Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

"ΔΙΚΑΙΟ ΣΗΜΑΤΩΝ-ΕΚΤΑΣΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΣΗΜΑΤΟΣ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΣΕ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ" [του Ιωάννη Μεν. Παπαγιάννη, Δ.Ν., LL.M., δικηγόρου]

Ι. Εισαγωγή

Στο δίκαιο των σημάτων, που αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, το σήμα, ως διαφημιστικό μέσο, μπορεί να λειτουργεί είτε ως διακριτικό γνώρισμα του προϊόντος ορισμένης επιχείρησης από την οποία προέρχεται, είτε ως φορέας της φήμης της επιχείρησης, είτε τέλος ως ένδειξη που υποδηλώνει την ποιότητα ορισμένου προϊόντος. Για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας όσον αφορά τα σήματα, υπήρξε σταθμός η οδηγία 89/104/ΕΟΚ της 21.12.88.

ΙΙ. Ευρωπαϊκό Δίκαιο Σημάτων

Η οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών-μελών περί σημάτων (89/104/ΕΟΚ) στοχεύει πρωτίστως στην προστασία των καταχωρισμένων σημάτων και προβλέπει πως η διατήρηση του δικαιώματος επί του κατατεθέντος σήματος εξαρτάται από τους ίδιους όρους σε όλα τα κράτη-μέλη, γεγονός που επιβάλει την κατάρτιση ενός ενδεικτικού καταλόγου σημείων που μπορούν να αποτελούν ένα σήμα, από την στιγμή, που βάσει αυτών, διακρίνονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα αντίστοιχα άλλων επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας, το σήμα μπορεί να συνίσταται από λέξεις, εικόνες, αριθμούς και σχήματα του προϊόντος ή της συσκευασίας του. Είναι δε άκυρα σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο της οδηγίας, σήματα που αντίκεινται στα χρηστά ήθη, σήματα παραπλανητικά για το κοινό, όσον αφορά την φύση, την ποιότητα ή την γεωγραφική προέλευση του προϊόντος ή της υπηρεσίας, σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα, σήματα που συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις τα οποία έχουν καταστεί συνήθη στην καθημερινή γλώσσα ή στην θεμιτή και πάγια πρακτική του εμπορίου, σήματα που περιλαμβάνουν σημεία μεγάλης συμβολικής σημασίας, όπως για παράδειγμα θρησκευτικό σύμβολο καθώς επίσης και σήματα πανομοιότυπα με προγενέστερο ή σήματα που λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα προκαλούν κίνδυνο σύγχυσης στο κοινό, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης των δύο σημάτων.
Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 παρ. 1 της οδηγίας 89/104, το καταχωρισμένο σήμα παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα, μπορεί δηλαδή αυτός να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς την συγκατάθεσή του, σημεία που εμπίπτουν σε κάποια από τις αναφερόμενες στα στοιχεία α΄ και β΄ περιπτώσεις του άρθρου 5 παρ. 1. Σύμφωνα, λοιπόν, με το στοιχείο α΄ της σχετικής οδηγίας, ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς την συγκατάθεσή του, σημείο πανομοιότυπο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί. Υπ' αυτήν την έννοια το αποκλειστικό αυτό δικαίωμα παρέχεται προκειμένου να διασφαλίζει ο δικαιούχος ότι το σήμα μπορεί να επιτελέσει τις λειτουργίες του, χωρίς αυτές να θιγούν από τρίτους. Τέτοιες λειτουργίες είναι αναμφίβολα η εγγύηση προς τους καταναλωτές για την προέλευση ή την ποιότητα του προϊόντος ή της υπηρεσίας, καθώς και η χρήση του σήματος ως μέσου διαφημίσεως1.
Σύμφωνα με το στοιχείο β΄ της ίδιας παραγράφου, μπορεί ο δικαιούχος να απαγορεύει σε κάθε τρίτο την χρήση σημείου, για το οποίο λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας των προϊόντων ή των υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης του σημείου με το σήμα. Είναι με άλλα λόγια δυνατή η επέμβαση του δικαιούχου, όταν το σήμα του χαίρει ιδιαίτερης φήμης και η χρήση του σημείου μπορεί να επιφέρει στον τρίτο εμπορικό όφελος, ενώ στον δικαιούχο ζημία, χωρίς ωστόσο απαραίτητα να δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης, της οποίας «η εκτίμηση για την ύπαρξή της πρέπει κατά το ΔΕΚ – όσον αφορά την οπτική, ακουστική ή εννοιολογική εκτίμηση των εξεταζόμενων σημάτων- να στηρίζεται στην συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σήματα, λαμβανομένων υπ' όψιν μεταξύ άλλων των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους»2, επειδή «ο μέσος καταναλωτής προσλαμβάνει συνήθως το σήμα ως ολότητα και δεν επιδίδεται σε εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του»3.
Δεν απαιτείται, συνεπώς, η ύπαρξη τέτοιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του σήματος που χαίρει φήμης και του χρησιμοποιούμενου από τον τρίτο σημείου, ώστε να υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως του ενδιαφερόμενου κοινού. Αρκεί ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ αυτών των δύο, ώστε το ενδιαφερόμενο κοινό να συσχετίζει το σημείο με το σήμα4, να θεωρεί δηλ. αυτό πως ανάμεσα στις επιχειρήσεις υπάρχουν οικονομικές, οργανωτικές, συμβατικές ή άλλες επιχειρηματικές σχέσεις.
Συνεπώς, ενώ ο κίνδυνος συγχύσεως ως στοιχείο του πραγματικού απαιτείται στο αρ. 5 παρ. 1 της οδηγίας 89/104, απουσιάζει από την δεύτερη παράγραφο, αφού «η παρεχόμενη προστασία έχει χειραφετηθεί από αυτόν, είτε πρόκειται για άμεσο είτε έμμεσο κίνδυνο συγχύσεως»5. Μάλιστα, η προστασία από τον κίνδυνο σύγχυσης είναι μεγαλύτερη, εφόσον ο «κίνδυνος σύγχυσης είναι τόσο μεγαλύτερος όσο σημαντικότερη είναι η διακριτική ισχύς του προγενέστερου σήματος»6. Σκοπός, λοιπόν, της κοινοτικής διάταξης είναι η προστασία της καλής φήμης (good will) του σήματος, και μέσω αυτής και η προστασία της αντίστοιχης περιουσιακής αξίας που αυτό ενσωματώνει7.

ΙΙΙ. Η απόφαση C-487/07 του ΔΕΚ

Στην απόφαση της 18.06.2009 στην υπόθεση C-487/07 L' oreal/ Bellure το ΔΕΚ αντιμετώπισε το ζήτημα της προστασίας αφενός του σήματος φήμης και αφετέρου του κοινού σήματος σε συγκριτική διαφήμιση και την ενδεχόμενη προσβολή του σήματος φήμης με την μορφή παρασιτικού ανταγωνισμού, ακόμη και όταν δεν θίγεται ο διακριτικός του χαρακτήρας.
Η αφορμή δόθηκε από την διάθεση σειράς απομιμήσεων επωνύμων αρωμάτων των εταιριών του ομίλου L' oreal, αφενός με τη χρήση φιάλης και συσκευασίας οι οποίες παρουσίαζαν ομοιότητα με εκείνες των επώνυμων αρωμάτων και αφετέρου με την χρήση του ξένου σήματος σε συγκριτικούς καταλόγους, όπου δηλωνόταν ότι τα διατιθέμενα στο εμπόριο αρώματα αποτελούσαν απομίμηση των επώνυμων αρωμάτων (smell-alike). Η πρώτη πρακτική της απομίμησης γέννησε το σημαντικό ερώτημα που αφορά το κατά πόσο η χρήση από τρίτο σημείου παρόμοιου με σήμα φήμης εμπίπτει στο άρθρο 5 παρ. 2 της οδηγίας 89/104, όταν ο τρίτος αντλεί εμπορικό πλεονέκτημα, χωρίς όμως να δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης, ούτε να βλάπτεται ο δικαιούχος. Η δεύτερη πρακτική που στηρίχτηκε στους συγκριτικούς καταλόγους, δημιούργησε μια σειρά άλλων ερωτημάτων, που αφορούσαν είτε το κατά πόσο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 1 η χρήση σήματος από τον ανταγωνιστή κατά τέτοιο τρόπο όμως που να μην προκαλεί σύγχυση ή να θίγει την ουσιώδη λειτουργία του καταχωρισμένου σήματος, είτε πότε παρουσιάζεται ένα αγαθό ή μια υπηρεσία ως απομίμηση ή αντίγραφο σύμφωνα με το άρθρο 3α, στοιχείο η΄ της οδηγίας 84/4508 , καθώς και για το ποια είναι η έννοια του αθέμιτου οφέλους που αναφέρεται στο ίδιο άρθρο της οδηγίας.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, το ΔΕΚ έκρινε πως η προσβολή του σήματος φήμης επέρχεται9 και μεταξύ άλλων με την άντληση αθέμιτου οφέλους, χαρακτηριζόμενου και ως παρασιτισμός καθώς η χρήση πανομοιότυπου ή παρόμοιου σημείου επιφέρει στον τρίτο την παροχή εμπορικού πλεονεκτήματος, με συνέπεια την πρόδηλη εκμετάλλευση του σήματος που χαίρει της φήμης.
Όπως νομολογήθηκε, το όφελος που αντλεί τρίτος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος μπορεί να είναι αθέμιτο, ακόμα και αν η χρήση του πανομοιότυπου ή παρόμοιου σημείου δεν θίγει ούτε τον διακριτικό χαρακτήρα ούτε τη φήμη του σήματος ή γενικότερα, τον δικαιούχο του σήματος10. Για να διαπιστωθεί ωστόσο αν αντλείται αθέμιτο όφελος και αν υπάρχει παρασιτικός ανταγωνισμός απαιτείται σφαιρική εκτίμηση, στο πλαίσιο της οποίας συνεκτιμώνται η ισχύς της φήμης του σήματος, ο βαθμός του διακριτικού χαρακτήρα και ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ των σημάτων και των προϊόντων. Στην προκειμένη περίπτωση, έγινε δεκτό πως υφίστατο εμπορικό πλεονέκτημα των εναγομένων, το οποίο στηριζόταν στη διάθεση στο εμπόριο «φθηνών» απομιμήσεων των επώνυμων αρωμάτων11.
Σχετικά με το ζήτημα κατά πόσο η χρήση ξένου σήματος σε συγκριτική διαφήμιση εμπίπτει στο αρ. 5 παρ. 1 στοιχείο α΄ της Οδηγίας 89/104, όταν δεν δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης και επομένως δεν θίγεται η λειτουργία προέλευσης, το ΔΕΚ έκρινε πως η χρήση από διαφημιζόμενο, σε συγκριτική διαφήμιση, σημείου πανομοιότυπου ή παρόμοιου με το σήμα ανταγωνιστή, η οποία σκοπεί στην εξατομίκευση προϊόντων ή υπηρεσιών που διαθέτει ο ανταγωνιστής, συνιστά χρήση για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες του διαφημιζόμενου, υπό την έννοια του αρ. 5. Ως εκ τούτου η χρήση αυτή μπορεί και να απαγορευτεί12. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο δεν μπορεί να απαγορευτεί μια τέτοια χρήση όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3α, παρ. 1 της Οδηγίας 84/450 και συνεπώς η συγκριτική διαφήμιση είναι καθ' όλα νόμιμη13. Σημαντικότερη όμως σκέψη ήταν αυτή, σύμφωνα με την οποία ο δικαιούχος επιτρέπεται να απαγορεύει σε τρίτο τη χρήση σημείου πανομοιότυπου, όταν μπορούν να θιγούν οι λειτουργίες του σήματος (πχ. Η λειτουργία του σήματος που συνίσταται στο να εγγυάται στους καταναλωτές την προέλευση του προϊόντος ή της υπηρεσίας)14.
Ιδιαίτερης σημασίας ήταν εξάλλου και ο προβληματισμός σχετικά με το τι ισχύει όταν ο διαφημιζόμενος επισημαίνει σε συγκριτικό κατάλογο και χωρίς να προκαλεί σύγχυση, ότι το προϊόν του έχει παρόμοιο ουσιώδες χαρακτηριστικό με αυτό που χαίρει φήμης και του οποίου αποτελεί απομίμηση. Γεννιέται λοιπόν το ερώτημα πότε παρουσιάζεται το αγαθό ή η υπηρεσία ως απομίμηση καθώς και κατά πόσο ο διαφημιζόμενος κατ' αυτόν τον τρόπο αντλεί αθέμιτα όφελος από τη φήμη του εν λόγω σήματος κατά την έννοια του άρθρου 3α, στοιχείο ζ΄. Είναι γεγονός όμως πως η συγκριτική διαφήμιση επιτρέπεται, μόνο υπό την συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 3α, παρ. 1 της Οδηγίας 84/450. Απαιτείται, έτσι, η χρήση του σήματος να μην προκαλεί κίνδυνο συγχύσεως, να μην έχει ως συνέπεια τη δυσφήμιση ή την αμαύρωση του σήματος, να μην αντλεί αθέμιτα όφελος από τη φήμη του σήματος και να μην παρουσιάζει ένα αγαθό ή μια υπηρεσία ως απομίμηση ή ως αντίγραφο του αγαθού ή της υπηρεσίας που φέρει το σήμα. Οι επίμαχοι στην κύρια δίκη συγκριτικοί κατάλογοι που χρησιμοποίησαν οι εναγόμενοι παρουσίαζαν τα προϊόντα τους ως απομίμηση των προϊόντων που φέρουν σήμα κατατεθέν, κατά την έννοια του άρθρου 3α, παρ. 1, στοιχείο η΄ της Οδηγίας 84/45015. Ακολούθως, συνάγεται το συμπέρασμα πως αφού η εν λόγω συγκριτική διαφήμιση είναι παράνομη λόγω του ότι είναι αντίθετη προς τον θεμιτό ανταγωνισμό, αντλείται αθέμιτα και το όφελος από αυτήν16.

ΙV. Συγκριτική Διαφήμιση

Για τους περισσότερους καταναλωτές η διαφορά μεταξύ δύο προϊόντων και μεταξύ των άυλων υπηρεσιών γίνεται μόνο από αντιπαραβολή των κύριων χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων τους. Για τον λόγο αυτό η συγκριτική διαφήμιση αποτελεί ένα ιδιαίτερα δραστικό μέσο άσκησης ανταγωνισμού. Όπως εξάλλου κρίθηκε και στην υπόθεση C-59/0517, το ΔΕΚ αποφάσισε πως η συγκριτική διαφήμιση αποσκοπεί στην τόνωση του ανταγωνισμού μεταξύ των προμηθευτών αγαθών και υπηρεσιών προς το συμφέρον των καταναλωτών. Στην ίδια γραμμή κινείται πλέον και η ελληνική νομολογία: Με την απόφαση 1489/200718 το Εφετείο Αθηνών έκρινε- σε αντίθεση με το προϊσχύσαν δίκαιο- το καταρχήν θεμιτό της συγκριτικής διαφήμισης, όταν αυτή συγκρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες, με δεδομένο πως ενόψει αυτής της αντιπαράθεσης εξυπηρετείται το συμφέρον του καταναλωτή, ενισχύεται η διαφάνεια στην αγορά, επιτυγχάνεται η επαρκέστερη πληροφόρηση του και τελικά η επιλογή του με ορθότερα κριτήρια.
Η δε ιδιότητα του ανταγωνιστή στηρίζεται εξ ορισμού στη δυνατότητα υποκαταστάσεως των αγαθών ή υπηρεσιών που οι επιχειρήσεις αυτές προσφέρουν στην αγορά19, ανεξάρτητα από το αν οι επιχειρήσεις που συνδέονται με τη συγκριτική διαφήμιση, απευθύνονται στους ίδιους ή παρεμφερείς κύκλους καταναλωτών ή γενικότερα αποδεκτών. Άρα η σχέση ανταγωνισμού κρίνεται με το κριτήριο της λειτουργικής εναλλαξιμότητας. «Με την διατύπωση του ΔΕΚ τούτη συντρέχει, όταν τα προϊόντα που αυτές προσφέρουν έχουν κάποιο βαθμό υποκαταστάσεως τα μεν από τα δε, επειδή δηλ. καλύπτουν περίπου τις ίδιες ανάγκες ή επιτελούν κατά προσέγγιση την ίδια λειτουργία»20.
Βασικό κείμενο σε κοινοτικό επίπεδο αποτελεί η οδηγία 84/450/ΕΚ για την παραπλανητική και αθέμιτη διαφήμιση (άρθρο 1-3α), όπως τροποποιήθηκε21 από την πρόσφατη οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (άρθρο 14), έτσι ώστε αυτή να συμπεριλάβει και τη συγκριτική διαφήμιση στο πεδίο εφαρμογής της. Η διαφήμιση πρέπει κατά τρόπο αντικειμενικό να συγκρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες ή έχουν τους ίδιους στόχους και ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά που είναι ουσιώδη22, συναφή, εξακριβώσιμα και αντιπροσωπευτικά των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, δραστηριοτήτων ή της κατάστασης του ανταγωνιστή. Το άρθρο 3α, παρ. 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει μεταξύ άλλων πως η συγκριτική διαφήμιση επιτρέπεται, όταν η σύγκριση δεν είναι παραπλανητική, δεν δημιουργεί στην αγορά σύγχυση μεταξύ του διαφημιζόμενου και ενός ανταγωνιστή, δεν έχει ως συνέπεια τη δυσφήμιση ή την υποτίμηση των σημάτων ενός ανταγωνιστή, δεν επιφέρει αθέμιτο όφελος από την φήμη του σήματος ανταγωνιστή και δεν παρουσιάζει ένα αγαθό ή μια υπηρεσία ως απομίμηση ή αντίγραφο αγαθού ή υπηρεσίας που φέρουν σήμα κατατεθέν. Παρέχεται, λοιπόν, στον διαφημιζόμενο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις η δυνατότητα να αναφέρει στην συγκριτική διαφήμιση, στην οποία προβαίνει, το σήμα, όπως και άλλα διακριτικά γνωρίσματα, ενός ανταγωνιστή του23.
Η χρήση του σήματος από τρίτο στο πλαίσιο της συγκριτικής διαφημίσεως στην οποία αυτός προβαίνει, δεν προσβάλει παρά ταύτα το γενικό δικαίωμα χρήσεως του δικαιούχου24. Δεν επεμβαίνει στη διευρυμένη λειτουργία προελεύσεως του προϊόντος ή υπηρεσίας. Ο συγκρίνων ανταγωνιστής δεν χρησιμοποιεί το ξένο σήμα για να διακρίνει τα δικά του προϊόντα ή υπηρεσίες αλλά μόνο ως σημείο αναφοράς της συγκρίσεως. Ως εκ τούτου δεν φαίνεται να υπάρχει χρήση εν είδει σήματος25.
Ως κριτήρια για την διάγνωση του παραπλανητικού χαρακτήρα μιας διαφήμισης χρησιμοποιούνται οι ενδείξεις που αναφέρει η διαφήμιση σχετικά με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τη φύση και τις προδιαγραφές των διαφημιζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών ή την γεωγραφική τους προέλευση Ο κίνδυνος της παραπλάνησης έγκειται στην δημιουργία εκ μέρους των καταναλωτών μιας ψευδούς εικόνας πως τα διαφημιζόμενα προϊόντα είναι αποτελεσματικότερα, συμφερότερα, καλύτερα κοκ από αυτά του ανταγωνιστή με τα οποία διενεργείται η σύγκριση.
«Η σύγχυση πρέπει να προκαλείται σε ένα σημαντικό μέρος του σχετικού συναλλακτικού κύκλου και όχι εν γένει του καταναλωτικού κοινού και μπορεί να εκλάβει δύο μορφές: Η σύγχυση υπό στενή έννοια δημιουργείται όταν δεν γίνεται αντιληπτό από τους καταναλωτές ότι πρόκειται για διαφορετικό προϊόν και έτσι τους δημιουργείται η πεπλανημένη εντύπωση πως το συγκεκριμένο προϊόν ανήκει σε μια άλλη επιχείρηση από αυτήν που ανήκει στην πραγματικότητα. Η δεύτερη μορφή σύγχυσης υπάρχει όταν οι καταναλωτές αντιλαμβάνονται ότι τα προϊόντα είναι διαφορετικά, άλλα πεπλανημένα και πάλι θεωρούν πως υφίστανται σχέσεις μεταξύ των δύο εταιριών, οικονομικής ή οργανωτικής φύσης, σχέση χορηγίας ή οποιασδήποτε άλλης επιχειρηματικής μορφής»26. Ως καταναλωτής δε, αξίζει να σημειωθεί, πως σύμφωνα με πάγια κοινοτική νομολογία27, θεωρείται ο μέσος, προσεκτικός ενημερωμένος καταναλωτής.
Ο κίνδυνος σύγχυσης υφίσταται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, όταν το σήμα φήμης ή το διακριτικό γνώρισμα φήμης, διακρίνει μια παροχή αγαθών ή υπηρεσιών μονοπωλιακού (ή ολιγοπωλιακού χαρακτήρα). Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ενδεικτική υπήρξε η απομίμηση αλλοδαπού σήματος παροχής υπηρεσιών μέσω Internet, στον ελλαδικό χώρο: Η αμερικανική εταιρία amazon.com είναι παγκοσμίως η μεγαλύτερη εταιρία πώλησης βιβλίων και cd μέσω Internet, μέσω δηλ. της ιστοσελίδας που η εταιρία έχει στο διαδίκτυο. Η εταιρία CITI Services Limited, με έδρα την Σύρο, εμφάνισε μία ιστοσελίδα με διεύθυνση amazon.gr, παρέχοντας τις ίδιες ακριβώς υπηρεσίες στους χρήστες, δηλ. πώληση βιβλίων και cd μέσω δικτυακών παραγγελιών, και με πανομοιότυπη διάταξη σελίδας. Η πρώτη εντύπωση που δημιουργούνταν ήταν πως η γνωστή σε όλους αμερικανική εταιρία δημιούργησε παράρτημα υπηρεσιών στην Ελλάδα για εξυπηρέτηση των παραγγελιών των Ελλήνων χρηστών. Ωστόσο, με μια προσεκτική ανάγνωση της σελίδας, προέκυπτε πως επρόκειτο για κοινή απομίμηση του σήματος του γνωστού ηλεκτρονικού βιβλιοπωλείου, καθώς αναγραφόταν η φράση «Δεν έχουμε κανένα δεσμό με την amazon.com. Inc». Το ΜονΠρΣυρ έκρινε, λοιπόν, πως με την «ομοιότητα των ενδείξεων που χρησιμοποιούσαν οι δυο εταιρίες, ομοιότητα τόσο οπτική όσο και ηχητική, προέκυπτε πρόθεση της ελληνικής εταιρίας να εκμεταλλευθεί τη σύγχυση που πράγματι επερχόταν με την αθέμιτη χρησιμοποίηση του διακριτικού τίτλου amazon.com, προκειμένου να αυξήσουν τις πωλήσεις τους σε βάρος των συμφερόντων του αμερικανικού κολοσσού»28. Επρόκειτο γα προσπάθεια δημιουργίας σύγχυσης τουλάχιστον υπό ευρεία έννοια και εκμετάλλευσης ξένης φήμης, καθώς η ελληνική εταιρία θα μπορούσε να διαλέξει οποιοδήποτε άλλο σήμα για να διακρίνει τις υπηρεσίες τις, καθώς και άλλα χαρακτηριστικά για την διάταξη της σελίδας της. Δεν το έπραξε όμως και χρησιμοποιούσε το γνωστό σε κάθε χρήστη του Internet σήμα του αμερικανικού κολοσσού και την οικεία σε αυτόν διάταξη σελίδας, προκειμένου να δημιουργήσει την εντύπωση πως οι υπηρεσίες που προσέφερε ήταν εξίσου άξιες και ταχείες με αυτές της amazon.com. Η δε επισήμανση «Δεν έχουμε κανένα δεσμό με την amazon.com. Inc», αποσκοπούσε, όπως κρίθηκε στη απόφαση, στον συσχετισμό με την υψηλή ποιότητα υπηρεσιών της αμερικανικής εταιρίας, και όχι στην αποφυγή πρόκλησης σύγχυσης.
Η διάταξη που αναφέρει πως η διαφήμιση δεν πρέπει να είναι υποτιμητική για έναν ανταγωνιστή, θα πρέπει να εκληφθεί υπό την έννοια ότι «απαγορεύει την υποτιμητική, δυσφημιστική ή περιφρονητική αναφορά στο όνομα, στην επωνυμία, στον διακριτικό τίτλο ή τα άλλα διακριτικά σημεία που εξειδικεύουν την ταυτότητα της επιχείρησης του συγκεκριμένου ανταγωνιστή, και όχι στο πρόσωπό του, το οποίο ούτως ή άλλως απαγορεύεται να αποτελέσει αντικείμενο συγκρίσεως»29. Τίθεται επίσης το ερώτημα ποια σύγκριση δεν επιφέρει αθέμιτο όφελος από τη φήμη σήματος ανταγωνιστή καθώς και πότε δεν παρουσιάζεται ένα αγαθό ή μια υπηρεσία ως απομίμηση ή αντίγραφο άλλου αγαθού ή υπηρεσίας που φέρουν σήμα κατατεθέν, σύμφωνα με τα στοιχεία ζ΄ και η΄ του άρθρου 3α, παρ. 1 της σχετικής με την συγκριτική διαφήμιση οδηγίας. Υπό την έννοια αυτή, ο διαφημιζόμενος, ο οποίος δηλώνει ρητώς ή υπονοεί σε συγκριτική διαφήμιση, ότι το προϊόν που διαθέτει στο εμπόριο αποτελεί απομίμηση προϊόντος που φέρει σήμα ιδιαιτέρως γνωστό παρουσιάζει «ένα αγαθό ή μια υπηρεσία ως απομίμηση ή αντίγραφο». Το όφελος δε που αντλεί ο διαφημιζόμενος από την παράνομη αυτή συγκριτική διαφήμιση πρέπει να θεωρηθεί ότι «αντλείται αθέμιτα» από τη φήμη του σήματος αυτού.
Όσον αφορά δε την απαγόρευση παρουσίασης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας ως απομίμησης ενός άλλου προϊόντος ή υπηρεσίας που φέρουν σήμα κατατεθέν, ενδεικτική είναι η απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση Toshiba30, στην οποία το Δικαστήριο αφού δέχτηκε πως αποτελεί «συγκριτική διαφήμιση η αναγραφή στον κατάλογο ενός προμηθευτή ανταλλακτικών και αναλωσίμων υλικών που προορίζονται για τα προϊόντα ενός κατασκευαστή μηχανημάτων, των αριθμών προϊόντος που χρησιμοποιεί ο τελευταίος στα ανταλλακτικά και στα αναλώσιμα υλικά που ο ίδιος εμπορεύεται», έκρινε ότι αν οι αριθμοί προϊόντος αποτελούν διακριτικά σημεία, «η χρήση τους στους καταλόγους ανταγωνιστή προμηθευτή δεν δίνει στον τελευταίο τη δυνατότητα να αντλήσει αθέμιτο όφελος από τη φήμη τους παρά μόνο στην περίπτωση που η αναγραφή τους έχει ως αποτέλεσμα την εκ μέρους του κοινού, στο οποίο απευθύνεται η διαφήμιση, σύνδεση του κατασκευαστή, του οποίου τα προϊόντα εξατομικεύει, με του ανταγωνιστή –προμηθευτή, καθ' όσον το κοινό αποδίδει τη φήμη των προϊόντων του κατασκευαστή στα προϊόντα του ανταγωνιστή προμηθευτή»31.
 
V. Έκταση Προστασίας Σήματος

Η προσβολή του σήματος φήμης, όπως έκρινε32 το ΔΕΚ, επέρχεται σε τρεις περιπτώσεις:
α) με την προσβολή του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος (εξασθένηση) που συντελείται κυρίως μόλις το σήμα παύει να προκαλεί άμεση συσχέτιση με τις υπηρεσίες ή τα προϊόντα για τα οποία καταχωρίστηκε,
β) με την προσβολή της φήμης του σήματος (η οποία καλείται και αμαύρωση ή απαξίωση), λόγω της οποίας η έλξη του σήματος μειώνεται εξαιτίας μιας παρόμοιας χρήσης και
γ) με την άντληση αθέμιτου οφέλους, χαρακτηριζόμενου και ως παρασιτισμός καθώς η χρήση πανομοιότυπου ή παρόμοιου σημείου επιφέρει στον τρίτο την παροχή εμπορικού πλεονεκτήματος, με συνέπεια την πρόδηλη εκμετάλλευση του σήματος που χαίρει της φήμης. Στην μορφή αυτής προσκολλώμενης (παρασιτικής) διαφήμισης, ο ανταγωνιστής συσχετίζει το προϊόν του με το προϊόν τρίτου και ισχυρίζεται πως είναι εφάμιλλο προς αυτό. Δεν υπάρχει ούτε δημιουργία κινδύνου σύγχυσης ούτε υποβιβασμός του ξένου προϊόντος, επειδή ο ανταγωνιστής επιδιώκει απλά να εκμεταλλευτεί τη φήμη του (good will) για να προωθήσει το δικό του33. Για την εφαρμογή της προστασίας των σημάτων φήμης αρκεί να συντρέχει μία από τις τρεις περιπτώσεις προσβολής.
Όσον αφορά δε ιδιαιτέρως την τρίτη περίπτωση, δηλ. τον παρασιτικό ανταγωνισμό, το όφελος –όπως νομολογήθηκε- που αντλεί τρίτος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος μπορεί να είναι αθέμιτο, ακόμα και αν η χρήση του πανομοιότυπου ή παρόμοιου σημείου δεν θίγει ούτε τον διακριτικό χαρακτήρα ούτε τη φήμη του σήματος ή γενικότερα, τον δικαιούχο του σήματος34. Για να διαπιστωθεί ωστόσο αν αντλείται αθέμιτο όφελος απαιτείται να ληφθούν υπ' όψη όλοι οι σχετικοί παράγοντες και ιδιαίτερα η ισχύς της φήμης, ο βαθμός του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος και ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ των επίμαχων σημάτων. Εξάλλου, όσο μεγαλύτεροι είναι ο διακριτικός χαρακτήρας και η φήμη, τόσο ευχερέστερα μπορεί να γίνει δεκτό πως υφίσταται προσβολή35.

VI. Νομολογιακές Τάσεις

Η κατεύθυνση προς την οποία κινήθηκε το ΔΕΚ στην υπόθεση C-487/07 L'oreal/ Bellure υπήρξε σύμφωνα με τα παραπάνω και όλα τα εξεταζόμενα, ορθή και γι' αυτό τον λόγο με αυτήν πρέπει πλέον να συγκλίνουν οι μεταγενέστερες σχετικές υποθέσεις.

VII. Συμπέρασμα

Από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω και με αφορμή την συγκεκριμένη υπόθεση είναι δυνατή η εξαγωγή τριών βασικών συμπερασμάτων. Σημαντική είναι η διαπίστωση πως η ύπαρξη οφέλους που αντλείται αθέμιτα από τον διακριτικό χαρακτήρα ή την φήμη του σήματος , δεν προϋποθέτει την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως ή προσβολής του διακριτικού χαρακτήρα ή της φήμης αυτής. Δεύτερον, ο δικαιούχος καταχωρισμένου σήματος δικαιούται να ζητήσει την απαγόρευση της εκ μέρους τρίτου χρήσεως, σε συγκριτική διαφήμιση που δεν πληροί τις προϋποθέσεις επιτρεπτού κατά το άρθρο 3α, παρ. 1 της Οδηγίας 84/450/ΕΟΚ, σημείου πανομοιότυπου, ακόμα και αν η χρήση αυτή δεν μπορεί να θίξει την ουσιώδη λειτουργία του σήματος. Τέλος, το όφελος που αντλεί ο διαφημιζόμενος από παράνομη συγκριτική διαφήμιση πρέπει να θεωρηθεί ότι αντλείται αθέμιτα από την φήμη του σήματος αυτού.
 
 



1. Πρβλ. άρθρα 8 και 9 παραγρ. 1 Καν. 40/94 = υποθ. C-487/07 ΔΕΚ, σκέψεις 59 και 65 = C-48/05 σκέψη 21 = C-206/01 σκέψη 51.
2. Πρβλ. υπόθ. C-327/97 ΔΕΚ, σκέψη 25. Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, αρ. 387, σελ. 182 = ΔΕΚ αποφ. από 11.11.1997, C-251/95 Sabel σκέψη 23 = αποφ. από 6.10.2005, υποθ. C-120/04, Medion, σκέψη 26, ΧρΙΔ 2006,741 = Μαρίνο, Αθέμιτος ανταγωνισμός αρ. 749 με νομολογιακές παραπομπές = ΔΕΚ αποφ. από 22.6.1999, υποθ. C-327/97 Lioyd σκέψη 25.
3. Πρβλ. υπόθ. C-327/97 ΔΕΚ, σκέψη 25. Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, αρ. 387, σελ. 182 = ΔΕΚ αποφ. από 11.11.1997, C-251/95 Sabel σκέψη 23 = αποφ. από 6.10.2005, υποθ. C-120/04, Medion, σκέψη 28, ΧρΙΔ 2006,741 με παρατηρ. Μαρίνου.
4. Πρβλ. υποθ. C-408/01, Adidas Salomon σκέψεις 29 και 31 = C-102/07, σκέψη 41 = ΠΕΚ αποφ. από 22.3.2007, υποθ. Τα-215/03, Sigla SA, ΕΕμπΔ 2007,414 επ., σκέψεις 41 επ. με παρατ. Πρεντούλη
5. Πρβλ. υποθ. C-425/98, σκέψη 36, C-206/01, σκέψεις 33 και 34. Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, αρ. 411, σελ 193 = ΔΕΚ αποφ. από 23.10.2003, υποθ. C-408/01, Adidas Salomon, σκέψη 27, σκέψη 31 = ΠΕΚ αποφ. από 22.3.2007, υποθ. Τ-215/03, Sigla SA, ΕΕμπΔ 2007, 414 επ., σκέψεις 41 επ. με παρατ. Πρεντουλή = ΔΕΚ αποφ. από 22.06.2000, υποθ. C-425/98 Marca Moda σκέψη 36 = Γεν. Εισαγγελέα στην από 13.6.2002 αγόρευσή του στην υποθ. C-206/01 σκέψεις 33 και 34 = αποφ. από 11.11.1997, υποθ. C-251/95, Συλλ. 1997, Ι-6191 Sabel σκέψη 20.
6. Πρβλ. υποθ. C-425/98, σκέψη 38 = ΔΕΚ αποφ. από 11.11.1997, υποθ. C-251/95 Sabel σκέψη 24.
7. Πρβλ. Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, αρ. 411, σελ 193 = Αποφ. ΔΕΚ από 23.10.2003, υποθ. C-408/01 Adidas Salomon σκέψη 28.
8. Όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 84/450/ΕΟΚ
9. Πρβλ. υπόθ. C-252/07, Intel Corporation, σκέψη 27 = Αντωνόπουλο, Βιομηχανική Ιδιοκτησία 2002, παρ. 479 σελ. 456-459 και παρ. 754 σελ. 685.
10. Πρβλ υπόθ. C-487/07, σκέψη 43 = από 10.2.2009 Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Paolo Mengozzi υπόθ. C-487/07 σημείο 60.
11. Πρβλ υπόθ. C-487/07, σκέψη 46
12. Πρβλ υπόθ. C-487/07, σκέψη 53 = Καρακώστα, Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή (ν. 2251/94 όπως ισχύει μετά το ν. 3587/07), Β' Έκδοση, παρ. 865-881 σελ. 362-368.
13. Πρβλ υπόθ. C-487/07, σκέψη 54
14. Πρβλ υπόθ C-487/07, σκέψη 58 = υπόθ. C291/2000 LTJ Diffusion SA σκ. 51
15. Πρβλ υπόθ. C-487/07, σκέψη 78
16. Πρβλ υπόθ. C-487/07, σκέψη 80 = από 10.2.2009 Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Paolo Mengozzi υπόθ. C-487/07 σημείο 60.
17. Πρβλ. Αρμ 2006,1135 = Καράκωστα, Δίκαιο προστασίας καταναλωτή, αρ. 878, σελ. 367.
18. Πρβλ. ΔΕΕ 2007,575.
19. Πρβλ. υπόθ. C-381/05, σκέψεις 28 επ., Μαρίνο, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, αρ. 402, σελ. 183.
20. Πρβλ Μαρίνο, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, αρ. 402, σελ 183.
21. Η οδηγία 84/450, ως ίσχυε μετά την τροποποίηση με την οδηγία 97/55/ΕΚ, τροποποιήθηκε εκ νέου με την οδηγία 2005/29/ΕΚ της 11.5.2005 για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές.
22. Το κριτήριο του ουσιώδους προσανατολίζεται στη φύση και χρήση του αγαθού και τις ανάγκες του αποδέκτη, ενώ θα πρέπει να αφορά χαρακτηριστικά που έχουν κατ' αντικειμενικό κριτήριο σημασία για την επιλογή του καταναλωτή. Στην υπόθεση C-356/04, σκέψη 46, κρίθηκε π.χ. πως η τιμή θεωρείται ως αντικειμενικό, ουσιώδες και επαληθεύσιμο χαρακτηριστικό προϊόντος ή υπηρεσίας στο ίδιο το κείμενο της διαφήμισης.
23. Πρβλ. υποθ. C-44/01, σκέψεις 46 και 51 = Υπόθ C-112/99, ΧρΙΔ 2002, 68, Toshiba σκέψη 34 = Σουφλέρο, Παράλληλο εμπόριο και δικαίωμα στο σήμα κατά την οδηγία 89/104/ΕΟΚ. Με αφορμή την απόφαση του ΔΕΚ της 23.2.1999 στην υπόθ. C-63/1997, BMW, ΕΕμπΔ 1999, σελ. 431 επ. με περαιτέρω παραπομπές = Κινίνη Ε., Έκταση προστασίας του σήματος κατά της χρήσης σε συγκριτική διαφήμιση, ΔΕΕ 1/2010, σελ. 21 = σκέψεις 13-15 Οδηγίας 89/104.
24. Πρβλ. Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, αρ. 354, σελ. 166.
25. Πρβλ. Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων, αρ. 354, σελ. 166 = Λιακόπουλο, Προστατευόμενες λειτουργίες του σήματος, Ζητήματα Εμπορικού Δικαίου ΙΙΙ, σελ. 143, 145 = Κινίνη Ε., Έκταση προστασίας του σήματος κατά της χρήσης σε συγκριτική διαφήμιση, ΔΕΕ 1/2010, σελ. 21 = Τζουγανάτο, ΕΕμπΔ 1992, 308 = Ψάρρα, ΔΕΕ 1996, 231 επ.
26. Πρβλ. Παναγιωτίδου, Συγκριτική Διαφήμιση, σελ. 280 επ. = ΕφΠειρ 3855/1988 ΕΕμπΔ 1989, 119 = Αντωνόπουλο, Βιομηχανική Ιδιοκτησία 2002, σελ. 504 = ΑΠ 399/1989 ΣΣμπΔ 1990, σελ. 711 = ΜΠρωτΑθ 2568/1984 ΕΕμπΔ 1985, σελ. 538.
27. Πρβλ υπόθ. C-381/05 σκέψη 23 = Μαρίνο, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, αρ. 418, σελ. 189
28. Πρβλ ΜΠρΣυρ 637/1999, ΔΕΕ 1999, σελ. 1276 = ΕΕμπΔ 2000, σελ. 144.
29. Πρβλ. Παναγιωτίδου, Συγκριτική Διαφήμιση, σελ.263 = Kοτσίρη Λ., Δίκαιο Ανταγωνισμού, Β' Έκδοση, Σάκκουλας Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 146.
30. Πρβλ. υπόθ. C-112/99, ΧρΙΔ 2002, 68, Toshiba
31. Πρβλ. Καράκωστα, Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή, σελ. 364
32. Πρβλ. υπόθ. C-252/07 Intel Corporation, σκέψη 27 = Αντωνόπουλο, Βιομηχανική Ιδιοκτησία 2002, παρ. 479 σελ. 456-459 και παρ. 754 σελ. 685.
 
33. Πρβλ. Μαρίνο, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, αρ. 328, σελ. 149
34. Πρβλ υπόθ. C-487/07 ΔΕΚ, σκέψη 43 = από 10.2.2009 Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Paolo Mengozzi υπόθ. C-487/07 σημείο 60.
 
35. Πρβλ υπόθ. C-487/07 ΔΕΚ, σκέψη 44
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου