Τρίτη 11 Ιουνίου 2024

ΣΤΕ 358/2024 [ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΚΑΤΟΧΗΣ-ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΓΙΑ ΑΡΧΑΙΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΗΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ]

 


Περίληψη

– Οι διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος δεν περιορίζουν τη συνταγματικώς παρεχόμενη προστασία αποκλειστικώς στα πολιτιστικά αγαθά που συνδέονται με την Ελλάδα, τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική ιστορία. Αντικείμενο προστασίας τυγχάνουν και τα πολιτιστικά αγαθά που ανήκουν σε άλλες πολιτισμικές παραδόσεις και τα οποία ευρίσκονται στη σφαίρα κυριαρχίας του ελληνικού κράτους είτε ως ανέκαθεν ευρισκόμενα εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας είτε ως εισαχθέντα σ’ αυτήν. Αυτό επιτάσσουν, τόσο οι διεθνείς συμβάσεις, οι οποίες, κυρωθείσες με τους νόμους 1103/1980, 1127/1981, 3348/2005 και 3378/2005, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εθνικού δικαίου και υπερισχύουν κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου, όσο και το δίκαιο της Ένωσης ως προς τα πολιτιστικά αγαθά που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.

Η κατά τον νόμο έννοια του μνημείου και, συνεπώς, και της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας δεν συνδέεται αναγκαία με πολιτιστικά αγαθά που δημιουργήθηκαν ή έστω οποτεδήποτε στο παρελθόν βρέθηκαν στην ελληνική επικράτεια. Και ναι μεν σε διατάξεις του ν. 3028/2002 σε ορισμένα σημεία της εισηγητικής έκθεσης αυτού, αλλά και στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας αναφέρεται ότι στην προστασία του Συντάγματος και του αρχαιολογικού νόμου υπάγεται «η πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας», ενώ οι σχετικές διακρίσεις, ως προς το περιεχόμενο και την έκταση της παρεχόμενης προστασίας, γίνονται με παραπομπή σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους του Ελληνισμού, ωστόσο οι προβλέψεις αυτές δικαιολογούνται από την αυξημένη ευθύνη της ελληνικής πολιτείας να διαφυλάξει, προεχόντως, την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά χάριν της παρούσας αλλά και των μελλοντικών γενεών. Ουδόλως συνάγεται από τις αναφορές αυτές ότι ο τυπικός νομοθέτης δεν έχει ως σκοπό να προστατεύσει τα πολιτιστικά αγαθά που προέρχονται από άλλες πολιτισμικές παραδόσεις ή ότι αποσκοπεί σε ουσιωδώς διαφορετική νομική μεταχείριση μεταξύ αυτών και των πολιτιστικών αγαθών που ανήκουν στην ελληνική πολιτισμική παράδοση.

Υπό την ισχύ του ν. 3028/2002, η εισαγωγή στην Ελλάδα κινητών αντικειμένων αναγομένων από τους αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι και το έτος 1453, καθιστά αυτά προστατευόμενα από την ελληνική νομοθεσία, ως «αρχαία» κινητά μνημεία, κατά την έννοια του άρθρου 20 παρ. 1 περ. α του ν. 3028/2002, ακόμα και αν δεν προκύπτει ότι είναι αναποσπάστως συνδεδεμένα με τη σπουδή της ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, ούτε έχουν σχέση με την αρχαία ελληνική τέχνη ή τις αναγόμενες μέχρι και το έτος 1453 βυζαντινή και χριστιανική τέχνη.

Εμπίπτουν στην προαναφερόμενη έννοια των «αρχαίων» κινητών πραγμάτων και τα επίμαχα, από αρχαιοτάτων χρόνων κατασκευασθέντα αντικείμενα αιγυπτιακής προέλευσης, τα οποία προστατεύονται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, αφ’ ής στιγμής αυτά εισήχθησαν στην ελληνική επικράτεια. Είναι επομένως απορριπτέος ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος από τον αιτούντα λόγος ακυρώσεως ότι ο ν. 3028/2002 δεν υπάγει στο πεδίο εφαρμογής του περιπτώσεις, όπως τη συγκεκριμένη, διότι προστατεύει τα πολιτιστικά αγαθά που συνδέονται με την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά και όχι αγαθά που «ανήκουν στην αρχή της κυριότητας αλλοδαπού κράτους» (όπως εν προκειμένω της Αιγύπτου και στη συνέχεια κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Ο ν. 3028/2003 διατηρεί τον γενικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο, όλα τα αρχαία, κινητά και ακίνητα, είναι ιδιοκτησία του Κράτους. Ορίζεται ειδικότερα ότι τα αρχαία κινητά μνημεία που χρονολογούνται έως και το 1453 ανήκουν στο Δημόσιο κατά κυριότητα και νομή, είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας και είναι εκτός συναλλαγής κατά την έννοια του άρθρου 966 του Αστικού Κώδικα. Ωστόσο, εισάγει μια εξαίρεση στην αποκλειστική κυριότητα του Δημοσίου επί αρχαίων κινητών μνημείων που χρονολογούνται έως και το 1453. Συγκεκριμένα, αναγνωρίζεται δικαίωμα κυριότητας σε κινητά μνημεία αυτής της περιόδου που εισάγονται στην Ελλάδα, εφόσον αυτά δεν είχαν εξαχθεί από τη χώρα κατά την πεντηκονταετία πριν από την εισαγωγή και, ανεξάρτητα από τον χρόνο εξαγωγής τους, δεν αποτελούν προϊόν κάποιας από τις αξιόποινες πράξεις κλοπής ή λαθρανασκαφής που απαριθμούνται στο άρθρο 33 παρ. 3 εδ. α΄. Μάλιστα, υπό προϋποθέσεις αναγνωρίζεται και η κυριότητα σε κινητά μνημεία της ίδιας περιόδου που εισήχθησαν στη χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3028/2002, εφόσον δηλώθηκε νομότυπα η κατοχή τους. Περαιτέρω, προβλέπεται η δυνατότητα χορήγησης άδειας κατοχής αρχαίων κινητών μνημείων που χρονολογούνται έως και το 1453 και των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Δημόσιο. Η άδεια χορηγείται στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ευρίσκει τέτοιο μνημείο ή στην κατοχή του οποίου περιέρχεται τούτο, εφόσον το δηλώσει στην αρμόδια αρχή, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Εξάλλου, όσον αφορά την εισαγωγή πολιτιστικών αγαθών, διατηρείται ο κανόνας της ελεύθερης εισόδου αυτών στην ελληνική επικράτεια σε αντιστοιχία προς το προϊσχύσαν δίκαιο, υπό την επιφύλαξη, πλέον, των διατάξεων της κυρωθείσας με τον ν. 1103/1980 Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων και των λοιπών κανόνων του διεθνούς δικαίου. Για όσα από τα εισαγόμενα πολιτιστικά αγαθά αποτελούν μνημεία κατά τις διατάξεις των παραγράφων Ια, 1 β και 6 του άρθρου 20 του ν. 3028/2002, βαρύνεται ο κάτοχός τους με την υποχρέωση να δηλώσει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στην αρχαιολογική υπηρεσία την εισαγωγή τους και τον τρόπο που αυτά περιήλθαν στην κατοχή του.

Κατά τις αρχές της χρηστής διοικήσεως, οι οποίες πρέπει να διέπουν τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης δεν είναι επιτρεπτή η στέρηση του δικαιώματος αναγνώρισης κυριότητας ή κατοχής αρχαίων κινητών μνημείων που εισάγονται στη χώρα, λόγω καθυστερημένης υποβολής δηλώσεως αυτών στην αρμόδια αρχαιολογική ή τελωνειακή υπηρεσία, όταν από θετικές ενέργειες της διοικήσεως δημιουργήθηκε ευλόγως στον καλοπίστως δρώντα ενδιαφερόμενο, ενόψει των συντρεχουσών στη συγκεκριμένη περίπτωση περιστάσεων, σταθερή και δικαιολογημένη πεποίθηση περί του ότι η καθυστέρηση αυτή δεν αποτελεί λόγο απόρριψης του αιτήματος χορήγησης άδειας κατοχής και αναγνώρισης δικαιώματος κυριότητας.

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

ΠΠρΑθ 908/2024: "Προσβολή προσωπικότητας - Αναρτήσεις σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης - Αδικοπραξία - Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης - Διαγραφή αναρτήσεων"

 


Προσβολή προσωπικότητας από αναρτήσεις σε πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης. Το δικαστήριο: α) επιδικάζει εύλογα ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία  β) υποχρεώνει τον εναγόμενο να διαγράψει από το προσωπικό του προφίλ στο facebook τις προσβλητικές για τους ενάγοντες αναρτήσεις και να καταχωρίσει δημοσίως ορατή στο προσωπικό προφίλ που χρησιμοποιεί περίληψη της δικαστικής απόφασης καταδικαζομένου του εναγομένου σε χρηματική ποινή 1.000,00 ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της υποχρέωσης αυτής υπέρ εκάστου των εναγόντων, γ) υποχρεώνει τον εναγόμενο να παραλείπει στο μέλλον οποιαδήποτε ανάρτηση στο facebook από το προσωπικό του προφίλ με την οποία να αναφέρεται εμμέσως ή αμέσως με προσβλητικές εκφράσεις στο πρόσωπο εκάστου των εναγόντων με την απειλή χρηματικής ποινής 1.000,00 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός μηνός για κάθε επανάληψη της προσβολής υπέρ εκάστου των εναγόντων.

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ - ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟ

Αριθμός Απόφασης 908/2024

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Ιωάννη Τζαφέστα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Κύριλλο Σιάτρα, Πρωτόδικη, Μιχαήλ Ελβαντζόγλου, Πρωτόδικη - Εισηγητή και από τη Γραμματέα Αικατερίνη Μπάιμπου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουάριου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) ... 3) ..., που παραστάθηκαν στο ακροατήριο οι δύο πρώτες μετά και ο τρίτος διά, δυνάμει της από 30.01.2024 εξουσιοδότησης με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής, του πληρεξουσίου δικηγόρου ΑΤ (ΑΜ/ΔΣΑ ...), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός ., με ΑΦΜ ., που παραστάθηκε στο ακροατήριο διά του πληρεξουσίου δικηγόρου ΙΧ (ΑΜ/ΔΣΕδεσσας ...), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57) το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική Βλάβη αυτού που είχε προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 57-59 ΑΚ προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα εννόμων αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο. Τέτοια έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η σφαίρα του απορρήτου, τα οποία δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιοσδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Προσβολή της προσωπικότητας ενέχει κάθε πράξη τρίτου προσώπου με την οποία διαταράσσεται κατά το χρόνο της προσβολής η υπάρχουσα κατάσταση ως προς τις διάφορες εκφάνσεις της προσωπικότητας. Περαιτέρω, η εικόνα του προσώπου, άλλως το δικαίωμα επί της ιδίας εικόνας, που αποτελεί έκφανση της προσωπικότητας, προστατεύεται απόλυτα. Το άτομο εμφανίζεται δημόσια μόνον όταν και όπου θέλει, έτσι και η εικόνα του δεν ανήκει στο κοινό αλλά μόνο στο πρόσωπο το οποίο την παριστάνει. Κατ' αρχήν, δεν επιτρέπεται η λήψη της εικόνας ενός προσώπου (φωτογράφηση, κινηματογράφηση, προβολή), η παρουσίαση της φωτογραφίας του σε τρίτους και η αναπαραγωγή ή η διάθεση της στο κοινό είτε με έκθεση σε κοινή θέα. Μόνη η αποτύπωση ή εμφάνιση ή προβολή της εικόνας κάποιου, χωρίς τη συναίνεση του, προσβάλλει αυτοτελώς την προσωπικότητα του, δηλαδή το δικαίωμα του επί της ίδιας της εικόνας και δεν απαιτείται να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητας του εικονιζόμενου, όπως η τιμή του με την κατά μειωτικό τρόπο εμφάνιση της φυσιογνωμίας του ή το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής του με την εμφάνιση σκηνών απ' αυτήν. Αν συμβεί και το εικονιζόμενο πρόσωπο εμφανίζεται κάτω από συνθήκες που παραβιάζουν το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής, με την αποκάλυψη στοιχείων της, όπως η κατάσταση της υγείας του, ή που μειώνουν την υπόληψή του, όπως όταν συνοδεύεται με δυσμενείς κρίσεις, εκτιμήσεις ή συμπεράσματα, που είναι αληθή μεν αλλά ελλιπή και έχουν σχέση με την προσωπική κατάσταση του εικονιζόμενου, δημιουργούν δε εσφαλμένες εντυπώσεις και αρνητικό κλίμα εις Βάρος του, τότε προσβάλλονται περισσότερες εκφάνσεις της προσωπικότητάς του (εικόνα, απόρρητο ιδιωτικού βίου, υπόληψη) και η προσβολή είναι σημαντικότερη. (ΑΠ 195/2007 Νόμος, ΑΠ 1010/2002, ΕλλΔ/νη 2003/1357, ΑΠ 411/2002, ΕλλΔ/νη 2002/1692, ΕφΑΘ 2221/2006 Νόμος, ΕφΑΘ 4430/2003, ΕλλΔ/νη 2003/1664). Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ είναι: α) προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, β) η προσβολή να είναι παράνομη, όπως είναι η προσβολή που γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με την άσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είτε είναι, από την άποψη της εννόμου τάξεως, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, οπότε ο προσβαλλόμενος δικαιούται, χωρίς τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη - αντίθετα υπαιτιότητα απαιτείται μόνο για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης είτε με την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως είτε με δημοσίευμα ή με άλλο επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέσο) να απαιτήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον (ΑΠ 1573/2005, ΕλλΔ/νη 2006/840, ΑΠ 1462/2005, ΕλλΔ/νη 2006.187, ΕφΑΘ 4786/2002, ΔΕΕ 2003/1003).

Εν προκειμένω, με την υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες ιστορούν ότι ο εναγόμενος, σύζυγος της θυγατέρας της πρώτης, αδελφής της δεύτερης και ανιψιός του τρίτου, με διαδοχικές αναρτήσεις στον προσωπικό λογαριασμό που διατηρεί στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης “facebook”, από την 04.05.2020 μέχρι και την 26.07.2022, δημοσίευσε τα αναφερόμενα στην αγωγή κείμενα, με τα οποία αναφερόταν στα πρόσωπα των εναγόντων με συκοφαντικούς, εξυβριστικούς, απειλητικούς και προσβλητικούς για την προσωπικότητά τους ισχυρισμούς, ενώ επιπλέον ανήρτησε, χωρίς τη συναίνεσή τους, και φωτογραφίες τους οι οποίες συνοδεύονταν από προσβλητικά του σχόλια, των αναρτήσεων δε αυτών έλαβε γνώση μεγάλος αριθμός προσώπων, τα οποία είχαν πρόσβαση στο άλλοτε δημόσιο και άλλοτε ιδιωτικό προφίλ του εναγομένου. Με βάση τα ανωτέρω, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής με τις προτάσεις τους και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους καταχωρηθείσα στα πρακτικά, οι ενάγοντες ζητούν: α) Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να άρει την προσβολή της προσωπικότητά τους, ήτοι να διαγράψει τις αναφερόμενες στην αγωγή αναρτήσεις από τον προσωπικό λογαριασμό που διατηρεί στο "facebook” και να υποχρεωθεί να καταχωρίσει - δημοσιεύσει σε αυτόν, περίληψη της εκδοθησομένης απόφασης, με την απειλή χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης της καταχώρισης - δημοσίευσης, υπέρ εκάστου των εναγόντων, β) Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παραλείπει στο μέλλον την επανάληψη της προσβολής της προσωπικότητάς τους, με την απειλή χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός (1) μηνός για κάθε παραβίαση της εν λόγω διάταξης, γ) Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 45.000,00 ευρώ και σε έκαστο εκ των δεύτερης και τρίτου το ποσό των 40.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και να επιβληθούν τα δικαστικά τους έξοδα σε βάρος του εναγομένου. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 18, 35, 41 ΚΠολΔ), ως εκ του τόπου της συνήθους διαμονής των προσβληθέντων πρώτης και δεύτερης των εναγόντων, κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν σε προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές (άρθρο 614 αρ. 7 ΚΠολΔ), στις οποίες εντάσσονται και αυτές που τελούνται μέσω της ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης facebook για δε το παραδεκτό της συζήτησης αυτής προσκομίζονται οι από 24.11.2022 έγγραφες ενημερώσεις των εναγόντων για τη δυνατότητα επίλυσης διαφοράς με διαμεσολάβηση (άρθρο 3 του ν. 4640/2019). Περαιτέρω, για το παραδεκτό της αγωγής έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο μόνο παρ. 5 του ν. 1178/1981 διαδικασία, με την επίδοση εξώδικης πρόσκλησης των εναγόντων προς τον εναγόμενο, να αποκαταστήσει την προσβολή με το από αυτούς υποδεικνυόμενο κείμενο και την πάροδο άπρακτης της δεκαήμερης προθεσμίας [βλ. υπ’ αρ. ./23.08.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Έδεσσας . μετά της από 03.07.2022 εξώδικης δήλωσης (προσκομισθείσας κατόπιν κατ’ άρθρο 227 ΚΠολΔ επικοινωνίας του Δικαστηρίου με τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων) στην οποία περιέχεται το υποδεικνυόμενο από τους ενάγοντες κείμενο για την αποκατάσταση της προσβολής τους]. Επιπλέον η αγωγή είναι ορισμένη απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου, καθότι περιέχει όλα τα απαραίτητα κατά νόμο στοιχεία και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 330, 340, 345, 346, 914, 932 ΑΚ, και 176, 907, 908, 946, 947 ΚΠολΔ. Εφόσον καταβλήθηκε το αναλογούν στο χρηματικώς αποτιμητό αίτημα των εναγόντων τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. υπ’ αρ. ... e Παράβολα σε συνδυασμό με παραστατικά εκτέλεσης συναλλαγής) πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Παρασκευή 17 Μαΐου 2024

ΜΠρ (Ασφ.Μ.) Πατρών 423/2024 : "Αναστολή εκτέλεσης επιταγής προς εκτέλεση - Κατάσχεση εις χείρας τρίτου - Αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων - Παράλειψη κατάθεσης αμοιβής δικηγόρου - Κατάσχεση άϋλων μετοχών "



Αναστολή αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του Δημοσίου με την επιβληθείσα σε βάρος του κατάσχεση εις χείρας πιστωτικού ιδρύματος. Αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων. Αμοιβή και δικαστική δαπάνη των πληρεξουσίων δικηγόρων. Αναγκαστική κατάσχεση με αντικείμενο μετοχές σε άϋλη μορφή. Έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του δικηγόρου. Νομιμοποίηση του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Πλαγιαστική αγωγή. Πιθανολόγηση ευδοκίμησης λόγου ανακοπής περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Δεκτή αίτηση αναστολής της εκτέλεσης.

 

 

 Απόφαση 423/2024

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ελένη Μποσιώλη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, η οποία ορίστηκε κατόπιν κληρώσεως, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Πάτρα, την 21 Φεβρουάριου 2024, για να δικάσει την επόμενη υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της Δικαστικής Πληρεξούσιας του Ν.Σ.Κ Αλεξάνδρας Γιαννοπούλου, η οποία κατέθεσε σημείωμα.

ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: ., Δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπρόσωπα και κατέθεσε σημείωμα.

.....

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933, 934 παρ. 1 στοιχ. β', 953, 985, 988 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή του οφειλέτη με την οποία προβάλλονται λόγοι ακυρότητας της αναγκαστικής κατάσχεσης, όπως διότι κατασχέθηκε ακατάσχετη απαίτηση, μπορεί να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, που είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού (ΑΠ 872/1998). Αν η κατάσχεση χρηματικής απαίτησης γίνει εις χείρας τρίτου και ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση προβλέπεται διαδικασία εξόφλησης του κατασχόντος είτε απευθείας από τον τρίτο είτε με διανομή του ποσού μέσω συμβολαιογράφου (988 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Ο δε οφειλέτης μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ.1 β Κ.Πολ.Δ, να ασκήσει ανακοπή προβάλλοντας λόγους ακυρότητας της κατάσχεσης, όπως το ακατάσχετο αυτής. Το απώτερο όμως χρονικό σημείο άσκησης της ανακοπής από τον οφειλέτη για τους παραπάνω λόγους πρέπει να συνδεθεί με την εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας, οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατ' άρθρο 989 εκτελεστό τίτλο σε βάρος του τρίτου. Ειδικότερα, επί αναγκαστικής κατάσχεσης χρηματικής απαίτησης εις χείρας τρίτου, η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα, σε περίπτωση καταφατικής υπό την έννοια του άρθρου 985 δήλωσης, επέρχεται μετά την, προϋποθέτουσα τήρηση της οκταήμερης του άρθρου 985 παρ. 1 του ΚΠολΔ προθεσμίας καταφατική τυχόν δήλωση του τρίτου και την παρέλευση ακολούθως της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ. Σε περίπτωση δε αρνητικής, υπό την έννοια του άρθρου 985, δήλωσης, ή παράλειψης του τρίτου να προβεί εμπροθέσμως στην οφειλόμενη κατά το ανωτέρω άρθρο 985 ρητή δήλωση, η οποία εξομοιώνεται, σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. α' αυτού, με δήλωση αρνητική, επέρχεται δια της τελεσιδικίας της απόφασης με την οποία γίνεται δεκτή η κατά το επόμενο άρθρο 986 ανακοπή (Ολ. ΑΠ 3/1993, ΑΠ 688/2010). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. "Οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά το  νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα τη επομένης μη εξαιρετέας ημέρας". Η οκταήμερη, επομένως, προθεσμία του άρθρου 988 αρχίζει από την επομένη της επίδοσης του κατασχετηρίου στον καθ' ου η εκτέλεση, εφόσον όμως προηγήθηκε η προς τον τρίτο επίδοση του κατασχετηρίου, διότι από τότε η κατάσχεση θεωρείται υπαρκτή (Ολ. ΑΠ 3/1993). Αν η επίδοση στον καθ' ου η εκτέλεση του κατασχετηρίου προηγήθηκε της επίδοσης αυτού στον τρίτο, η οκταήμερη προθεσμία προς καταβολή αρχίζει από την επίδοση στον τρίτο, οπότε υποχρεούται να δηλώσει εντός οκταημέρου και να καταβάλει μετά την πάροδο του οκταημέρου, που αρχίζει από την επόμενη του κατασχετηρίου στον τρίτο, δηλαδή την 9η ημέρα και όχι από την καταφατική δήλωση. Οι προθεσμίες των άρθρων 934, 985, 988 Κ.Πολ.Δ. είναι δικονομικές, διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ. Κ.Πολ.Δ, εξετάζονται δε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και η παρέλευσή τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προβολής της σχετικής πράξης εκτέλεσης (για όλα τα παραπάνω ΑΠ 360/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).


ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 και 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), προκύπτει: 1) ότι ο υπόχρεος προς αποζημίωση οφείλει να καταθέσει τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή του δικηγόρου του καθ' ου η απαλλοτρίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του δικηγορικού συλλόγου στον οποίον ο δικηγόρος που παρέστη στη δίκη είναι μέλος του και 2) ότι η κατάθεση της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων γίνεται υπέρ του κατά τα άνω δικηγορικού συλλόγου, προκειμένου αυτός να παρακρατήσει τα προβλεπόμενα ποσοστά, που αποτελούν έσοδα αυτού προς εξυπηρέτηση του διανεμητικού λογαριασμού, χάριν, δηλαδή, των κοινωνικά, επαγγελματικά και οικονομικά ασθενέστερων μελών του. Κατ' ακολουθίαν, στην περίπτωση παράλειψης κατάθεσης από τον υπόχρεο προς αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, υπέρ του δικηγορικού συλλόγου, της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του δικηγόρου του καθ' ου η απαλλοτρίωση, που παρέστη στη δίκη για τον καθορισμό της τιμής μονάδας, αυτός, ως το μέλος του δικηγορικού συλλόγου, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να εγείρει ευθεία αγωγή, αφού τέτοιο δικαίωμα έχει ο άνω δικηγορικός σύλλογος υπέρ του οποίου γίνεται και η κατάθεση. Επίσης, η αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την αποζημίωση λόγω της απαλλοτρίωσης και βαρύνει τον υπόχρεο της αποζημίωσης, αποτελεί δε αντιπαροχή στο πλαίσιο της σύμβασης εντολής, που συνδέει το διάδικο - δικαιούχο της αποζημίωσης με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 702/2016, ΑΠ 1212/2012 και ΑΠ 1780/2011, ΝΟΜΟΣ).

Τετάρτη 8 Μαΐου 2024

ΔιοικΕφΑΘ 3495/23: ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ - ΜΗ ΛΗΨΗ ΜΕΤΡΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΔΑΕ - ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ. ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ.


ΔιοικΕφΑΘ 3495/23 : ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ - ΜΗ ΛΗΨΗ ΜΕΤΡΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΔΑΕ - ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ. ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ.  Καταγγελία που υποβλήθηκε από συνδρομήτρια της (εδώ) προσφεύγουσας εταιρίας στην ΑΔΑΕ, στην οποία η καταγγέλουσα ανέφερε ότι, κατά τους τελευταίους μήνες, ο γείτονάς της, επίσης συνδρομητής της προσφεύγουσας, όταν σήκωνε το σταθερό του τηλέφωνο, άκουγε όλες τις κλήσεις τη,  κι ενώ είχε ενημερώσει σχετικώς την εταιρεία, το φαινόμενο εξακολουθούσε. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η ΑΔΑΕ, με την 343/25.11.2020 απόφασή της (προσβαλλόμενη) ήχθη στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα, υπέπεσε σε παράβαση των άρθρων 2 και 3 παρ. 1 του ν. 2674/2008 και 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3471/2006 περί απορρήτου των επικοινωνιών με την παράλειψη εφαρμογής μέτρων για την προστασία του απορρήτου κι επέβαλε σε βάρος της πρόστιμο ύψους 20.000 ευρώ. Κρίνεται ότι ο πάροχος υποχρεούται να εξασφαλίζει το απόρρητο των τηλεφωνικών επικοινωνιών που παρέχονται στο κοινό και να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα ώστε να προστατεύσει το απόρρητο της ελεύθερης επικοινωνίας, καθώς και ότι εν προκειμένω, παρά τη διακινδύνευση του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών της καταγγέλουσας, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε, ότι έλαβε μέτρα για την προστασία αυτής ως προς τις εισερχόμενες κλήσεις της, με τη γνωστοποίηση της δυνατότητας προώθησης αυτών σε κινητό τηλέφωνο της επιλογής της και με τη δυνατότητα προσωπικής φραγής εξερχομένων κλήσεων. Προκύπτει λοιπόν, ότι ορθώς της επιβλήθηκε το ένδικο πρόστιμο, το οποίο, ως το μικρότερο δυνάμενο να επιβληθεί, αφενός μεν, δεν επιδέχεται περαιτέρω μείωση, αφετέρου δε, δεν αντίκειται στις αρχές της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης. Απορρίπτει την προσφυγή.


ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 18ο ΤΡΙΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 3495/2023

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Σεπτεμβρίου 2023, με δικαστές τις Άννα Ατσαλάκη, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Αγλαΐα Θέμου-Δημητροπούλου (Εισηγήτρια) και Αικατερίνη Σολδάτου, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων και με γραμματέα τον Παναγιώτη Θεοδωρακόπουλο, δικαστικό υπάλληλο,

για να δικάσει την από 16 Απριλίου 2021 (με αρ. καταχ. ...../2021 στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών) προσφυγή

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ», που εδρεύει στο …. ... (οδός .... αρ. .....), η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιό της δικηγόρο ΕΧ, σύμφωνα με την από 26.9.2023, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), όπως ισχύει, δήλωση

κατά της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής (οδός Ιερού Λόχου αρ. 3), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσιά της δικηγόρο ΑΚ, σύμφωνα με την από 14.9.2023, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του ΚΔΔ, όπως ισχύει, δήλωση.

Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.


Η κρίση του είναι η εξής:


1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο των 100,00 ευρώ (σχετ. το με κωδ. αρ. ............. έντυπο ηλεκτρονικού παραβόλου), η προσφεύγουσα, ανώνυμη εταιρεία, ζητεί την ακύρωση, άλλως την τροποποίηση της 343/25.11.2020 απόφασης της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), με την οποία της επιβλήθηκαν για την παράβαση της κείμενης νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών με την παράλειψη εφαρμογής μέτρων για την προστασία του απορρήτου της ελεύθερης επικοινωνίας από τη σύνδεση της καταγγέλουσας ως προς τις εισερχόμενες και τις εξερχόμενες κλήσεις κατά τον χρόνο που μεσολάβησε από την αναγγελία της βλάβης στη σύνδεσή της έως την αποκατάσταση αυτής, τη διοικητική κύρωση του χρηματικού προστίμου των 20.000,00 ευρώ.

2. Επειδή, στο άρθρο 19 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. …. 2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1. 3. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 3115/2003 (Α΄ 47) ορίσθηκε ότι: «Συνιστάται, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του Συντάγματος, Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), με σκοπό την προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Στην έννοια της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών περιλαμβάνεται και ο έλεγχος της τήρησης των όρων και της διαδικασίας άρσης του απορρήτου». Στο δε άρθρο 4 του ν. 3471/2006 (Α΄ 133) «Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τροποποίηση του ν. 2472/1997», με τον οποίο ενσηματώθηκε στην εθνική ένννομη τάξη η Οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12.7.2002 σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (EEL 201/31.7.2002), ορίζεται ότι: «1. Οποιαδήποτε χρήση των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχονται μέσω δημοσίου δικτύου επικοινωνιών και των διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και των συναφών δεδομένων κίνησης και θέσης, όπως ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, προστατεύεται από το Απόρρητο των επικοινωνιών. ... 2. Απαγορεύεται η ακρόαση, υποκλοπή, αποθήκευση ή άλλο είδος παρακολούθησης ή επιτήρησης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των συναφών δεδομένων κίνησης και θέσης, εκτός αν προβλέπεται άλλως από το νόμο. ...». Εξάλλου, στο άρθρο 2 του ν. 3674/2008 «Ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου διασφάλισης της τηλεφωνικής επικοινωνίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 136), ορίζεται ότι: «1. Ο πάροχος ευθύνεται για την ασφάλεια των υπό την εποπτεία του χώρων, εγκαταστάσεων, συνδέσεων και των συστημάτων υλικού και λογισμικού. Προς τούτο έχει την υποχρέωση να λαμβάνει τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα και να χρησιμοποιεί συστήματα υλικού και λογισμικού, τα οποία διασφαλίζουν το απόρρητο της επικοινωνίας και επιτρέπουν την αποκάλυψη της παραβίασης ή απόπειρας παραβίασης του απορρήτου της επικοινωνίας. 2. Ο πάροχος υποχρεούται να διασφαλίζει την τήρηση των προβλεπόμενων στην προηγούμενη παράγραφο μέτρων, να προβαίνει σε τακτικό έλεγχο των συστημάτων υλικού και λογισμικού που βρίσκονται στην εποπτεία του και να έχει πλήρη γνώση των τεχνικών δυνατοτήτων τους», στο άρθρο 3 του ιδίου νόμου που φέρει τον τίτλο «Ειδικό σχέδιο πολιτικής ασφάλειας» ορίζεται ότι: «1. Ο πάροχος υποχρεούται να καταρτίζει και εφαρμόζει ειδικό σχέδιο πολιτικής ασφάλειας ως προς τα μέσα, τις μεθόδους και τα μέτρα που διασφαλίζουν το απόρρητο της επικοινωνίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα σε κανονισμούς της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) που εκδίδονται κατά το άρθρο 6 παράγραφος 1 περίπτωση ιβ΄ του ν. 3115/2003 (ΦΕΚ 47 Α). Στο ειδικό σχέδιο πολιτικής ασφάλειας περιέχονται ιδίως: α) τα συστήματα που χρησιμοποιούνται για τη διασφάλιση του απορρήτου, β) η καταγραφή και αξιολόγηση των κινδύνων που ενδέχεται να επηρεάσουν την εύρυθμη λειτουργία του εξοπλισμού και να οδηγήσουν σε παραβίαση του απορρήτου της επικοινωνίας, και γ) τα μέτρα αποτροπής των κινδύνων που έχουν αναγνωριστεί. Το ειδικό σχέδιο πολιτικής ασφάλειας και κάθε αναθεώρηση αυτού εγκρίνεται από την ΑΔΑΕ. 2. ...», ενώ στο άρθρο 11 του ιδίου νόμου ορίζoνται τα εξής: «1. Όταν παραβιάζεται υποχρέωση που προβλέπεται στα άρθρα 2 έως 8 ή τελείται πράξη από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 9 και 10 του παρόντος νόμου από τον πάροχο υπηρεσιών τηλεφωνίας ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του, μέλος της διοίκησης, τον υπεύθυνο διασφάλισης του απορρήτου, εργαζόμενο ή συνεργάτη του παρόχου, επιβάλλεται για κάθε παράβαση στον πάροχο, ανάλογα με την βαρύτητα της παράβασης, το βαθμό υπαιτιότητας και την περίπτωση υποτροπής, μία από τις παρακάτω κυρώσεις: α) σύσταση για συμμόρφωση μέσα στα χρονικά όρια της τασσόμενης προθεσμίας με προειδοποίηση επιβολής προστίμου σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης, β) πρόστιμο από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ, γ) αναστολή από ένα μήνα έως ένα έτος ή οριστική ανάκληση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών τηλεφωνίας. 2. Οι κυρώσεις της σύστασης και του προστίμου επιβάλλονται με αιτιολογημένη απόφαση της ΑΔΑΕ ύστερα από προηγούμενη κλήση του ενδιαφερομένου για παροχή εξηγήσεων … 3. ...».

3. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται η υποχρέωση του παρόχου τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών να διασφαλίζει αποτελεσματικά το απόρρητο των επικοινωνιών και, συνεπώς, η παραβίασή του επισύρει τις προβλεπόμενες στο άρθρο 11 του ν. 3115/2003 διοικητικές κυρώσεις, έστω και αν ο πάροχος έχει προβεί σε κάποιες ενέργειες για τη διασφάλιση του απορρήτου και την αποτροπή των παραβιάσεων, όταν παρά ταύτα οι τελευταίες αποδεικνύονται, κατ’ αποτέλεσμα, ανεπαρκείς (ΣτΕ 2761/2020, 4880/2014). Εξάλλου, εφόσον ορισμένο ζήτημα που άπτεται του απορρήτου των επικοινωνιών ρυθμίζεται από πολιτική διασφάλισης του απορρήτου των σταθερών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που έχει εκπονηθεί από τον πάροχο τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και εγκριθεί από την ΑΔΑΕ, η συμμόρφωση του εν λόγω παρόχου προς την υποχρέωσή του για τη διασφάλιση του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών θα κριθεί ενόψει του συνόλου των ανωτέρω συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων αλλά και των κρίσιμων για το ζήτημα διατάξεων της ανωτέρω πολιτικής διασφάλισης απορρήτου (ΣτΕ 2761/2020).

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 31.5.2016 καταγγελία της ............. που υποβλήθηκε στην ΑΔΑΕ, η ίδια ανέφερε ότι, κατά τους τελευταίους μήνες, ο ..........γείτονάς της .........., επίσης συνδρομητής της ήδη προσφεύγουσας εταιρείας (.............), όταν σήκωνε το σταθερό του τηλέφωνο, άκουγε όλες τις κλήσεις της, ενώ, παρ’ ότι είχε ενημερώσει σχετικώς την ανωτέρω εταιρεία, το φαινόμενο εξακολουθούσε. Μετά την πάροδο δύο τουλάχιστον μηνών, ο πιο πάνω αντιλήφθηκε την ταυτότητα της καταγγέλουσας και την ενημέρωσε σχετικώς. Η τελευταία απευθύνθηκε αμέσως στην προσφεύγουσα εταιρεία (με σχετική αναφορά στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών, στις 25.5.2016 και ώρα 21.41΄ καθώς και με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στις 27.5.2016), χωρίς όμως το πρόβλημα να επιλυθεί μέχρι την 29η.5.2016 και ώρα 20.00΄, όπως ανέφερε στην καταγγελία της. Με βάση την καταγγελία αυτή, η καθ’ ης η προσφυγή Αρχή διενήργησε έκτακτους ελέγχους. Από τον από 10.11.2016 επιτόπιο έλεγχο στις εγκαταστάσεις της προσφεύγουσας (σχετ. το με ίδια ημεροχρονολογία πρακτικό της Ομάδας Ελέγχου) και από την εξέταση των στοιχείων που παρέδωσε η ίδια [εκτυπώσεις οθόνης από τα συστήματα που τηρούσε τόσο η ΟΤΕ Α.Ε., όσο και η ίδια, από τις οποίες προέκυπτε η λίστα με τις αναφορές των τεχνικών θεμάτων που δημιουργήθηκαν για την επίλυση του εν λόγω προβλήματος και λίστα των εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων της καταγγέλουσας (με διαγραφή των 3 τελευταίων ψηφίων), για το χρονικό διάστημα από 25.5.2016 έως και 3.6.2016], επιβεβαιώθηκε η αναφορά της ως άνω καταγγέλουσας, δηλώθηκε ότι η βλάβη αφορούσε στο δίκτυο της εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε., προς την οποία η προσφεύγουσα προχώρησε σε άμεση υποβολή αιτήματος άρσης της, καθώς και ότι προέβη σε ενημέρωση της καταγγέλουσας κατά τον ως άνω χρόνο αναφοράς του προβλήματος και μετά την επίλυσή του (3.6.2016). Από τον από 10.2.2017 επιτόπιο έλεγχο στις εγκαταστάσεις της ΟΤΕ Α.Ε. (σχετ. το με ίδια ημεροχρονολογία πρακτικό της Ομάδας Ελέγχου) και από την εξέταση των στοιχείων που παρέδωσε η ίδια [εκτύπωση οθόνης για την υπό έλεγχο σύνδεση με αριθμό βρόχου 21Β1052687 από το σύστημα ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ (ήτοι το πληροφοριακό σύστημα που διαχειρίζεται το συνδρομητικό δίκτυο του ΟΤΕ) και εγγραφές των συμβάντων του συστήματος ΣΕΥΚ για τον υπαίθριο κατανεμητή που εξυπηρετεί την υπό έλεγχο τηλεφωνική σύνδεση, για το διάστημα από 1.3.2016 έως και 30.6.2016, από τις οποίες προέκυψαν μόνο εγγραφές «alerts» λόγω λάθους κωδικού ΣΕΥΚ] προέκυψε ότι η εν λόγω βλάβη αναγγέλθηκε στην ΟΤΕ Α.Ε. την 26.5.2016 και επιλύθηκε την 1.6.2016 με σχόλιο για το είδος της εργασίας «άρση καλωδιακής βλάβης» (ήτοι χωρίς να οφείλεται σε άλλου τύπου επέμβαση). Η βλάβη αυτή διαπιστώθηκε έπειτα από μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν από τεχνικούς της ΟΤΕ Α.Ε. την 27.5.2006, και αποκαταστάθηκε την 1.6.2016 με εργασίες εκσκαφής. Από τα παραπάνω, επίσης προέκυψε ότι κατά τον χρόνο που μεσολάβησε από την αναγγελία της βλάβης (στις 21.41΄ της 25.6.2016) έως την αποκατάσταση αυτής (στις 14.55΄ της 1.6.2016) πραγματοποιήθηκαν 3 εξερχόμενες κλήσεις από τον αριθμό της καταγγέλουσας μηδενικής διάρκειας και 22 εισερχόμενες κλήσεις προς αυτόν, εκ των οποίων 4 ήταν μηδενικής διάρκειας, ενώ η καταγγέλουσα ενημερώθηκε από την προσφεύγουσα για την επίλυση της βλάβης στις 3.6.2016 (σχετ. η από 23.2.2017 έκθεση ελέγχου της ΑΔΑΕ που εγκρίθηκε με την υπ’ αρ. 138/5.4.2017 απόφαση της ιδίας Αρχής). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η καθ’ ης η προσφυγή διαπίστωσε ότι κατά το διάστημα που η προσφεύγουσα γνώριζε την ύπαρξη και τη φύση της βλάβης στη σύνδεση της καταγγέλουσας, δεν προέβη στη λήψη μέτρων ώστε να προστατεύσει το απόρρητο της ελεύθερης επικοινωνίας από την εν λόγω σύνδεση, ήτοι, ενδεικτικά, με τη δωρεάν προώθηση εισερχομένων κλήσεων προς σύνδεση της επιλογής της ανωτέρω συνδρομήτριας, αλλά και με την ενεργοποίηση της φραγής εξερχομένων κλήσεων, γεγονός που έθεσε τουλάχιστον σε διακινδύνευση το απόρρητο των κλήσεων που πραγματοποιήθηκαν, κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας περί προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών. Κατόπιν τούτων, η προσφεύγουσα κλήθηκε σε ακρόαση ενώπιον της Αρχής στις 15.1.2020, ενώ ακολούθως, υπέβαλε και το από 4.8.2020 υπόμνημα στο οποίο εξέθεσε αναλυτικά τις απόψεις της επί των ανωτέρω διαπιστώσεων. Ειδικότερα προέβαλε ότι, πέραν της λεπτομερούς ενημέρωσης της καταγγέλουσας κατά το χρόνο αναφοράς του προβλήματος και μετά την επίλυσή του, της παρέσχε άμεσα και δωρεάν προς χρήση την υπηρεσία «Ρεζέρβα Επικοινωνίας», ήτοι τη δυνατότητα προώθησης των εισερχομένων κλήσεών της σε κινητό τηλέφωνο της επιλογής της και της κατέστη σαφές ότι είχε τη δυνατότητα, εφόσον το επιθυμούσε, να προβεί και η ίδια σε φραγή εξερχομένων κλήσεων (ενέργεια που μπορούσε μόνο η ίδια να πράξει αυτοβούλως, δεδομένου ότι η εταιρεία δεν είχε τέτοιο δικαίωμα). Επίσης προσέθεσε, ότι ενόψει του ότι η προφορική αναφορά ενός συνδρομητή που αναφερόταν σε συνακρόαση δεν συνιστούσε περιστατικό ασφάλειας, αφού έχρηζε διερεύνησης για να διαπιστωθεί εάν υπήρχε συνακρόαση και για να αξιολογηθεί εάν επρόκειτο για ζήτημα που σχετιζόταν με το δημόσιο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δεν υπήρξε υποχρέωση γνωστοποίησής του ως «περιστατικού ασφάλειας» στην ΑΔΑΕ και κατέληξε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών. Εν συνεχεία, η καθ’ ης η προσφυγή Αρχή αφού δıαπίστωσε ότι, παρά το γεγονός ότι ήδη από την καταγγελία της ανωτέρω συνδρομήτριας της προσφεύγουσας σχετικώς με την κρίσιμη βλάβη, υπήρχε αναφορά σε ακρόαση των συνομιλιών της από τρίτο και κατά συνέπεια σε υφιστάμενη διακινδύνευση του απορρήτου των επικοινωνιών της καθώς και ότι η προσφεύγουσα, πέραν της το πρώτον κατά την ακρόαση της 15.1.2020 αόριστης επίκλησης ότι ενεργοποιήθηκε για την καταγγέλλουσα η υπηρεσία «Ρεζέρβα Επικοινωνίας» (όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω) και ότι η ίδια ενημερώθηκε αναφορικά με τη δυνατότητα φραγής εξερχομένων κλήσεων, ούτε κατά τον έκτακτο έλεγχό της από την ΑΔΑΕ (σχετ. η από 23.2.2017 ελέγχου), ούτε και στο πλαίσιο της διαδικασίας ακρόασης, είχε θέσει υπόψη της καθ’ ης η προσφυγή Αρχής συγκεκριμένα στοιχεία προς απόδειξη των ανωτέρω ενεργειών της, ούτε από οποιαδήποτε καταγραφή στα συστήματά της βρέθηκε κάτι τέτοιο, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό ως αόριστο και ατεκμηρίωτο. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η ΑΔΑΕ, με την 343/25.11.2020 απόφασή της (προσβαλλόμενη) ήχθη στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα, με την τουλάχιστον διακινδύνευση του απορρήτου των κλήσεων που πραγματοποιήθηκαν από την καταγγέλλουσα κατά το πιο πάνω διάστημα, υπέπεσε σε παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 παρ. 1 του ν. 2674/2008 και 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3471/2006 περί απορρήτου των επικοινωνιών με την παράλειψη εφαρμογής μέτρων για την προστασία του απορρήτου της ελεύθερης επικοινωνίας και λαμβάνοντας υπόψη, για το είδος της ποινής και το ύψος αυτής, τη σοβαρότητα της διαπιστωθείσας παράβασης, επέβαλε εις βάρος της χρηματικό πρόστιμο ύψους 20.000,00 ευρώ.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2024

ΜΠρΑλεξανδρούπολης 96/2024 : "Το απαράδεκτο του άρθρου 935 λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ισχύει δε μόνο όταν πρόκειται για ανακοπή του άρθρου 933, όχι του 632 ΚΠολΔ κι εφόσον έχει ήδη ασκηθεί προηγουμένως μια τέτοια ανακοπή από αυτόν τον ίδιο, που ασκεί (απαράδεκτα) την επόμενη, ανεξάρτητα δε από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η προηγούμενη"

 


ΜΠρΑλεξανδρούπολης 96/2024

Το απαράδεκτο του άρθρου 935 λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ισχύει δε μόνο όταν πρόκειται για ανακοπή του άρθρου 933, όχι του 632 ΚΠολΔ κι εφόσον έχει ήδη ασκηθεί προηγουμένως μια τέτοια ανακοπή από αυτόν τον ίδιο, που ασκεί (απαράδεκτα) την επόμενη, ανεξάρτητα δε από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η προηγούμενη. Σε περίπτωση παραίτησης, η ανακοπή του 933 θεωρείται μηδέποτε ασκηθείσα και το 935 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται. Άκυρη η καταγγελία νομικού προσώπου μέσω τρίτων εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων, χωρίς επίδειξη πληρεξουσίου εγγράφου, ακόμα κι αν το κύρος της καταγγελίας αμφισβητηθεί το πρώτον με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, διότι η αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής δεν ισοδυναμεί με έγκριση της καταγγελίας. Σε κάθε περίπτωση, εν προκειμένω δεν αρκεί ούτε η μεταγενέστερη έγκριση, προκειμένου να καταστεί αναδρομικά έγκυρη η καταγγελία που έγινε από πρόσωπο που δεν είχε την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, καθώς η καταγγελία που έγινε στο όνομα του νομικού προσώπου από αναρμόδιο ή χωρίς εξουσία πρόσωπο είναι ανυπόστατη και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 233 και 238 ΑΚ, που αναφέρονται στη με αναδρομική ενέργεια μεταγενέστερη έγκριση από το αρμόδιο όργανο του νομικού προσώπου. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, η εκ των υστέρων έγκριση δεν ισχυροποιεί αναδρομικά την ανυπόστατη καταγγελία, αλλά επέχει θέση νέας αυτοτελούς καταγγελίας, με την προϋπόθεση ότι αυτή θα περιέλθει νομίμως στον λήπτη αυτής. Δεκτή η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι, ακυρότητα διαταγής πληρωμής.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 96/2024

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Χρυσούλα Μπεγιάζη, Πρωτόδικη, την οποίον όρισε ο Διευθύνων το Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, Πρόεδρος Πρωτοδικών και το Γραμματέα,

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουάριου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΑΣ - ΑΣΚΟΥΣΑΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ: ... κατοίκου Αλεξανδρούπολης, οδός ... με Α.Φ.Μ. ... η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου, ΓΓ (ΑΜ/ΔΣΑλ ….), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις και προκατέβαλε τις εισφορές του Ν. 4194/2013 (υπ’ αριθμόν ΑΛ.../21-2-2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑλεξ).

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ - ΚΑΘ’ ΗΣ ΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και τον διακριτικό τίτλο ... (η οποία έφερε πρότερον την επωνυμία ... από Δάνεια και Πιστώσεις») με έδρα το Μοσχάτο Αττικής, επί της οδού Τ.Κ. ..., με Αρ. Γ.Ε.ΜΗ. ... της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΑΘΗΝΩΝ, στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας ειδικού σκοπού που φέρει την επωνυμία ..., με Αριθμό Μητρώου ... και έδρα στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, οδός ... 4ος όροφος, IFSC, Δουβλίνο 1, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους ... δυνάμει του από 14.06.2019 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ιρλανδίας ... ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ... στην οποία εκχωρήθηκαν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 455 επ. του Αστικού Κώδικα, μεταξύ άλλων, απαιτήσεις από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία και το διακριτικό τίτλο ..., μετά τη τροποποίηση της επωνυμίας της από ..., που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ..., Τ.Κ. ... με αριθμό Γ.Ε.Μ.Η. ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους κ. κ. ... δυνάμει της από ... αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, δυνάμει της υπ' αριθμ. σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία διέπεται από τα άρθρα 108 και 14 του νόμου 3156/03 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (ΦΕΚ 220Α) και καταχωρήθηκε νόμιμα στον τόμο ... του δημοσίου βιβλίου του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών. Εν συνεχεία δυνάμει της υπ' αριθμ. σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία διέπεται από τα άρθρα 10, 14 και 16 του νόμου 3156/03 και καταχωρήθηκε στον τόμο 10/185 του δημοσίου βιβλίου του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, όπως αυτή επικαιροποιείται με την με αριθ. πρωτ. … καταχώρηση στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμος ..., αριθμός .), και την με αριθ. πρωτ. ... καταχώρηση στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τόμος., αριθμός .), η ... με διακριτικό τίτλο ... και ήδη με την επωνυμία ... Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και τον διακριτικό τίτλο ..., με έδρα στο ..., οδός ... Τ.Κ. ..., με αριθμό Γ.Ε.Μ.Η. ... Α.Φ.Μ. ..., Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ, κατέστη διαχειρίστρια ... των ως άνω απαιτήσεων για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία ... και δεκτική καταβολής των ανωτέρω από μεταβιβασθεισών και τιτλοποιηθεισών επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις και προκατέβαλε τις εισφορές του Ν. 4194/2013 (υπ’ αριθμόν ./20-2-2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑλεξ)

 Η ανακόπτουσα ζητά να γίνει δεκτή α) η από 6-2-2023 ανακοπή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με Α.Ε.Κ. ΕιδΜον ./6-2-2023 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, γράφτηκε στο πινάκιο και εκφωνήθηκε στη σειρά της από αυτό, καθώς και β) οι από 11-10-2023 πρόσθετοι λόγοι ανακοπής, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με Α.Ε.Κ. ΕιδΜον ./19-10-2023, η συζήτηση των οποίων προσδιορίστηκε, επίσης, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, γράφτηκε στο πινάκιο και συνεκφωνήθηκε με την ανωτέρω ανακοπή, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας.

Kατά τη δημόσια συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 

Ενώπιον ....

I. Κατά το άρθρο 935 ΚΠολΔ, λόγοι ανακοπής που είναι γεννημένοι, σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι, όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της εκτελέσεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εφόσον ασκήθηκε ανακοπή εναντίον ορισμένης πράξεως της διαδικασίας της εκτελέσεως, πρέπει με το δικόγραφο αυτής ή με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων να προταθούν όλοι οι λόγοι που ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν και αν υπάρχει προθεσμία κατά το άρθρο 934 ΚΠολΔ για την άσκηση νέας ανακοπής, δεν είναι δυνατόν να προταθούν οι λόγοι, οι οποίοι ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν με την προηγούμενη ανακοπή. Σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη, κατά την οποία τίθεται θέμα κύρους ορισμένης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας, κατά της οποίας ασκήθηκε ήδη ανακοπή, δεν μπορούν να προταθούν νέοι λόγοι ακυρότητας (ΑΠ856/2014, τνπ Νόμος, Μπρίνιας: Αναγκ. Εκτελ. Β’ έκδ. κάτω από το άρθρο 93 5, παρ. 172-174, σελ. 4 78 επ.). Το άρθρο 935 ΚΠολΔ αποβλέπει στην ταχεία εκκαθάριση των διαφορών που αναφύονται στην εκτέλεση και εκείθεν στην εμπέδωση ασφάλειας στις συναλλαγές. Συγκεκριμένα, με αυτό καθιερώθηκε για την ανακοπή του 933 το «σύστημα συγκέντρωσης», σύμφωνα με το οποίο επιβάλλεται να προσβάλλονται σε αυτήν όλοι οι έως την ανακοπή γεννημένοι λόγοι, ως ειδική έκφανση της αρχής του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη, λόγοι ανακοπής που ήταν γεννημένοι και μπορούσε ο ανακόπτων να προτείνει στη δίκη της ανακοπής απορρίπτονται ως απαράδεκτοι αν προταθούν σε μεταγενέστερη δίκη, στην οποία ανακύπτει ζήτημα κύρους της εκτέλεσης. Το εν λόγω απαράδεκτο βαίνει παράλληλα, ανεξάρτητα και πέρα από εκείνο του άρθρου 933 παρ. 4 για τους καλυπτόμενες από το δεδικασμένο λόγους και η χρησιμότητα της διάταξης ακριβώς έγκειται στην κάλυψη περιπτώσεων, όπου δεν συντρέχουν οι όροι του. Έτσι με τη διάταξη αυτή του άρθρου 935 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 παρ. 2 του Ν.4055/2012, η σώρευση στο δικόγραφο της ανακοπής καθίσταται υποχρεωτική, όχι μόνο για τους γεννημένους στην άσκηση λόγους που αφορούν την προσβαλλόμενη με αυτήν πράξη εκτέλεσης, αλλά επιπρόσθετα και για όλους τους γεννημένους λόγους όσων άλλων πράξεων προηγήθηκαν. Το απαράδεκτο του άρθρου 935 λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ισχύει δε μόνο όταν πρόκειται για ανακοπή του άρθρου 933 κι εφόσον έχει ήδη ασκηθεί προηγουμένως μια τέτοια ανακοπή από αυτόν τον ίδιο, που ασκεί (απαράδεκτα) την επόμενη, ανεξάρτητα δε από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η προηγούμενη, αν δηλαδή εκκρεμεί προς έκδοση απόφασης ή αν αυτή εκδόθηκε [ΕφΑΘ 2472/2022, τνπ Νόμος, Κεραμεύς, Νίκας, Κονδύλης, Ερμηνεία ΚΠολΔ Αναγκαστική Εκτέλεση άρθρο 935 σελ. 247 επ. εκδ. 2021 με τις εκεί παραπομπές σε θεωρία και νομολογία].

 Με την υπό κρίση ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής, η ανακόπτουσα ζητά, για τους λόγους που εκθέτει, α) να ακυρωθεί η υπ’ αριθμόν ./ΔΓΊ/2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, δια της οποίας υποχρεώνεται να καταβάλει στην καθ’ ής ποσό 63.576,69 ευρώ, εντόκως, καθώς και ποσό 1.800 ευρώ ως δικαστική δαπάνη, όπως ειδικότερα ορίζεται στην προσβαλόμενη διαταγή πληρωμής, β) να ακυρωθεί η συνεπιδοθείσα με αυτή, κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου της προαναφερθείσας διαταγής, από 20-1-2023 επιταγή προς εκτέλεση, με την οποία η ανακόπτουσα επιτάχθηκε να καταβάλει τα ανωτέρω ποσά, πλέον εξόδων, καθώς και γ) να καταδικαστεί η καθ’ ής στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.