Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Άρση απορρήτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #Άρση απορρήτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Ιουνίου 2018

ΣυμβΕφΠατρών 75/2018 : "Άρση απορρήτου τραπεζικών καταθέσεων - Λιμενικοί υπάλληλοι "



Άρση του απορρήτου τραπεζικών καταθέσεων λιμενικών υπαλλήλων με σκοπό τη διακρίβωση της τέλεσης - μεταξύ άλλων εγκλημάτων - και των κακουργημάτων της ένταξης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, δωροδοκίας υπαλλήλου και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Διαταγή δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων, ήτοι απαγόρευση κινήσεως των λογαριασμών και η εκποίηση καθ’ οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση ή επιβάρυνση με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή/και υποθήκης επί ακίνητης περιουσίας. Αποδείχθηκε ότι οι εν λόγω λογαριασμοί περιέχουν χρήματα προερχόμενα από το κακούργημα της δωροληψίας κατ’ εξακολούθηση, αλλά και ότι η απόκτηση ακινήτων έχει προέλθει από το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Αριθμός: 75/2018
(Αριθ. Ειδ. Βιβλίου: 75/2018)
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στεφάνια Καρατζά, Πρόεδρο Εφετών, Αγγελική Τσώλα - Εισηγήτρια και Μαρία Παπαϊωάννου, Εφέτες.
Συνεδρίασε στο γραφείο των διασκέψεων στις 2 Μαΐου 2018 παρουσία και του Γραμματέως Δημητρίου Παπαπάνου.
Το Συμβούλιο καλείται να αποφανθεί για την ποινική υπόθεση στην οποία ο Αντεισαγγελέας Εφετών Πατρών Γεώργιος Μπισμπίκης, έχει υποβάλει την πρόταση του με αριθμό 69/2018 που έχει ως εξής:
«Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 ΝΔ 1059/1971 οε συνδ. με τα άρθρα 49 και 52 Ν 2935/2001, αίτημα για την άρση του απορρήτου τραπεζικών καταθέσεων λιμενικών υπαλλήλων με σκοπό την διακρίβωση της τέλεσης - μεταξύ άλλων εγκλημάτων - και των κακουργημάτων της ένταξης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης (187 παρ. 1,3 ΠΚ), δωροδοκίας υπαλλήλου (236 παρ.2 ΠΚ) και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (45 παρ.1 περιπτώσεις α', β' και γ' του Ν.3691/2008) και Σας εκθέτω τα ακόλουθα:

Α) Σύμφωνα με το άρθρο 1 Ν.1059/1971 ως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25§3 Ν.2214/1994: "Οι κάθε μορφής καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι απόρρητες. Το απόρρητο αυτό δεν ισχύει έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, των σχετικών με τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και της εφαρμογής των νομισματικών, πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων. «Εξαιρετικά, επιτρέπεται η άρση του τραπεζικού απορρήτου ύστερα από ενέργεια του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., στην περίπτωση που προσκομίζεται προσωπική επιταγή ποσού άνω του 1.000.000 δραχμ., για εξόφληση χρεών προς το Δημόσιο, οπότε και δίδεται πρόβλεψη και δέσμευση του ποσού υπέρ της Δ.Ο.Υ.». Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 του ίδιου Νόμου ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27§1 του Ν. 1868/1989. "Εξαιρετικώς επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για τις απόρρητες χρηματικές ή άλλες καταθέσεις σε τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα μετά από ειδικά αιτιολογημένη παραγγελία ή αίτηση ή απόφαση του αρμόδιου για την άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης οργάνου διά του δικαστικού συμβουλίου ή δικαστηρίου, στο οποίο διενεργείται η σχετική διαδικασία, εφ' όσον η παροχή των πληροφοριών αυτών είναι απολύτως αναγκαία για την ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος. Οι σχετικές αποφάσεις και τα βουλεύματα αποστέλλονται από τις δικαστικές αρχές στην Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία, με ευθύνη της, τα διαβιβάζει αμέσως στις διατασσόμενες από αυτές τράπεζες".

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 49 Ν. 2935/2001:
1. Στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας (Υ.Ε.Ν.) συνιστάται αυτοτελές ειδικό γραφείο, υπαγόμενο απευθείας στον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου, το οποίο ονομάζεται «Γραφείο Εσωτερικών Υποθέσεων Υ.Ε.Ν. «Σύμφωνα με την παραγρ. 2 του ίδιου Νόμου ως αντικ. με το άρθρο 5 παρ,8 Ν.3938/2011 "Το Γραφείο Εσωτερικών Υποθέσεων του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής έχει ως αποστολή τη διερεύνηση, εξιχνίαση και δίωξη στην περιοχή ευθύνης του: α) των εγκλημάτων που διαπράττει ή συμμετέχει σε αυτά προσωπικό του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής όλων των βαθμών και προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 134-137Δ, 216-222, 235-246, 252- 263Α, 322-324, 336-353, 372-400 και 402-406 του Ποινικού Κώδικα και της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά, τα παίγνια, τα όπλα, τις αρχαιότητες, τη λαθρεμπορία και τους αλλοδαπούς και β) των εγκλημάτων των άρθρων 216 έως και 222, 235 έως και 246, 252 έως και 263Α, 323Α, 323Β, 324, 385 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και των λοιπών εγκλημάτων που προβλέπονται στο άρθρο δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο του Ν.3666/2008 (ΦΕΚ 105 Λ*)( που διαπράττουν ή συμμετέχουν σε αυτά υπάλληλοι και λειτουργοί του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίστηκε με τις διατάξεις της παρ.6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Λ') και επαναοριοθετήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Λ'), καθώς και υπάλληλοι ή αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Διεθνών Οργανισμών που δραστηριοποιούνται στην Ελληνική Επικράτεια. 3. Για την εκπλήρωση της αποστολής του, το προσωπικό του Γραφείου Εσωτερικών Υποθέσεων Υ.Ε.Ν. ενεργεί έχοντας τις αρμοδιότητες του ανακριτικού υπαλλήλου και στο πλαίσιο αυτό διερευνά, συλλέγει, αξιολογεί και αξιοποιεί πληροφορίες και στοιχεία που αφορούν τη διάπραξη των παραπάνω εγκλημάτων, διενεργεί προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση κατ' άρθρο 243 παρ.2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τη βεβαίωση τους και παραπέμπει τους υπαίτιους στην αρμόδια για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελική αρχή. Όταν ο αρμόδιος Εισαγγελέας παραγγέλλει, σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 50 παρ.2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, για τα εγκλήματα της προηγούμενης παραγράφου, δύναται να αναθέτει τη διενέργεια αυτής στο Γραφείο Εσωτερικών Υποθέσεων Υ.Ε.Ν. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του το προσωπικό του Γραφείου Εσωτερικών Υποθέσεων Υ.Ε.Ν. έχει απρόσκοπτη πρόσβαση στα αρχεία όλων των υπηρεσιών του Υ.Ε.Ν. και των άλλων αστυνομικών αρχών ή υπηρεσιών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για τα θέματα που αφορούν προσωπικό του Υ.Ε.Ν., με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 52 του νόμου αυτού. Τέλος κατά τις παρ.1, 2 και 3 του άρθρου 52 Ν.2935/2001: 1. Κατά τη διάρκεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης που ενεργείται για τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 49 παρ.2, αν κριθεί ότι επιβάλλεται από τις ανάγκες της έρευνας η αποδέσμευση από το απόρρητο της επιστολής και της τηλεφωνικής ή κάθε άλλης μορφής ανταπόκρισης, ο κατά το άρθρο 49 εισαγγελικός λειτουργός μπορεί, αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου του  Γραφείου Εσωτερικών Υποθέσεων Υ.Ε.Ν., να υποβάλλει σχετική προς τούτο αίτηση στο αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών ή του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Συμβούλιο αποφασίζει σε σαράντα οκτώ ώρες για την άρση ή όχι του απορρήτου με βούλευμα του, που περιέχει τα στοιχεία που αναφέρονται στη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 5 του Ν.2225/1994 (ΦΕΚ 121 Α'). Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις την άρση μπορεί να διατάξει και ο κατά το άρθρο 49 εισαγγελικός λειτουργός. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται  ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 6 εδάφια β' και γ' του άρθρου 4 και των παραγράφων 4, 5, 6, 7, 8, 9, εδάφιο β', γ' δ' και ε' και της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του Ν.2225/1994.
2.         Η διάταξη του άρθρου 3 του Ν.Δ. 1059/1971 (ΦΕΚ 270 Α'), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 1868/1989 (ΦΕΚ 230 Α), για την άρση των απορρήτων των τραπεζικών ή χρηματιστηριακών λογαριασμών, εφαρμόζεται και για τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 49 παρ.2. Στην περίπτωση αυτή την πρόταση προς το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο υποβάλλει ο κατά το άρθρο 49 εισαγγελικός λειτουργός. Στις περιπτώσεις όπου διενεργείται προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση για εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 49 παρ.2 δεν ισχύει το φορολογικό απόρρητο.
3.         Με τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να διαταχθεί η απαγόρευση κινήσεως των λογαριασμών ή του ανοίγματος των θυρίδων, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί ή οι θυρίδες περιέχουν χρήματα ή πράγματα προερχόμενα από τη διάπραξη των εγκλημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 49 παρ. 2. Η διάταξη των εισαγγελικών λειτουργών ή το βούλευμα του Συμβουλίου επέχουν θέση εκθέσεως κατασχέσεως, εκδίδονται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου ή του τρίτου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρουν συγκεκριμένο λογαριασμό ή θυρίδα και επιδίδονται στον κατηγορούμενο και στο διευθυντικό στέλεχος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού ή στο διευθυντή του υποκαταστήματος του τόπου όπου εδρεύει ο εισαγγελέας. Σε περίπτωση κοινού λογαριασμού ή κοινής θυρίδας επιδίδεται και στον τρίτο. Οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 5 του Ν.2331/1995 (ΦΕΚ 173 Α') εφαρμόζονται ανάλογα και για τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 49 παρ.2. Το Δημόσιο δικαιούται να αξιώσει και να προβεί σε δήμευση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του Ν.2331/1995 (ΦΕΚ 173 Α'), κάθε περουσίας που αποκτήθηκε από τη διάπραξη των εγκλημάτων του άρθρου 49 του νόμου αυτού.

Β) Την 11-10-2017 διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Κεφαλληνίας το με αριθ. πρωτοκ. Εμπιστευτικό ΑΠ 1300.6(46)/16/11744/2017/22-09-2017 έγγραφο του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Κλιμάκιο Βορείου Ελλάδος σχετικά με : 1) τον Αντιπλοίαρχο Λιμενικού Σώματος εν αποστρατεία ... κάτοικο Αργοστολίου, οδός ..., κάτοχο του υπ' αριθ. ... ΔΑΤ, με ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ..., 2) ..., Σημαιοφόρο του Λιμενικού Σώματος, με A.M. ..., κάτοικο Φυτειών Αιτωλοακαρνανίας, με ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ..., 3) ... κατοίκου Αργοστολίου, κάτοχο του υπ' αριθ. ... Διαβατηρίου των Αλβανικών Αρχών και της υπ' αριθ. ... άδειας παραμονής, με ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ..., 4) ..., κάτοικο Αργοστολίου οδός ..., κάτοχο του υπ' αριθ. ... Δ.Α.Τ., με ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ..., και 5) ..., Αρχικελευστή Λιμενικού, με AM ..., με ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. ...

Συγκεκριμένα κατόπιν καταγγελίας που είχε περιέλθει στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων του Υπουργείου Ναυτιλίας, φέρονταν ότι οι ανωτέρω έχοντας συγκροτήσει εγκληματική οργάνωση προέβαιναν σε διακινήσεις ποσοτήτων ναρκωτικών στην περιοχή της Κεφαλληνίας. Επί τη βάσει της καταγγελίας αυτής και κατόπιν υποβολή σχετικών αιτημάτων περί άρσεως του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας των ανωτέρω στην Εισαγγελία Κεφαλληνίας, είχαν εκδοθεί τα υπ' αριθ. 25/216, 32/2016, 36/2016, 46/2016, 54/2016, 61/2016,   και 12/2017 Βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας, τπου επικύρωσαν τις υπ’ αριθ. 20/2016, 23/2016, 28/2016, 34/2016, 38/2016 51/2016 και 10/2017 Διατάξεις του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας. Από το σύνολο του καταγραφέντος υλικού δεν προέκυψε, τουλάχιστον μέχρι τώρα, το έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Αντιθέτως από τις μεταξύ τους συνομιλίες προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις της τελέσεως των κακουργημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων: 235 παρ. 2, 236 παρ. 2 ΠΚ (δωροληψία και δωροδοκία υπαλλήλου), 299, 272 ΠΚ (ανθρωποκτονία, παραβάσεις σχετικά με τις εκρηκτικές ύλες), άρθρο 157 παρ. ιγ του Ν.2960/2001 (λαθρεμπορία), άρθρο 15 παρ.1 Ν.2168/1993 (διακεκριμένες περιπτώσεις οπλοκατοχής) σε συνδυασμό με 45 παρ.1 περιπτώσεις α', β' και γ' του Ν.3691/2008 (νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα). Κατόπιν τούτων υποβλήθηκε προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας σχετική πρόταση ώστε να επιτραπεί η χρήση και αξιολόγηση του συγκεντρωθέντος υλικού για έτερα των αρχικώς ερευνόμενων εγκλημάτων κατά την επιταγή του άρθρου 5 παρ. 10 Ν.2225/1994. Το Συμβούλιο αυτό εξέδωσε το υπ' αριθ. 85/2017 Βούλευμα όπου παρέπεμψε το σχετικό αίτημα στην Εισαγγελία Εφετών Πατρών κατ’ επιταγή του άρθρου 52 Ν.2935/2001, λόγω της ιδιότητας του Λιμενικού Υπαλλήλου που κατείχαν μερικοί των φερομένων ως δραστών. Εν συνεχεία το Συμβούλιο Εφετών Πατρών εξέδωσε το υπ’ αριθ. 26/2018 Βούλευμα που επέτρεπε την άρση - χρήση - του απορρήτου της επικοινωνίας μόνο των Λιμενικών Υπαλλήλων: ..., Αντιπλοιάρχου, ..., Σημαιοφόρου, ..., Σημαιοφόρου και ..., Αρχικελευστή, για τα κακουργήματα της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, δωροληψίας υπαλλήλου (235 παρ. 2 ΠΚ), λαθρεμπορίας (άρθρο 157 παρ. ιγ του Ν.2960/2001) και παραβάσεων περί όπλων νομοθεσίας. Μετά δε την έκδοση του ανωτέρω Βουλεύματος υποβλήθηκε νέα πρόταση προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας, σύμφωνα με την αρχικώς υποβληθείσα, ώστε να επιτραπεί η χρήση του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού και για τους ιδιώτες και εκδόθηκε το υπ’ αριθ. 5/2018 Βούλευμα, που επέτρεπε την χρήση.