Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

"Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΜΑΧΗΤΗΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΣ" [Του Αντώνη Π. Αργυρού, Δικηγόρου ΑΠ]








ΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε μια συνέντευξη που παραχώρησε το 1919, έλεγε: «Κατ' επανάληψιν διηρωτήθην εάν θα έπρεπε να είμαι δικηγόρος κατ' επάγγελμα και επαναστάτης κατά διαλείμματα ή και αντιστρόφως. Αφ' ης όμως οι συμπολίται μου συνάντησαν αντίστασιν εις τας προσπάθειας των δια την ένωσιν της Κρήτης με την μητέρα Ελλάδα, φυσικά έγινα πλέον επαναστάτης κατ' επάγγελμα»
            
Έχω την εντύπωση πως ο Εθνάρχης έδωσε το παράδειγμα του ιδανικού δικηγόρου και κατά τον Εισαγγελέα του ΑΠ Ε. Κρουσταλλακη[1]: «ο ιδανικός δικηγόρος - και κατά προέκταση ο άξιος της αποστολής του Δικηγορικός Σύλλογος –πρέπει να συγκροτείται  από επαναστάτες κατά διαλείμματα, που από την αποστολή τους είναι, οφείλουν να μετατρέπονται σε επαναστάτες κατ' επάγγελμα, κάθε φορά που διαπιστώνουν τη φαλκίδευση των αρχών του κράτους δικαίου ή την παραβίαση των ατομικών ελευθεριών και των κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών, κάθε φορά που βλέπουν την απονομή της Δικαιοσύνης να χωλαίνει και την εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου να μη ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες
1.1.- EΙΣΑΓΩΓΗ:
Με  αίτηση Ακυρώσεως του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, το ΣτΕ  με την 3944/2015 Απόφαση του ακύρωσε  την κοινή υπουργική απόφαση 1038460/2439/Β0010/15.4.2009 των υφυπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών, περί απευθείας παραχώρησης έναντι ανταλλάγματος του δικαιώματος απλής χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης μεγάλων λιμνών και πλεύσιμων ποταμών στους ΟΤΑ α' βαθμού.
Για μια ακόμα φορά ο Δ.Σ.Α βρέθηκε πρωτοπόρος στην υπεράσπιση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Άλλωστε η Ιστορία του τόπου αυτού έχει αναφέρει πολλά παραδείγματα που το δικηγορικό Σώμα βρέθηκε στην πρωτοπορία των κοινωνικών και εθνικών αγώνων.
Το 1952 με την πρωτοβουλία  του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακάριου Γ΄, ο κυπριακής καταγωγής δημοσιογράφος Αχιλλέας Κύρου και οι δικηγόροι Σάββας και Σωκράτης Λοϊζίδης, ήσαν οι πρωταγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου .
Ο ρόλος αυτός του δικηγόρου και των δικηγορικών συλλόγων, σαν  μαχητή και υπερασπιστή των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων πρέπει είναι κυρίαρχος και να  συμπληρώνει την  βασική ιδιότητα του   δικηγόρου ως  «συλλειτουργού της δικαιοσύνης»[2].Οι δικηγορικοί Σύλλογοι αλλά και μεμονωμένοι δικηγόροι έδωσαν και δίνουν σε όλη την διάρκεια του Εθνικού μας βίου  στους Εθνικούς Αγώνες και πολλαπλές μάχες  για την υπεράσπιση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων σε όλες τις εποχές. Μέσα στα πλαίσια αυτά ο ΔΣΑ ,με μαχητικές παρεμβάσεις αλλά και με την άσκηση νομίμων ενδίκων μέσων παρεμβαίνει για την προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των Πολιτών. Οι παρεμβάσεις αυτές ασκούνται νόμιμα σύμφωνα με το άρθρο 199 του παλιού Κώδικα περί δικηγόρων ΝΔ 3026/1954:

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Νόμιμη η τοποθέτηση κάμερας στο ασανσέρ σύμφωνα με την Αρχή Προστασίας Δεδομένων [ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘΜ. 124/2015]


Σύμφωνα με την απόφαση 124/2015 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων, η τοποθέτηση κάµερας εντός του χώρου του ανελκυστήρα σε συγκροτήµατα κατοικιών είναι ανεκτή και σύµφωνη µε το ν. 2472/1997 σύµφωνα µε την αρχή της αναλογικότητας, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις νοµιµότητας που θέτει η Οδηγία 1/2011 της παραπάνω Αρχής, που ρυθµίζει το ζήτηµα συστηµάτων βιντεοεπιτήρησης. Θα πρέπει όμως να υπάρχει σαφής και ρητή ενηµέρωση των εισερχοµένων στον ανελκυστήρα - και στο εσωτερικό και στις εισόδους του - ότι ο θάλαµος βιντεοσκοπείται. Θα πρέπει δηλαδή να τοποθετηθεί ειδικώς εντός του θαλάµου του ανελκυστήρα αλλά και στην είσοδο αυτού (σε κάθε όροφο του συγκροτήµατος) σχετική ενηµερωτική πινακίδα µε περιεχόµενο που προβλέπεται στο άρθρο 12 της Οδηγίας 1/2011.

Κατα την απόφαση : "... Ειδικότερα, σύµφωνα µε το άρθρο 15 της ανωτέρω Οδηγίας, όπου ρυθµίζεται το ζήτηµα της εγκατάστασης συστήµατος βιντεοεπιτήρησης σε συγκροτήµατα κατοικιών ή γραφείων, «1. Η εγκατάσταση συστήµατος βιντεοεπιτήρησης σε συγκροτήµατα κατοικιών για την ασφάλεια κοινόχρηστων χώρων και των προσώπων που κυκλοφορούν σε αυτούς µπορεί να πραγµατοποιηθεί µόνο µε απόφαση του οργάνου που είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση του συγκροτήµατος (π.χ. της Γενικής Συνέλευσης της πολυκατοικίας) σύµφωνα µε τις διατάξεις του οικείου Κανονισµού και, εφόσον τέτοια εγκατάσταση δεν προβλέπεται στον Κανονισµό, απαιτείται και συναπόφαση των δύο τρίτων των ενοίκων της πολυκατοικίας (όπου σε κάθε ένοικο αντιστοιχεί µία ψήφος). 2. Υπεύθυνος επεξεργασίας του συστήµατος βιντεοεπιτήρησης είναι η Γενική Συνέλευση του συγκροτήµατος. 3. Οι κάµερες του συστήµατος βιντεοεπιτήρησης δεν επιτρέπεται να ελέγχουν την πρόσβαση στα κατ’ ιδίαν διαµερίσµατα. Η µονάδα ελέγχου δεν επιτρέπεται να βρίσκεται σε διαµέρισµα, αλλά πρέπει να εγκαθίσταται σε κοινόχρηστο χώρο µε ελεγχόµενη πρόσβαση (π.χ. κοινόχρηστη αποθήκη), εκτός αν η επεξεργασία πραγµατοποιείται από εξουσιοδοτηµένο προσωπικό ασφαλείας (π.χ. εταιρεία ασφαλείας ως εκτελούσα την επεξεργασία)".

Διαβάστε όλη την απόφαση εδώ : ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘΜ. 124/2015

H φωτογραφία της ανάρτησης είναι από την ιστοσελίδα : http://www.nextlevel.gr/#!home-nextlevel/mainPage NEXTLEVEL ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΕΣ

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Πολιτική Αγωγή: Εφαρμογή του νέου άρθρου 261 ΑΚ και επί εγκλημάτων που τελέστηκαν πρίν την ψήφιση του Ν. 4139/2013 [του Χαράλαμπου Θ. Σεβαστίδη, Προέδρου Πρωτοδικών]


Α. Τοποθέτηση του προβλήματος.
Μετά την ψήφιση του Ν. 4139/2013, που τροποποίησε το άρθρο 261 ΑΚ, τα δικαστήρια της ουσίας προβληματίζονται σχετικά με την εφαρμογή της νέας διάταξης του άρθρου 261 ΑΚ επί εκκρεμών υποθέσεων. Κύρια αιτία του προβληματισμού είναι η τυχόν απαγόρευση της εφαρμογής αυτής στο άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ , αλλά και στο άρθρο 7 παρ. 1 Συντ.
Για την κατανόηση του προβληματισμού θα φέρουμε ένα παράδειγμα:
Ο Α τελεί ένα πλημμέλημα τον Μάιο του 2008. Ο Β, ζημιωθείς από το πλημμέλημα αυτό, υποβάλλει άμεσα (τον Μάιο του 2008) έγκληση, δηλώνοντας ταυτόχρονα καθ’ όλα σύννομα και παράσταση πολιτικής αγωγής. Τελικά, η υπόθεση προσδιορίζεται να συζητηθεί στο ακροατήριο για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 2013, χωρίς μέχρι τότε να επαναληφθεί η δήλωση παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος. Ερωτάται, λοιπόν, με δεδομένο ότι ο χρόνος έναρξης ισχύος του Ν. 4139/2013 τοποθετείται στις 20.3.2013 (ημερομηνία δημοσίευσής του στο ΦΕΚ), αν ο πολιτικώς ενάγων πρέπει (μετά από σχετική ένσταση του κατηγορουμένου) να αποβληθεί από τη διαδικασία ή όχι. Και τούτο διότι υπό την προγενέστερη μορφή του άρθρου 261 ΑΚ η αξίωση του ζημιωθέντος θα είχε παραγραφεί, ενώ υπό το νέο καθεστώς η διακοπή της παραγραφής διαρκεί μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης.
Β. Η τροποποίηση του άρθρου 261 ΑΚ με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 και η επίδρασή της στην ποινική δίκη.
         Με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 αντικαταστάθηκε το άρθρο 261 ΑΚ, το οποίο προβλέπει πλέον στην παρ. 1 ότι η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αρχίζει πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, στην παρ. 2 ότι αν οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων απ’ αυτούς, η παραγραφή αρχίζει πάλι 6 μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύδει την πρόοδο της δίκης και στην παρ. 3 ότι οι διατάξεις του άρθρου 261 ΑΚ υπό τη νέα της μορφή εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (1).
         Με βάση τη νέα αυτή διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ πρέπει να γίνει δεκτό ότι μετά τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία, η οποία συνιστά άσκηση αγωγής(2) και μάλιστα ανεξάρτητα αν η δήλωση αυτή γίνεται στην προδικασία ή στο ακροατήριο, διακόπτεται η παραγραφή, χωρίς να ξαναρχίζει όπως συνέβαινε υπό το προγενέστερο καθεστώς. Η επανέναρξη της παραγραφής τοποθετείται χρονικά μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Στα πλαίσια της ποινικής δίκης δεν φαίνεται να έχει εφαρμογή η παρ. 2 του άρθρου 261 ΑΚ, που προβλέπει επανέναρξη της παραγραφής σε περίπτωση αδράνειας των διαδίκων και μη διενέργειας της προβλεπόμενης διαδικαστικής πράξης, καθώς σε αντίθεση με την πολιτική δίκη η έναρξη και πρόοδος της ποινικής διαδικασίας δεν εξαρτάται από τη βούληση και τις ενέργειες των διαδίκων(3). Επομένως, εφόσον ο ζημιωθείς από το έγκλημα δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας είτε στην προδικασία είτε στη διαδικασία στο ακροατήριο, η παραγραφή της αξίωσής του διακόπτεται και η διακοπή αυτή ισχύει μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Η έκταση αυτή της διακοπής της παραγραφής, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ισχύει χωρίς άλλες προϋποθέσεις και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια από τον ζημιωθέντα. Διευκρινίζεται μόνο ότι η δήλωση της παράστασης πολιτικής αγωγής πρέπει να γίνεται από τον ζημιωθέντα μέχρι τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας παραγραφής της αξίωσής του.
         Σε σχέση με τις εκκρεμείς κατά την ψήφιση του Ν. 4139/2013 υποθέσεις η παρ. 3 του άρθρου 261 ΑΚ προβλέπει εφαρμογή των νέων διατάξεων του άρθρου αυτού. Εννοείται, βέβαια, ότι η έκταση της διακοπής της παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης επί εκκρεμών υποθέσεων προϋποθέτει τη μη συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4139/2013, δηλ. μέχρι την 20.3.2013, οπότε και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ ο Ν. 4139/2013, καθώς δεν νοείται αναβίωση της παραγεγραμμένης αξίωσης.

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

"Τάσεις και Όψεις της Tιμωρητικότητας του Kοινού στην Ελλάδα και στην Ευρώπη: Eυρήματα από την Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα 2010" [της Δρ. Αναστασίας Χαλικά, Κοινωνιολόγου-Εγκληματολόγου]


Ι. Εισαγωγικά περί τιμωρητικότητας του κοινού

Η διερεύνηση της έννοιας της τιμωρητικότητας του κοινού σε θεωρητικό και εμπειρικό επίπεδο, ενώ διαθέτει μακρά παράδοση στη διεθνή βιβλιογραφία, στην Ελλάδα είναι σχετικά πρόσφατη, δεδομένου ότι έως τώρα έχει διενεργηθεί μία έρευνα[1] στην περιοχή της πρωτευούσης με επιστημονικά υπευθύνους την Καθηγήτρια του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Χρ. Ζαραφωνίτου και τον Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ν.Κουράκη και άλλη μία στο πλαίσιο εκπόνησης διδακτορικής διατριβής από τη γράφουσα.[2]Η Καθηγήτρια Χρ. Ζαραφωνίτου είναι εκείνη η οποία και καθιέρωσε στην ελληνική τον όρο τιμωρητικότητα. Ο όρος συμπεριελήφθη πρώτη φορά στο άρθρο «Οι (ανα)παραστάσεις του κοινού για το εγκληματικό φαινόμενο», στο Αφιέρωμα στη μνήμη Η.Δασκαλάκη (1991).[3]
Ως τιμωρητικός αναφέρεται αυτός που έχει την τάση προς εκδίκηση, τιμωρία με αντίθετό του, τον «συγγνωμονικό».[4] Χαρακτηριστικό είναι, επίσης, πως ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι η τιμωρία προέρχεται από το θυμό και την οργή που προκλήθηκαν από την πράξη («δια θυμόν δε και οργήν τα τιμωρητικά», Αριστλ. Ρητ. 1368b, 12).[5]
Η κοινωνική αντίδραση απέναντι στο έγκλημα και ειδικότερα η επιβολή ποινικών κυρώσεων (τιμωρία του δράστη), ενταγμένη στο πλαίσιο ενός κράτους δικαίου και σύμφωνη με τις αρχές του νομικού μας πολιτισμού και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, καθίσταται κοινωνικά αποδεκτή και αναγκαία ως προς τη συμβολή της στην εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας. Η ένταση της αντίδρασης, όμως, πάνω από ένα «όριο» είναι που καθορίζει τη μετάβασή της σε ένα άλλο επίπεδο· αυτό της τιμωρητικότητας. Βασική αρχή, προκειμένου να βρεθεί το σημείο τομής ή η ειδοποιός διαφορά μεταξύ τιμωρίας και τιμωρητικότητας είναι η απαγόρευση της υπερβολής, η οποία αναλύεται περαιτέρω σε δύο άλλες αρχές: την αρχή της αναγκαιότητας και την αρχή της αναλογικότητας.[6] Υπό αυτό το πρίσμα, η τιμωρητικότητα του κοινού υποδηλώνει την υπέρβαση του κανόνα και την απαίτηση για συνεχή αύξηση και αυστηροποίηση των μέτρων αναφορικά με την αντιμετώπιση του εγκλήματος, ακυρώνοντας τη σπουδαιότητα της αναγκαίας, κατάλληλης και ελάχιστης ποινής που αποτελεί κατάκτηση του νομικού μας πολιτισμού στο πλαίσιο της οριοθέτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο M.Killias διακρίνει την τιμωρητικότητα σε «υποκειμενική» και «αντικειμενική», με την πρώτη να αφορά το μικροκοινωνιολογικό επίπεδο και τη δεύτερη το μακροκοινωνιολογικό.[7]Η «υποκειμενική» τιμωρητικότητα αφορά «την εκφρασμένη επιθυμία[…] οι ποινές και απαντήσεις στο έγκλημα, κυρίως από την πλευρά της αστυνομίας να γίνουν αυστηρότερες»[8] και η «αντικειμενική» αναφέρεται «στην αυστηρότητα των ποινών που μια κοινωνία επιβάλλει στους καταδικασθέντες».[9] Κατʼ αναλογία με την ανωτέρω διάκριση, η τιμωρητικότητα μπορεί να διαχωριστεί σε «επίσημη» και «άτυπη». Η επίσημη τιμωρητικότητα αφορά το σύνολο των τιμωρητικών θεσμοθετημένων μέτρων (θεσμικό πλαίσιο) για την αντιμετώπιση της παρέκκλισης και του εγκλήματος και η άτυπη τιμωρητικότητα τις τιμωρητικές στάσεις των πολιτών απέναντι στην αντιμετώπιση της παρέκκλισης και του εγκλήματος.
Μεταξύ της επίσημης και της άτυπης τιμωρητικότητας διαπιστώνεται αλληλεπίδραση και διαρκής ανατροφοδότηση συμβολικού και νομιμοποιητικού χαρακτήρα. Και οι δύο μορφές, επίσης, προϋποθέτουν έναν ορισμό του εγκλήματος, ο οποίος, ιδίως στην περίπτωση της επίσημης τιμωρητικότητας, ταυτίζεται με το νομικό ορισμό.[10] Κατʼ ουσίαν, η επίσημη τιμωρητικότητα προσδιορίζεται από τον ποινικό νόμο, την προβλεπόμενη κύρωση και τις δικαστικές αποφάσεις και η άτυπη βρίσκεται σε διαρκή αλληλεπίδραση μαζί τους. Από την άλλη πλευρά, η επίσημη τιμωρητικότητα επηρεάζει την άτυπη σε σημαντικό βαθμό, ειδικότερα π.χ. ως προς τις εναλλακτικές μορφές αντιμετώπισης του εγκλήματος, τις οποίες δυσκολεύονται να εμπιστευτούν οι πολίτες, όταν το κράτος δεν τις υιοθετεί εμπράκτως στην επίσημη ατζέντα του, και, συνεπώς, οι στάσεις απέναντί τους παραμένουν επιφυλακτικές. Γενικότερα, οι ʽποινικές παραδόσειςʼ μιας χώρας συναρτώνται με τις στάσεις απέναντι στην τιμωρία.[11]
Η προσπάθεια της ερευνητικής αποτύπωσης των στάσεων των πολιτών απέναντι στην τιμωρία είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι επιτελούν συγκεκριμένες κοινωνικές λειτουργίες και ενέχουν σημαντική πολιτική και πολιτισμική σημασία. Για να χαρακτηρισθεί μια πράξη ως έγκλημα, σύμφωνα με τη δεύτερη (ψυχοκοινωνική) προϋπόθεση που θέτει ο Pinatel, θα πρέπει να θεωρείται από την πλειονότητα των κοινωνών ως τέτοιο και, συνεπώς, σύμφωνα με τον Ιάκ.Φαρσεδάκη, «σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαία η διεξαγωγή ερευνών στάσεων του πληθυσμού».[12] Οι στάσεις, επομένως, διαθέτουν κοινωνική βαρύτητα, όπως οι θεσμοθετημένοι τρόποι που επιλέγει η κοινωνία σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο για να αντιμετωπίσει το έγκλημα και να τιμωρήσει τους δράστες. Αξίζει να αναφέρει κανείς τον οιονεί ορισμό του πολίτη από τον Αριστοτέλη ως εκείνου που μετέχει στην εξουσία και στην απονομή δικαιοσύνης.[13] Οι στάσεις απέναντι στην τιμωρία αλλά και η συμμετοχή των πολιτών στην αντιμετώπιση του εγκλήματος συνιστούν συνθήκη που ορίζει τόσο τη σχέση τους με την πολιτική όσο και τη σχέση τους με το δίκαιο.[14] Με αυτό τον τρόπο το δίκαιο και η πολιτική αποτελούν έννοιες που συνδέονται όχι μόνο με την επίσημη τιμωρητικότητα αλλά και με την άτυπη, καθιστώντας τον πολίτη ως τον «σημαντικό άλλο» στην οργάνωση των απαντήσεων απέναντι στο έγκλημα.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

ΑΠ 705/2015: Στοιχεία εγκλήματος υπεξαίρεσης (375 ΠΚ). Κακουργηματική μορφή. Ευμενέστερος νόμος


Βασικά νομικά ζητήματα:
Στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α ΠΚ περιλαμβάνονταν, (υπό δ) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου στα οποία κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή από τις Τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις. Η διάταξη αυτή καταργήθηκε με την υποπαράγραφο ΙΕ.12 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, που ισχύει από 7.4.2014, και επανανομοθετήθηκε με το άρθρο 50 του ν. 4262/2014, που ισχύει από 10.5.2014, όπως είχε προ της καταργήσεώς της, ως περίπτωση ε στο άρθρο 263Α ΠΚ. Την ημέρα που απαγγέλθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατ’ άρθρ. 2 παρ. 2 του ΠΚ, δεν είχαν εφαρμογή στην περίπτωση του κατηγορουμένου ούτε η επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, ούτε και η προϋποθέτουσα αυτήν διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ΝΔ 2476/1953, διότι είχε καταργηθεί η άνω περίπτωση δ του άρθρου 263 Α του ΠΚ. Όμως, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη ενός μέλος του Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος, θα έπρεπε να μην εφαρμοστεί ο επιεικέστερος ν. 4254/7-4-2014, υποπαρ. ΙΕ-12, με τον οποίο απαλείφθηκε η μέχρι τότε υφισταμένη και ισχύουσα περ. δ’ του άρθρου 263 Α του ΠΚ, γιατί το περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης είναι αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 3, 4 και 26 του Συντάγματος. Και αυτό, επειδή εισήχθη νόμος που περιέχει συγκαλυμμένη αμνηστία, έπαυσε την ποινική ευθύνη και κατ’ αποτέλεσμα παρέσχε νομοθετικά άφεση ποινικής ευθύνης αμνηστεύοντας σοβαρές κακουργηματικές πράξεις, κυρίως διαφθοράς υπαλλήλων νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, ενέργεια που ανήκει στη δικαστική λειτουργία, και ασκείται αποκλειστικά από τα δικαστήρια και όχι από τη νομοθετική εξουσία.

(...) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδαφ. α του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, είναι όμως αναγκαίος ο προσδιορισμός της, όταν η υπεξαίρεση χαρακτηρίζεται ότι έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου, ως ζητήματος περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας. β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να το ιδιοποιήθηκε παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος, δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη.