Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015

«Το δικαίωμα αίτησης διεξαγωγής αποδείξεων: Νομική κατοχύρωση, θεσμική προώθηση και δικονομικές κυρώσεις επί προβολής του»

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

* ΑΠ 992/2013
Απόσπασμα
«…Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει aκυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α` του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠΔ, υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου, που βρίσκεται στη δικογραφία. Το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφaνθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί. Εάν πρόκειται για φωτογραφίες, η περιγραφή της απεικονίσεως της καθεμιάς από αυτές είναι δυσχερής. Εφ` όσον, λοιπόν, αυτές κατά κυριολεξία δεν αναγιγνώσκονται, ώτε να ακουσθεί το περιεχόμενό τους, αλλά επισκοπούνται από τα μέλη του δικαστηρίου και τους διαδίκους, δια περιφοράς μεταξύ αυτών, η αναγραφή στα πρακτικά της συνεδριάσεως ότι μεταξύ των εγγράφων που ανεγνώσθησαν περιλαμβάνεται και ορισμένος αριθμός φωτογραφιών έχει την έννοια ότι αυτές τέθηκαν υπ` όψη όλων των παραγόντων της διαδικασίας…»
* ΑΠ 898/2013
Απόσπασμα
«…Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε για ανάγνωση ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β` και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όμως,  κρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή σαφούς προφορικής αίτησης ή πρότασης, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ. Για να επέλθει όμως, ακυρότητα της διαδικασίας από την έλλειψη αυτή, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και σε περίπτωση παραλείψεως ανάγνωσης, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, του εγγράφου που προσκομίσθηκε και του οποίου την ανάγνωση ζήτησε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του κατά την ακροαματική διαδικασία να προσφύγει αμέσως αυτός σε ολόκληρο το δικαστήριο και σε περίπτωση παραλείψεως τούτου να αποφανθεί ή παρά το νόμο απόρριψης της προσφυγής, τότε μόνον υφίσταται έλλειψη ακρόασης και δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β` του ΚΠΔ (ΑΠ 1773/2010)….»
* ΑΠ 879/2013
Απόσπασμα
«…Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, οπότε και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1Β ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 3491/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε μετά από έφεση του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι μετά την έναρξη της διαδικασίας και την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων, ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, μέσω των κατατεθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του, ζήτησε την ανάγνωση της προσκομισθείσας υπ` αυτού εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του τεχνολόγου οχημάτων Γ. Κ., πλην το δικαστήριο, χωρίς να δώσει το λόγο στον εισαγγελέα της έδρας επί του αιτήματος αυτού, δεν απάντησε καθόλου και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας για παραβίαση υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου, αλλά και για έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα, ενώ με το να μην απαντήσει το δικαστήριο επί του εν λόγω αιτήματός του, υπερέβη σχετικώς την εξουσία του και παραβιάστηκε η αρχή της δίκαιης δίκης και της ισότητας των δικονομικών όπλων….»
* ΑΠ 1958/2010
Απόσπασμα
«…Κατά τις διατάξεις των άρθρων ΚΠΔ 333, παρ.2 "εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει ... την άδεια στους διαδίκους, όπως και στους συνηγόρους τους, να υποβάλουν ερωτήσεις στους εξεταζόμενους μάρτυρες ...... . Δίνει επίσης σ` αυτούς το λόγο για να αγορεύσουν ή όταν το ζητήσουν, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται ... παρ.3 "όταν λάβει το λόγο ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος ή ένας από τους διαδίκους, έχουν δικαίωμα να λάβουν το λόγο και οι υπόλοιποι διάδικοι. ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να μιλούν πάντοτε τελευταίοι", 335 παρ.2 "εναντίον των διατάξεων που εκδίδονται από τον Πρόεδρο κατά τα άρθρα 141 παρ.2, 333, ... μπορεί να ασκηθεί αμέσως προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο". Εξ αυτών προκύπτει ότι εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στους διαδίκους όταν το ζητήσουν για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα αφορά την υπόθεση, που συζητείται, εάν δε αυτός ο οποίος εζήτησε τον λόγο για να υποβάλει κάποια αίτηση, ένσταση κτλ. είναι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, ο διευθύνων την συζήτηση δεν έχει υποχρέωση, μετά την απάντηση του εισαγγελέως και των λοιπών διαδίκων να δώσει και πάλι, εκ νέου δηλαδή τον λόγον εις αυτόν τελευταίον. Μόνο δε αν ζητήσει ούτος και αυθις τον λόγον και δεν του δοθεί υπό του διευθύνοντος την συζήτηση και προσφύγει αμέσως, μη αποδεχόμενος την προεδρική διάταξη, σε ολόκληρο το δικαστήριο και αυτό αρνηθεί να δώσει το λόγο επέρχεται κατ` άρθρον 170 παρ.2 ΚΠΔ ακυρότης. Και ταύτα διότι στην άνω παρ.3 άρθρου 333 γενική διάταξη αναφέρεται ότι "έχουν δικαίωμα να λάβουν το λόγο, (όπως άλλωστε και στη διάταξη του άρθρου 369 παρ.3 ΚΠΔ ειδικώςγια την μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας αγόρευση), και όχι ότι "αυτός που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο", όπως στο β`εδάφιο της παρ.2 αυτού του άρθρου (333), (η δε παραβίαση του εκ του άρθρου 333 παρ.3 δικαιώματος του κατηγορουμένου επιφέρει ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.2 δ` ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επι της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, δικάσαντος κατ` έφεση, υπ` αριθμ. 713/2008 ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του προέβαλε και ανέπτυξε προφορικώς και κατέθεσεν εγγράφως ενστάσεις και αυτοτελείς ισχυρισμούς. Μετά την απάντηση της εισαγγελέως η οποία πρότεινε την απόρριψη, ο ανωτέρω δεν εζήτησεν εκ νέου τον λόγον από τον διευθύνοντα την συζήτηση προς ανταπάντηση στην εισαγγελική πρόταση και ως εκ τούτου δεν επήλθε ακυρότητα στο ακροατήριο, ώστε να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. β` ΚΠΔ, (και) εφ` όσον, κατά τ` άνω, ο πρόεδρος δεν ήτο υποχρεωμένος αυτεπαγγέλτως να δώσει και πάλι στο συνήγορο τον λόγο. Εντεύθεν και ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος….»
* ΑΠ 1527/2010
Απόσπασμα
«…Από το άρθρο 357 παρ.3 του ΚΠΔ, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος και οι άλλοι διάδικοι, όπως και οι συνήγοροί τους, έχουν δικαίωμα να απευθύνουν απευθείας στον μάρτυρα κ.λ.π. ερωτήσεις χρήσιμες για την εξακρίβωση της αλήθειας, σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 333 παρ.2, 335 παρ.2 και 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν ο διευθύνων τη συζήτηση πολυμελούς δικαστηρίου δεν δώσει τον λόγο στον συνήγορο του κατηγορουμένου, για να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες κ.λ.π. ή αν απαγορεύσει σ` αυτόν περαιτέρω ερωτήσεις, ως άσκοπες, άσχετες και γενικώς μη χρήσιμες για την ανακάλυψη της αλήθειας, επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας για έλλειψη ακρόασης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, αν έγινε αμέσως προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο για την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος και τούτο παρέλειψε να αποφανθεί επί της προσφυγής ή παρά τον νόμο την απέρριψε…(ΑΠ 1480/2005)….»
 
* ΑΠ 1108/2010
Απόσπασμα
«…Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει την άδεια στους διαδίκους, όπως και στους συνηγόρους τους, όταν το ζητήσουν, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 335 παρ.2 του ΚΠοινΔ, εναντίον των διατάξεων που εκδίδονται από τον πρόεδρο κατά τα άρθρα 141 παρ.2, 333, 334, της παρ. 1 αυτού του άρθρου και των άρθρων 337 παρ.2 και 359, μπορεί να ασκηθεί αμέσως προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 και 3 του ΚΠοινΔ, "o εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση (στα πρακτικά συνεδριάσεως) κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, και να παραδίδουν γραπτώς σ` αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά. Η απόφαση του δικαστηρίου που αρνείται ή περιορίζει την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων η οποία εκδίδεται μετά από προσφυγή κατά της άρνησης του διευθύνοντος τη συζήτηση, προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται εναντίον της οριστικής απόφασης και μόνο μαζί με αυτήν. Τα πρακτικά ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ` αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι έχουν ορισμένο αίτημα και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, ήτοι αιτήσεις ή ενστάσεις, που έχουν έννομη σημασία και πρέπει να απαντηθούν από το Δικαστήριο. Αν ζητήθηκε η κατάθεση αυτοτελών ισχυρισμών από τον κατηγορούμενη το συνήγορό του, η τυχόν άρνηση από το διευθύνοντα τη συζήτηση να δεχθεί την κατάθεσή τους, δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατ` αρθρ. 171 παρ. 1δ` του ΚΠΔ, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο προς άσκηση του δικαιώματος καταθέσεως τούτων, σε περίπτωση δε αρνήσεως αποφάσεως από το δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε ή παρά το νόμο απορρίψεως του σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου, πράγμα που πρέπει να προκύπτει αποκλειστικά από τα πρακτικά συνεδριάσεως, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως κατά τα άρθρα 170 παρ.2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β` εδ. β` του ΚΠοινΔ….»
* ΑΠ 251/2010
Απόσπασμα
«…Aπό τις διατάξεις: α) του άρθρου 273 παρ.2 ΚΠοινΔ, κατά την οποία εκείνος που ενεργεί την εξέταση του κατηγορουμένου τον προσκαλεί να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισής του, β) του άρθρου 274 εδάφ. 2 ΚΠοινΔ, κατά την οποία όποιος ενεργεί την πιο πάνωεξέταση πρέπει να ερευνά με επιμέλεια κάθε περιστατικό που επικαλείται υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια και γ) του άρθρου 6 παρ.3 περίπτ. δ` της ΕΣΔΑ, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει και επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως με τους ίδιους όρους όπως των μαρτύρων κατηγορίας, συνάγεται ότι η εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως, που προτείνονται από τον κατηγορούμενο κατά το στάδιο της προδικασίας, εξαρτάται από την κρίση του ανακριτή, ο οποίος προβαίνει σ` αυτήν, αν θεωρεί ότι είναι αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας. Η άρνηση του ανακριτή να τους εξετάσει αντιμετωπίζεται με προσφυγή στο δικαστικό συμβούλιο, για να αρθεί η διαφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 307 περίπτ. α` ΚΠοινΔ και δεν συνεπάγεται ακυρότητα της προδικασίας. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τέταρτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα, η οποία προβλήθηκε και με λόγο της εφέσεως, διότι ο ανακριτής δεν προέβη στην εξέταση πέντε μαρτύρων υπερασπίσεως, τους οποίους είχε προτείνει ο αναιρεσείων, ως κατηγορούμενος, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος….»
* ΑΠ 186/2009
Απόσπασμα
«…Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ, ακυρότητα και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Περίπτωση μη αναγνώσεως εγγράφου, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, υπάρχει και όταν το έγγραφο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και αναγνώσθηκε, χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση αυτή, πάντως, πρέπει, για να επέλθει ακυρότητα, να αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα και ποια ακριβώς και ότι αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ, στον υπό στοιχείο 1.1 λόγο αναίρεσης, αναφέρει ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, βεβαιώνεται ότι αναγνώσθηκαν, μεταξύ άλλων, τρία έγγραφα με τον ξενόγλωσσο τίτλο "από 12-12-2003 "...............", "υπ` αριθμ. Πρωτ. 153/FF/FR DOTT Χ" και " από 28-9-2005 ".......................", δίχως στην περίπτωση αυτή να βεβαιώνεται ότι αυτός (κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων) μπορούσε να κατανοήσει το περιεχόμενό τους, οπότε στερήθηκε το δικαίωμά του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τα όσα αναφέρονται στα πιο πάνω έγγραφα. Από τον προσδιορισμό, όμως, των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, δεν προκύπτει, ότι τα έγγραφα αυτά είχαν πράγματι συνταχθεί σε ξένη γλώσσα - και ποια ακριβώς - και σε κάθε περίπτωση, ότι αυτά αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί ότι ο αναιρεσείων στερήθηκε του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις ή εξηγήσεις επί τούτων, διότι δεν κατανοούσε το περιεχόμενό τους και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 δ` του ΚΠΔ.  Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως (με στοιχ. 1.1), με τον οποίο πλήττεται από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, επειδή το εκδόσαν αυτήν Δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσεώς του ξενόγλωσσα έγγραφα, χωρίς αυτά να συνοδεύονται από νόμιμη ελληνική μετάφραση ή να βεβαιώνεται στην απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο τους, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί.
Η παράλειψη αναγνώσεως εγγράφων από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, που προσκομίστηκαν από τον συνήγορο υπερασπίσεως και των οποίων εζήτησε την ανάγνωση, δεν συνιστά μόνη αυτή, έλλειψη ακροάσεως κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 ΚΠΔ, αλλά περιέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, σε περίπτωση δε αρνήσεως αποφάσεως ή παρά το νόμο απορρίψεως αυτής, τότε υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 β ΚΠΔ…
 
* ΑΠ 175/2006
Απόσπασμα
«…Έλλειψη ακρόασης, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1Β ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως επέρχεται, όπως προκύπτει από τα άρθρα 333 παρ. 2 και 335 παρ. 2 ΚΠΔ, όταν ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος, που ζήτησαν να εξετάσουν κάποιον μάρτυρα και το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί της αιτήσεως που υποβλήθηκε για το σκοπό αυτό, εφ` όσον βέβαια προσέφυγαν σ` αυτό μετά από σχετική διάταξη του διευθύνοντος τη συνεδρίαση. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) υπέβαλε αίτημα να κληθούν στο δικαστήριο και να καταθέσουν ως μάρτυρες οι υπογράψαντες τις ανωτέρω από 8.2.2001 και 16.12.2003 αναφερόμενες βεβαιώσεις της ασφαλιστικής εταιρείας «...............» (σχετικά με το ότι ο λογαριασμός του κατηγορουμένου, πρώην συνεργάτης της, πιστώθηκε με το ποσό των 323.973 δρχ. που αφορούσε την αποζημίωση για τις ζημίες του αυτοκινήτου της ................), .............. και ................ αντίστοιχα, και ότι κατ` ακολουθίαν υπήρξε απορριπτική κρίση του δικαστηρίου επί σχετικού αιτήματός του, ώστε να ανακύπτει θέμα παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων και εντεύθεν ελλείψεως ακροάσεως, ο δε περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος….»
* ΑΠ 1480/2005
Απόσπασμα
«…Από το άρθρο 357 παρ.3 του ΚΠΔ, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος και οι άλλοι διάδικοι, όπως και οι συνήγοροί τους, έχουν δικαίωμα να απευθύνουν απευθείας στον μάρτυρα κ.λ.π. ερωτήσεις χρήσιμες για την εξακρίβωση της αλήθειας, σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 333 παρ.2, 335 παρ.2 και 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν ο διευθύνων τη συζήτηση πολυμελούς δικαστηρίου δεν δώσει τον λόγο στον συνήγορο του κατηγορουμένου, για να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες κ.λ.π. ή αν απαγορεύσει σ`αυτόν περαιτέρω ερωτήσεις, ως άσκοπες, άσχετες και γενικώς μη χρήσιμες για την ανακάλυψη της αλήθειας, επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας για έλλειψη ακρόασης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, αν έγινε αμέσως προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο για την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος και τούτο παρέλειψε να αποφανθεί επί της προσφυγής ή παρά τον νόμο την απέρριψε...»
* ΑΠ 772/2004
Απόσπασμα
«…Επειδή η παράλειψη της εξέτασης προταθέντος μάρτυρα υπεράσπισης από το διευθύνοντα τη συζήτηση δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατ` άρθρ. 171 παρ. 1δ` του ΚΠΔ, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ΚΠΔ, δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο προς άσκηση τούτου, σε περίπτωση δε άρνησης απόφασης ή παρά το νόμο απόρριψης του σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακρόασης και δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β` του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση με το σχετικό δεύτερολόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω έλλειψης ακρόασης, συνισταμένης στο ότι δεν κλήθηκε από το Πρόεδρο να καταθέσει η υπ` αυτού προταθείσα μάρτυρας  υπεράσπισης ............... . Από την επισκόπηση όμως των πρακτικών που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι προτάθηκε από τον εκκαλούντα και τώρα αναιρεσείοντα κατηγορούμενο η εξέταση της παραπάνω μάρτυρας  υπεράσπισης, ενώ εξάλλου δεν επικαλείται αυτός ότι μετά την παράλειψη του Προέδρου να εξετάσει την επ΄ αυτόν προταθείσα ως άνω μάρτυρα υπεράσπισης, προσέφυγεν αυτός στο δικαστήριο και αυτό παρέλειψε να αποφασίσει ή απέρριψε το αίτημα εξέτασης της άνω μάρτυρας υπεράσπισης και δεν συνέτρεξε συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση έλλειψη ακρόασης και γι` αυτό πρέπει να απροριφθεί, ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β` του ΚΠΔ σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης….»
 
* ΣυμβΠλημΒολ 50/2010
Απόσπασμα
«…. Εξάλλου τόσο η προκαταρκτική εξέταση, όσο και η κύρια ανάκριση, οι οποίες είναι υποχρεωτικές επί κακουργημάτων (άρθρα 43 και 47 ΚΠΔ μετά την τροποποίηση με το Ν 3160/2003), αποτελούν μέρος της ποινικής προδικασίας και αποσκοπούν η μεν πρώτη στη συλλογή αποδεικτικού υλικού, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν θα ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου (άρθρο 31 ΚΠΔ), η δε δεύτερη στη συλλογή και τον έλεγχο της ουσίας της ποινικής υπόθεσης-κατηγορίας, ώστε να κριθεί τελικώς εάν ο κατηγορούμενος θα παραπεμφθεί στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 239 ΚΠΔ (Α Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία, Θεωρία-Πράξη-Νομολογία, έκδ. Β`, 2004, σελ. 312,313, Κ. Kόλλιας, Η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, τόμ. Ι, 2008, Απόλυτες και σχετικές ακυρότητες, σελ. 212). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 183, 187, 274,307 περ. α` και 309 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι η διενέργεια οιουδήποτε είδους πραγματογνωμοσύνης (γραφολογική, ιατρική κ.λπ.) απόκειται στην κρίση του Πταισματοδίκη, Ανακριτή ή του δικαστηρίου της ουσίας, η δε άρνηση του Πταισματοδίκη, Ανακριτή να ικανοποιήσει αίτημα του κατηγορουμένου για τη διενέργεια της παρέχει στον τελευταίο δικαίωμα προσφυγής στο δικαστικό Συμβούλιο προς άρση της διαφωνίας και δεν επάγεται ακυρότητα της προδικασίας ούτε θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά του Βουλεύματος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 ΚΠΔ (πρβλ. ΣυμΒΑΠ 747/2009 ΠοινΔικ 2009, 1344, ΠραξΛογΠΔ 2009, 565, ΣυμΒΑΠ 487/2007 ΠοινΔικ 2007, 1088, ΠραξΛογΠΔ 2007,347, ΣυμΒΑΠ 1611/2007 ΠοινΔικ 2008, 498)…..Μετά την απολογία των κατηγορουμένων, αυτοί προβάλουν διά των από 9.12.2009 κρινόμενων αντιρρήσεων τους την ακυρότητα όλων των πράξεων της προδικασίας, λόγω της μη ικανοποίησης του έγγραφου αιτήματος τους περί διεξαγωγής προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης, για να διαπιστωθεί εάν ο τηλεοπτικός σταθμός «... TV» εξέπεμπε από το κτήριο που υπήχθη στην ένδικη επένδυση. Το αίτημα αυτό είχε υποβληθεί από αυτούς στις 3.7.2007 κατά την υποβολή των έγγραφων εξηγήσεων τους ενώπιον του Πταισματοδίκη Βόλου στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης και αποτελούσε κατά αυτούς γεγονός κρίσιμο για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας των περί αθωότητας ισχυρισμών τους, ενώ με τη σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος τους στερήθηκαν παρανόμως ουσιώδες αποδεικτικό μέσο προς υπεράσπιση τους. Όπως στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρεται (υπό II), η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται στην κρίση του Πταισματοδίκη ή του ανακριτή (ανάλογα όπου η υπόθεση εκκρεμεί"), η δε άρνηση τους να ικανοποιήσουν αίτημα του κατηγορουμένου για τη διενέργεια της παρέχει στον τελευταίο δικαίωμα προσφυγής στο δικαστικό Συμβούλιο προς άρση της διαφωνίας και δεν επάγεται ακυρότητα της προδικασίας.
Ετσι εν προκειμένω η σιγή απόρριψη του αιτήματος των κατηγορουμένων για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από τον Πταισματοδίκη Βόλου δεν επέφερε ακυρότητα των επακολουθησάντων πράξεων της προδικασίας. Επιπλέον διά του σχετικού λόγου αντιρρήσεων, ο οποίος οριοθετεί τα όρια αρμοδιότητας του Συμβουλίου, ζητείται μόνο η απαγγελία της ακυρότητας πράξεων της προδικασίας και όχι η άρση διαφωνίας με σκοπό τη διενέργεια κατάλληλης πραγματογνωμοσύνης….»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου