Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

«Απαγόρευση μαρτυρίας δικηγόρων – κατασχέσεις και έρευνες σε γραφεία δικηγόρων» του Δικηγόρου Αθηνών κ. Ζήση Κωνσταντίνου

[Εισήγηση στην ΗΜΕΡΙΔΑ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ Δ.Σ. ΛΑΡΙΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΕΠΙΤΙΜΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΔΙΑΜΑΝΤΗ
ΜΕ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑ «Ο ΘΕΣΜΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ»]


A.- Βρίσκομαι απόψε εδώ ως Λαρισαίος, αλλά και ως συνεργάτης του τιμωμένου Γιάννη Διαμαντή.-
         Τα θέματα με τα οποία θα σας απασχολήσω προβλέπονται στο νόμο. Αρκεί, για αυτά να διαβάσει κανείς τα άρθρα 371 ΠΚ και 212, 261 και 262 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 39 παρ. 1 και 5 του νέου Δικηγορικού Κώδικος. Πιστέψτε με, λοιπόν, ότι η προφορική ανάπτυξη του κυρίου θέματος της εισηγήσεώς μου, θα είναι σύντομη, προκειμένου να δώσουμε τη δυνατότητα στον τιμώμενο, τον οποίο εξακολουθούμε να θεωρούμε Συνάδελφό μας, την ευκαιρία να αναπτύξει το θέμα του με όλη τη χρονική άνεσή του.-
Θα σας απασχολήσω, λοιπόν, κυρίως, με ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και σοβαρό ζήτημα, που συνδέεται με το δεύτερο (υπό ΙΙ!) θέμα της εισηγήσεώς μου και απασχολεί εντονώτατα την επικαιρότητα (βλ. κεφ. Γ!).-
Την εισήγησή μου, άλλωστε, θα βρείτε, σε λίγες μέρες, αναρτημένη, στην ιστοσελίδα του Δ.Σ. Λαρίσης, αλλά και του Δ.Σ. Αθηνών, όπως ανήγγειλαν, προ ολίγου, αμφότεροι οι Πρόεδροι των εν λόγω Δ.Σ., ο κ. Δημήτρης Κατσαρός, στην εισαγωγική του ομιλία και ο κ. Βασίλης Αλεξανδρής, στον χαιρετισμό του.-
Είναι αυτονόητον ότι η γραπτή εισήγησή μου, που θα διαβάσετε στις παραπάνω ιστοσελίδες, αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της εισηγήσεώς μου στη σημερινή εκδήλωση.-
Β.- Ι.-) Απαγόρευση μαρτυρίας
α.-Η προστασία του καθήκοντος σιωπής (άρθρο 371 ΠΚ) συμπληρώνεται με την απαγόρευση εξέτασης του συνηγόρου ως μάρτυρoς, τόσο στην προδικασία, όσον και στην κυρία διαδικασία (άρθρο 212 ΚΠοινΔ).
Πράγματι με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας απαγορεύεται η εξέταση του συνηγόρου ως μάρτυρος σχετικά με όσα του εμπιστεύθηκε ο πελάτης του. Επίσης ο συνήγορος κρίνει σύμφωνα με την συνείδησή του, αν και σε ποιο μέτρο πρέπει να καταθέσει όσα άλλα έμαθε με αφορμή την άσκηση του Λειτουργήματός του. Όμως είναι ευνόητον ότι, για γεγονότα που αφορούν τρίτους, μη πελάτες του δικηγόρου, αυτός, όπως όλα τα άλλα πρόσωπα, έχει τη γενική υποχρέωση προς μαρτυρία κατά τη διάταξη του άρθρου 209 ΚΠοινΔ.-

Ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 212 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η οποία απαγορεύει να εξετασθεί ως μάρτυρας, ανάμεσα σε άλλα πρόσωπα, και ο δικηγόρος, ακόμη και αν υπάρχει η συναίνεση του πελάτη του, τέθηκε για κοινωνικούς λόγους, οι οποίοι είναι υπέρτεροι από την ιδιωτική βούληση του πελάτη του. Δηλαδή η απαγόρευση εξέτασης, ως μάρτυρος, του συνηγόρου εισάγεται χάριν του «κύρους» του Δικηγορικού Λειτουργήματος.-

Παρατηρούμε λοιπόν, ότι στην ποινική δίκη, η οποία αφορά στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος, προστατεύεται πρωταρχικά η «εμπιστοσύνη του κοινού σε συγκεκριμένα επαγγέλματα» και ακολουθεί η «προστασία της σφαίρας των ιδιωτικών απορρήτων».-

Εκείνο, πάντως, που πρέπει ιδιαίτερα να τονισθεί, είναι το ακόλουθο: Η σφαίρα των ιδιωτικών απορρήτων των ατόμων, που προστατεύεται από το άρθρο 212 ΚΠοινΔ, δεν είναι παρά το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του ανθρώπου, να έχει και να διατηρεί μυστικά γεγονότα ή καταστάσεις της ιδιωτικής ζωής του, ως μια ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος της προσωπικότητας.-

β.- Έτσι από το συνδυασμό των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντ. προκύπτει ότι καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και αξιώνει τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του.-

Η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του συνηγόρου και του πελάτη του στηρίζεται στην πεποίθηση του πελάτη ότι ο συνήγορος παρέχει την εγγύηση ότι θα διατηρήσει μυστικά τα γεγονότα, που εμπιστεύθηκε σ” αυτόν.-

Τούτο σημαίνει ότι η διάταξη του άρθρου 212 ΚΠοινΔ συγκεκριμενοποιεί το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9α και 19 του Συντ., αφού επιβάλλει περιορισμούς στην απόδειξη, προκειμένου να διατηρηθεί μυστικός ένας κύκλος γεγονότων της ιδιωτικής ζωής κάθε ανθρώπου.-


Αναλυτικότερα παρατηρείται ότι στο άρθρο 212 ΚΠοινΔ, μετά από αξιολόγηση του νομοθέτη, περιέχεται μια αποδεικτική απαγόρευση, δηλαδή απαγόρευση εξέτασης των συνηγόρων. Έτσι ο ανακρίνων ή το δικαστήριο οφείλει να μην εξετάσει ως μάρτυρα το συνήγορο. H αποδεικτική, λοιπόν, απαγόρευση του άρθρου 212 ΚΠοινΔ είναι από εκείνες, που ρυθμίζονται από τον ΚΠοινΔ. Ετσι η, κατά παράβαση αυτού του άρθρου, αξιοποίηση της μαρτυρικής κατάθεσης του συνηγόρου, συνεπάγεται την ακυρότητα της διαδικασίας. Πρόκειται για σχετική ακυρότητα, η οποία πρέπει να προταθεί από τον εισαγγελέα ή τον διάδικο, που έχει έννομο συμφέρον, κατά τα άρθρα 173 και 174 ΚΠοινΔ. Επίσης, αν απορριφθεί η πρόταση της ακυρότητας από το δικαστήριο, θεμελιώνεται αναιρετικός λόγος, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β! ΚΠοινΔ.-

Έτσι εξηγείται, γιατί στη διάταξη του άρθρου 212 ΚΠοινΔ υπερισχύει η αξία του επαγγελματικού απορρήτου και ειδικότερα της εμπιστοσύνης του κοινού στο Δικηγορικό Επάγγελμα – Λειτούργημα και ακολουθεί η αξία, που έχει για την έννομη τάξη η ανακάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας.-

Για την πληρότητα της αναπτύξεως αξίζει τον κόπο να επισημανθεί η ΑΠ 1569/2013 (ΠραξΛογΠΔ 2014/24).-

γ.- Ενόψει των παραπάνω εκτεθέντων συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 212 ΚΠοινΔ, ως δικονομική κύρωση του άρθρου 371 ΠΚ, δικαιολογεί και συμπληρώνει το νομοθετικό λόγο της ποινικής ευθύνης του συνηγόρου για παραβίαση του καθήκοντος της επαγγελματικής εχεμυθείας.-

Επισημαίνεται, πάντως, ότι οι συνήγοροι του κατηγορουμένου μπορούν εξ αρχής να καταθέσουν ως μάρτυρες στο ακροατήριο του δικαστηρίου που δικάζει υπόθεση του εντολέως τους, στο μέτρο, που, σύμφωνα με τη συνείδηση τους, η κατάθεσή τους, συμπορεύεται με το συμφέρον του εντολέων τους, αφού προηγουμένως παραιτηθούν από την υπεράσπισή του.-

δ.- Τέλος πρέπει να παρατηρηθεί ότι προβλήματα δημιουργούνται από τη σύγκριση της διάταξης του άρθρου 371 ΠΚ με εκείνη του άρθρου 212 ΚΠοινΔ. Με άλλα λόγια ο κύκλος των προσώπων του άρθρου 371 ΠΚ δεν συμπίπτει με τα ορισμένα επαγγέλματα-λειτουργήματα του άρθρου 212 ΚΠοινΔ. Δηλαδή δεν επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας, αν εξετασθούν ως μάρτυρες οι βοηθοί των δικηγόρων, που, όμως, τιμωρούνται κατά το άρθρο 371 παρ. 1 και 2 ΠΚ, αν φανερώσουν ιδιωτικά απόρρητα, που τους εμπιστεύθηκαν ή που τα έμαθαν λόγω του επαγγέλματος ή της ιδιότητάς τους, εφόσον δεν περιλαμβάνονται στην περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 212 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Όμως τη διέξοδο δίνει η διάταξη του άρθρου 371 παρ. 1 ΠΚ, σύμφωνα με την οποία η πράξη μένει ατιμώρητη, αν ο υπαίτιος απέβλεπε στην εκπλήρωση του καθήκοντός του, όπως το νομικό καθήκον μαρτυρίας του άρθρου 209 ΚΠοινΔ.-

ΙΙ.- Κατασχέσεις και έρευνες σε γραφεία δικηγόρων

α.- Η προστασία του δικηγορικού απορρήτου συμπληρώνεται και με τις διατάξεις των άρθρων 261 και 262 ΚΠοινΔ. Ετσι ο δικηγόρος μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΚΠοινΔ, να αρνηθεί την παράδοση στη Δικαστική Αρχή των εγγράφων κλπ., εφόσον δηλώσει στον ανακρίνοντα ότι με αυτόν τον τρόπο θα παραβιαζόταν το δικηγορικό απόρρητο.-

Προς αυτήν την κατεύθυνση το άρθρο 39 παρ. 1 του νέου Δικηγορικού Κώδικος (Ν. 4194/2013) ορίζει ότι υπάρχει απαγόρευση έρευνας και κατάσχεσης. Συγκεκριμένως απαγορεύεται η διεξαγωγή έρευνας για την αναζήτηση εγγράφων ή άλλων στοιχείων ή των ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης αυτών, καθώς και η κατάσχεση αυτών, για όσο χρόνο βρίσκονται στην κατοχή του δικηγόρου για υπόθεση που αυτός χειρίζεται.-

Η έρευνα και η κατάσχεση στα δικηγορικά γραφεία επιτρέπεται μόνον όταν ο δικηγόρος κατηγορείται για συμμετοχή στο έγκλημα που ερευνάται, υπόθαλψη του πελάτη του ή αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Το επιτρεπτό της έρευνας και κατάσχεσης γίνεται, επίσης, δεκτόν, όταν αναζητούνται αντικείμενα, που σχετίζονται άμεσα με το έγκλημα.-

Οι ανωτέρω διατάξεις καθιερώνουν μία αποδεικτική απαγόρευση ύστερα από στάθμιση και απόφαση του νομοθέτη. Πρόκειται, όμως, για ατελείς νομικές διατάξεις, γιατί ο νομοθέτης δεν προέβλεψε τι θα γίνει, αν ο ανακρίνων παραβιάσει τις διατάξεις αυτές. Ωστόσο γίνεται δεκτόν ότι υπάρχει και απαγόρευση αξιοποίησης του παρανόμως, αμέσως ή εμμέσως, αποκτηθέντος αποδεικτικού μέσου. Όμως η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει, εφόσον το αμέσως ή εμμέσως αποκτηθέν παρανόμως αποδεικτικό μέσο αποδεικνύει την αθωότητα του κατηγορουμένου.-
β.- Η θέση του ΕΔΔΑ ως προς τη διενέργεια ανακριτικών ερευνών και κατασχέσεων σε δικηγορικά γραφεία έχει επανειλημμένως διατυπωθεί κατά την εκδίκαση προσφυγών που υποβλήθηκαν από δικηγόρους, οι οποίοι παραπονούνταν για παραβίαση της ιδιωτικής τους ζωής, όπως αυτή προστατεύεται από το άρθρο 8 της Σύμβασης.-
γ.- Περαιτέρω με την παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 3943/2011 εισήχθη νέο άρθρο 17 Α στο Ν. 2523/1997, όπου περιέχονται οι ειδικότερες ρυθμίσεις που αφορούν στο θεσμό του Οικονομικού Εισαγγελέως. Σύμφωνα με την παρ. 8 του εν λόγω άρθρου 17Α: Ο Οικονομικός Εισαγγελέας και οι Εισαγγελείς που τον επικουρούν «έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους μη υποκείμενοι σε περιορισμό της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου είδους απορρήτου και σε κάθε μορφής αρχείο Δημόσιας Αρχής ή Οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα».

Είναι προφανές, πως η αποδέσμευση του Εισαγγελέως από το δικηγορικό απόρρητο παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1,9, 9Α και 19 του Συντ., καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 6 και 8 της ΕΣΔΑ.-
δ.- Tα ίδια ισχύουν και για τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 5 Ν. 4174/2013 («Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας»), κατά την οποία:

Τρίτα πρόσωπα που δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο υποχρεούνται στη χορήγηση των πληροφοριών της παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου, εφόσον αυτές αφορούν οικονομικές συναλλαγές με τον φορολογούμενο. Για τις λοιπές πληροφορίες, που προστατεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο απαιτείται έγγραφη άδεια από τον αρμόδιο εισαγγελέα. Για τη χορήγηση της άδειας αυτής ο γενικός γραμματέας υποβάλλει στον αρμόδιο εισαγγελέα αίτημα στο οποίο μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται οι λόγοι για τους οποίους η Φορολογική Διοίκηση επιθυμεί να αποκτήσει πληροφορίες από το πρόσωπο που δεσμεύεται από το επαγγελματικό απόρρητο.

ΙΙΙ.- Νομολογία ΕΔΔΑ

Θέματα σχετικά με έρευνα σε δικηγορικό γραφείο και κατάσχεση εγγράφων αντιμετώπισε το Δικαστήριο του Στρασβούργου, το περίφημο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), με τις κατωτέρω μνημονευόμενες τρεις (3) αποφάσεις του, οποίες μπορούν να αναζητηθούν αρμοδίως:
1.- Bicos Beteiligungen (16-01-2008): …Υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης (: ΕΣΔΑ), καθώς κατά την ανακριτική έρευνα σε δικηγορικό γραφείο και την κατάσχεση εγγράφων δεν παρίστατο εκπρόσωπος του δικηγορικού συλλόγου.-
2.- Αleksanyan v. Russia: (05-06-2009): …Η έρευνα δυνάμει εντάλματος που δεν προσδιόριζε ακριβώς τι είδους έγγραφα αναζητούντο και δεν περιείχε ειδική μνεία για τυχόν έγγραφα που προστατεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο, συνεπάγεται παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης (: ΕΣΔΑ).-
3.- Stefanov x. Bulgaria (22-08-2008): …Όπου το ένταλμα έρευνας σε γραφείο δικηγόρου δεν προσδιόριζε το περιεχόμενο των εγγράφων που αναζητούνταν, κατασχέθηκε το σύνολο των περιφερειακών μηχανημάτων του υπολογιστή του δικηγόρου.-

Γ.- Προφορική ανάπτυξη

α.- Όπως διαπιστώσατε ήδη, από την ανάγνωση των προηγουμένων κεφαλαίων, τα θέματα που με αυτά θίγονται είναι, εν πολλοίς, γνωστά και, πάντως, αντιμετωπίζονται, όπως προαναφέρθηκε, από/με την απλή ανάγνωση των διατάξεων του Νόμου. Εντούτοις, πρέπει να σας απασχολήσω για λίγα λεπτά ακόμα. Το ακόλουθο θέμα πρέπει να μας απασχολήσει όλους, διότι αποτελεί ένα από τα επικίνδυνα και εξαιρετικά δυσάρεστα σημεία των καιρών:
1.- Σχετικώς προσφάτως το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, κατόπιν σχετικής ερωτήσεως του Υπουργείου Οικονομικών, γνωμοδότησε, σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα του Τύπου, ότι μπορούν να γίνονται έλεγχοι στα σπίτια, αλλά και στην επαγγελματική στέγη πολιτών (επομένως και στα δικηγορικά γραφεία), όταν υπάρχουν ενδείξεις φοροδιαφυγής, χωρίς την παρουσία Εισαγγελέα.-
2.- Η εν λόγω γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ελήφθη με πλειοψηφία των μελών του 14 προς 10, προκάλεσε δε την έντονη αντίδραση του, υλικώς αρμοδίου, υπουργού Δικαιοσύνης, θεσμικών οργάνων (βλ. αμέσως κατωτέρω), αλλά και, επιτέλους, της Ομοσπονδίας των Εφοριακών Ελλάδος, εκπρόσωπος της οποίας, σε τηλεοπτική εκπομπή, εξεδήλωσε την αντίθεσή της.-
3.- Να σημειωθεί ότι η μειοψηφία επικαλείται ειδικώς το άρθρο 9 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ, αντιθέτως, η πλειοψηφία, σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα του Τύπου, δέχθηκε ότι: «…επειδή πρόκειται για διοικητική έρευνα στην κατοικία και όχι για δικαστική, είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η είσοδος οργάνων της φορολογικής δικαιοσύνης στην κατοικία του φορολογουμένου (αμιγή ή μικτή) για τη διενέργεια φορολογικών ελέγχων με μόνη την εντολή του αρμοδίου Εισαγγελέα και χωρίς την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής αρχής κατά τη διάρκεια του ελέγχου και των ερευνών…».-

4.- Συνολική, έστω και συνοπτική, παρουσίαση του όλου θέματος έκανε η εβδομαδιαία εφημερίδα ΤΟ ΠΑΡΟΝ (17/08/2014 – σελ. 13).-

5.- Μεταξύ εκείνων που αντέδρασαν έντονα ήταν και η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, η οποία σε ανακοίνωσή της, με σχετικό Δελτίο Τύπου, διαμαρτυρήθηκε εντονότατα και κατέκρινε τη γνωμοδότηση ως απολύτως αντισυνταγματική.-

β.- 6.- Ενόψει των, κατά τα ανωτέρω, αντιδράσεων το Υπουργείο Οικονομικών απέστειλε σχετικό ερώτημα προς την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, η Διοικητική Ολομέλεια της οποίας συνεδρίασε και, κατά πλειοψηφία 6 προς 5, έκρινε εαυτήν αναρμοδία να αποφανθεί, γι′ αυτό και παρέπεμψε το θέμα στον, αρμόδιο για οικονομικά θέματα, Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Νίκο Παντελή, ο οποίος υπήρξε και εισηγητής του θέματος στην ολομέλεια.-

7.- Κατά πληροφορίες, η γνωμοδότηση του εν λόγω Δικαστικού Λειτουργού δεν πρόκειται να βραδύνει, δοθέντος ότι ο κ. Νίκος Παντελής ήταν και ο εισηγητής του θέματος στη Διοικητική Ολομέλεια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Από την εισήγησή του μεταφέρονται τα ακόλουθα αποσπάσματα:

«…Τέλος τα όρια μεταξύ προληπτικού και κατασταλτικού διοικητικού ελέγχου, ιδιαίτερα στο πεδίο της φορολογικής νομοθεσίας, είναι εντελώς δυσδιάκριτα. Πράγματι η αθρόα ποινικοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, με αναδρομική μάλιστα ισχύ ακόμη και δυσμενέστερων δικονομικών διατάξεων (βλ. Ολομ. ΑΠ Σε Συμβούλιο 1/2014) και η καθιέρωση των φορολογικών εγκλημάτων ως διαρκώς αυτόφωρων, έχει δημιουργήσει ένα θολό και δυσερμήνευτο νομικό τοπίο, εντός του οποίου ο οποιοσδήποτε έλεγχος αυτού του είδους, μπορεί να προσλάβει και χαρακτήρα ποινικό (έστω και σε βάθος χρόνου) με την ανεύρεση και κατάσχεση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ανεπίσημων φορολογικών εγγράφων ή κρυμμένων χρηματικών ποσών που μπορούν να θεωρηθούν ότι σχετίζονται με μη αποδοθέντα ΦΠΑ κλπ. Τελικό αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών ενδέχεται να είναι η υποβολή μηνυτήριας αναφοράς, οπότε οι σχετικές μεν εκθέσεις μπορεί να προσλάβουν τον χαρακτήρα εκθέσεων κατασχέσεως κατά τον ΚΠοινΔ, τα δε κατασχεθέντα στοιχεία να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα σε μία ποινική διαδικασία. Για τη διασφάλιση συνεπώς της εγκυρότητας των στοιχείων αυτών, επιβάλλεται οι κατ” οίκον έρευνες που διενεργούνται στα πλαίσια αυτά, να περιβληθούν με τις ίδιες δικαιοκρατικές εγγυήσεις που περιβάλλονται και οι ανακριτικές έρευνες, αυτές δηλαδή που αποσκοπούν στην διακρίβωση της τέλεσης αξιοποίνων πράξεων, περί των οποίων δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι διενεργούνται πάντοτε με την παρουσία δικαστικού λειτουργού.
Κατ” ακολουθία των ανωτέρω, κατά τη γνώμη μας, η παράγραφος 3 του άρθρου 25 του Ν. 4174/2013, με την οποία ορίζεται ότι «… Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να διενεργεί επιτόπιο φορολογικό έλεγχο και εκτός του επισήμου ωραρίου εργασίας εφόσον απαιτείται από το είδος των δραστηριοτήτων του φορολογούμενου. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην εντολή φορολογικού ελέγχου. Η είσοδος στην κατοικία του φορολογουμένου επιτρέπεται μόνο με εντολή του αρμόδιου Εισαγγελέα…», καθώς και η παράγραφος 3 του άρθρου 40 του αυτού ως άνω νόμου, με το οποίο ορίζεται ότι «ο Γενικός Γραμματέας (Δημοσίων Εσόδων) ή τα νομίμως εξουσιοδοτημένα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης, έχουν το δικαίωμα να προβαίνουν σε κάθε δικαστική ή οποιαδήποτε άλλη νόμιμη ενέργεια που αποσκοπεί, άμεσα ή έμμεσα, στην είσπραξη φόρων και λοιπών εσόδων, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της κατάθεσης αίτησης πτώχευσης του οφειλέτη του Δημοσίου της άσκησης αγωγής διάρρηξης. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ισχύει αναλόγως η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 25 του Κώδικα», με τις οποίες προβλέπεται η διενέργεια κατ” οίκον ερευνών από όργανα της φορολογικής διοίκησης, με απλή εντολή του εισαγγελέα και χωρίς την παρουσία δικαστικού λειτουργού, για οποιονδήποτε λόγο και αν γίνονται αυτές και οποιονδήποτε σκοπό και αν εξυπηρετούν, κείνται εκτός του πλαισίου της συνταγματικής μας τάξης και συνεπώς είναι ανεφάρμοστες …».-

γ.- 8.- Στην ανωτέρω επιχειρηματολογία μπορεί (και πρέπει) κανείς να προσθέσει και τα ακόλουθα, εξαιρετικά ενδιαφέροντα και με πλήρη θεμελίωση, νομικά κείμενα:

8.1.- Τη μελέτη του καθηγητή Αγγέλου Κωνσταντινίδη με τίτλο Έρευνες και κατασχέσεις σε δικηγορικά γραφεία, που δημοσιεύεται σε ΠΧρ ΜΕ/1995 σελ. 865 επ. και περιέχει πλήρη ανάπτυξη όλων των, σχετικών με το συγκεκριμένο θέμα, λεπτομερειών.-
8.2.- Τη γνωμοδότηση των καθηγητών Στεφ. Παύλου, Κατερ. Φουντεδάκη και Γιώργου Δημήτραινα με τίτλο Αποδεικτικές απαγορεύσεις και υιοθεσία, που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ του έτους 2002 σελ. 915 επ. Η γνωμοδότηση εγράφη εξ αφορμής ερεύνης και κατασχέσεων σε δικηγορικό γραφείο, είναι κατηγορηματικώς αντίθετη σε μια τέτοια ενέργεια, η δε επιχειρηματολογία της στηρίζεται, κατά βάση, στο Σύνταγμά μας και την προστασία των προσωπικών δεδομένων.-

8.3.- Ενόψει δε του προφορικώς αναπτυχθέντος θέματος (κεφ. Γ! ανωτ.), τη μελέτη της Ελένης Μιχαλοπούλου, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών, με τίτλο Ο θεσμός του Οικονομικού Εισαγγελέα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3943/2011, που πρόσθεσε στον Ν. 2523/1997 το άρθρο 17Α και η αντιμετώπιση των φορολογικών αδικημάτων, που δημοσιεύεται στο ίδιο, παραπάνω, περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη (2014/610 επ).-

Λάρισα, 10 Οκτωβρίου 2014

Δ.- Συμπλήρωση

Μέχρι να γίνει η τελική επεξεργασία της εισηγήσεως δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθ. 6/14.10.2014 γνωμοδότηση του ΑντεισΑΠ κ. Νικολάου Παντελή, η οποία είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και το τελικό συμπέρασμα της οποίας είναι σύμφωνο με την προπαρατεθείσα εισήγησή του προς την Διοικητική Ολομέλεια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Η υπογραφή της εν λόγω γνωμοδοτήσεως δημοσιοποιήθηκε και στον καθημερινό και οικονομικό τύπο, όπως, ενδεικτικώς, στην ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (15/10 – σελ. 19 επάνω δεξιά).-

Aθήνα, 16 Οκτωβρίου 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου