Συνδρομή του στοιχείου του δικαιολογημένου φόβου του αιτούμενου για δίωξη στη χώρα καταγωγής του λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων - Κρίσιμος παράγοντας, εν προκειμένω, είναι οι πολιτικές πεποιθήσεις που ο φορέας της δίωξης θεωρεί ότι ενστερνίζεται ο αιτών, είναι δε αδιάφορο από της εξεταζομένης απόψεως εάν αυτός υιοθετεί ή όχι τις αποδιδόμενες σε αυτόν από τον φορέα της δίωξης πολιτικές πεποιθήσεις. Περαιτέρω, προκειμένου να τεκμηριωθεί η συμμετοχή αιτούντος διεθνή προστασία σε σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα, πρέπει να προκύπτει από καθαρά και αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία και κατόπιν αξιολογήσεως συγκεκριμένων γεγονότων. Απορρίπτει την αίτηση.
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
Αριθμός 1694/2018
Πρόεδρος: Νικ. Σακελλαρίου, Πρόεδρος ΣτΕ
Εισηγητής: Δ. Κυριλλόπουλος, Σύμβουλος Επικρατείας
1. Επειδή, πριν από τη διάσκεψη του Δικαστηρίου για την παρούσα υπόθεση, ο Πρόεδρος Ν. Σακελλαρίου, ο οποίος είχε προεδρεύσει της συνθέσεως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως, υπέβαλε παραίτηση από το Δικαστικό Σώμα. Κατόπιν αυτού, αναπληρώθηκε κατά τη διάσκεψη από τον αρχαιότερο της συνθέσεως Αντιπρόεδρο Χ. Ράμμο, αντιστοίχως δε, ο Σύμβουλος Χ. Ντουχάνης, αναπληρωματικό έως τότε μέλος της συνθέσεως, μετέσχε της διασκέψεως ως τακτικό μέλος (Άρθρο 26 του Ν 3719/2008 - Α΄ 241, 16/2014 πρακτικό διασκέψεως της Ολομελείας του Δικαστηρίου).
2. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμο καταβολή παραβόλου.
3. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 29.1.2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της .../28.12.2017 αποφάσεως της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής της Αρχής Προσφυγών. Με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε, κατόπιν αποδοχής προσφυγής του ..., υπηκόου Τουρκίας, η .../29.9.2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής και αναγνωρίσθηκε ο ανωτέρω ως πρόσφυγας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ΝΔ 3989/1959, και των άρθρων 2 εδ. ε΄ και 13 του ΠΔ 141/2013.
4. Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3900/2010 “Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις” (Α΄ 213), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν 4055/2012 (Α΄ 51), ορίζεται ότι: “Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε τακτικού διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς Επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων ή του Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Τα αιτήματα των διαδίκων συνοδεύονται, επί ποινή απαραδέκτου, από παράβολο τριακοσίων (300) ευρώ υπέρ του Δημοσίου ... . Η πράξη της Επιτροπής δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Η αναστολή δεν καταλαμβάνει την προσωρινή δικαστική προστασία. Μετά την επίλυση του ζητήματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες ...”.
5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την 2/2018 πράξη της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3900/2010, όπως ισχύει, έγινε δεκτή η από 7.2.2018 αίτηση του ανωτέρω Τούρκου υπηκόου και διετάχθη η εισαγωγή της κρινομένης αιτήσεως ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η αίτηση αυτή είχε ασκηθεί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ως δικαστηρίου αρμοδίου για την εκδίκασή της, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 15 παρ. 3 του Ν 3068/2002 (Α΄274), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 του Ν 3900/2010 (Α΄213). Με την ως άνω πράξη της Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες «ΤΑ ΝΕΑ» και «ΕΣΤΙΑ» στις 12.2.2018 και 11.2.2018 αντιστοίχως, έγινε δεκτό ότι με την κρινόμενη αίτηση τίθεται το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα της ερμηνείας του άρθρου 1ΣΤ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του άρθρου 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011, που ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το ΠΔ 141/2013, καθώς επίσης και της ερμηνείας του άρθρου 64 του Ν 4375/2016 σχετικά με την προβλεπόμενη σε αυτό ενδοστρεφή δίκη.
6. Επειδή, με την από 13.2.2018 πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας η ανωτέρω αίτηση ακυρώσεως εισήχθη στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, λόγω της εξαιρετικής σπουδαιότητός της (άρθρ. 14 παρ. 2, 20, 21 του ΠΔ 18/1989, 34 του Ν 3772/2009, 8 παρ. 4, 5 του Ν 4205/2013).
7. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνουν υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως ο ανωτέρω ... και το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών».
8. Επειδή, η παρέμβαση του Τούρκου υπηκόου ... ασκείται με προφανές έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς.
9. Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 90 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν 4194/2013 – Α΄ 208) ορίζεται ότι : “Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει : α) Η υπεράσπιση των αρχών και κανόνων του κράτους δικαίου σε μια δημοκρατική πολιτεία. β) ... ζ) Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον των δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος. Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακυρώσεως, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης και κατηγορίας ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση καθώς και σε οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο ...”.
10. Επειδή, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως προβάλλοντας με το δικόγραφο της παρεμβάσεως ότι “η υπόθεση των οκτώ Τούρκων αξιωματικών, που διέφυγαν με ελικόπτερο στην Ελλάδα ... λίγες ώρες μετά την καταστολή της απόπειρας ανατροπής της κυβέρνησης ..., έχει εύλογα προκαλέσει το ενδιαφέρον της ελληνικής κοινής γνώμης. Η παροχή ασύλου σε πρόσωπα που διώκονται για την πολιτική δράση τους στην χώρα προέλευσής τους αποτελεί βασική αρχή του κράτους δικαίου, όπως αυτό γίνεται δεκτό στην ελληνική, στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη και αποτελεί γενικά παραδεδεγμένο κανόνα δικαίου”. Με τα δεδομένα όμως αυτά, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών δεν έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της υπό κρίση παρεμβάσεως με βάση την διάταξη του άρθρου 90 του Κώδικα Δικηγόρων καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία είναι ατομική διοικητική πράξη, δεν θίγει τα συμφέροντα των μελών του ως επαγγελματικής τάξεως, ενώ η χορήγηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας σε συγκεκριμένο αλλοδαπό, ανεξάρτητα από την υπηκοότητά του, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι συνδέεται με βασική αρχή του κράτους δικαίου ή με ζήτημα γενικότερου εθνικού ενδιαφέροντος. Συνεπώς, για το λόγο αυτόν, η παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Δ. Σκαλτσούνη, Β. Αραβαντινού, Δ. Κυριλλόπουλου, Ο. Ζύγουρα, Θ. Αραβάνη, Η. Μάζου, Ρ. Γιαννουλάτου και της Παρέδρου Αικ. Ρωξάνα, ενόψει των ως άνω προσβαλλομένων ισχυρισμών, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών με έννομο συμφέρον παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 90 περ. α΄, ζ΄ του Κώδικα Δικηγόρων, προς υπεράσπιση των αρχών του κράτους δικαίου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας, το οποίο συνάπτεται με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Χώρας, στο πλαίσιο της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου, το οποίο συγκροτείται από τις οδηγίες 2011/95/ΕΕ, 2013/32/ΕΕ και 2013/33/ΕΕ.
11. Επειδή, στην από 28.7.1951 Διεθνή Σύμβαση της Γενεύης περί της Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων, η οποία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του διεθνούς νομικού συστήματος για την προστασία των προσφύγων, και η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 3989/1959 (Α΄ 201), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 1 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του Πρωτοκόλλου της Νέας Υόρκης της 31.1.1967, το οποίο κυρώθηκε με τον ΑΝ 389/1968 - Α΄ 125, διά της απαλείψεως των λέξεων «συνεπεία γεγονότων επελθόντων προ της 1ης Ιανουαρίου 1951» και των λέξεων «συνεπεία τοιούτων γεγονότων») «Καθορισμός του όρου πρόσφυξ» «Α. Εν τη εννοία της παρούσης συμβάσεως ο όρος «πρόσφυξ» εφαρμόζεται επί: 1. ... 2. Παντός προσώπου όπερ συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης, ή εάν μη έχον υπηκοότητά τινα και ευρισκόμενον εκτός της χώρας της προηγουμένης συνήθους αυτού διαμονής, δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να επιστρέψη εις ταύτην... Β. ... ΣΤ. Αι διατάξεις της Συμβάσεως ταύτης δεν εφαρμόζονται επί προσώπων διά τα οποία υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύη τις ότι: α) έχουν διαπράξει έγκλημα κατά της ειρήνης, έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητος εν τη εννοία των διεθνών συμφωνιών αίτινες συνήφθησαν επί σκοπώ αντιμετωπίσεως των αδικημάτων τούτων. β) έχουν διαπράξει σοβαρόν αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου ευρισκόμενα εκτός της χώρας της εισδοχής πριν ή γίνουν ταύτα δεκτά ως πρόσφυγες υπό της χώρας ταύτης. γ) είναι ένοχα ενεργειών αντιθέτων προς τους σκοπούς και τας αρχάς των Ηνωμένων Εθνών». ... ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ... Άρθρο 32 «Απέλασις» «1. Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι δεν θα απελαύνουν πρόσφυγας νομίμως διαμένοντας επί του εδάφους αυτών, ειμή μόνον δια λόγους εθνικής ασφαλείας ή δημοσίας τάξεως. 2. ...» Άρθρο 33 «Απαγόρευσις απελάσεως ή επαναπροωθήσεως «1. Ουδεμία Συμβαλλόμενη Χώρα θα απελαύνη ή θα επαναπροωθή καθ’ οιονδήποτε τρόπον, πρόσφυγας, εις τα σύνορα εδαφών ένθα η ζωή ή η ελευθερία αυτών απειλούνται δια λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων. 2. Το εκ της παρούσης διατάξεως απορρέον ευεργέτημα δεν δύναται πάντως να επικαλήται πρόσφυξ όστις, δια σοβαράς αιτίας, θεωρείται επικίνδυνος εις την ασφάλειαν της χώρας ένθα ευρίσκεται ή όστις, έχων τελεσιδίκως καταδικασθή δι’ ιδιαιτέρως σοβαρόν αδίκημα, αποτελεί κίνδυνον δια την Χώραν». Εξ άλλου, στο άρθρο 18 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης (βλ. Ενοποιημένη απόδοση ΕΕL 202 της 7ης Ιουνίου 2016 σελ. 389 επ) ορίζεται ότι: “Το δικαίωμα ασύλου διασφαλίζεται τηρουμένων των κανόνων της Σύμβασης της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και του Πρωτοκόλλου της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του καθεστώτος των προσφύγων και σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης ...”.
12. Επειδή, στο άρθρο 78 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. Ενοποιημένη απόδοση ΕΕL 202 της 7ης Ιουνίου 2016 σελ. 47 επ.) ορίζεται ότι: «1. Η Ένωση αναπτύσσει κοινή πολιτική στους τομείς του ασύλου, της επικουρικής προστασίας και της προσωρινής προστασίας με στόχο να παρέχεται το κατάλληλο καθεστώς σε οποιονδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας που χρήζει διεθνούς προστασίας και να εξασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Η πολιτική αυτή πρέπει να συνάδει με τη Σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και με το Πρωτόκολλο της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του καθεστώτος των προσφύγων, καθώς και με άλλες συναφείς συμβάσεις. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, λαμβάνουν μέτρα όσον αφορά κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου, στο οποίο περιλαμβάνονται: α) ενιαίο καθεστώς ασύλου υπέρ των υπηκόων τρίτων χωρών, το οποίο ισχύει σε όλη την Ένωση, β) ενιαίο καθεστώς επικουρικής προστασίας για τους υπηκόους τρίτων χωρών που χρήζουν διεθνούς προστασίας, χωρίς να τους χορηγείται ευρωπαϊκό άσυλο, γ) ...». Κατ’ επίκληση του ανωτέρω άρθρου εκδόθηκε η οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 «σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας» (L 337). Η οδηγία αυτή μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το ΠΔ 141/2013 (Α΄ 226). Στο προεδρικό αυτό διάταγμα ορίζονται τα ακόλουθα: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 1. ... Άρθρο 2 (άρθρο 2 της οδηγίας) «Ορισμοί» «Για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος οι παρακάτω όροι έχουν την εξής έννοια: