
Χώρος εργασίας - Έννοια ιδιωτικής ζωής. Συνταγματική προστασία της προσωπικότητας των εργαζομένων. Συμβατότητα μέτρων παρακολούθησης των εργαζομένων προς τη διάταξη του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Διευθυντικό δικαίωμα - Υποχρέωση πρότερης και ρητής ενημέρωσης των εργαζομένων από τον εργοδότη - Συγκατάθεση εργαζομένου. Απόδειξη - Μηχανική απεικόνιση - Screenshots. Περίπτωση εν αγνοία εγκατάστασης σε Η/Υ ενάγουσας εργαζομένης του προγράμματος καταγραφέα οθόνης και καταγραφής προσωπικών πληροφοριών της. Κρίση ότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο εναγόμενος εργοδότης, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις, αφενός του Ν. 2472/97, αφετέρου του ΓΚΠΔ, ώστε αφενός η δική του ενέργεια (τοποθέτηση ένδειξης περί ύπαρξης καταγραφής οθόνης) να δύναται να θεωρηθεί ότι συνιστά από μέρους του νόμιμη ενημέρωση της ενάγουσας, αφετέρου η ενέργεια της ενάγουσας (χρήση του εν λόγω υπολογιστή παρά την ύπαρξη της εν λόγω ένδειξης) να θεωρηθεί ότι συνιστά συναίνεσή της. Επιδικάζει εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 10.000 ευρώ - Εν μέρει δεκτή η αγωγή.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 6/2020
Πρόεδρος: Χ. Λαγανάς, Πάρεδρος Πρωτοδικείου
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 1 Συντ. και 8 της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι η προστασία της ιδιωτικής ζωής περιλαμβάνει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου. Κατ’ αντιδιαστολή προς την κοινωνική ζωή του ατόμου, ως ιδιωτική ζωή του νοείται το σύνολο των σχέσεων και των δραστηριοτήτων εκείνων, που το ίδιο θέλει να κρατήσει μακριά από τη δημοσιότητα, είτε αποκλειστικά για τον εαυτό του, είτε για έναν στενό κύκλο, τον οποίο το ίδιο κάθε φορά προσδιορίζει. Έτσι, εκτός της ερωτικής ζωής, των ζητημάτων υγείας και της οικογενειακής ζωής του ατόμου, που βρίσκονται στον πυρήνα του προστατευτέου δικαιώματος, στην έννοια της ιδιωτικής ζωής εμπίπτει ένας ευρύτερος κύκλος υποθέσεών του, ο οποίος ενδέχεται να συμπλέκεται και με την επαγγελματική ζωή (ΑΠ Ολ 1/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά την πάγια νομολογία του, το ΕΔΔΑ, απορρίπτοντας τη σχηματική διάκριση μεταξύ ιδιωτικής και επαγγελματικής ζωής και δεχόμενο ότι υπάρχει μια ζώνη αλληλεπίδρασης των ατόμων ακόμη και σε δημόσιο πλαίσιο, η οποία εμπίπτει στο πεδίο του ιδιωτικού βίου, έχει αποφανθεί ότι η έννοια της ιδιωτικής ζωής δεν είναι επιδεκτική ενός εξαντλητικού ορισμού, αλλ’ αντιθέτως δύναται να καλύπτει την ανάπτυξη του ατόμου τόσο από πλευράς ιδιωτικής αυτονομίας όσο και προσωπικότητας. Ειδικότερα, με την από 05-09-2017 απόφασή του επί της υπόθεσης ................. κατά Ρουμανίας, το ΕΔΔΑ, αναφερόμενο στο ήδη διαμορφωμένο από τη νομολογία του κριτήριο της «εύλογης προστασίας της ιδιωτικότητας» [ΕΔΔΑ 24.6.2004, Von Hannover κατά Γερμανίας (Αριθμός Προσφυγής ................), δημοσ. σε https://hudoc.echr.coe.int], δέχεται ότι κρίσιμο νομικό ζήτημα σε υποθέσεις που αφορούν σε παρακολούθηση των εργαζομένων στον χώρο εργασίας αποτελεί, καταρχάς, το κατά πόσο ο εργαζόμενος διαθέτει μια εύλογη προσδοκία προστασίας της ιδιωτικής ζωής του, για την οποία κρίσιμη είναι η έγκαιρη ενημέρωσή του για τους εσωτερικούς κανονισμούς εργασίας. Άλλωστε, θα ήταν υπερβολική μία συστολή του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ σε έναν στενό κύκλο δραστηριοτήτων, αποκλείοντας οιαδήποτε εξωτερική συναναστροφή. Ειδικότερα, οι εργαζόμενοι, δαπανώντας ένα σημαντικό τμήμα του χρόνου τους στο χώρο εργασίας, ευλόγως προσδοκούν την προστασία της ιδιωτικότητάς τους και στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας, πολύ δε περισσότερο υπό τις σύγχρονες συνθήκες εργασίας όπου τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βίου, δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, ιδιωτικής και επαγγελματικής ζωής (όρια συχνά δυσδιάκριτα και διαρκώς μεταβαλλόμενα), αντιστοιχούν, κάθε φορά, στη φύση και την ποιότητα των σχέσεων του ατόμου με τους άλλους, την κοινωνία και το Κράτος, καθώς και τη θέση και αξία του μέσα σε αυτά (Λ. Μήτρου, Ιδιωτικότητα, προσωπικά δεδομένα και εργασιακές σχέσεις, ΕΕργΔ 2017, σελ. 139-140). Πρόκριση αντίθετης εκδοχής θα οδηγούσε στο άτοπο αποτέλεσμα να θεωρείται ότι οι εργαζόμενοι εγκαταλείπουν το δικαίωμά τους για προστασία της ιδιωτικής τους ζωής και προστασίας των προσωπικών τους δεδομένων κάθε πρωί στην είσοδο του τόπου εργασίας τους. Η δε εύλογη αυτή προσδοκία προστασίας της ιδιωτικής τους ζωής δεν αίρεται από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούν εξοπλισμό, συσκευές επικοινωνιών ή οποιεσδήποτε άλλες επαγγελματικές εγκαταστάσεις του εργοδότη ή ότι µία ηλεκτρονική επιστολή έχει αποσταλεί από εταιρική διεύθυνση αλληλογραφίας, καθώς το γεγονός αυτό δεν οδηγεί σε απεµπόληση του δικαιώµατος στον ιδιωτικό βίο [ΕΔΔΑ 14.5.2019, ...................... κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Αριθ. Προσφυγής ....................), παρ. 25, ΕΔΔΑ 3.4.2007, Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Αριθ. Προσφυγής ..................), ΕΔΔΑ 25.6.1997, .................. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Αριθ. Προσφυγής ......................), όλες δημοσ. σε https://hudoc.echr.coe.int], ούτε βεβαίως µπορεί να γίνει δεκτό ότι τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα των εργαζοµένων, που παράγονται µε τη χρήση των εταιρικών µέσων επικοινωνιών συνιστούν «ιδιοκτησία» ή «περιουσία» του εργοδότη, επειδή αυτός τυγχάνει ο ιδιοκτήτης των ανωτέρω µέσων επικοινωνίας, προσέγγιση που δεν υιοθετείται, άλλωστε, από τη νοµολογία των Δικαστηρίων της Ε.Ε. (ΑΠΔΠΧ ................/2019, δημοσ. σε www.dpa.gr). Ωστόσο, η ανάγκη προστασίας της ιδιωτικότητας των εργαζομένων δεν δύναται να οδηγήσει στην έλλειψη ελέγχου του τρόπου παροχής της εργασίας τους. Ο εργοδότης έχει εύλογα συμφέροντα, τα οποία επίσης χρήζουν διαφύλαξης, κατόπιν στάθμισης με τα δικαιώματα του εργαζομένου. Ως εκ τούτου, η ιδιωτικότητα στον χώρο εργασίας δεν σημαίνει ότι ο εργαζόμενος μεταφέρει στον χώρο εργασίας του την «ησυχία» που ενδεχομένως απολαμβάνει στην οικία του, αλλ’ αντιθέτως, ότι καταλείπεται σ’ αυτόν κάποιος χώρος προσωπικής δράσης [Φ. ..................., Facebook εν ώρα εργασίας, ΕφημΔΔ 2011, 205 επ. (206)]. Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 8 ΕΣΔΑ εγγυάται την προστασία της ιδιωτικής ζωής εν ευρεία εννοία, η οποία -μεταξύ άλλων- περιλαμβάνει στο κανονιστικό της βεληνεκές και την έννοια της «ιδιωτικής κοινωνικής ζωής», τη δυνατότητα δηλαδή του ατόμου να αναπτύξει την κοινωνική του ταυτότητα μέσω της επαφής και επικοινωνίας με άλλα πρόσωπα [ΕΔΔΑ 5.9.2017, ............... κατά Ρουμανίας (Αριθ. Προσφυγής .................), παρ. 70, ΕΔΔΑ 26.7.2007,................ κατά Βουλγαρίας (Αριθ. Προσφυγής ...............), ΕΔΔΑ 3.4.2007, Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου ο.π., ΕΔΔΑ 25.6.1997, Halford κατά Ηνωμένου Βασιλείου ο.π., ΕΔΔΑ 16.12.1992 ............... κατά Γερμανίας (Αριθ. Προσφυγής ................., παρ. 29), όλες δημοσ. σε https://hudoc.echr.coe.int]. Ωστόσο, το ΕΔΔΑ, αντιλαμβανόμενο ότι μία άκαμπτη εξάρτηση της εφαρμογής του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ από το εάν ο εργαζόμενος διαθέτει «εύλογη προσδοκία ιδιωτικότητας» συνοδεύεται από τον ελλοχεύοντα κίνδυνο να αποκλεισθεί η παρεχόμενη από την ΕΣΔΑ προστασία σε περιπτώσεις όπου ο εργαζόμενος έχει ρητώς και σαφώς ενημερωθεί για τα εισαχθέντα από τον εργοδότη μέτρα παρακολούθησης, ακόμη κι αν αυτά στερούνται οιασδήποτε δικαιολογητικής βάσης, νομιμότητας ή αναλογικότητας, με την προαναφερθείσα απόφασή του επί της υπόθεσης ...................... κατά Ρουμανίας υπογραμμίζει ότι το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και την αλληλογραφία του ατόμου δεν μπορεί να συρρικνωθεί. Ως εκ τούτου, είναι δυνατή η in concreto εφαρμογή του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και σε περιπτώσεις που δεν πληρούν το ως άνω κριτήριο [ΕΔΔΑ 5.9.2017, ................... κατά Ρουμανίας, ο.π., παρ. 80, Ι. Κούβακας, Παρατηρήσεις στην απόφαση ΕΔΔΑ Bărbulescu κατά Ρουμανίας, ΕΕυρΔ 4/2017, σελ. 505 επ. (509-510)].
ΙΙ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 Α του Συντ., καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει. Με το άρθρο αυτό κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, δηλαδή το δικαίωμα του λεγόμενου «πληροφοριακού αυτοκαθορισμού» ή «αυτοδιάθεσης των πληροφοριών». Ως τέτοια δε δεδομένα θεωρούνται όχι μόνο εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή, αλλά και εκείνα που προορίζονται για εξωτερίκευση στη δημόσια σφαίρα, ενώ, εξάλλου, η προστασία αναφέρεται όχι μόνο στην επεξεργασία των στοιχείων αυτών από κρατικά όργανα, αλλά και από ιδιώτες (ΑΠ Ολ 1/2017 ο.π., ΣτΕ 1616/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το άτομο δικαιούται πλέον να ελέγχει και να καθορίζει τον τρόπο συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών που το αφορούν, και τούτο με την εγγύηση και συνδρομή μιας ανεξάρτητης αρχής, επιφορτισμένης με αυτήν ακριβώς την αρμοδιότητα, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, η οποία περιλαμβάνεται στις ανεξάρτητες αρχές που κατοχυρώνει ρητά το Σύνταγμα. Σύμφωνα με το Ν 2472/1997, προστατευτέα προσωπικά δεδομένα είναι μόνον όσα αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα. Τούτο συνάγεται από τις περ. α' και γ', αντιστοίχως, του άρθρου 2 του Ν 2472/1997, οι οποίες ορίζουν ως προσωπικά δεδομένα «κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων» και ως «υποκείμενο των δεδομένων» το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. δ' του ως άνω Ν 2472/1997 ως «επεξεργασία» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα νοείται «κάθε εργασία ή σειρά εργασιών, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή» (ΑΠ Ολ 1/2017 ο.π., ΑΠ 474/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η πρόσβαση από τον εργοδότη σε αποθηκευμένα προσωπικά δεδομένα στον υπολογιστή του εργαζομένου συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2 περ. δ’ Ν 2472/1997 (ΑΠΔΠΧ ................, ΑΠΔΠΧ ........, αμφότερες δημοσ. σε www.dpa.gr). Εξάλλου, ως δικαίωμα αλλά και ως συνιστώσα της διαμόρφωσης της εργασιακής σχέσης και του αντίστοιχου περιβάλλοντος, η προστασία προσωπικών δεδομένων σχετίζεται -εκτός από την προστασία του ιδιωτικού βίου (άρθρο 9 Συντ.)- άρρηκτα με την προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.). Έτσι, η προστασία δεδομένων εκφράζεται ως αξίωση να μην καθίσταται το άτομο ένα σύνολο δεδομένων προς επεξεργασία ή προς συναλλαγή. Στην αξία του ανθρώπου ανήκει η ελευθερία της επικοινωνίας σε σχέση και με τις πληροφορίες που ανταλλάσσει. Η εσωτερική ολοκλήρωση ενός ανθρώπου προϋποθέτει μεταξύ άλλων την ελευθερία της επικοινωνίας, την ελευθερία στην παροχή και πρόσληψη πληροφοριών. Η καταγραφή προσωπικών πληροφοριών (με σκοπό τον έλεγχο και τη χειραγώγηση) προσβάλλει αυτήν καθεαυτή την αξία του (Λ. Μήτρου, ό.π., σελ. 143). Η προστασία προσωπικών δεδομένων τελεί επίσης σε στενή σχέση με την προστασία και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου. Δεδομένου ότι ο άνθρωπος καθίσταται προσωπικότητα μέσα σε μία διαδικασία αυτοπαρουσίασης και ανάπτυξης του εαυτού του, που ολοκληρώνεται εντός του πλαισίου της κοινωνικής επικοινωνίας, έχει την ανάγκη μίας σφαίρας δράσης που αποδίδεται σε αυτόν και την οποία χρειάζεται να ελέγχει, ώστε να εκδηλώνεται ο ίδιος ως προσωπικότητα, ως συνειδητή ατομικότητα. Το δικαίωμα στην αυτοκαθοριζόμενη ζωή και πληροφορία αποτελεί βασική συνιστώσα του γενικού δικαιώματος της ανάπτυξης της προσωπικότητας. Αναφορικά με την προσωπικότητα του εργαζομένου, αυτή περιλαμβάνει το σύνολο των καταστάσεων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από την ιδιαιτερότητά του ως ελλόγου και συνειδητού όντος και κατοχυρώνουν την ευχέρειά του να ολοκληρώνει τη σωματική, ψυχική, πνευματική, ηθική και κοινωνική του υπόσταση με την παροχή εξαρτημένης εργασίας. Η συνταγματική προστασία της προσωπικότητας των εργαζομένων συνάγεται εμμέσως από τον συνδυασμό των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 (αξία του ανθρώπου), 5 παρ. 1 (ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας), 22 παρ. 1 (δικαίωμα στην εργασία), 25 παρ. 1 (αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου), 106 παρ. 2 (αξιοπρέπεια ως όριο της οικονομικής πρωτοβουλίας) και καλύπτει όλα τα στάδια της εξέλιξης της εργασιακής σχέσης, από τη σύσταση έως τη λύση αυτής. Το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του εργαζομένου εντοπίζεται στον πυρήνα του δικαιώματος και της προστασίας της προσωπικότητας στη σχέση εργασίας, αντικείμενο της οποίας είναι η εικόνα, η ομιλία (υπό την έννοια του λόγου), η ηθική υπόσταση (αξιοπρέπεια, τιμή, υπόληψη), η ελευθερία της επικοινωνίας, της συναναστροφής και της σύναψης σχέσεων με άλλους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα προσβολής της προσωπικότητας συνιστά η παρακολούθηση με τεχνικά μέσα με σκοπό την κατάργηση κάθε αυτονομίας του εργαζομένου και την εξαντλητική επιτήρηση και περιχαράκωση των κινήσεών του κατά τη διάρκεια της παροχής εργασίας. Η περίπτωση αυτή αναδεικνύει εναργώς τη σχέση της προστασίας της προσωπικότητας με την προστασία προσωπικών δεδομένων. Η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, η «κατόπτευση» διαφόρων πτυχών της ζωής ενός ατόμου έχει ως άμεση συνέπεια ότι αυτός που συλλέγει και επεξεργάζεται πληροφορίες μπορεί μέσω αυτών (των πληροφοριών) να επεμβαίνει δραστικά στη ζωή των άλλων, επιστρατεύοντας τεχνολογικές εφαρμογές που προσδιορίζουν και περιορίζουν συμπεριφορές, με προφανή συνέπεια τον περιορισμό της αυτονομίας του προσώπου και, σε τελευταία ανάλυση, την προσβολή της αξίας του. Η προσωπικότητα καθίσταται έτσι προβλέψιμη, ένα μέρος της ατομικότητας (και όχι μόνο του ιδιωτικού βίου) και της ελευθερίας προγραμματισμού της ζωής και δράσης κάθε προσώπου αναιρείται και το πρόσωπο γίνεται «αντικείμενο» των συμφερόντων και επιδιώξεων των άλλων. Τα δε ατομικά δικαιώματα δεν προστατεύονται μόνον έναντι της Πολιτείας και των οργάνων της, αλλά και έναντι ιδιωτών που τα προσβάλλουν, αφού πλέον, κατά την παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντ. τα δικαιώματα ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Πρόκειται για την λεγόμενη «τριτενέργεια» των συνταγματικών δικαιωμάτων, στην οποία εμπίπτει κατ’ εξοχήν η σχέση εργοδότη και εργαζομένου (ΑΠ Ολ 1/2017 ό.π.).