Το δικαίωμα του καθ' ου Δήμου για βεβαίωση (καταλογισμό) τελών αποσβέννυται, με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, στο οποίο ανάγονται τα οικεία ποσά τέλους ή φόρου. Η διαταξη του άρθρου 32 του ν. 4304/2014 με έναρξη ισχύος από 23.10.2014, δεν μπορεί να καταλάβει κατά τρόπο συνταγματικώς ανεκτό αξιώσεις που ανάγονται σε προγενέστερα έτη και συνεπώς η ημερομηνία έναρξης του χρόνου παραγραφής για κάθε ένα εκ των ανωτέρω ετών είναι προγενέστερη του προηγούμενου της δημοσίευσης του νόμου αυτού ημερολογιακού έτους.
Αριθμός απόφασης: 12464/2025
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ
Τμήμα 14ο Μονομελές
(...) Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο
1. Επειδή, με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που συνιστά προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε παράβολο ποσού 100 ευρώ [βλ. το ... ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ.) μετά του οικείου αποδεικτικού πληρωμής], ζητείται, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, η ακύρωση της εγγραφής του προσφεύγοντος στον με Α.Χ.Κ. ./2014/2019/ΧΚ. χρηματικό κατάλογο του καθ’ ου Δήμου για οφειλές σε βάρος του, προερχόμενες από τέλη καθαριότητας και φωτισμού, συνολικού ποσού 3.596,88 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 11.3.2010 έως 18.12.2013. Περαιτέρω, με το υπό κρίση ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που συνιστά ανακοπή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο, ποσού 100 ευρώ (βλ. το ... ηλεκτρονικό παράβολο της Γ.Γ.Π.Σ. μετά του οικείου αποδεικτικού πληρωμής) ζητείται, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, η ακύρωση της πράξης ταμειακής βεβαίωσης της ως άνω οφειλής του ανακόπτοντος, με κωδικό προϋπολογισμού 3211.002, όπως εμφαίνεται στην ./30.7.2019 Ταμειακή Πρόσκληση της Διευθύντριας Οικονομικών του Δήμου Αθηναίων και την ./15.7.2019 κατάσταση βεβαιούμενων εσόδων του Τμήματος Ανταποδοτικών Τελών και Τ.Α.Π., της Διεύθυνσης Δημοτικών Προσόδων του Δήμου Αθηναίων.
2. Επειδή, για το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος, κατά το μέρος που συνιστά προσφυγή, απαιτείται ως εκ του χρόνου άσκησης αυτού (15.1.2024) και της φύσης της επίδικης χρηματικού αντικειμένου διαφοράς, το προβλεπόμενο από το άρθρο 277 παρ. 3 εδ. α΄ του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 37 παρ. 5 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), αναλογικό παράβολο, το οποίο αντιστοιχεί στο ισόποσο με το ποσοστό 1% του αντικειμένου της διαφοράς. Ως τέτοιο (αντικείμενο διαφοράς) θεωρείται σε υπόθεση όπως η παρούσα, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του εδ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ., το σύνολο των καταλογισθέντων ποσών των αμφισβητούμενων φόρων και τελών, δίχως τον συνυπολογισμό των σχετικών προστίμων (βλ. ΣτΕ 761/2014 7μ.). Εν προκειμένω, καταβλήθηκε παράβολο ποσού 100 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει το κατά νόμο οφειλόμενο ποσό παραβόλου ύψους 35,96 [3.596,88 Χ 1%] ευρώ, σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το ποσό των 64,04 (100 – 35,96) ευρώ, το οποίο και πρέπει να επιστραφεί στον προσφεύγοντα ως αχρεωστήτως καταβληθέν, ανεξαρτήτως της έκβασης της δίκης, κατ’ άρθρο 277 παρ. 11 του Κ.Δ.Δ. Κατόπιν τούτου και δεδομένου ότι η υπό κρίση προσφυγή έχει ασκηθεί κατά τα λοιπά εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της.
3. Επειδή, η υπό κρίση ανακοπή παραδεκτώς σωρεύεται, στο ίδιο δικόγραφο, κατά το άρθρο 227 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ., με την προσφυγή κατά της ως άνω εγγραφής στους χρηματικούς καταλόγους του καθ΄ ου Δήμου, η οποία συνιστά το νόμιμο τίτλο, με βάση τον οποίο διενεργήθηκε η αναφερόμενη στην ίδια σκέψη, συναφής ταμειακή βεβαίωση. Κατόπιν τούτων και δεδομένου ότι συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού, η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσία της.
4. Επειδή, το β. δ/γμα της 24.9/20.10.1958 «Περί Κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον Νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων των δήμων και Κοινοτήτων» (Α’ 171) ορίζει στο άρθρο 21, όπως η παράγραφος 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 1080/1980 (Α’ 246) και η παράγραφος 7 προστέθηκε με το άρθρο 32 του α. ν. 344/1968 (Α’ 71), ότι: «1. Δια τας υπό του δήμου ή κοινότητος παρεχομένας υπηρεσίας καθαριότητος των οδών, πλατειών και κοινοχρήστων εν γένει χώρων, της περισυλλογής, αποκομιδής και διαθέσεως απορριμμάτων, ως και της κατασκευής και λειτουργίας κοινοχρήστων αφοδευτηρίων, επιβάλλεται τέλος οριζόμενον δι’ αποφάσεως του συμβουλίου (…) 2. (…) 5. Το τέλος καθαριότητος και αποκομιδής απορριμμάτων βαρύνει τον ποιούμενον χρήσιν των ακινήτων, υποχρεούμενον εις την καταβολή τούτου ανά εξάμηνον εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν ταμείον (…) 6. (…) 7. Εν περιπτώσει συνεισπράξεως των δημοτικών και κοινοτικών τελών καθαριότητος και φωτισμού υπό της Δ.Ε.Η. τα τέλη βαρύνουν τον εκάστοτε υπό ταύτης φερόμενον καταναλωτήν και, αν ούτος είναι πρόσωπον διάφορον του πράγματι καταναλωτού ηλεκτρικής ενέργειας, τον τελευταίον τούτον υποχρεούμενον εις την καταβολήν των ως άνω τελών επί τη βάσει της εις τον βεβαιωτικόν κατάλογον του δήμου ή της κοινότητος εγγραφής του φερομένου υπό της Δ.Ε.Η. ως καταναλωτού. Αι κοινοποιήσεις των αποσπασμάτων των βεβαιωτικών καταλόγων του δήμου ή της κοινότητος ενεργούνται προς τον φερόμενον υπό της Δ.Ε.Η. ως καταναλωτήν (…)» και στο άρθρο 22 ότι: «Διά τας δαπάνας εγκαταστάσεων, συντηρήσεως και ηλεκτρικής ενεργείας προς φωτισμόν των κοινοχρήστων χώρων επιτρέπεται δι’ αποφάσεως του συμβουλίου (…) η επιβολή υπέρ του δήμου ή κοινότητος τέλους μη δυναμένου να υπερβή τα τριάκοντα τοις εκατόν του εκάστοτε επιβαλλομένου τέλους καθαριότητος. Τα εκ του τέλους έσοδα διατίθενται αποκλειστικώς διά τας δαπάνας φωτισμού». Περαιτέρω, στην παρ. 11 του άρθρου 25 του ν. 1828/1989 (Α’ 2) [όπως η πρώην παρ. 12 του εν λόγω άρθρου αναριθμήθηκε με το άρθρο 13 παρ. 10 του ν. 2539/1997 (Α’ 244)], ορίζεται ότι: «Τα τέλη καθαριότητος και φωτισμού, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 21 και 22 του β. δ. 24-9/20.10.1958 (Α’ 171) και του άρθρου 4 του ν. 1080/1980 (Α’ 246), ενοποιούνται σε ενιαίο ανταποδοτικό τέλος. Το τέλος αυτό επιβάλλεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου για την αντιμετώπιση των δαπανών παροχής υπηρεσιών καθαριότητας και φωτισμού, καθώς και κάθε άλλης δαπάνης από παγίως παρεχόμενες στους πολίτες δημοτικές ή κοινοτικές υπηρεσίες ανταποδοτικού χαρακτήρα. Για τον καθορισμό του συντελεστή του τέλους και τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του τέλους αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 25/1975 (Α’ 74), όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 429/1976 (Α’ 235) και του άρθρου 5 του ν. 1080/1980».
5. Επειδή, στο άρθρο 1 του ν. 25/1975 «Περί υπολογισμού και τρόπου εισπράξεως δημοτικών και κοινοτικών τελών καθαριότητος και φωτισμού και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων» (Α’ 74), όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού με το άρθρο 185 παρ. 1 του ν. 4555/2018 (Α’ 133), οριζόταν ότι: «1. Τα κατά την κειμένην νομοθεσίαν οφειλόμενα τέλη καθαριότητος και αποκομιδής απορριμμάτων και φωτισμού υπέρ των δήμων και κοινοτήτων καθορίζονται δι’ έκαστον εστεγασμένον ή μη χώρον ανά μετρητήν παροχής ηλεκτρικού ρεύματος προς φωτισμόν παρά της Δ.Ε.Η. και εξευρίσκονται δια πολλαπλασιασμού των τετραγωνικών μέτρων της επιφανείας του χώρου τούτου επί συντελεστήν οριζόμενον εις ακεραίας μονάδας δραχμών δι’ αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου (…). 2. Η ως άνω απόφασις του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, λαμβανομένη κατά μήνα Οκτώβριον, κοινοποιείται εις την Δ.Ε.Η. μέχρις της 30ης Νοεμβρίου εκάστου έτους, ο δε εν αυτή οριζόμενος συντελεστής ισχύει από 1ης του μηνός Ιανουαρίου του επομένου έτους δι’ εν ή πλείονα ημερολογιακά έτη οριζόμενα εν τη αυτή αποφάσει, επιφυλασσομένης της ισχύος της επομένης παραγράφου. 3. Η επί τη βάσει του συντελεστού τούτου πραγματοποιουμένη υπό της Δ.Ε.Η. χρέωσις εκάστου καταναλωτού, ισχύει δι’ ολόκληρον την χρονικήν περίοδον, καθ’ ην εκτείνεται ο υπό ταύτης εφαρμοζόμενος κύκλος καταμετρήσεως, ανεξαρτήτως αν ο κύκλος ούτος συμπίπτη προς το ημερολογιακόν έτος. 4. (...). 9. [όπως η παράγραφος 5 αναριθμήθηκε σε 9, με το άρθρο 1 του ν. 429/1976 (Α’ 235)]. Η κατά το παρόν άρθρον οριστική βεβαίωσις των τελών συντελείται μόνον δι’ εγγραφής του υποχρέου εις τον οικείον κατάλογον της ΔΕΗ επί τη βάσει της υπό του άρθρου 2 του παρόντος προβλεπομένης δηλώσεως, μη απαιτουμένης συντάξεως χρηματικού καταλόγου υπό του δήμου ή της κοινότητος». Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ως άνω ν. 25/1975, όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση του δεύτερου και του τρίτου εδαφίου της με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3345/2005 (Α’ 138) και πριν από τη νέα αντικατάσταση των ιδίων εδαφίων με το άρθρο 222 παρ. 1 του ν. 4555/2018, οριζόταν ότι: «1. Οι στερούμενοι ηλεκτρικής εγκαταστάσεως υποχρεούνται εις την πληρωμήν τελών καθαριότητος και φωτισμού, υπολογιζομένων κατά τας διατάξεις των άρθρων 21 και 22 του από 24-9/20.10.1958 Β.Δ. "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί των προσόδων των δήμων και κοινοτήτων". Ακίνητα που δεν χρησιμοποιούνται, σύμφωνα με υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη ή του νόμιμου εκπροσώπου του και δεν ηλεκτροδοτούνται, ύστερα από βεβαίωση της Δ.Ε.Η., απαλλάσσονται από την καταβολή δημοτικών τελών καθαριότητας για όσο χρόνο παραμένουν κλειστά. Σε περίπτωση που διαπιστώνεται χρησιμοποίηση του ακινήτου, επιβάλλεται σε βάρος των υποχρέων ολόκληρο το τέλος που αναλογεί σε κάθε κατηγορία ακινήτου μαζί με το σχετικό πρόστιμο, αναδρομικά από το χρόνο απαλλαγής.», ενώ στη συνέχεια, με το άρθρο 222 παρ. 1 του ν. 4555/2018 ορίσθηκε ότι: «1. Τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 25/1975 (Α’ 74), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 του ν. 3345/2005 (Α’ 138), αντικαθίστανται ως εξής: «Ακίνητα, στα οποία διακόπτεται η ηλεκτροδότηση, απαλλάσσονται από την καταβολή ενιαίου ανταποδοτικού τέλους καθαριότητας και φωτισμού, από την ημερομηνία υποβολής δήλωσης του ιδιοκτήτη τους ή του νόμιμου εκπροσώπου αυτού προς τον οικείο δήμο ότι δεν ηλεκτροδοτούνται και ότι δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν. Μέχρι την υποβολή της ανωτέρω δήλωσης, τα τέλη οφείλονται ανά κατηγορία ακινήτου και καταβάλλονται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 21 του από 24.9/20.10.1958 β. δ. (Α’ 171). Εάν, παρά την υποβολή της δήλωσης διαπιστωθεί ηλεκτροδότηση ή χρήση του ακινήτου, επιβάλλεται σε βάρος του υπόχρεου το τέλος που αναλογεί από το χρόνο απαλλαγής και ισόποσο πρόστιμο.». Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του ως άνω νόμου (ν. 25/1975) ορίζεται, ότι: «1. Τα τέλη καθαριότητος και φωτισμού βαρύνουν τον υπόχρεον εις πληρωμήν του λογαριασμού καταναλισκομένου ηλεκτρικού ρεύματος και συνεισπράττονται μετ’ αυτού ενιαίως υπό της ΔΕΗ διά δόσεων ίσων προς τον αριθμόν των εκδιδομένων κατ’ έτος λογαριασμών. 2. Επί λογαριασμών εκδιδομένων δια χρονικόν διάστημα μικρότερον ή μεγαλύτερον της εκάστοτε κεκανονισμένης χρονικής περιόδου, ενεργείται υπό της ΔΕΗ ανάλογος χρέωσις των εν λόγω τελών. Αι εκ τελών καθαριότητος και φωτισμού πραγματοποιούμεναι υπό τη ΔΕΗ εισπράξεις αποδίδονται εις τον δικαιούχον δήμον ή κοινότητα βάσει σχετικής εκκαθαριστικής καταστάσεως εντός του τρίτου μηνός από της λήξεως του μηνός εις τον οποίον λογιστικώς ανήκουν οι λογαριασμοί. (…) 3. (...)» και στο άρθρο 6, το τελευταίο εδάφιο του οποίου προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 429/1976, ότι: «(...) Εις περίπτωσιν, καθ’ ην ήθελε λάβει χώραν διαδοχή του οφειλέτου καταναλωτού εις την χρήσιν του ακινήτου παρά τρίτου, η ΔΕΗ γνωστοποιεί εις τον δήμον ή κοινότητα την τοιαύτην διαδοχήν, ως και το παρά του αποχωρήσαντος οφειλέτου παραμένον ανεξόφλητον ποσόν εκ τελών, διά την, μερίμνη του δήμου ή κοινότητος, είσπραξίν του. Το ποσόν τούτο δύναται να βεβαιούται και εισπράττεται κατά την κειμένην νομοθεσίαν και εις βάρος του κυρίου ή νομέως του ακινήτου κατά τον χρόνον γενέσεως της οφειλής».
6. Επειδή, στο άρθρο 10 του ν. 1080/1980 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεών τινων της περί των προσόδων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως Νομοθεσίας και άλλων τινών συναφών διατάξεων» (Α΄ 246), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με την παρ. 5 του άρθρου 54 του ν. 1416/1984 (Α΄18) και την παρ. 3 του άρθρου 27 του ν. 2130/1993 (Α΄62), ορίζονται τα εξής: «1. Επιτρέπεται όπως οι δήμοι και αι κοινότητες επιβάλλουν υπέρ αυτών, δι’ αποφάσεως του συμβουλίου των, φόρον εφ’ εκάστου εστεγασμένου ή μη χώρου οικιακού καταναλωτού ή καταναλωτού εμπορικής ή βιομηχανικής χρήσεως, κειμένου εις την περιφέρειάν των, ανά μετρητήν παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της Δ.Ε.Η. Ο φόρος βαρύνει τον υπόχρεο σε πληρωμή του επ’ ονόματί του εκδιδόμενου λογαριασμού καταναλισκόμενου ηλεκτρικού ρεύματος και συνεισπράττεται μετ’ αυτού ενιαίως από τη Δ.Ε.Η. σε δόσεις ίσες προς τον αριθμό των εκδιδομένων κάθε χρόνο λογαριασμών. (…) 6. Η κατά το παρόν άρθρον βεβαίωσις του φόρου συντελείται, εις μεν τας περιπτώσεις συνεισπράξεως υπό της Δ.Ε.Η. των τελών καθαριότητος και φωτισμού μετά της αξίας του καταναλισκομένου ρεύματος, δια της εγγραφής του υποχρέου εις τον οικείον κατάλογον της Δ.Ε.Η. τον αφορώντα τα τέλη ταύτα (...) .Εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις δεν απαιτείται σύνταξις χρηματικού καταλόγου υπό του δήμου ή της κοινότητος. 7. (...)».
7. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 24 του ν. 2130/1993 «Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων (...) για τις προσόδους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (...)» (Α΄62), ως ίσχυε, οριζόταν ότι: «1.Από 1ης Ιανουαρίου 1993 επιβάλλεται υπέρ των δήμων και κοινοτήτων τέλος, το οποίο λογίζεται επί της αξίας της ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται εντός της διοικητικής τους περιφέρειας κατά τις ακόλουθες διακρίσεις: α) Στα πάσης φύσεως ακίνητα που βρίσκονται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή εντός των ορίων οικισμών υφιστάμενων προ του έτους 1923 ή εντός ορίων οικισμών πληθυσμού κάτω των δύο χιλιάδων (2.000) κατοίκων. β) (…). 2.(…) 8. Η βεβαίωση και είσπραξη του τέλους για τα ακίνητα, που έχουν μετρητή παροχής ηλεκτρικής ενέργειας της Δ.Ε.Η., γίνεται ως εξής: Οι δήμοι και οι κοινότητες μετά την λήξη της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων και ύστερα από έλεγχο αυτών καταρτίζουν κατάσταση στην οποία για κάθε υπόχρεο αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία του, ο αριθμός του μετρητή που αντιστοιχεί σε κάθε ακίνητο και η αξία κάθε ακινήτου ανά μετρητή της Δ.Ε.Η. .(…).9.Το ποσό του τέλους προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της αξίας κάθε ακινήτου επί τον συντελεστή του τέλους. 10.Το τέλος συνεισπράττεται από τη Δ.Ε.Η. με δόσεις ίσες προς τον αριθμό των λογαριασμών κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, που εκδίδονται από αυτήν κατά την διάρκεια της χρονικής περιόδου στην οποία εκτείνεται ο κύκλος καταμέτρησης που εφαρμόζεται από αυτήν, ανεξάρτητα αν ο κύκλος αυτός συμπίπτει προς το ημερολογιακό έτος και ανεξάρτητα από τυχόν μεταβολή των συντελεστών.(…).11.Τα ποσά του τέλους που εισπράττει η Δ.Ε.Η. αποδίδονται στους δήμους και τις κοινότητες μέσα στον τρίτο μήνα από τη λήξη του μήνα στον οποίο αφορούν λογιστικά οι σχετικοί λογαριασμοί.(…)». 8. Επειδή, το κατά το άρθρο 25 παρ. 12 του ν. 1828/1989 ενιαίο τέλος προβλέπεται από το νόμο ως ανταποδοτικό και επιβάλλεται για παρεχόμενες από τους δήμους ή τις κοινότητες υπηρεσίες καθαριότητας των οδών, πλατειών και κοινόχρηστων εν γένει χώρων, περισυλλογής, αποκομιδής και διάθεσης απορριμμάτων, κατασκευής και λειτουργίας κοινόχρηστων αποχωρητηρίων, φωτισμού των κοινόχρηστων χώρων, καθώς και για κάθε άλλη παγίως παρεχόμενη στους πολίτες δημοτική υπηρεσία ανταποδοτικού χαρακτήρα (βλ. ΣτΕ 2185/2012, 60/2010 επταμ., 3625-6, 2542/2006, 4006/2005, 609/2004 επταμ., 1012/2002). Τα δε δημοτικά αυτά τέλη εισπράττονται από τη ΔΕΗ για κάθε στεγασμένο ή μη χώρο, ανά μετρητή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και βαρύνουν πάντοτε τον υπόχρεο σε πληρωμή του λογαριασμού καταναλισκόμενου ηλεκτρικού ρεύματος. Εάν δε για οποιονδήποτε λόγο, δηλαδή, είτε εξ αρχής κατά την υποβολή της δήλωσης, είτε μεταγενέστερα, άλλο είναι το πρόσωπο που υποβάλει τη δήλωση και άλλος είναι εκείνος που χρησιμοποιεί το ακίνητο, το οποίο εξυπηρετείται από τον μετρητή αυτό, ο βαρυνόμενος, στο όνομα του οποίου εκδίδεται ο λογαριασμός της Δ.Ε.Η. και κατά συνέπεια βαρύνεται και με τα επίδικα τέλη καθαριότητας και φωτισμού, πρέπει να γνωστοποιήσει στη ΔΕΗ τη μεταβολή αυτή, οπότε εφεξής θα βαρύνεται αυτός που πράγματι χρησιμοποιεί το ακίνητο. (ΣτΕ 1323/2013, 585/2011, 3431/1995 κ.ά.). Όσο όμως αυτός που έχει κάνει τη δήλωση δεν προβαίνει στην ως άνω ενέργεια γνωστοποίησης της χρησιμοποίησης του ακινήτου από άλλο πρόσωπο, νομίμως εκδίδεται στο όνομά του ο λογαριασμός του ηλεκτρικού ρεύματος και επιβάλλονται τα τέλη καθαριότητας και φωτισμού (ΣτΕ 585/2011). Εξ άλλου, από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 προκύπτει ότι και το ΤΑΠ εισπράττεται επίσης, από εκείνον στο όνομα του οποίου εκδίδεται ο λογαριασμός της ΔΕΗ αλλά βαρύνει τους ιδιοκτήτες, τους επικαρπωτές ή τους νομείς των ακινήτων.
8. Επειδή, το β.δ/γμα της 17-5/15.6.1959 «Περί οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων» (Α΄ 114) ορίζει, στο άρθρο 3, ότι: « Βεβαίωσις εσόδου νοείται η κατά τους κειμένους νόμους παρά των αρμοδίων αρχών ή υπηρεσιών και οργάνων των δήμων εκκαθάρισις απαιτήσεώς τινος των δήμων και ο προσδιορισμός του ποσού αυτής, του προσώπου του οφειλέτου, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ην οφείλεται» και, στο άρθρο 4, ότι: «1. Τίτλος βεβαιώσεως είναι παν έγγραφον αποδεικτικόν ή και απλώς βεβαιωτικόν της οφειλής προς τον δήμον. (…) δ) (…) οι φορολογικοί κατάλογοι οι κατά τους οικείους φορολογικούς νόμους καταρτιζόμενοι υπό των αρμοδίων προς βεβαίωσιν του εσόδου το οποίον αφορώσιν ούτοι Υπηρεσιών ή οργάνων των δήμων (…) 2. Τα εκ των ως άνω τίτλων στοιχεία καταχωρίζονται εις καταλόγους ή καταστάσεις εφ’ ων αναγράφονται ονομαστικώς οι φορολογούμενοι και τα εισπρακτέα καθ’ έκαστον τούτων ποσά, αναλυτικώς. 3. Αι εγγραφαί αύται γνωστοποιούνται επί αποδείξεσι εις τους φορολογουμένους διά κοινοποιήσεως αποσπασμάτων εγγραφής, καλουμένους άμα όπως εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ασκήσουν τα ένδικα μέσα κατά της εγγραφής των. 4. Οι ούτω καταρτιζόμενοι κατάλογοι ή καταστάσεις μετά την εκπνοήν των νομίμων προθεσμιών υπογράφονται παρά των αρμοδίων οργάνων της βεβαιωτικής του εσόδου υπηρεσίας και αρχής και σφραγίζονται διά της υπηρεσιακής αυτής σφραγίδος, αποτελούν δε τον πλήρη βεβαιωτικόν νόμιμον τίτλον και εν συνεχεία τον νόμιμον τίτλον της εισπράξεως των βεβαιωθέντων εσόδων. 5. Ο ως άνω καταρτισθείς κατ’ έσοδον και οικονομικόν έτος νόμιμος τίτλος, συντεταγμένος εις τριπλούν και συνοδευόμενος από κατάστασιν συντεταγμένην εις τριπλούν, αναγράφουσαν περιληπτικώς τον συνολικόν αριθμόν των φορολογουμένων, το είδος του εσόδου και το ποσοτικόν άθροισμα του τίτλου, διαβιβάζεται δι’ εγγράφου του δημάρχου ή της αρμοδίας βεβαιωτικής αρχής εις το αρμόδιον ταμείον του δήμου. (...)». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, η εγγραφή οφειλέτη στους οικείους βεβαιωτικούς (χρηματικούς) καταλόγους τελών και φόρων των Δήμων συνιστά την εν ευρεία έννοια βεβαίωση της οφειλής του, που ακολουθείται από τη γνωστοποίηση του αποσπάσματος σ’ αυτόν (βλ. ΔΕφΑθ. 3056/2022).
9. Επειδή, επιπρόσθετα, στην παρ. 1 του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968 «Είσπραξις εσόδων ΟΤΑ», όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 61 του ν. 1416/1984 (Α’ 8), ορίζεται ότι: «Η βεβαίωσις των φόρων, τελών, δικαιωμάτων, εισφορών και αντιτίμου προσωπικής εργασίας ενεργείται υπό των δήμων και κοινοτήτων εντός αποσβεστικής προθεσμίας πέντε ετών από της λήξεως του οικονομικού έτους, εις ο ανάγονται. Κατ’ εξαίρεση είναι δυνατή η βεβαίωση μετά την πάροδο της παραπάνω προθεσμίας αν: α) είναι άγνωστος ο υπόχρεος, β) έχει ακυρωθεί μετά την πάροδο της πενταετίας η φορολογική εγγραφή για το λόγο ότι ο υπόχρεος δεν έλαβε γνώση της εγγραφής, γ) η βεβαίωση έγινε σε πρόσωπο που δεν είχε μερική ή ολική φορολογική υποχρέωση και δ) η βεβαίωση έγινε για οικονομικό έτος διάφορο από αυτό που αφορά η φορολογική υποχρέωση». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, το δικαίωμα του οικείου δήμου για βεβαίωση (καταλογισμό) φόρων, τελών, δικαιωμάτων και εισφορών που προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις, αποσβέννυται, καταρχήν, με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης στις ως άνω διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968 πενταετίας, εκτός εάν η δημοτική αρχή επικαλεσθεί και αποδείξει ότι συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο δεύτερο εδάφιο του ανωτέρω άρθρου εξαιρετικές περιπτώσεις, ώστε να επιτρέπεται η βεβαίωση των σχετικών εσόδων μετά την παρέλευση πενταετίας (ΣτΕ 1990/1999, 3286/1995, πρβλ. ΣτΕ 1612 -1613/2020). Εξάλλου, στο άρθρο 32 του ν. 4304/2014 (Α’ 234), το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 89 του ν. 4307/2014 (Α’ 246) ισχύει από 23.10.2014, προβλέπεται ότι: «Χρηματικές αξιώσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που αφορούν σε απόδοση φόρων, τελών, δικαιωμάτων και εισφορών και προκύπτουν εξαιτίας μη υποβολής από τους υπόχρεους των αναγκαίων στοιχείων για τη βεβαίωση τους ή υποβολής ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων ή λανθασμένα βεβαιωμένων οφειλών, βεβαιώνονται σε βάρος των υπόχρεων εντός εικοσαετίας από τη λήξη του οικονομικού έτους που δημιουργήθηκε η σχετική υποχρέωση προς καταβολή τους (…)».
10. Επειδή, όπως έχει κριθεί (πρβλ. ΣτΕ 2540/2021), η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος [πρβλ. ΑΕΔ 14/2013, ΣτΕ 2034/2011 Ολομ., 4731/2014, 640/2015, 1833/2021 Ολομ. κ.ά.· βλ. και το ν. 4048/2012 «Ρυθμιστική Διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης», Α΄ 34, στο άρθρο 2 παρ. 1 του οποίου προβλέπεται ότι μεταξύ των αρχών καλής νομοθέτησης περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η ασφάλεια δικαίου (περ. η)] και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (πρβλ. ΑΕΔ 11/2003, ΣτΕ 2034/2011 Ολ., 3777/2008, 4731/2014, 640/2015 κ.ά.), επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (πρβλ. ΣτΕ 2811/2012 επταμ., 144, 1976/2015, 1833/2021 Ολομ.) και πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους ενδιαφερόμενους, όπως είναι οι διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή επιβαρύνσεων υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων (πρβλ. ΣτΕ 144, 1976/2015, 1623/2016, επίσης ΔΕΕ, 2.6.2016, C-81/15, Καπνοβιομηχανία Καρέλια Α.Ε. κατά Υπουργού Οικονομικών, σκέψη 45, 3.9.2015, C-384/14, Établissement national des produits de l’ agriculture et de la mer (FranceAgriMer) κατά Sodiaal International SA, σκέψη 30). Συνακόλουθα, για την επιβολή επιβαρύνσεων, υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων, απαιτείται να προβλέπεται προθεσμία, μετά την πάροδο της οποίας να μην είναι πλέον δυνατή η επιβολή σε βάρος του διοικούμενου της σχετικής οικονομικής επιβάρυνσης. Η προθεσμία δε αυτή, η οποία, προκειμένου να εκπληρώνει τη συνιστάμενη στη διασφάλιση της αρχής ασφάλειας δικαίου που εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, λειτουργία της, πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων και να μην εξαρτάται από ενέργειες δημοσίας αρχής, να έχει δε εύλογη διάρκεια, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας (πρβλ. ΔΕΕ, 17.9.2014, C-341/13, Cruz & Companhia Lda κατά Instituto de Financiamento da Agricultura e Pescas, IP (IFAP), σκέψεις 62 και 65), και η διάρκεια αυτή να είναι επαρκώς προβλέψιμη από τον διοικούμενο. Αυτά δε προς τον σκοπό να μην αφήνονται οι διοικούμενοι έκθετοι αφενός μεν σε μακρά περίοδο ανασφάλειας δικαίου -που αποτελεί παράγοντα αποτρεπτικό για τον προγραμματισμό και την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων, με ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις για την ανάπτυξη και, γενικότερα, την εθνική οικονομία, ιδιαιτέρως μάλιστα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, σε βλάβη του δημοσίου συμφέροντος- και αφετέρου στον κίνδυνο να μην είναι πλέον σε θέση, μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από το γεγονός που γεννά τη σχετική οικονομική υποχρέωση, να αντιμετωπίσουν τις προκύπτουσες οικονομικές υποχρεώσεις, είτε οι ίδιοι είτε, πολύ περισσότερο, οι αναλαβόντες, κατά νόμο, συνεπεία κληρονομικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής (πιθανής σε περίπτωση που ο χρόνος για την απόσβεση της υποχρέωσης είναι μεγάλος ή αβέβαιος), τις υποχρεώσεις τους από φόρους, τέλη και εισφορές και γ) να μην αφήνεται το Δημόσιο, ο Ο.Τ.Α. ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έκθετο στον κίνδυνο αδυναμίας είσπραξης τυχόν βεβαιουμένων, μετά την πάροδο μακρού χρόνου από την γένεση των σχετικών υποχρεώσεων, ποσών φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων, λόγω της ενδεχομένως εντωμεταξύ επελθούσας επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης των διοικουμένων (πρβλ. ΣτΕ 1623/2016 επταμελούς, 1976/2015), δεδομένου, άλλωστε, ότι μόνο με την είσπραξη των φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος με την πρόβλεψή τους σκοπός, δηλαδή η κάλυψη των δαπανών που απαιτούνται για την επίτευξη των επιδιωκομένων δημοσίων σκοπών (βλ. ΣτΕ 1612, 1613/2020, πρβλ. ΣτΕ 1738/2017 Ολομ.).
11. Eπειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Mε τις λογιστικές καταστάσεις ανείσπρακτων δημοτικών τελών της Δ.Ε.Η. Α.Ε., ο καθ’ ου Δήμος ενημερώθηκε ότι για τον μετρητή με αριθμό παροχής ... που αφορά ακίνητο επί της οδού ., αρ. . στην Αθήνα και ως προς τον οποίο υπόχρεος εμφανιζόταν ο προσφεύγων-ανακόπτων, υφίστατο ανεξόφλητο υπόλοιπο δημοτικών τελών καθαριότητας και φωτισμού ποσού 3.596,88 ευρώ. Ενόψει αυτού, και κατόπιν της ./11.1.2019 κλήσης του σε ακρόαση από τον καθ’ ου Δήμο, ο προσφεύγων-ανακόπτων εγγράφηκε στον ./2014/2019 χρηματικό κατάλογο του Δήμου Αθηναίων, για την ως άνω οφειλή του, που αφορά τα έτη 2010-2013 και εν συνεχεία εκδόθηκε η από 12.2.2019 ατομική ειδοποίηση του Κ.Ε.Δ.Ε. Kατόπιν τούτων, ο ήδη προσφεύγων κατέθεσε ενώπιον του Δήμου Αθηναίων τις ./28.4.2022, ./1.11.2022 και ./8.12.2023 αιτήσεις, με τις οποίες ζήτησε να επανεξεταστεί η προαναφερθείσα οφειλή του και να του χορηγηθεί ακριβές αντίγραφο των ήδη προσβαλλόμενων αποφάσεων. Επί της πρώτης εκ των ανωτέρω αιτήσεων, ο καθ’ ου Δήμος απάντησε με το ./11.5.2022 έγγραφο, με το οποίο ενημέρωσε τον ήδη προσφεύγοντα ότι ως υπόχρεος στον μετρητή με αριθμό . φαίνεται ο ίδιος κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, καθόσον δεν είχε υποβάλει αίτηση διακοπής ηλεκτροδότησης του ως άνω ακινήτου. Επί της δεύτερης εκ των ως άνω αιτήσεων, ο καθ’ ου Δήμος απάντησε με το ./14.8.2023 έγγραφο, με το οποίο ενημέρωσε τον προσφεύγοντα ότι το αίτημά του περί διαγραφής των οφειλών του επρόκειτο να εξετασθεί μόνο κατόπιν της προσκόμισης εκ μέρους του ενώπιον του Δήμου, υπεύθυνης δήλωσης του ιδιοκτήτη ή τυχόν συνιδιοκτητών του ακινήτου, στις οποίες έπρεπε να αναγράφεται η σχέση αυτών με το ακίνητο, η διεύθυνση και ο αριθμός παροχής, το ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ακινήτου καθώς και η ακριβής ημερομηνία παράδοσής του. Εν συνεχεία, ο καθ΄ ου Δήμος απέστειλε στις 22.12.2023 με e-mail στον προσφεύγοντα αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, συνοδευόμενης από την ταμειακή βεβαίωση του ποσού, τις οικείες εκθέσεις ελέγχου, την ταμειακή πρόσκληση, παλαιότερη ενημέρωση της οφειλής του από το Τμήμα Ανταποδοτικών Τελών και ΤΑΠ και συγκεντρωτική κατάσταση ανεξόφλητων οφειλών.
12. Eπειδή, ήδη, με την κρινόμενη προσφυγή-ανακοπή, όπως αναπτύσσεται με το νομίμως κατατεθέν την 12η.9.2025 υπόμνημα, ο προσφεύγων-ανακόπτων ζητεί την ακύρωση της εγγραφής του στον με Α.Χ.Κ. ./2014/2019 χρηματικό κατάλογο του καθ’ ου Δήμου για την παραπάνω οφειλή, ύψους 3.596,88 ευρώ, από δημοτικά τέλη καθαριότητας και φωτισμού, με βάση την οποία επακολούθησε η έκδοση σε βάρος του, από την Ταμειακή Υπηρεσία του καθ’ ου, της οικείας πράξης ταμειακής βεβαίωσης με κωδικό προϋπολογισμού 3211.002, όπως εμφαίνεται στην ./30.7.2019 Ταμειακή Πρόσκληση της Διευθύντριας Οικονομικών του Δήμου Αθηναίων και την ./15.7.2019 κατάσταση βεβαιούμενων εσόδων του Τμήματος Ανταποδοτικών Τελών και Τ.Α.Π. Κατ’ αρχάς, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, ουδέποτε του κοινοποιήθηκε τόσο ο νόμιμος τίτλος όσο και η ταμειακή βεβαίωση της ανωτέρω απαίτησης, ο ίδιος δε, έλαβε γνώση αμφοτέρων μόνο στις 22.12.2023, οπότε, κατόπιν αιτήματός του, του απεστάλησαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Με τον επόμενο λόγο της προσφυγής του, διατείνεται ότι ο ίδιος δεν είχε τη χρήση του ακινήτου επί της οδού . , αρ. ., στο οποίο αντιστοιχεί ο μετρητής με αριθμό ... Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι είχε τη χρήση του ανωτέρω ακινήτου μόνο έως και τις 30.4.2002 ως υπομισθωτής, έχοντας συνάψει σύμβαση υπομίσθωσης με την αρχική μισθώτρια εταιρεία με την επωνυμία “... & ΣΙΑ Ε.Ε.”, στην οποία είχε την ιδιότητα του ετερόρρυθμου εταίρου και του επιστημονικού υπευθύνου. Κατά τα προβαλλόμενα, δε, με το από 29.4.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης εταιρικού καταστατικού, ο προσφεύγων-ανακόπτων μεταβίβασε και παρέδωσε το ποσοστό εταιρικής συμμετοχής του (16,50%) στην ανωτέρω εταιρεία και αποχώρησε από αυτήν. Μετά την αποχώρησή του, υποστηρίζει ότι λύθηκε η σύμβαση υπομίσθωσης που είχαν συνάψει, και έκτοτε και μέχρι σήμερα διατηρεί το ιατρείο του, όπου αρκεί το επάγγελμα του ιατρού, με ειδικότητα δερματολόγου, στη . ., αρ. .. Καταλήγει, με βάση τα ανωτέρω, ότι ο ίδιος δεν είχε ποτέ την κυριότητα και τη νομή του ακινήτου επί της οδού Αρκαδίας, αρ. 31 στην Αθήνα, ούτε την κατοχή και τη χρήση του, ούτε ήταν ο χρήστης της παροχής με αριθμό ... κατά τη χρονική περίοδο από 11.3.2010 έως 18.12.2013 και συνεπώς δεν είναι υπόχρεος για την πληρωμή του ποσού των 3.596,88 ευρώ. Συμπληρωματικά, με τους επόμενους λόγους του δικογράφου, ο προσφεύγων-ανακόπτων προβάλλει ότι δεν κλήθηκε προσηκόντως σε ακρόαση, κατά παράβαση του ουσιώδους τύπου της προηγούμενης ακρόασης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 του Συντάγματος καθώς και ότι τόσο ο νόμιμος τίτλος όσο και η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής του πάσχουν από αοριστία και πλημμελή αιτιολογία. Προς απόδειξη των ανωτέρω, επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ άλλων: α) την .../29.8.2025 βεβαίωση ιστορικού μεταβολών φυσικού προσώπου της Α.Α.Δ.Ε., β) την .../29.8.2025 βεβαίωση τρέχουσας εικόνας φυσικού προσώπου, γ) το από 9.10.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης της εταιρείας “... & ΣΙΑ Ε.Ε.” και δ) το από 29.4.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της ανωτέρω εταιρείας.
13. Επειδή, αντιθέτως, ο καθ’ ου Δήμους, με την ./18.8.2025 έκθεση απόψεων ζητεί την απόρριψη της προσφυγής-ανακοπής ως αβάσιμης. Προβάλλει, κατ’ αρχάς, ότι τα δημοτικά τέλη καθαριότητας και φωτισμού που προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 25/1975 βαρύνουν τον υπόχρεο σε πληρωμή του λογαριασμού καταναλισκόμενου ηλεκτρικού ρεύματος και ότι αυτά συνεισπράττονται από τη ΔΕΗ, για τον λόγο δε αυτό και σε εφαρμογή των ν. 344/1968, 429/1976 και της 343/1995 απόφασης του Σ.τ.Ε., λαμβάνοντας υπόψη ότι ο προσφεύγων-ανακόπτων δεν υπέβαλε αίτηση διακοπής καταγγέλοντας τη σύμβαση που είχε υπογράψει με τη Δ.Ε.Η., προέβη στη βεβαίωση της σχετικής οφειλής σε βάρος του, ως φερόμενο καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας.
14. Επειδή, με τα ανωτέρω δεδομένα και σύμφωνα με τις διατάξεις που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, όπως αυτές έχουν ερμηνευτεί, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) ότι τα τέλη καθαριότητας και φωτισμού βαρύνουν τον υπόχρεο για την πληρωμή του λογαριασμού της Δ.Ε.Η., ο οποίος είναι αυτός που έχει συνάψει σχετική σύμβαση με τη Δ.Ε.Η, στο όνομα του οποίου εκδίδεται ο λογαριασμός καταναλισκόμενου ηλεκτρικού ρεύματος, β) ότι μπορεί ο υπόχρεος για την πληρωμή του λογαριασμού της Δ.Ε.Η. να είναι και πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που χρησιμοποιεί το ακίνητο (λ.χ του μισθωτή σε περίπτωση ακινήτου τελούντος υπό μίσθωση), το οποίο εξυπηρετείται από τον οικείο μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος, εφόσον δεν έχει γνωστοποιηθεί στη Δ.Ε.Η η μεταβολή του προσώπου που χρησιμοποιεί το ακίνητο. Συνεπώς, όσο το πρόσωπο που έχει υποβάλει την αρχική δήλωση δεν προβαίνει στην ενέργεια γνωστοποίησης περί χρησιμοποίησης του ακινήτου από άλλο πρόσωπο, νομίμως εκδίδεται στο όνομα του αρχικώς δηλούντος ο λογαριασμός ηλεκτρικού ρεύματος και επιβάλλονται τα ένδικα δημοτικά τέλη (ΣτΕ 585/2011, 1323/2013), γ) ότι, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει, αλλά ούτε ο προσφεύγων αποδεικνύει ότι γνωστοποίησε στη Δ.Ε.Η. ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ... αριθμός παροχής δεν ανήκε ή δεν χρησιμοποιείτο από αυτόν, ώστε, από τη γνωστοποίηση αυτή, να γίνει η αλλαγή στους εκδιδόμενους λογαριασμούς του υποχρέου προς πληρωμή των ως άνω τελών, δ) ότι ο προσφεύγων-ανακόπτων δεν προσκομίζει τα στοιχεία που του ζητήθηκαν από το καθ’ου, προκειμένου να επανεξεταστεί το αίτημά του δια διαγραφή των οφειλών του (υπεύθυνη δήλωση της εταιρείας “... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.” με όλα τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο ./14.8.2023 έγγραφο) και ε) ότι ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος-ανακόπτοντος, ότι δεν χρησιμοποίησε το μίσθιο κατά το επίδικο διάστημα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθώς τόσο τα τέλη καθαριότητας όσο και τα τέλη φωτισμού, από της ισχύος του ν. 1829/1989, έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα, λόγω της κατ’ άρθρο 102 παρ. 5 του Συντάγματος δημόσιου χαρακτήρα της υπηρεσίας καθαριότητας και φωτισμού, η υποχρέωση δε καταβολής αυτών δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την πραγματική χρησιμοποίηση της υπηρεσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά αρκεί η δυνατότητα (ετοιμότητα) παροχής της υπηρεσίας αυτής (πρβλ. ΣτΕ 2483/1999, 60/2012, 1620/2012 Ολ., 4032/2013, 2411/2014, βλ. ΔεφΑθ 860/2015, 1230/2016, 4526/2017, ΔΕφΛάρ 215/2020). Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι νομίμως ο προσφεύγων-ανακόπτων θεωρήθηκε ως υπόχρεος για την καταβολή των ένδικων τελών και, συνεπώς, νομίμως εχώρησε η εγγραφή του στους χρηματικούς καταλόγους του καθ’ ου Δήμου, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
15. Επειδή, περαιτέρω, ο προσφεύγων-ανακόπτων προβάλλει ότι, η επίδικη οφειλή του από τέλη καθαριότητας και φωτισμού για το χρονικό διάστημα από 11.3.2010 έως 18.12.2013 έχει υποπέσει σε παραγραφή, δεδομένου ότι βεβαιώθηκε το έτος 2019 και όχι εντός της πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 344/1968, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 παρ. 2 του ν. 1416/1984 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει ότι η ανωτέρω οφειλή πρέπει να θεωρηθεί ως παραγεγραμμένη και μη δυνάμενη να βεβαιωθεί ταμειακώς από τον καθ’ ου Δήμο και κατ’ επέκταση να εισπραχθεί από αυτόν. Ειδικότερα, ο προσφεύγων-ανακόπτων διατείνεται ότι τα μέρη της οφειλής του που ανάγονται στα χρονικά διαστήματα από 11.3.2010 έως 31.12.2010, από 1.1.2011 έως 31.12.2011, από 1.1.2012 έως 31.12.2012 και από 1.1.2013 έως 18.12.2013, υπέπεσαν σε παραγραφή, αντιστοίχως, στις 31.12.2015, στις 31.12.2016, στις 31.12.2017 και στις 31.12.2018.
16. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις που εκτέθηκαν και ερμηνεύθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, κατά την ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968, το δικαίωμα του καθ' ου Δήμου για βεβαίωση (καταλογισμό) των ενδίκων τελών αποσβέννυται, κατ’ αρχήν, με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, στο οποίο ανάγονται τα οικεία ποσά τέλους ή φόρου. Ως εκ τούτου, ο λόγος του προσφεύγοντος-ανακόπτοντος πρέπει να γίνει δεκτός. Τούτο διότι, το δικαίωμα του Δήμου Αθηναίων να προβεί στον καταλογισμό των επίδικων δημοτικών τελών καθαριότητας και φωτισμού υπέπεσε στην πενταετή αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968 η οποία, ως προς τα δημοτικά τέλη των ετών 2010, 2011 και 2012 εκκίνησε στις 31.12.2010, 31.12.2011 και 31.12.2012 αντιστοίχως και έληξε στις 31.12.2015, 31.12.2016 και 31.12.2017 αντιστοίχως, κατά τα γενόμενα δεκτά ως βασίμως προβαλλόμενα από τον προσφεύγοντα-ανακόπτοντα. Ούτε, άλλωστε, η εν λόγω πενταετής προθεσμία, αναφορικά με τα ως άνω έτη, παρατάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 32 του ν. 4304/2014, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει στην οικεία έκθεση απόψεων ο Δήμος Αθηναίων, διότι, η διάταξη αυτή, με έναρξη ισχύος από 23.10.2014, δεν μπορεί να καταλάβει κατά τρόπο συνταγματικώς ανεκτό την ένδικη αξίωση κατά το μέρος που ανάγεται στα έτη 2010-2012 και συνεπώς η ημερομηνία έναρξης του χρόνου παραγραφής για κάθε ένα εκ των ανωτέρω ετών είναι προγενέστερη του προηγούμενου της δημοσίευσης του νόμου αυτού ημερολογιακού έτους (πρβλ. ΔεφΘεσ. 186/2024 σκ. 6). Εξάλλου, αναφορικά με την απαίτηση του καθ’ ου Δήμου για τα δημοτικά τέλη που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 18.12.2013, το Δικαστήριο κρίνει ότι η διάταξη του άρθρου 32 του ν. 4304/2014, με την οποία θεσπίσθηκε, από 23.10.2014, εικοσαετής παραγραφή των αξιώσεων των ΟΤΑ για καταλογισμό φόρων και τελών, σε περίπτωση μη υποβολής από τους υπόχρεους των αναγκαίων στοιχείων για τη βεβαίωσή τους, αντίκειται στην κατοχυρωμένη στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθόσον χρόνος παραγραφής είκοσι ετών δεν συνιστά εύλογη διάρκεια της οικείας προθεσμίας, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, απαιτείται να είναι σχετικά σύντομη και βαίνει εμφανώς πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο και εύλογο για τον εντοπισμό περιπτώσεων που δεν έχουν υποβάλει τα αναγκαία στοιχεία, χωρίς να διασφαλίζει ούτε την εισπραξιμότητα των καταλογιζόμενων ποσών, ούτε τα συνταγματικώς προστατευόμενα συμφέροντα και δικαιώματα των διοικουμένων (έγκαιρη εκκαθάριση των οικονομικών εκκρεμοτήτων, δικαίωμα άμυνας), ενώ, αντίθετα, ενθαρρύνει την απραξία των δημοτικών και κοινοτικών αρχών, οι οποίες, ωστόσο, οφείλουν επικαίρως να ερευνούν και να εξακριβώνουν και τις περιπτώσεις υπόχρεων που δεν έχουν υποβάλει τις προβλεπόμενες από τις οικείες διατάξεις δηλώσεις (πρβλ. ΣτΕ 1833/2021 Ολομ., ΣτΕ 1611/2020 7μ., 732/2019 7μ.). Τούτων δοθέντων, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η έκδοση στις 12.2.2019 του 2295/2014/2019 Αποσπάσματος Χρηματικού Καταλόγου του Δήμου Αθηναίων και η κοινοποίησή του στον προσφεύγοντα, η οποία, η οποία δεν αποδεικνύεται εάν έλαβε χώρα και σε κάθε περίπτωση, έχει λάβει χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο της εκπνοής της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, από τη λήξη του εκάστοτε έτους, στο οποίο ανάγονται οι οφειλές. Ως εκ τούτου, το δικαίωμα του Δήμου Αθηναίων για τον καταλογισμό σε βάρος του προσφεύγοντος-ανακόπτοντος των τελών καθαριότητας και φωτισμού που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 10.3.2010 έως 18.12.2013 είχε υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α του α.ν. 344/1968 πενταετή παραγραφή, η οποία άρχισε από τη λήξη του οικονομικού έτους (έτους χρήσης κατά τη δημοτική φορολογία, βλ. ΔΕφΑθ 780/2021, 2210/2019), στο οποίο ανάγονται οι οφειλές, ήτοι στις 31.12.2010, 31.12.2011, 31.12.2012 και 31.12.2013 αντίστοιχα και έληξε στις 31.12.2015, 31.12.2016, 31.12.2017, και 31.12.2018 αντίστοιχα. Επομένως, μη νομίμως καταλογίστηκε σε βάρος του προσφεύγοντος-ανακόπτοντος για το ακίνητο επί της οδού Αρκαδίας, αρ. 31 στην Αθήνα, ενιαίο τέλος καθαριότητας και φωτισμού χρονικής περιόδου από 10.3.2010 έως 18.12.2013, ύψους 3.596,88 ευρώ, η δε απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων, η ./2014/2019 εγγραφή του προσφεύγοντος-ανακόπτοντος στον χρηματικό κατάλογο του καθ’ ου Δήμου και η με κωδικό προϋπολογισμού 3211.002, όπως εμφαίνεται στην 29795/30.7.2019 Ταμειακή Πρόσκληση της Διευθύντριας Οικονομικών του Δήμου Αθηναίων και την ./15.7.2019 κατάσταση βεβαιούμενων εσόδων του Τμήματος Ανταποδοτικών Τελών και Τ.Α.Π., της Διεύθυνσης Δημοτικών Προσόδων του Δήμου Αθηναίων, πρέπει να ακυρωθούν, όπως βασίμως προβάλλεται με την προσφυγή, απορριπτομένων των περί αντιθέτου προβαλλόμενων από το καθού ως αβασίμων.
17. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, το κρινόμενο ένδικο βοήθημα κατά το μέρος που αποτελεί προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτό και να ακυρωθεί η με στοιχεία Α.Χ.Κ. ./2014/2019 εγγραφή του προσφεύγοντος στον χρηματικό κατάλογο του καθ’ ου Δήμου για οφειλές προερχόμενες από τέλη καθαριότητας και φωτισμού που ανάγονται στη χρονική περίοδο από 11.3.2010 έως 18.12.2013. Περαιτέρω, να αποδοθεί στον προσφεύγοντα το σύνολο του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους 100 ευρώ (αρ. 277 παρ. 9 εδ. Γ’ και παρ. 11 του Κ.Δ.Δ.), όμως, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων να απαλλαγεί το καθ’ ου από τα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος (άρ. 277 παρ. 9 εδ. Α’ του Κ.Δ.Δ.). Κατά το μέρος, δε, που το κρινόμενο ένδικο βοήθημα συνιστά ανακοπή, πρέπει να γίνει δεκτό και να ακυρωθεί η πράξη ταμειακής βεβαίωσης της ως άνω οφειλής του ανακόπτοντος, με κωδικό προϋπολογισμού 3211.002, όπως εμφαίνεται στην ./30.7.2019 Ταμειακή Πρόσκληση της Διευθύντριας Οικονομικών του Δήμου Αθηναίων και την ./15.7.2019 κατάσταση βεβαιούμενων εσόδων του Τμήματος Ανταποδοτικών Τελών και Τ.Α.Π., της Διεύθυνσης Δημοτικών Προσόδων του Δήμου Αθηναίων, για την ως άνω οφειλή. Περαιτέρω, πρέπει να αποδοθεί στον ανακόπτοντα το καταβληθέν παράβολο, ποσού 100 ευρώ (άρ. 277 παρ. 9 εδ. Α’ του Κ.Δ.Δ.) και, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, να απαλλαγεί το ηττώμενο Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος (άρ. 275 παρ. 1 εδ. ε΄του ίδιου Κώδικα).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται την προσφυγή.
Ακυρώνει τη με στοιχεία Α.Χ.Κ. ./2014/2019 εγγραφή του προσφεύγοντος στον χρηματικό κατάλογο του καθ’ ου Δήμου για οφειλές προερχόμενες από τέλη καθαριότητας και φωτισμού που ανάγονται στη χρονική περίοδο από 11.3.2010 έως 18.12.2013.
Διατάσσει την απόδοση στον προσφεύγοντα του καταβληθέντος παραβόλου.
Aπαλλάσσει το καθ’ ου από τα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος. Δέχεται την ανακοπή.
Ακυρώνει την πράξη ταμειακής βεβαίωσης που αντιστοιχεί στην ως άνω οφειλή του ανακόπτοντος, με κωδικό προϋπολογισμού 3211.002, όπως εμφαίνεται στην ./30.7.2019 Ταμειακή Πρόσκληση της Διευθύντριας Οικονομικών του Δήμου Αθηναίων και την ./15.7.2019 κατάσταση βεβαιούμενων εσόδων του Τμήματος Ανταποδοτικών Τελών και Τ.Α.Π., της Διεύθυνσης Δημοτικών Προσόδων του Δήμου Αθηναίων.
Διατάσσει την απόδοση στον ανακόπτοντα του καταβληθέντος παραβόλου.
Απαλλάσσει το καθ΄ου από τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 04/12/2025, από τον Πρόεδρο του Τμήματος, Εμμανουήλ Σέρμπο, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., ο οποίος και υπογράφει αυτήν, λόγω άδειας κύησης της δικαστή της υπόθεσης, Μαρίας-Αναστασίας Τσάγγα, Πρωτοδίκη Δ.Δ. (άρθρο 194 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ.).
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΣΕΡΜΠΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΟΝΤΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου