού δικαίου. Στην παρούσα μελέτη επιχειρείται μια πρώτη προσέγγιση των κληρονομικού δικαίου συνεπειών που επιφέρει η λύση του συμφώνου συμβίωσης με τον θάνατο ενός από τους συμβίους [2] .
ΙΙ. Το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα του επιζώντος συμβίου
1. Ποσοστό - Παραπομπή στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα: Στο άρθρο 8 εδ. α΄ του Ν 4356/2015 ορίζεται ότι ως προς το κληρονομικό δικαίωμα των μερών του συμφώνου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που αφορούν τους συζύγους. Σύμφωνα δε με τις κατά παραπομπή εφαρμοζόμενες διατάξεις του ΑΚ, ο σύμβιος που επιζεί συντρέχει ως κληρονόμος με τους συγγενείς της πρώτης τάξης στο τέταρτο (1/4) της κληρονομίας, ενώ με τους συγγενείς των άλλων τάξεων στο μισό (1/2) της κληρονομίας (ΑΚ 1820 εδ. α΄). Αν δεν υπάρχουν καθόλου συγγενείς πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης τάξης, ο επιζών σύμβιος καλείται στην πέμπτη τάξη ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος και παίρνει ολόκληρη την κληρονομία (ΑΚ 1821).
Διαφορετική ήταν η ρύθμιση του προϊσχύσαντος Ν 3719/2008. Σύμφωνα με το άρθρο 11 § 1 του νόμου αυτού, με τη λύση του συμφώνου συμβίωσης λόγω θανάτου, ο επιζών σύμβιος είχε κληρονομικό δικαίωμα εξ αδιαθέτου, το οποίο ανήρχετο στο έκτο (1/6) της κληρονομίας, αν συνέτρεχε με κληρονόμους της πρώτης τάξης, στο τρίτο (1/3), αν συνέτρεχε με κληρονόμους άλλων τάξεων και σε ολόκληρη την κληρονομία (πρβλ. ΑΚ 1821), αν δεν υπήρχε συγγενής του κληρονομουμένου που να καλείτο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος. Η αναγνώριση μειωμένου εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος στον επιζώντα σύμβιο σε σχέση με αυτό του επιζώντος συζύγου, ανταποκρινόταν στη διάθεση του νομοθέτη του Ν 3719/2008 για «χαλαρότερη» αντιμετώπιση του συμφώνου συμβίωσης σε σχέση με τον γάμο [3] και συνάντησε τη δικαιολογημένη κριτική της θεωρίας [4] . Η επιλογή της νομοθετικής εξίσωσης με τον νέο Ν 4356/2015 της εξ αδιαθέτου μερίδας του επιζώντος συμβίου με την εξ αδιαθέτου μερίδα του επιζώντος συζύγου σε περίπτωση λύσης του συμφώνου ή του γάμου, αντίστοιχα, λόγω θανάτου του άλλου συμβίου ή του άλλου συζύγου χρήζει οπωσδήποτε επιδοκιμασίας.
Εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα υπέρ του επιζώντος συμβίου θεμελιώνεται και στην περίπτωση που ο άλλος σύμβιος κηρυχθεί σε αφάνεια. Το εν λόγω κληρονομικό δικαίωμα αποκτάται από τον χρόνο έναρξης των αποτελεσμάτων της αφάνειας που όρισε η σχετική δικαστική απόφαση (ΑΚ 48).
2. Προϋποθέσεις κλήσης στην εξ αδιαθέτου διαδοχή: Η θεμελίωση κληρονομικού δικαιώματος του επιζώντος συμβίου προϋποθέτει την ύπαρξη έγκυρου συμφώνου συμβίωσης μεταξύ αυτού και του κληρονομουμένου κατά τον χρόνο θανάτου (ή κήρυξης σε αφάνεια) του τελευταίου. Αν το σύμφωνο συμβίωσης είχε λυθεί πριν από τον θάνατο του κληρονομουμένου, ο επιζών σύμβιος δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα απέναντι στον θανόντα, αφού δεν υπάρχει μεταξύ τους σύμφωνο συμβίωσης κατά τον κρίσιμο χρόνο. Σύμφωνα με το άρθρο 7 § 1 του Ν 4356/2015 η λύση του συμφώνου συμβίωσης επέρχεται είτε με συμφωνία των μερών, που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, εφόσον έχει επιδοθεί προηγουμένως με δικαστικό επιμελητή πρόσκληση για συναινετική λύση στο άλλο μέρος και έχουν παρέλθει τρεις μήνες από την επίδοση, είτε αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος μεταξύ των μερών. Στην τελευταία περίπτωση (σύναψη γάμου) θα υφίσταται βέβαια εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα του επιζώντος συζύγου κατ’ ΑΚ 1820-1821.
Η ακυρότητα του συμφώνου συμβίωσης δεν εμποδίζει καταρχήν τη θεμελίωση κληρονομικού δικαιώματος του επιζώντος συμβίου. Τούτο διότι σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 3 § 1 του Ν 4356/2015 η ακυρότητα του συμφώνου συμβίωσης δεν είναι πλέον αυτοδίκαιη (όπως υπό το κράτος ισχύος του Ν 3719/2008), αλλά κηρύσσεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όπως ακριβώς ισχύει για τον άκυρο γάμο. Μέχρις ότου ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, το άκυρο σύμφωνο συμβίωσης παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματά του. Συνεπώς, ακόμη και αν το σύμφωνο συμβίωσης που συνήφθη είναι άκυρο για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 2 του Ν 4356/2015, το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα του επιζώντος συμβίου δεν θίγεται, αν δεν έχει εκδοθεί μέχρι τον θάνατο του άλλου συμβίου αμετάκλητη δικαστική απόφαση που ακυρώνει το σύμφωνο συμβίωσης. Με την έκδοση τέτοιας απόφασης αίρονται αναδρομικά τα αποτελέσματα του συμφώνου συμβίωσης (άρθρο 3 § 3 του Ν 4356/2015), άρα επέρχεται και ex tunc ανατροπή του κληρονομικού δικαιώματος που έχει ο ένας σύμβιος στην κληρονομία του άλλου [5] . Πρακτική σημασία θα έχει βέβαια αυτό μόνο σε περίπτωση που το σύμφωνο συμβίωσης ακυρώνεται μετά τον θάνατο του ενός από τους συμβίους, καθώς επί ακυρώσεώς του εν ζωή αμφότερων των συμβίων, δεν είναι νοητή ούτε μεταγενέστερη (μετά την ακύρωση) γέννηση ούτε επομένως και ανατροπή κληρονομικού δικαιώματος για κανέναν από τους συμβίους. Τα ίδια ισχύουν και για την περίπτωση του ακυρώσιμου συμφώνου συμβίωσης, καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 3 § 2 του Ν 4356/2015, σε περίπτωση ελαττωμάτων της βούλησης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τον ακυρώσιμο γάμο, η δε σχετική δικαστική απόφαση απαιτείται να γίνει αμετάκλητη.