Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

"Η ΑΡΧΗ «ne bis in idem» με αφορμή την με αριθμό 1741/2015 Απόφαση Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας" (του Αντώνη Π. Αργυρού)


ΕΙΣΑΓΩΓΗ : Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την με αριθμό 1741/2015 απόφασή της, έκρινε ότι δεν προσκρούει στην ευρωπαϊκή και ελληνική νομοθεσία, αλλά ούτε στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η διπλή ποινή (χρηματικό πρόστιμο και ποινική καταδίκη) για τις περιπτώσεις της λαθρεμπορίας, αλλά δεν  αποτελεί διπλή κύρωση για το ίδιο αδίκημα και δεν παραβιάζεται έτσι  η  αρχή«ne bis in idem» δηλ. «κανείς δεν διώκεται, ούτε τιμωρείται ποινικά δις για το ίδιο αδίκημα».
Η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ, αφού ανήρεσε απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά που είχε κρίνει τα αντίθετα, υποχρέωσε εταιρεία πετρελαιοειδών να πληρώσει το ποσό που της επιβλήθηκε από το Τελωνείο, λόγω λαθρεμπορίας,  παρά το γεγονός ότι από τα Ποινικά Δικαστήρια αθωώθηκε η επίμαχη εταιρεία λόγω αμφιβολιών.
Το ΣτΕ έκρινε ότι το πολλαπλό τέλος που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας «δεν συνιστά ποινή του ποινικού δικαίου, που επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της ποινικής διαδικασίας με σκοπό αυτόν που χαρακτηρίζει την "ποινή", δηλαδή τη γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του δράστη, αλλά έχει χαρακτήρα, όπως ρητώς άλλωστε διαλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 89 παρ.2 του Τελωνειακού Κώδικα, διοικητικής κυρώσεως που επιβάλλεται από διοικητικά όργανα -υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων- και εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό, που είναι η διασφάλιση της εισπράξεως κοινοτικών και εθνικών πόρων καθώς και η τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων της τελωνειακής διαδικασίας».
Περαιτέρω  η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ αναφέρει  ότι «το πολλαπλό τέλος όχι μόνο κατά τον τυπικό χαρακτηρισμό του στην ελληνική νομοθεσία αλλά και κατά τη φύση και τον χαρακτήρα του διαφέρει από τις κυρώσεις ποινικής φύσεως». Εξάλλου, αναφέρει  το Σ.τ.Ε στην με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ότι « εφ' όσον η κύρωση του πολλαπλού τέλους δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ καθώς και στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης».
Τέλος, αναφέρει η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ ότι η αμετάκλητη[1] αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια δεν αποκλείει την -κατόπιν συνεκτιμήσεως της αθωώσεώς του αυτής- αιτιολογημένη διαφορετική κρίση στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης περί επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν η αθώωση είναι λόγω αμφιβολιών.
1.-Η Αρχή «ne bis in idem»
Η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ είναι μια αξιοσημείωτη απόφαση που αντιμετωπίζει μια σειρά  από σημαντικά νομικά  ζητήματα, με την θεώρηση όμως του εθνικού δικαίου (και του «Ελληνικού δράματος»[2] τολμώ να πω) και με την έντονη  προβληματική από την διαμορφωμένη νομολογίας του ΕΣΔΑ και του ΔΕΕ ειδικότερα;

Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

ΑΠ 1509/2014: "Τρόπος νομότυπης επαναφοράς ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου - διάκριση μεταξύ φωτοτυπικής συρραφής και αυτούσιας ενσωμάτωσης σε ενιαίο κείμενο"

Αριθμός 1509/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
 Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
(...)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Ως προσβολή της προσωπικότητας θεωρείται κάθε διατάραξη από πράξεις τρίτων των επί μέρους εκφάνσεων αυτής, όπως είναι η εικόνα του προσώπου, η τιμή, η υπόληψη, το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, η πίστη, το επάγγελμα, η ελευθερία ανάπτυξης οικονομικής δραστηριότητας κλπ.. Παράνομη είναι η προσβολή της προσωπικότητας, όταν η βλαπτική πράξη του τρίτου απαγορεύεται από διάταξη νόμου ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή επιχειρείται κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας από πλευράς έννομης τάξης είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του. Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 59 του ΑΧ, όποιος προσβάλλεται παρανομία στην προσωπικότητα του έχει κατά του υπαιτίου αξίωση για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που έπαθε, η οποία (ικανοποίηση) συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού ή σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 58 και 914, 920 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, ο νόμος παρέχει στον θιγόμενο και σε βάρος εκείνου που προκαλεί την προσβολή αξίωση για άρση της προσβολής και για μη επανάληψη της στο μέλλον ανεξάρτητα από τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη), καθώς και αξίωση για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, εφόσον συντρέχει και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ ΑΠ 13/99).
Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 367 του ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις... β) γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή.......Επίσης στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η προηγούμενη διάταξη (της παρ. 1) δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ΠΚ (συκοφαντικής δυσφήμησης) και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης (άρθρα 361 και 362 ΠΚ) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Και στην περίπτωση, όμως, αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται, και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η παραπάνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο ή από τις περιστάσεις που αυτή έγινε προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά σε προσβολή της τιμής άλλου και ενέχει αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου ή περιφρόνηση αυτού. Τέτοιος ειδικός σκοπός εξύβρισης εμφαίνεται στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν ο τρόπος αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί για την άσκηση νομίμου δικαιώματος ή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος ωστόσο χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο για να προσβάλει την τιμή του άλλου.

Τρίτη 26 Μαΐου 2015

ΠΟΛ.1109/20.5.2015 : Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 20 του ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α΄/21.3.2015) περί ποινικής δίωξης λόγω μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρ. 25 ν.1882/1990) και λοιπά συναφή θέματα

ΠΟΛ 1109/2015
ΘΕΜΑ : Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 20 του ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α΄/21.3.2015) περί ποινικής δίωξης λόγω μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρ. 25 ν.1882/1990) και λοιπά συναφή θέματα.

Σας κοινοποιούμε :
- τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α/21-03-2015) «Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας», με τις οποίες τροποποιήθηκαν οι διατάξεις για το προβλεπόμενο από το άρθρο 25 του ν. 1882/1990 αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους με την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, καθώς και

-την αρ. ΑΠ Εγκ. 5/2012 εγκύκλιο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία παρέχονται οδηγίες στους εισαγγελικούς λειτουργούς για την πιστή εφαρμογή του β' εδαφίου της παραγράφου 8 του άρθρου 25 του ιδίου νόμου περί της μη υποχρεωτικής εμφάνισης του μάρτυρα στο ακροατήριο κατά την ποινική διαδικασία.

Τέλος, με την παρούσα καταργείται η υποχρέωση υποβολής τριμηνιαίων συγκεντρωτικών στοιχείων αιτήσεων ποινικής δίωξης του άρθρου αυτού εφεξής.

Ειδικότερα :

Ι. Θέματα επαναρρύθμισης ποινικού αδικήματος

Με τις κοινοποιούμενες διατάξεις επαναρρυθμίζεται το προβλεπόμενο από το άρ. 25 του ν. 1882/1990 ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων στη Φορολογική Διοίκηση χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου καθώς και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα και συγκεκριμένα:

α) Αύξηση του ορίου του αξιοποίνου

Αυξάνεται το κατώτερο ποσό της συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων προς το Δημόσιο και τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα, άνω του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη των υπευθύνων, από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ που ίσχυε μέχρι τη δημοσίευση του νόμου, σε πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. Αποποινικοποιείται, δηλαδή, η μη καταβολή χρεών για συνολικά ποσά μικρότερα των 50.000 ευρώ.

Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

ΜΠρΠατρών (ΑσφΜ) 158/2015 : Πρωτότυπη απόφαση ασφαλιστικών μέτρων: συγχωρείται η έκδοση μη οριστικής απόφασης στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διατάσσεται διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης για την ψυχική κατάσταση της αιτούσας - μητέρας

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
 
Αριθμός Απόφασης 158/2015
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
 
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Βασιλική Καρβέλα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 24-09-2014, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει:
Α) Την από 24-06-2014 (με αριθμό κατάθεσης 820/30-06-2014) αίτηση :
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ : ..., κατοίκου Πατρών, ως εκπροσώπου των ανηλίκων τέκνων της ...., κατοίκων ομοίως, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου της ΑΠ και κατέθεσε σημείωμα,
ΚΑΤΑ
ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ : ..., κατοίκου Πατρών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΒΓ και κατέθεσε σημείωμα.
Β) Την προφορικώς στο ακροατήριο ασκηθείσα ανταίτηση :
ΤΟΥ ΑΝΤΑΙΤΟΥΝΤΟΣ : ..., κατοίκου Πατρών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ΒΓ και κατέθεσε σημείωμα,
ΚΑΤΑ
ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΝΤΑΙΤΗΣΗ : ..., κατοίκου Πατρών, ως εκπροσώπου των ανηλίκων τέκνων της ..., κατοίκων ομοίως, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου της ΑΠ και κατέθεσε σημείωμα.
Η αιτούσα ζήτησε να γίνει δεκτή η άνω αίτηση της, της οποίας η συζήτηση προσδιορίσθηκε για τις 04-08-2014, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Ο καθ' ου η άνω αίτηση άσκησε προφορικώς στο ακροατήριο ανταίτηση και ζήτησε να γίνει δεκτή.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.
  
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
  
I. Στην υπό κρίση αίτηση της, η αιτούσα ζητεί Α) να της ανατεθεί προσωρινά η αποκλειστική επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της ..., τα οποία απέκτησε στις 10-04-2002, στις 31-10-2003 και στις 21-09-2006 αντίστοιχα από το γάμο της με τον καθ' ου, ο οποίος τελέσθηκε, κατά το δόγμα της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, στην Πάτρα στις 02-01-2000, Β) να υποχρεωθεί ο καθ' ου να της καταβάλλει εντός του πρώτου πενθήμερου εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από την επίδοση της αίτησης και νομιμοτόκως από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης έως την εξόφληση, ως προσωρινή μηνιαία διατροφή των άνω τέκνων της, τα οποία στερούνται εισοδημάτων και περιουσίας, το ποσό των 350 ευρώ για την … και το ποσό των 300 ευρώ για έκαστο των λοιπών δύο τέκνων (...), επικαλούμενη ότι ο καθ' ού αποκερδαίνει από την εργασία του ως τεχνικού γραφέα στη ΔΕΗ Πατρών το ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως, η δε απασχόληση του κατά τις απογευματινές ώρες ως ηλεκτρολόγου - υδραυλικού - σιδηρουργού για την επισκευή ηλεκτρολογικών και λοιπών εγκαταστάσεων αυξάνει τις μηνιαίες αποδοχές του κατά 500 ευρώ, κατά τρόπον ώστε αυτές να ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ, ενώ διαθέτει την αναφερόμενη στο δικόγραφο κινητή και ακίνητη περιουσία, Γ) να διαταχθεί η προσωρινή μετοίκηση του από την κείμενη επί της οδού … στην Πάτρα συζυγική εστία (υπό στοιχεία Α-1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της εκεί πολυώροφης οικοδομής), της αποκλειστικής αυτού κυριότητας και να απαγορευθεί η επάνοδος του σε αυτήν διότι από λόγους που ανάγονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του καθ' ού, όπως αυτοί λεπτομερώς εκτίθενται στο δικόγραφο, έχει καταστεί αφόρητη πλέον για την ίδια η εξακολούθηση της έγγαμης με εκείνον συμβίωσης της και Δ) να καταδικασθεί ο καθ' ού στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.
 

Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

ΑρΠάγος 48/15 : Σύμβαση εργασίας και επιχειρησιακή συνήθεια. Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλ. οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση και δη από τη σύμβαση

Σύμβαση εργασίας και επιχειρησιακή συνήθεια.  Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλ. οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση και δη από τη σύμβαση. Οι παροχές αυτές και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά και ομοιόμορφα και επί μεγάλο χρονικό διάστημα, διατηρούν τον χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών, και ιδίως αν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα ανάκλησής τους (διακοπής) ή με νεότερη συμφωνία με τον εργαζόμενο παρασχεθεί αυτό το δικαίωμα. Επομένως, συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μιας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά), από επιχειρησιακή συνήθεια, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, μπορεί να δημιουργηθεί, εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής. Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της 2540/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Αριθμός 48/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
.........................................................
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.7§1 ν.2112/1920, που ορίζει ότι "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου" και των άρθ.648, 652, 281 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι (1) μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από την σύμβαση ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης, η οποία (τροποποίηση/μεταβολή) προκαλεί στον εργαζόμενο υλική ή ηθική ζημία, άμεση ή έμμεση (2) ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει μονομερώς τους όρους παροχής της εργασίας, ακόμη και σε βάρος του μισθωτού, όταν το δικαίωμα αυτό παρέχεται από την ατομική σύμβαση ή από διάταξη νόμου ή συλλογικής σύμβασης ή διαιτητικής απόφασης ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό, στην περίπτωση, όμως, αυτή η μονομερής μεταβολή που γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι διαφορετικά δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (που συνιστά τελικά και βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας) και ο εργαζόμενος προστατεύεται από την διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ (ΑΠ 13/2012, 431/2011, 126/2011).Συνάγεται περαιτέρω από τα παραπάνω ότι η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλ. η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στον χώρο της επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί ν' αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει, όταν ο εργοδότης είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους την χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει την βάση δεσμευτικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ανακλητής παροχής. Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλ. οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση και δη από την σύμβαση (ΑΠ 258/2012, 431/2011, 1277/2010). Οι παροχές αυτές και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά και ομοιόμορφα και επί μεγάλο χρονικό διάστημα, διατηρούν τον χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών, και ιδίως αν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα ανάκλησής τους (διακοπής) ή με νεότερη συμφωνία με τον εργαζόμενο παρασχεθεί αυτό το δικαίωμα (άρθ.361 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή από την δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της καταβολής των παροχών αυτών και κατά συνέπεια η από τον εργοδότη, κατ' ενάσκηση του ως άνω διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθ.7 ν.2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου, ούτε αξίωση για την συνέχιση της καταβολής μιας τέτοιας παροχής. Επομένως και κατ' αντίθεση, συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μιας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά), από επιχειρησιακή συνήθεια, με βάση σιωπηρή συμφωνία, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, μπορεί να δημιουργηθεί, εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής (ΑΠ 258/2012, 1082/2010, 1217/2005). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την από 14-4-2007 (και με αριθ. κατ.4993/2007) ένδικη αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ήδη αναιρεσείοντες (και άλλα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετικοί δίκη) εξέθεσαν, ότι είναι διπλωματούχοι μηχανικοί, με τις αναφερόμενες εκεί ειδικότητες, και εργάζονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία ("Θ. ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ"), η οποία δραστηριοποιείται στην μελέτη και κατασκευή δημοσίων έργων και δη δικαστικών μεγάρων και φυλακών σε ολόκληρη την χώρα, ότι η εναγομένη με την 45/21-12-1998 απόφαση του ΔΣ αυτής αποφάσισε την παροχή ελάχιστης αποζημίωσης για την εκτός έδρας απασχόληση των εργαζομένων της ανερχομένης σε ποσοστό 1/20 των μηνιαίων αποδοχών τους, πλέον οδοιπορικών και λοιπών εξόδων, ότι έκτοτε και μέχρι τον Ιούλιο του 2003 η διοίκηση της εναγομένης εφάρμοζε την παραπάνω απόφαση του ΔΣ της για το σύνολο των εργαζομένων που μετακινούνταν και απασχολούνταν εκτός έδρας για τις ανάγκες των έργων της εναγομένης εταιρείας και δη πρωτίστως για την επίβλεψη και καθοδήγηση της εξέλιξης των υπό κατασκευή έργων, ότι από τον Ιούλιο του 2003 και μέχρι την άσκηση της αγωγής η διοίκηση της εναγομένης χωρίς νέα απόφαση του ΔΣ αυτής και χωρίς δικαιολογία περιόρισε αυθαίρετα την καταβαλλομένη αποζημίωση για την εκτός έδρας απασχόληση των εργαζομένων της στο ποσό των 100€ κατ' ανώτατο όριο για κάθε ημέρα τέτοιας απασχόλησης, ακόμη και εάν λόγω του ύψους των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου η οφειλομένη αποζημίωση υπερέβαινε το ποσό αυτό, ότι ουδέποτε αποδέχθηκαν την ως άνω βλαπτική και παράνομη μεταβολή των όρων εργασίας τους, αλλ' αντίθετα διαμαρτυρήθηκαν επανειλημμένα, προφορικά και εγγράφως, τόσο μεμονωμένα, κάθε εργαζόμενος, όσο και συλλογικά διά του σωματείου εργαζομένων στην εναγομένη, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ' αυτούς τα αναφερόμενα εκεί ποσά ως οφειλομένη διαφορά αποζημίωσης για απασχόληση εκτός έδρας κατά τα έτη 2003-2006 και τις παρατιθέμενες αναλυτικά για κάθε έναν ημέρες.