Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

ΑΠ 1141/2025 : τα γραπτά μηνύματα (sms) αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα στο πλαίσιο πολιτικής δίκης, είναι δε αδιάφορος και δεν ασκεί καμία επιρροή ο δικονομικός τρόπος προσκόμισής τους στο δικαστήριο

 



Το ανώτατο δικαστήριο δέχθηκε ότι τα sms αποτελούν «μηχανικές απεικονίσεις» κατ’ άρθρο 444 παρ. 2 ΚΠολΔ και εξομοιώνονται με ηλεκτρονικά έγγραφα, καθώς τα σύγχρονα κινητά τηλέφωνα λειτουργούν πλέον ως υπολογιστές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σκέψη της απόφασης ότι ο τρόπος εισαγωγής τους στη δίκη - είτε μέσω εκτύπωσης «στιγμιοτύπου» (screenshot) είτε μέσω απλής φωτογράφισης της συσκευής - στερείται έννομης επιρροής, ενώ, ταυτόχρονα, απορρίπτονται οι αιτιάσεις περί παραβίασης του απορρήτου, με το σκεπτικό ότι ο αποστολέας παρέχει τεκμαιρόμενη συναίνεση στον παραλήπτη να καταστεί μόνιμος κάτοχος και κοινωνός του περιεχομένου τους.


Αριθμός 1141/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Χ. Π. του Β., κατοίκου ... και 2) Ι. Π. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι.Κ., ο οποίος ανακάλεσε την από 22-11-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Τ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΚΤ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

.........................

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

........................
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της ανωτέρω προσβαλλόμενης απόφασης κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος το Εφετείο δέχθηκε: "Ο ενάγων, ο οποίος τυγχάνει κλινικός ψυχολόγος και διατηρεί γραφείο και συγχρόνως δωμάτιο στην Θεσσαλονίκη, έγγαμος και πατέρας δύο (2) ανηλίκων τέκνων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, συνήψε περί το έτος 2003 συναισθηματικό δεσμό με την πρώτη εναγομένη. Η τελευταία διατηρούσε από το έτος 1990 εμπορικό κατάστημα με αμπελουργικά είδη στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, κατάστημα το οποίο παρέλαβε από τον πατέρα της. Η γνωριμία τους έλαβε χώρα κατά τις επισκέψεις της εναγομένης στο γραφείο του ενάγοντος για ψυχοθεραπεία, μετά δε από ένα βραχύ χρονικό διάστημα, οι επισκέψεις είχαν ως εξέλιξη την ανάπτυξη έντονων συναισθημάτων, τουλάχιστον εκ μέρους του ενάγοντος. Συγκεκριμένα ο ενάγων και η εναγομένη ουσιαστικά συζούσαν στην Θεσσαλονίκη, άλλοτε στο γραφείο-διαμέρισμα του ενάγοντος, άλλοτε στην κατοικία της εναγομένης, επί της οδού ..., την ψιλή κυριότητα της οποίας είχε η εναγομένη και το δικαίωμα της επικαρπίας ο πατέρας της. Ο ενάγων μετέβαινε έκαστο Σαββατοκύριακο στην Κομοτηνή, όπου διέμενε η οικογένειά του, σύζυγος και τα δύο (2) ανήλικα τέκνα. Την οικογενειακή κατάσταση του ενάγοντος είχε γνωρίσει η εναγομένη από την αρχή της γνωριμίας τους, πράγμα το οποίο επιμελώς και για ευνόητους λόγους αρνείται. Εντός ολίγου χρονικού διαστήματος ο ενάγων εγνώρισε και την αδελφή της εναγομένης, δεύτερης εναγομένης, η οποία και αυτή μετέβαινε στο γραφείο του ενάγοντος για ψυχοθεραπεία, κάτι κοινό πλέον κοινό στην σύγχρονη εποχή, αναπτύσσοντας φιλία με τον ενάγοντα, λόγω και του συναισθηματικού του ενάγοντος με την αδελφή της. Η αδελφή της εναγομένης Ι. Π., είναι σύζυγος του Ι. Π., ο οποίος διατηρούσε ατομική επιχείρηση βυρσοδεψείου, με έδρα στην ΒΙΠΕ Θεσσαλονίκης. Ο έντονος αυτός συναισθηματικός δεσμός, ενάγοντος και πρώτης εναγομένης, ήταν αδιαμφισβήτητος και πασίδηλος στον ευρύ χώρο φίλων, συγγενών και μέρος της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης. Μάλιστα ήταν γνωστός πρωτίστως στον σύζυγο της πρώτης εναγομένης Ι. Π. και στους στενούς συγγενείς αυτών, εν όψει και του ενδεχομένου τελέσεως γάμου των διαδίκων (ενάγοντος και πρώτης εναγομένης), όπως επίστευε τουλάχιστον ο ενάγων, πράγμα το οποίο αρνείται, ευλόγως, η εναγομένη. Στα πλαίσια αυτά, εντόνου συναισθηματικού δεσμού, η πρώτη εναγομένη εζήτησε χρηματικά ποσά από τον ενάγοντα ως δάνεια και παράλληλα τον έπεισε να συνάψει δάνειο και με την αδελφή της, δεύτερης εναγομένης, Ι. Π. Ο ενάγων επείσθη εξ αιτίας και του έντονου συναισθηματικού με την πρώτη εναγομένη και έχοντας υψηλές οικονομικές δυνατότητες (ατομικά εισοδήματα από την εργασία του ως κλινικός ψυχολόγος και ιδιόκτητο διαμέρισμα επί της οδού ... καθώς και αγροτεμάχια στην περιοχή Χορτιάτη, βλ. τα υπ'αριθμ. .../2009 και υπ' αριθμ. .../2009 συμβόλαια γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Γ.), και εδάνεισε, διά της αναλήψεως των αντίστοιχων χρηματικών ποσών από τον λογαριασμό του υπ' αριθμ. ... στην Εθνική Τράπεζα τα κάτωθι χρηματικά ποσά, στην πρώτη εναγομένη α) την 16-03-2004 το ποσόν των 47.000 ευρώ β) την 12-10-2005 το ποσόν των 60.000 ευρώ γ) την 3-11-2005 το ποσόν των 20.000 ευρώ δ) την 10-07-2008 το ποσόν των 20.000 ευρώ και ε) την 3-09-2008 το ποσόν των 30.000 ευρώ, ήτοι συνολικώς το ποσόν των 177.000 ευρώ, ατόκως και χωρίς συμφωνία για τον χρόνο αποδόσεως των μερικότερων δανείων. Εξ άλλου, κατόπιν παρακλήσεως της πρώτης εναγομένης, περί τον Δεκέμβριο του έτους 2013, εδάνεισε στην δεύτερη εναγομένη, αδελφή της πρώτης εναγομένης, το ποσόν των 50.000 ευρώ. Οι εναγόμενες αρνούνται, κατηγορηματικά την κατάρτιση των ανωτέρω δανείων και μάλιστα αμφισβητούν ακόμη και ότι ο ενάγων είναι δικαιούχος του ανωτέρου λογαριασμού της εθνικής τράπεζας.. Όμως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων είναι πράγματι δικαιούχος του λογαριασμού, από την επικαλουμένη και προσκομιζομένη κίνηση του λογαριασμού του κατά το χρονικό διάστημα από 31-10-2003 έως 2-09-2010, με ημερομηνία εκτυπώσεως την 18-10-2019, όπου καταχωρούνται στις επίδικες ημερομηνίες, είτε αναλήψεις χρηματικών ποσών, είτε μεταφορές χρημάτων διά τραπεζικών επιταγών. Τούτο προκύπτει και από το συνημμένο στην κίνηση του λογαριασμού παραστατικό εισπράξεως προμήθειας χορηγήσεως αντιγράφου έκτακτης κινήσεως της εθνικής τράπεζας, με εκδότη τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας, όπου σαφώς αναγράφονται τα στοιχεία του ενάγοντος, πράγμα το οποίο καταρρίπτει τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι ο ενάγων δεν είναι δικαιούχος του ανωτέρω λογαριασμού. Βεβαίως για την κατάρτιση των δανείων δεν υπήρξε ο τύπος της έγγραφης συμφωνίας, πλήν όμως τούτο δικαιολογείται απολύτως από την στενή μακροχρόνια συναισθηματική σχέση του ενάγοντος με την πρώτη εναγομένη και τις αδιαμφισβήτητες στενές φιλικές σχέσεις, μεταξύ του αυτού ενάγοντος και της αδελφής της πρώτης εναγόμενης, δεύτερης εναγομένης αλλά και από τα έγγραφα - ηλεκτρονικά μηνύματα, σαφώς αποδεικνύοντα τις σχέσεις αυτές, όπως κάτωθι ήθελε εκτεθεί. Μετά την μακροχρόνια αυτή σχέση, η οποία διήρκεσε επί δέκα έξι (16) συναπτά έτη, από το έτος 2003 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2019, η πρώτη εναγομένη διέκοψε, με πρωτοβουλία της, τους συναισθηματικούς δεσμούς με τον ενάγοντα, ο οποίος αρνείται ότι, καίτοι ουδεμία επιρροή έχει ως προς την έκβαση της δίκης, η πρωτοβουλία διακοπής των σχέσεων προήρχετο από την εναγομένη. Τούτο είχε ως συνέπεια έκτοτε ο μεν ενάγων να ζητεί την επιστροφή των δανεισθέντων ποσών, οι δε εναγόμενες να αρνούνται να τα αποδώσουν, με τον ισχυρισμό ότι ουδέποτε έλαβε χώρα καταρτίσεως των συμβάσεων δανείου. Η αξίωση αποδόσεως των δανεισθέντων ποσών του ενάγοντος, αποδεδειγμένη, νόμιμη και βάσιμη, σε συνδυασμό με την άρνηση των εναγομένων όσον αφορά την κατάρτιση των συμβάσεων των δανείων και την διακοπή του συναισθηματικού του δεσμού με την πρώτη εναγομένη, είχε ως αποτέλεσμα, την αγανάκτησή του και εντεύθεν την τέλεση απειλών προς τις εναγόμενες, οι οποίες όμως στην έκβαση της παρούσης δίκης, ουδεμία επιρροή έχουν (άρθρ. 335 του Κ.Πολ.Δ), άλλωστε ήδη οι διάδικοι έχουν εγείρει εκατέρωθεν διάφορες αγωγές και εγκλήσεις (βλ. εκτός άλλων, την όλη διαδρομή των σχέσεών τους, όπως αποτυπώνονται στα ενδεικτικώς εκτιθέμενα ηλεκτρονικά μηνύματα, από την ηλεκτρονική διεύθυνση (e-mail) αμφοτέρων των διαδίκων και από τα ηλεκτρονικά μηνύματα - τηλεφωνικές συνδιαλέξεις αυτών και τρίτων (sms), τα οποία επικαλούνται, οι εναγόμενες κατά το δοκούν, όλοι οι διάδικοι: 1. μήνυμα την 3-12-2013 από το κινητό τηλέφωνο με αριθμ. ... της πρώτης εναγομένης "ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ, ΞΕΡΩ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣ ΛΕΦΤΑ ΑΛΛΑ ΣΕ ΙΚΕΤΕΥΩ ΔΩΣΕ ΤΑ 50.000 ΧΙΛΙΑΡΙΚΑ ΠΟΥ ΣΟΥ ΖΗΤΑΕΙ ΝΑ ΤΗΣ ΔΑΝΕΙΣΕΙΣ Η ΑΔΕΡΦΗ ΜΟΥ.... ΞΕΡΩ ΟΤΙ ΜΟΥ ΕΧΕΙΣ ΔΑΝΕΙΣΕΙ ΠΟΛΛΑ. ΘΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΩ ΝΑ ΣΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ ΕΣΤΩ ΤΑ ΜΙΣΑ. ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΤΑ 80.000 ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΔΩΣΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ...." 2. την 11-12-2013 μήνυμα από το κινητό τηλέφωνο της εναγομένης ".... ΜΕ ΕΚΑΝΕΣ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΠΟΥ ΔΑΝΕΙΣΕΣ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΤΗΝ ΑΔΕΡΦΗ ΜΟΥ" 3. Την 1-07-2014 μήνυμα από την ηλεκτρονική διεύθυνση (...), διεύθυνση, η οποία αποτυπώνεται και εκτίθεται από τον ενάγοντα και δεν αμφισβητείται, τουλάχιστον ως τότε, ηλεκτρονική διεύθυνση "Μωράκι μου .... Καταλαβαίνω ότι χρειάζεσαι χρήματα για την ανακαίνιση του σπιτιού κι ότι ζορίζεσαι επειδή δάνεισες χρήματα στην αδερφή μου. Δεν ξεχνάω ούτε τα λεφτά που δάνεισες σε εμένα για να με ξελασπώσεις με τις επιταγές ούτε τα λεφτά για το σπίτι 4.Την 13-08-2018, μήνυμα από το κινητό τηλέφωνο της εναγομένης "... ΓΙΑΤΙ ΕΙΠΕΣ ΣΤΗΝ Α. ΟΤΙ ΜΟΥ ΕΧΕΙΣ ΔΑΝΕΙΣΕΙ ΛΕΦΤΑ.... ΤΩΡΑ ΘΑ ΧΑΣΟΥΝ ΠΑΣΑ ΙΔΕΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ .. ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΞΕΡΕΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟ ΠΟΣΟ 177.000 ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΑΝ ΤΗΣ ΤΟ ΕΙΠΕΣ ΕΣΥ.." 5. την 11-10-2018 από το κινητό τηλέφωνο με αριθμό ... της δεύτερης εναγομένης (προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων δεν εκτίθενται οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις και οι αριθμοί τηλεφώνων ".. ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΕΓΩ ΘΑ ΠΩ ΣΤΟΝ Γ. ΝΑ ΣΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ ΤΑ ΛΕΦΤΑ Ή ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΙΣ 50.000 ΧΙΛΙΑΔΕΣ .... " και 6. την 4-03-2019 "ΚΑΛΗΜΕΡΑ. ΕΙΜΑΙ Ο Γ. .. ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΠΡΟΣΤΡΙΒΗ ΕΧΕΙΣ ΜΑΖΙ ΤΗΣ.... ΘΑ ΜΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΜΗ ΣΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΔΩΣΕΣ ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ....". Ανάλογα ηλεκτρονικά μηνύματα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενες, με σκοπό να καταδείξουν την προσβλητική συμπεριφορά του ενάγοντος μετά όμως την διακοπή του δεσμού τους, απέστειλε και ο ενάγων, όπως ενδεικτικώς, την 4-03-2019 προς το κινητό τηλέφωνο του συζύγου της δεύτερης εναγομένης ".. κάποιος ήταν άτακτο παιδάκι... έχω πολύ κόσμο που εξαρτάται ψυχικά από μένα ...". και λοιπά ηλεκτρονικά μηνύματα, περί της συμπεριφοράς του ενάγοντος, όλα όμως αναγόμενα στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε ήδη επέλθει η πλήρης διακοπή του συναισθηματικού δεσμού, του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης. Ειδικότερα οι εναγόμενες, οι οποίες το πρώτον διά των πρωτοδίκως κατατεθεισών εγγράφων προτάσεων (ημερομ. καταθ. 11-03-2020), επικαλέσθηκαν ηλεκτρονικά μηνύματα εκ μέρους του ενάγοντος προς αυτές και τρίτους, εν τούτοις κατ έφεση ισχυρίζονται κατά κόρον ότι τα επικαλούμενα και προσκομισθέντα διά της προσθήκης - αντίκρουσης (ημερομ. καταθ. 14-07-2020) από τον ενάγοντα ηλεκτρονικά μηνύματα -έγγραφα, είναι πλαστά και συγκεκριμένα ότι ο κατασκευαστής - πλαστογράφος των μηνυμάτων αυτών είναι ο ενάγων, ο οποίος υπεισήλθε και μάλιστα στο παρελθόν, στο λογισμικό της ηλεκτρονικής διευθύνσεως των εναγομένων και στα κινητά τηλέφωνα αυτών, άλλα και άλλων τρίτων προσώπων. Πλήν όμως, εκτός των λοιπών εκτεθέντων αποδεικτικών μέσων, και μόνο από την επισκόπηση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, προκύπτει η ταυτότητα της μοναδικής ηλεκτρονικής διεθύνσεως των μηνυμάτων με το πρόσωπο των εναγομένων, μοναδική ηλεκτρονική διεύθυνση, η οποία φέρει τον χαρακτήρα της ιδιόχειρης υπογραφής, αν και δεν έχει την παραδοσιακή μορφή της ιδιόχειρης υπογραφής, ισχύει όμως ως ιδιόχειρη τοιαύτη (βλ. ανωτέρω Νομολογία).

Εξ'άλλου ο επικαλούμενος, από τις εναγόμενες, τρόπος και μέθοδος του ενάγοντος να υπεισέλθει σε εντελώς ανύποπτο χρόνο στο λογισμικό των ηλεκτρονικών διευθύνσεων των εναγομένων και τρίτων εμπλεκομένων προσώπων, προφανώς με την συνεπικουρία ειδικού τεχνολόγου, αλλά και στο λογισμικό τρίτων εμπλεκομένων στην ένδικη διαφορά ατόμων, αντίκειται, εκτός και της αναληθείας του ισχυρισμού αυτού στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρ. 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ, βλ. περί των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ολ. ΑΠ 21/1998 Ε. Δ/νη 30.1150, ΑΠ 1609/1987 Ε. Δ/νη 29.1372, Κ. Κεραμεύς : ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, έκδ. 1986. σελ. 376, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (Τέντες ε.α. υπ'άρθρ.336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ, αριθμ. 13-16). Πρέπει να λεχθεί ότι τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τις εναγόμενες ηλεκτρονικά - τηλεφωνικά μηνύματα, προέρχονται από άγνωστους-αποστολείς, διά μέσου συστημάτων, όπως οι ίδιες ομολογούν, "anonymous" και "notify" συστήματα, τα οποία ουσιαστικώς είναι συστήματα αποκρύψεως του εκδότη-αποστολέα των μηνυμάτων και συνεπώς παντελώς αναξιόπιστα. Άλλωστε ως περιεχόμενο φέρεται να παρουσιάζουν τον ενάγοντα ως προκλητικό και υβριστικό μετά την διακοπή του συναισθηματικού δεσμού του με την πρώτη εναγομένη, όπερ ουδεμία επιρροή έχει για το αντικείμενο της δίκης (άρθρ. 335 του Κ.Πολ.Δ). Εντεύθεν, η κατά κόρον επαναλαμβανομένη ένσταση των εναγομένων, περί πλαστότητας των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Ειδικά όσον αφορά την διεξαχθείσα υπ'αριθμ. ...-2022 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία βεβαίως εκτιμάται από το Δικαστήριο ελεύθερα (άρθρ. 387 του Κ.Πολ.Δ, βλ. ολ ΑΠ 32/1990 Ε. Δ/νη 32.55, ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 384/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 325/1995 No.Β 44.813, ΑΠ 1971/1990 Ε. Δ/νη 33.828, ΑΠ 867/1988 Ε. Δ/νη 30.1323, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Τέντες) ε.α. υπ'άρθρ. 387 του Κ.Πολ.Δ), πρέπει να λεχθεί ότι εκ των πραγμάτων, λόγω του χρόνου κατά τον οποίο διεξήχθη, χρόνος αρκετά μεταγενέστερος των αποσταλλέντων ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ως προς την πλαστότητα των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, δεν συνήχθη (από τον πραγματογνώμονα) ασφαλές πόρισμα. Συγκεκριμένα σύμφωνα με την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη του πληροφοριακού-ηλεκτρονικού Δ. Ε., όπως εκθέτει επακριβώς "....1. Δεν μπορεί με ασφάλεια να διαπιστωθεί η γνησιότητα ή όχι των SMS μηνυμάτων από την στιγμή που δεν υπάρχουν ηλεκτρονικές συσκευές προς έλεγχο... 2.... 3. Εφόσον πρόκειται για ψηφιακή πειστήρια είναι απολύτως αναγκαίο να εξεταστούν οι ίδιες ηλεκτρονικές συσκευές για να διαπιστωθεί η γνησιότητα ή όχι....4. Οι φωτογραφίες των μηνυμάτων....δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετές για να διαπιστωθεί η γνησιότητα ή όχι 5. Για να διαπιστωθεί η πλαστότητα ενός μηνύματος, πρέπει προηγουμένως να αποδείξουμε την αυθεντικότητα του υποτιθεμένου ως αυθεντικού. Κάτι το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποδειχτεί, εφόσον δεν υπάρχει η τηλεφωνική συσκευή" και καταλήγει σε αντίθεση με την όλη προηγουμένη τεχνική γνώμη " ... Άρα συμπεραίνουμε ότι τα SMS μηνύματα αυτά είναι τεχνικά πλαστά 6. Κατά αντιστοιχία τα ίδια ισχύουν και είναι τεχνικά πλαστά και τα μηνύματα email.", πόρισμα ασαφές και πολύ περισσότερο ασαφές το συμπέρασμα. Στα αυτά ως άνω αόριστα και ανασφαλή συμπεράσματα, λόγω της διαδρομής χρόνου εκδόσεως-αποστολής ηλεκτρονική μηνυμάτων και του χρόνου έρευνας - αξιολογήσεως αυτών, κατέληξαν και οι δύο (2) εξετασθέντες επ'ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρες - πραγματογνώμονες Χ. Γ. και Κ. Μ. και ως εκ τούτου η εκτενώς υποβληθείσα από τις εναγόμενες ένσταση πλαστότητας των ηλεκτρονικών μηνυμάτων πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος (άρθρ. 460 του Κ.Πολ.Δ, βλ. σχετ. ΑΠ 401/2019, ΑΠ 535/2019, ΑΠ 584/2019 ΝΟΜΟΣ, Εφ. Θεσσαλ. 2490/1996 Αρμεν. 1996.1367. Εφ.Αθ 2212/1985 Ε. Δ/νη 26.723, Εφ.ΑΘ 7798/1984 Ε. Δ/νη 26.483, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Τέντες) ε.α. υπ άρθρ. 460, αριθμ. 1-6).

Συνεπώς οι εκτιθέμενοι πέντε (5) λόγοι εφέσεως, ουσιαστικά δύο (2), περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και πλημμελούς εκτιμήσεως των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τα ίδια αφού είπε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν, ουδόλως έσφαλε και συνεπώς η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλουσών λόγω της ήττας αυτών (άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της αποφάσεως. 1. Ο προβλεπόμενος κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 1389/2021).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 444 παρ 2 του ΚΠολΔ εμπίπτει στην έννοια της μηχανικής απεικόνισης, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο εισάγεται στη δίκη, [όπως με φωτογραφία από την οθόνη κινητού] το γραπτό μήνυμα, άλλως ShortMessageService γνωστό και ως SMS, το οποίο είναι υπηρεσία της κινητής τηλεφωνίας, με την οποία ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να αποστείλει ή να παραλάβει σύντομο γραπτό μήνυμα από άλλους χρήστες, στην οθόνη του κινητού του τηλεφώνου. Ήδη δε, τα κινητά τηλέφωνα από της εμφάνισής τους, πολύ δε περισσότερο σήμερα, ακολουθούν την αρχιτεκτονική των ηλεκτρονικών υπολογιστών και πρέπει να θεωρούνται όχι ως τηλέφωνα, αλλά ως ηλεκτρονικοί υπολογιστές με δυνατότητα, μεταξύ άλλων, τηλεφωνικών κλήσεων, σύνταξης ηλεκτρονικών εγγράφων παντός τύπου, πλοήγησης στο διαδίκτυο κλπ. Το δε γραπτό μήνυμα, αποτελεί ηλεκτρονικό έγγραφο, εφόσον αποτελεί σύνολο δεδομένων τα οποία ενεγράφησαν στον μαγνητικό δίσκο της υπολογιστικής μικρομονάδας του κινητού τηλεφώνου, έτυχαν ηλεκτρονικής επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα και εν συνεχεία αποτυπώθηκαν με βάση τις εντολές του προγράμματος κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο στην οθόνη του μηχανήματος και ακολούθως , στάλθηκαν με χρήση της κινητής τηλεφωνίας σε κάποιον αποδέκτη, ο οποίος στη συνέχεια τα εμφανίζει στην οθόνη του κινητού του. Ο εκάστοτε συντάκτης όμως των συγκεκριμένων εγγράφων (sms) αποδέχεται και επιδιώκει να καταγραφούν αυτά με σταθερό τρόπο σε κάποια από τις "μακροπρόθεσμες" μνήμες του κινητού τηλεφώνου του παραλήπτη (σκληρός δίσκος ή μνήμη SIM), ώστε ο τελευταίος, όχι μόνο να προβεί στην άπαξ προβολή αυτών και να λάβει έτσι γνώση του περιεχομένου τους, αλλά επιπροσθέτως, να δύναται στο μέλλον και σε κάθε στιγμή να τα ανασύρει, ώστε να τα αναγνώσει ξανά, καθιστάμενος διαρκής κάτοχος του ηλεκτρονικού εγγράφου. Η δυνατότητα δε αυτή που παρέχεται στον παραλήπτη του sms τελεί σε γνώση του αποστολέα, αφού και ο τελευταίος με τον ίδιο τρόπο πράττει. Πρέπει να γίνει δεκτό, συνεπώς, ότι υπάρχει τεκμαιρόμενη συναίνεση του αποστολέα να καταστήσει τον παραλήπτη κοινωνό και άρα νόμιμο κάτοχο του μηνύματος sms. Δικονομικά δε, τα γραπτά μηνύματα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όπως οι επιστολές, αφού σε αμφότερες τις μορφές αυτού του είδους της επικοινωνίας συνυπάρχουν τα στοιχεία της αποτυπωμένης σε αναγνώσιμη μορφή επικοινωνίας από απόσταση, ενώ η μετάβαση από την κυριαρχία της επιστολής στην κυριαρχία του sms, έγινε κυρίως λόγω του εκσυγχρονισμού της διαθέσιμης τεχνολογίας. Ο τρόπος με τον οποίο τα SMS προσκομίζονται ως αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο είναι αδιάφορος. Αν προσκομίζονται, λοιπόν, φωτογραφίες που απεικονίζουν την οθόνη του κινητού με τα SMS ή αν προσκομίζονται στο δικαστήριο φωτοαντίγραφα που απεικονίζουν SMS με τη χρήση της δυνατότητας "screenshot" (με την ελληνική ορολογία "στιγμιότυπο" ή "ψηφιακή φωτογραφία οθόνης κινήτού"), εφαρμόζεται και στις δύο περιπτώσεις η § 2 του άρθρου 444 ΚΠολΔ. Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή, κάποιος βγάζει φωτογραφία με μια άλλη συσκευή την οθόνη του κινητού που δείχνει τα SMS, ενώ στην δεύτερη περίπτωση προσκομίζει φωτοτυπίες των "screenshots" που μέσω του ίδιου του κινητού που έχει αυτή τη δυνατότητα μπορούν αυτά τα "screenshots" να προωθηθούν σε υπολογιστή με ψηφιακή μορφή και δύνανται έτσι να εκτυπωθούν. Είναι άνευ σημασίας ο τρόπος που εισάγονται στη δίκη τα μηνύματα κινητού καθώς και στις δύο περιπτώσεις συνιστούν μηχανικές απεικονίσεις. Θα ήταν μάλιστα παράδοξο να θεωρηθεί ότι, εάν ο διάδικος επιλέξει να φωτογραφίσει την οθόνη ενός κινητού που αποτυπώνει SMS (επομένως να προσκομίσει τα SMS δια μέσω της φωτογραφίας), θα τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 444 § 1 γ. Και αυτό γιατί η αποδεικτική δύναμη των περιπτώσεων της 444 § 1 γ (ήτοι και της φωτογραφίας) ρυθμίζεται ειδικά από την § 2 του άρθρου 448 ΚΠολΔ, ενώ η αποδεικτική δύναμη των στοιχείων της § 2 του άρθρου 444 ΚΠολΔ ρυθμίζεται και αυτή ειδικά από την § 3 του άρθρου 448 ΚΠολΔ, όπου στην πρώτη περίπτωση τα έγγραφα της παραγράφου 444 § 1 γ αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη, ενώ στην δεύτερη περίπτωση τα έγγραφα της § 2 του άρθρου 444 αποτελούν πλήρη απόδειξη με την επιφύλαξη και τις προϋποθέσεις του άρθρου 445 ΚΠολΔ. Ακολούθως το ΠΔ 47/2005 στο άρθρο 3 με τίτλο "Είδη Επικοινωνίας" στην παράγραφο 1 και 2 ορίζει τα εξής: § 1: "Η άρση του απορρήτου δεν αφορά την δια ζώσης επικοινωνία, αλλά κάθε είδους επικοινωνία, η οποία διεξάγεται μέσω δικτύου επικοινωνίας ή παρόχου υπηρεσιών επικοινωνιών και την οποία χρησιμοποιεί ο συνδρομητής ή χρήστης κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο της άρσης. § 2: "Τα είδη και οι μορφές επικοινωνίας, που υπόκεινται στην άρση του απορρήτου, είναι ιδίως τα ακόλουθα: ... III. Τα γραπτά μηνύματα (SMS/MMS)". Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι τα γραπτά μηνύματα κινητού (SMS/MMS) εντάσσονται στις περιπτώσεις και είδη επικοινωνίας που προστατεύονται νομοθετικά.

Επιπλέον, η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας του απορρήτου των επιστολών προκύπτει και από το άρθρο 9 § 1 εδ. β` του Συντάγματος, που ορίζει ότι "η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη", καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων". Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό. Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω διατάξεων ως προς το ζήτημα της χρήσης sms ως αποδεικτικό μέσο σε πολιτικό δικαστήριο και ειδικότερα για την απόδειξη σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων πρέπει να γίνει η ακόλουθη διάκριση α] η υποκλοπή και η χρήση του sms τρίτων προσώπων ως αποδεικτικό μέσο είναι παράνομη και απαράδεκτη , καθόσον παραβιάζει το απόρρητο των επικοινωνιών. Ακόμη και αν το περιεχόμενο του sms είναι σχετικό με την υπόθεση ,δεν μπορεί κατά κανόνα να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο, καθώς έχει αποκτηθεί παράνομα. β] αντιθέτως όταν το sms προσκομίζεται στο δικαστήριο από τον αποστολέα ή τον παραλήπτη του , ;ήτοι από ένα από τα μέρη που συμμετείχαν στην επικοινωνία είναι κατ' αρχήν επιτρεπτή η χρήση του ως αποδεικτικό μέσο , καθόσον δεν παραβιάζεται το απόρρητο των επικοινωνιών. Ωστόσο η χρήση sms σε πολιτικό δικαστήριο, [ειδικότερα για την απόδειξη σύμβασης που έχει καταρτιστεί μεταξύ του παραλήπτη και του αποστολέα του] αποτελεί ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών, και προς τούτο απαιτείται η προσεκτική στάθμιση των δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων μερών α] με βάση την αρχή της αναλογικότητας , που σημαίνει ότι η χρήση sms ως αποδεικτικό μέσο πρέπει να είναι ανάλογη με τον σκοπό της δίκης και να μην παραβιάζει τα δικαιώματα του αποστολέα και του παραλήπτη στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων , β] σε περίπτωση που το sms περιέχει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα απαιτείται η ρητή συγκατάθεση του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα γ] ότι τα μηνύματα έχουν σχέση με την υπόθεση που εκδικάζεται και αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς του παραλήπτη, και έτσι ικανοποιούν το συμφέρον του για έννομη προστασία [άρθρο 20 του Συντάγματος] . Αντίθετο περί των ανωτέρω πόρισμα διευρύνει την έννοια του "απορρήτου", ώστε να απαγορεύεται ακόμα και η προσκόμιση επιστολής, τηλεομοιοτυπίας (fax) ή ηλεκτρονικού μηνύματος (email) στο πλαίσιο πολιτικής δίκης μεταξύ αποστολέα και παραλήπτη, συνακόλουθα δε να δυσχεραίνεται ουσιωδώς το ερειδόμενο στο άρθρο 20 § 1 Συντάγματος δικαίωμα απόδειξης.

Επίσης είναι εμφανές ότι και το ΠΔ 47/2005 αφορά τα SMS/MMS στις περιπτώσεις όμως που κάποιος παρεμβαίνει σε SMS/MMS σε συνομιλία τρίτων, δηλαδή, όταν διαθέτει μηχανισμό να υποκλέπτει και να αποθηκεύει γραπτά μηνύματα τρίτων και όχι δικών του με τον συνομιλητή του.

Περαιτέρω , από το συνδυασμό των άρθρων 457 παρ 2 και 3, 460, 461 και 463 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων [ΚΠολΔ 455] δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δηλώσεως περί αρνήσεως της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί. Εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλούμενου την πλαστότητα βαρυνομένου με την απόδειξή της (ΚΠολΔ 463). Και αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγεται το έγγραφο η πλαστότητα του περιεχομένου, τούτο κατά το πλαστό μέρος του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύπτει ότι τούτο είναι γνήσιο, τότε το έγγραφο είναι ληπτέο. Αν όμως το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την πλαστότητα του περιεχομένου του λάβει ή δεν λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 α' του ΚπολΔ, αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. [ΑΠ 977/2017, ΑΠ 525/2010, ΑΠ 72/2008, ΑΠ 655/2003, ΑΠ 1323/1996].

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια , που συνίσταται στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν είναι νόμιμα , σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ 1, 19, 9 του Συντάγματος, 4 του πδ 47/2005 και 444 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα τα τέσσερα sms που προσκομίστηκαν από τον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο παραλήπτη αυτών σε φωτογραφία από την οθόνη του κινητού του , τα οποία του είχαν αποστείλει οι εναγόμενες ήδη αναιρεσείουσες και διότι οι τελευταίες επικαλέσθηκαν την πλαστότητά τους ,ενώπιον του Εφετείου Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων '......τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ηλεκτρονικά μηνύματα είτε δια μέσου κινητού τηλεφώνου, είτε δια μέσου ηλεκτρονικού υπολογιστή ηλεκτρονικής διεύθυνσης [e-mail ] .....πρέπει να σημειωθεί ότι το πρώτον έγινε επίκληση και προσκόμιση ηλεκτρονικών μηνυμάτων , δια των εγγράφων προτάσεων στην πρωτόδικη δίκη από τις εναγόμενες, [ημερ. κατάθεσης 11-3-2020] και εν συνεχεία ο ενάγων παραδεκτώς επικαλέσθη και προσκόμισε ηλεκτρονικά μηνύματα δια της προσθήκης- αντίκρουσης [ημερ. κατ. 14-7-2020 στα νόμιμα πλαίσια του άρθρου 237 παρ 2 εδ β του ΚΠολΔ,], ούτως δε ή άλλως λαμβάνονται υπόψιν από το Δικαστήριο τούτο ως νέα αποδεικτικά μέσα κατ' άρθρο 529 παρ 1 του ΚΠολΔ, για την απόδειξη της στενής μακροχρόνιας συναισθηματικής σχέσης του ενάγοντος με την πρώτη εναγόμενη και τις αδιαμφισβήτητες στενές φιλικές σχέσεις μεταξύ του αυτού ενάγοντος και της αδελφής της πρώτης εναγόμενης , από τις οποίες δικαιολογείται απολύτως η κατάρτιση των δανείων για τα οποία δεν υπήρξε ο τύπος της έγγραφης συμφωνίας, μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγόμενης και ενάγοντος και δεύτερης εναγόμενης. Το Εφετείο που έλαβε αυτά υπόψη και δέχθηκε ότι είναι νόμιμα αποδεικτικά μέσα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον, σύμφωνα και με τα αναγραφόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη α. τα sms, εμπίπτουν στην έννοια των μηχανικών απεικονίσεων κατ' άρθρο 444 παρ 2 του ΚΠολΔ χωρίς να ασκεί επιρροή ο δικονομικός τρόπος προσκόμισης αυτών , όπως στην προκείμενη περίπτωση σε φωτογραφίες από την οθόνη του κινητού τηλεφώνου και β. ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν παραβιάζεται το κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ1, 9 και 19 του Συντάγματος δικαίωμα των αναιρεσειουσών στην ελευθερία της επικοινωνίας και στο απόρρητο αυτής με την χρήση των sms ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον αυτά προσκομίστηκαν από τον ίδιο τον παραλήπτη , που ήταν ένα από τα μέρη που συμμετείχαν στην επικοινωνία , το περιεχόμενο αυτών σχετίζονταν άμεσα με την υπόθεση και η χρήση τους ήταν αναγκαία και πρόσφορη για την ικανοποίηση του συμφέροντος του ενάγοντος για έννομη προστασία [άρθρο 20 του Συντάγματος], που συνίστατο στην απόδειξη του δικαιώματός του για απόδοση σε αυτόν από τις εναγόμενες των χρηματικών ποσών που τις είχε δανείσει και δεν παραβιάζει τα δικαιώματα των εναγόμενων [που τα απέστειλαν] στην ιδιωτική τους ζωή και στην προστασία των προσωπικών τους δεδομένων.

Εξάλλου στην προκείμενη περίπτωση τα εν λόγω SMS δεν αποτελούν παρέμβαση σε συνομιλία τρίτων ,οπότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του ΠΔ 47/2005. Περαιτέρω σύμφωνα με την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης οι εναγόμενες, οι οποίες το πρώτον δια των πρωτοδίκως κατατεθεισών εγγράφων προτάσεων [ημερομ καταθ 11-03-2020], επικαλέσθηκαν ηλεκτρονικά μηνύματα εκ μέρους του ενάγοντος προς αυτές και τρίτους, εν τούτοις κατ' έφεση ισχυρίζονται κατά κόρον ότι τα επικαλούμενα και προσκομισθέντα δια της προσθήκης- αντίκρουσης [ημερομ καταθ 14-07-2020] από τον ενάγοντα ηλεκτρονικά μηνύματα- έγγραφα, είναι πλαστά και συγκεκριμένα ότι ο κατασκευαστής-πλαστογράφος των μηνυμάτων αυτών είναι ο ενάγων, ο οποίος υπεισήλθε και μάλιστα στο παρελθόν, στο λογισμικό της ηλεκτρονικής διευθύνσεως των εναγομένων και στα κινητά τηλέφωνα αυτών, άλλα και άλλων τρίτων προσώπων.

Πλην όμως, εκτός των λοιπών εκτεθέντων αποδεικτικών μέσων , και μόνο από την επισκόπηση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, προκύπτει η ταυτότητα της μοναδικής ηλεκτρονικής διευθύνσεως των μηνυμάτων με το πρόσωπο των εναγομένων, μοναδική ηλεκτρονική διεύθυνση , η οποία φέρει τον χαρακτήρα της ιδιόχειρης υπογραφής , αν και δεν έχει την παραδοσιακή μορφή της ιδιόχειρης υπογραφής, ισχύει όμως ως ιδιόχειρη τοιαύτη.......... Εντεύθεν, η κατά κόρον επαναλαμβανόμενη ένσταση των εναγομένων, περί πλαστότητας των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν'

Επομένως το Εφετείο παραδεκτώς έλαβε υπόψιν και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τα ανωτέρω έγγραφα και δεν συντρέχει η επικαλούμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμό 11α ΚΠολΔ και συνεπώς ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 393 § 1 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο της φερόμενης σύναψης των ένδικων συμβάσεων δανείου, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες ευρώ (30.000) ευρώ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 394 § 1 περ.α και β του ίδιου Κώδικα, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση, εάν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης, που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη και αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο .Για την ύπαρξη αρχής έγγραφης απόδειξης από έγγραφο απαιτείται αυτό να πιθανολογεί, δηλαδή να καθιστά πιθανό το αμφισβητούμενο γεγονός. Τούτο συμβαίνει, όταν από το έγγραφο δεν αποδεικνύεται πλήρως το αμφισβητούμενο γεγονός, αλλά αναφέρονται σ` αυτό περιστατικά, από τα οποία με πιθανότητα μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για την ύπαρξη του αμφισβητούμενου γεγονότος. Πότε δε το έγγραφο καθιστά πιθανό το αποδεικτέο γεγονός είναι ζήτημα πραγματικό. Αν το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, κρίνει ότι υπάρχει πιθανολόγηση για το αποδεικτέο γεγονός, δέχεται τη συνδρομή της αρχής έγγραφης απόδειξης και επιτρέπει βάσει αυτής τη μαρτυρική απόδειξη. (ΑΠ 1353/23, ΑΠ 1370/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια , που συνίσταται στο ότι το Εφετείο για την απόδειξη της σύναψης των ενδίκων συμβάσεων δανείων, η αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ ,επέτρεψε την απόδειξη με μάρτυρες , διότι δέχθηκε ότι υπήρχε αρχή έγγραφης απόδειξης, που πήγαζε από φωτογραφίες μηνυμάτων δια κινητού τηλεφώνου , οι οποίες ,όμως , κατ' άρθρο 444 του ΚΠολΔ δεν εμπίπτουν στην έννοια του εγγράφου, παραβιάζοντας έτσι τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων .Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για την κατάρτιση των επίδικων δανείων στην ηθική αδυναμία κτήσης έγγραφης συμφωνίας λόγω της προσωπικής σχέσης των διαδίκων, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. (ΑΠ 544/2023). 3. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ` ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 242/2023). Καμία, ωστόσο, διάταξη επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ` είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 440/2024, ΑΠ 566/2023). Έτι περαιτέρω οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (άρθ. 390 του ΚΠολΔ), όπως είναι οι τεχνικές εκθέσεις ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας, και, κατά συνέπεια, δεν απαιτείται να μνημονεύεται ειδικά από το εν λόγω δικαστήριο, ούτε να αντιδιαστέλλεται από τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα και γενικότερα από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης αυτού (ΟλΑΠ 848/1981], σε αντίθεση προς τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκαν από το δικαστήριο στο πλαίσιο της ανοιγείσας δίκης (άρθ. 368 επ. του ΚΠολΔ), που συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά (ΑΠ 445/2019]

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ,που συνίσταται στο ότι , δεν καθίσταται κατά τρόπο αναμφίβολα βέβαιο ,ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την από 28.7.2022 τεχνική έκθεση του διορισθέντος από αυτές κατ' άρθρα 391 του ΚΠολΔ τεχνικού τους συμβούλου Χ. Γ., προς απόδειξη του περί πλαστότητας των εν λόγω μηνυμάτων ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού τους, διότι αυτή δεν αναφέρεται ρητά στο αιτιολογικό του δικαστηρίου της ουσίας.

Πλην, όμως, από την προαναφερθεία παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης , και δη από τη ρητή διαβεβαίωση που υπάρχει στο αιτιολογικό της περί της λήψης υπόψη όλων των εγγράφων στην έννοια των οποίων εμπίπτει και η τεχνική έκθεση του ανωτέρω συμβούλου, ο οποίος επιπροσθέτως εξετάστηκε κατ' άρθρο 413 του ΚΠολΔ και ως μάρτυρας στο ακροατήριο, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της μη πλαστότητας αυτών [εγγράφων] , έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το ως άνω αποδεικτικό μέσο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτού , καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Μετά ταύτα ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

4.Ακολούθως με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 11 γ του αριθμού 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου που περιείχετο στο από 11.6.2019 σημείωμα παροχής εξηγήσεων στο Πταισματοδίκη του Δ' Τμήματος Θεσσαλονίκης επί των σε βάρος αυτού εγκλήσεων που υπέβαλε ο Ι. Π. [σύζυγος της δευτέρας εναγόμενης] , στην οποία ανέφερε ότι γνωρίστηκε με αυτόν πριν από 3-4 χρόνια , και επομένως δεν είχε προβεί σε δανεισμό αυτού μέσω της συζύγου του [δευτέρας αναιρεσείουσας] με το ποσό των 50.000 ευρώ τον Ιούνιο του 2015 για την αντιμετώπιση των οικονομικών του προβλημάτων . Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προερχόντως ως αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη βεβαιώνεται ότι λήφθηκαν υπόψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα.

5.Περαιτέρω οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται μόνο σε περίπτωση που ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Αντίθετα, δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί, αν παραβιάσθηκαν κανόνες του δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικής προστασίας. Υπό την έννοια αυτή, δεν είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου οι διατάξεις των άρθρων 432, 435, 446, 457 και 460 επ.[ένσταση πλαστότητας εγγράφων] για τις αποδείξεις [ΑΠ 621/2019] Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη για τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεις, που συνίστανται ότι το Εφετείο κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 435,446, 457 και 460 επ του ΚΠολΔ ,τις οποίες ευθέως παραβίασε , δεν απεφάνθη οριστικά και χωρίς ενδοιασμούς επί του προταθέντος από αυτές ισχυρισμού τους περί της πλαστότητας των μηνυμάτων [δυνάμει των οποίων σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις κρίθηκε η ύπαρξη των ενδίκων συμβάσεων δανείων]. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος , εφόσον δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης σε περίπτωση παράβασης των ανωτέρω δικονομικών διατάξεων Έτι περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφ. β` του ΚΠολΔ πλημμέλεια , με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά την εφαρμογή των άρθρων 444 και 457 του ΚΠολΔ παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εξακρίβωση της πλαστότητας και της γνησιότητας των μηνυμάτων που απέστειλαν από τα κινητά τους τηλέφωνα και από το ηλεκτρονικό τους ταχυδρομείο Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος , καθώς οι επικαλούμενες αιτιάσεις ανάγονται σε πλημμέλειες διατάξεων του δικονομικού δικαίου για τις οποίες δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, που αφορά μόνο στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

6.Ο από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ειδικότερα στην περίπτωση που το Δικαστήριο δέχθηκε έγγραφα ως πλαστά χωρίς να έχει προηγηθεί η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία απόδειξης της πλαστότητάς τους ,ιδρύεται ο λόγος αυτός εφόσον το δικαστήριο παραβιάζει θεμελιώδεις δικονομικούς κανόνες σχετικά με τη λήψη και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και κατ' ουσίαν παραβιάζει το δικαίωμα του διαδίκου για ακρόαση και δίκαιη δίκη.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα , τα οποία είναι πλαστά, χωρίς το Δικαστήριο να προβεί στην προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία απόδειξης της πλαστότητάς τους. Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε αυτά ως πλαστά χωρίς απόδειξη, ενώ από την προαναφερθείσα παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν είναι πλαστά μετά τη λήψη και την αξιολόγηση του συνόλου των προσκομιζόμενων μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, πλέον του ότι, όπως προαναφέρθηκε δέχθηκε ότι από την επισκόπηση και μόνο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, προκύπτει η ταυτότητα της μοναδικής ηλεκτρονικής διεύθυνσης των μηνυμάτων με το πρόσωπο των εναγομένων, μοναδική ηλεκτρονική διεύθυνση , η οποία ισχύει ως ιδιόχειρη υπογραφή.

7. Έτι περαιτέρω με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης και με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα προαναφερθέντα αποδεικτικά έγγραφα [μηχανικές απεικονίσεις] , τα οποία δεν ήταν γνήσια , αλλά πλαστά, παρ' ότι προβλήθηκε η άρνηση της γνησιότητάς τους, η οποία, δεν εξετάστηκε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την προαναφερθείσα επισκόπηση της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο ελέγχοντας το μείζον του ανωτέρω υποβληθέντος αρνητικού ισχυρισμού, ήτοι την ένσταση πλαστότητας αυτών ως προς την υπογραφή του εκδότη και το περιεχόμενό τους, την οποία απέρριψε ως ουσία αβάσιμη, ήλεγξε κατ' ουσίαν και τον περί άρνησης της γνησιότητας ισχυρισμό, εφόσον υπάρχει σύμπλεξη γνησιότητας και πλαστότητας και τα στοιχεία του εγγράφου που προσδίδουν σ' αυτό την ιδιότητα του γνησίου, τα αυτά στην αρνητική τους μορφή προσδίδουν και το στίγμα του πλαστού. 8. Kατά τις διατάξεις των άρθρου 457 παρ. 2και 3 του ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξή της προσβολής του ως πλαστού. Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα εξής: α) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρο 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, του ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου για τη γνησιότητά του. Ο αντίδικός αυτού έχει το βάρος της δηλώσεως για άρνηση της γνησιότητας, ο δε διάδικος της αποδείξεως αυτής, αν αμφισβητηθεί, με κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 55/2022, AΠ 1437/2019 ΑΠ85/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια , με την οποία οι αναιρεσείουσες επικαλούνται την εσφαλμένη από το δικαστήριο εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας των ανωτέρω εγγράφων, [την οποία κατά την αιτίασή τους το Δικαστήριο επέβαλε σ' αυτές - αντιδίκους του προσκομίζοντας αυτά ]. Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα και σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η οποία επισκοπείται παραδεκτά κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της γνησιότητας των αναφερόμενων sms συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν όλοι οι διάδικοι [αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητος] ,τα οποία κατέστησαν κοινά μέσα απόδειξης κατ' επιταγή του άρθρου 346 ΚΠολΔ , διότι το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις αποδείξεις που προσκομίζουν όλοι οι διάδικοι προκειμένου να καταλήξει στην αποδεικτική του κρίση περί της γνησιότητας των εγγράφων αυτών . 9.Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), Οι ισχυρισμοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να επιδρούν στην έκβαση της δίκης και να επηρεάζουν ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της απόφασης.

Εξάλλου στην έννοια του πράγματος εμπίπτει ο ισχυρισμός περί μη γνησιότητας εγγράφου [ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 1708/2014] Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, ΑΠ 232/24].

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από τις αναιρεσείουσες ισχυρισμό περί άρνησης της γνησιότητας των ανωτέρω αναφερόμενων μηνυμάτων. Ο ανωτέρω ισχυρισμός συνιστά νόμιμη δικονομική ένσταση και ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, ο οποίος ,όμως, είναι αβάσιμος , εφόσον στην προκειμένη περίπτωση ελήφθη υπόψιν από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε. Ελλείποντος άλλου λόγου αναίρεσης και προσθέτου λόγου αναίρεσης προς εξέταση πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της με αριθμό 516/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 του ΚΠολΔ] και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε δια πληρεξουσίου και κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματος αυτού [άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ]

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΣ

Συνεκδικάζει την από 20.4.2023 αίτηση και τους από 14.10.2024 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθμό 516/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την ανωτέρω αναίρεση και πρόσθετους λόγους.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια ευρώ [2700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου