Σύμβαση εργασίας και επιχειρησιακή συνήθεια. Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλ. οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση και δη από τη σύμβαση. Οι παροχές αυτές και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά και ομοιόμορφα και επί μεγάλο χρονικό διάστημα, διατηρούν τον χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών, και ιδίως αν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα ανάκλησής τους (διακοπής) ή με νεότερη συμφωνία με τον εργαζόμενο παρασχεθεί αυτό το δικαίωμα. Επομένως, συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μιας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά), από επιχειρησιακή συνήθεια, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, μπορεί να δημιουργηθεί, εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής. Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της 2540/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αριθμός 48/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
.........................................................
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.7§1 ν.2112/1920, που ορίζει ότι "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου" και των άρθ.648, 652, 281 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι (1) μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από την σύμβαση ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης, η οποία (τροποποίηση/μεταβολή) προκαλεί στον εργαζόμενο υλική ή ηθική ζημία, άμεση ή έμμεση (2) ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει μονομερώς τους όρους παροχής της εργασίας, ακόμη και σε βάρος του μισθωτού, όταν το δικαίωμα αυτό παρέχεται από την ατομική σύμβαση ή από διάταξη νόμου ή συλλογικής σύμβασης ή διαιτητικής απόφασης ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό, στην περίπτωση, όμως, αυτή η μονομερής μεταβολή που γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι διαφορετικά δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (που συνιστά τελικά και βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας) και ο εργαζόμενος προστατεύεται από την διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ (ΑΠ 13/2012, 431/2011, 126/2011).Συνάγεται περαιτέρω από τα παραπάνω ότι η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλ. η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στον χώρο της επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί ν' αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει, όταν ο εργοδότης είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους την χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει την βάση δεσμευτικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ανακλητής παροχής. Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλ. οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση και δη από την σύμβαση (ΑΠ 258/2012, 431/2011, 1277/2010). Οι παροχές αυτές και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά και ομοιόμορφα και επί μεγάλο χρονικό διάστημα, διατηρούν τον χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών, και ιδίως αν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα ανάκλησής τους (διακοπής) ή με νεότερη συμφωνία με τον εργαζόμενο παρασχεθεί αυτό το δικαίωμα (άρθ.361 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή από την δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της καταβολής των παροχών αυτών και κατά συνέπεια η από τον εργοδότη, κατ' ενάσκηση του ως άνω διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθ.7 ν.2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου, ούτε αξίωση για την συνέχιση της καταβολής μιας τέτοιας παροχής. Επομένως και κατ' αντίθεση, συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μιας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά), από επιχειρησιακή συνήθεια, με βάση σιωπηρή συμφωνία, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, μπορεί να δημιουργηθεί, εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής (ΑΠ 258/2012, 1082/2010, 1217/2005). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την από 14-4-2007 (και με αριθ. κατ.4993/2007) ένδικη αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ήδη αναιρεσείοντες (και άλλα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετικοί δίκη) εξέθεσαν, ότι είναι διπλωματούχοι μηχανικοί, με τις αναφερόμενες εκεί ειδικότητες, και εργάζονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία ("Θ. ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ"), η οποία δραστηριοποιείται στην μελέτη και κατασκευή δημοσίων έργων και δη δικαστικών μεγάρων και φυλακών σε ολόκληρη την χώρα, ότι η εναγομένη με την 45/21-12-1998 απόφαση του ΔΣ αυτής αποφάσισε την παροχή ελάχιστης αποζημίωσης για την εκτός έδρας απασχόληση των εργαζομένων της ανερχομένης σε ποσοστό 1/20 των μηνιαίων αποδοχών τους, πλέον οδοιπορικών και λοιπών εξόδων, ότι έκτοτε και μέχρι τον Ιούλιο του 2003 η διοίκηση της εναγομένης εφάρμοζε την παραπάνω απόφαση του ΔΣ της για το σύνολο των εργαζομένων που μετακινούνταν και απασχολούνταν εκτός έδρας για τις ανάγκες των έργων της εναγομένης εταιρείας και δη πρωτίστως για την επίβλεψη και καθοδήγηση της εξέλιξης των υπό κατασκευή έργων, ότι από τον Ιούλιο του 2003 και μέχρι την άσκηση της αγωγής η διοίκηση της εναγομένης χωρίς νέα απόφαση του ΔΣ αυτής και χωρίς δικαιολογία περιόρισε αυθαίρετα την καταβαλλομένη αποζημίωση για την εκτός έδρας απασχόληση των εργαζομένων της στο ποσό των 100€ κατ' ανώτατο όριο για κάθε ημέρα τέτοιας απασχόλησης, ακόμη και εάν λόγω του ύψους των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου η οφειλομένη αποζημίωση υπερέβαινε το ποσό αυτό, ότι ουδέποτε αποδέχθηκαν την ως άνω βλαπτική και παράνομη μεταβολή των όρων εργασίας τους, αλλ' αντίθετα διαμαρτυρήθηκαν επανειλημμένα, προφορικά και εγγράφως, τόσο μεμονωμένα, κάθε εργαζόμενος, όσο και συλλογικά διά του σωματείου εργαζομένων στην εναγομένη, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ' αυτούς τα αναφερόμενα εκεί ποσά ως οφειλομένη διαφορά αποζημίωσης για απασχόληση εκτός έδρας κατά τα έτη 2003-2006 και τις παρατιθέμενες αναλυτικά για κάθε έναν ημέρες.