Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι τυγχάνουν, η μεν πρώτη ενάγουσα σύζυγος, οι δεύτερος και τρίτος τέκνα και η τέταρτη ενάγουσα αδερφή του θανόντος, ο οποίος απασχολούνταν στην πρώτη εναγόμενη, ως ελεγκτής αμαξοστοιχιών και εισιτηρίων, και ο οποίος επιβιβάστηκε στην αμαξοστοιχία INTERCITY IC-62, προκειμένου, στο πλαίσιο των εργασιακών του καθηκόντων, να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη, διότι την επόμενη ημέρα (01-03-2023) είχε προγραμματισμένη υπηρεσία, ωστόσο στις 28-2-2023 και περί ώρα 23:18′ η επιβατική ηλεκτροκίνητη αμαξοστοιχία συγκρούστηκε μετωπικά με την εμπορική αμαξοστοιχία, που εκτελούσε το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη-Πειραιάς, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό 57 ατόμων, συμπεριλαμβανομένου και του συγγενούς των εναγόντων – Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι το ως άνω ατύχημα, το οποίο για το θανόντα συγγενή τους είναι εργατικό, οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγόμενων εταιρειών, όπως αυτή θεμελιώνεται σε πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων αυτών υπαλλήλων και των οργάνων τους – Ζήτησαν δε, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης. Αποδεικνύεται ότι η επέλευση του επίδικου δυστυχήματος οφείλεται : α) σε συγκλίνουσα αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων των δύο εναγομένων εταιρειών, ήτοι του μηχανοδηγού της πρώτης εναγόμενης και του σταθμάρχη της δεύτερης εναγόμενης, η πρώτη εκ των οποίων, ως εργοδότρια, είχε νόμιμη υποχρέωση να εξασφαλίζει, στους εργαζομένους της, ασφαλείς συνθήκες εργασίας, η δε δεύτερη να εξασφαλίζει υποδομές ασφαλούς σιδηροδρομικής μεταφοράς. Ειδικότερα,όσον αφορά τη δεύτερη εναγόμενη, η ευθύνη της στην επέλευση του δυστυχήματος συνίσταται στο ότι δεν μερίμνησε για την εγκατάσταση και ορθή λειτουργία των απαραίτητων τεχνολογικών συστημάτων ασφαλείας κίνησης των συρμών, τα οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος, είτε απουσίαζαν, είτε εμφάνιζαν σημαντικές ελλείψεις. Κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ότι η χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων/συγγενών του θανόντος, πρέπει να καθοριστεί στο εύλογο ποσό των 200.000 ευρώ, για έκαστο εξ αυτών, οφειλόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον από καθεμία από τις εναγόμενες, με το νόμιμο τόκο. Συνεκδικάζει και απορρίπτει τις εφέσεις κατά της υπ’αρ.966/24 απόφασης του ΜονΠρωτΑθ. [ Αρ. 1,2 Ν.551/15, αρ. 662, 922,932 ΑΚ, αρ. 3 παρ. 1-3 N. 3891/10 , αρ. 240 ΚΠολΔ, Οδ. (ΕΕ) 2016/797, αρ. 42 παρ. 1 Ν.3850/10, αρ. 18 Ν.3891/10, αρ.61 παρ. 3 Οδ. (ΕΕ) 2016/798, Καν.(ΕΕ)2019/773, αρ. 42, 43 N.3850/10, αρ. 10 παρ. 1 N.2696/99, αρ. 25 παρ. 1 Συντ.]
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 3ο
ΑΡΙΘΜΟΣ 3886/2025
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαγδαληνή Φαχουρίδου, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από το Γραμματέα Νικόλαο Καλαντζή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2025 για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται νόμιμα προς εκδίκαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου: α) η από 15-1-2025 έφεση της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «ΟΣΕ Α.Ε.» (Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. ...-2025 Πρωτοδικείου Αθηνών και Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. .../2025 Εφετείου Αθηνών, αριθμ. πινακίου 16), β) η από 16-1-2025 έφεση των εκκαλούντων: 1) ... ... του ..., χήρας ... ..., 2) ... ... του ..., 3) ... ... του ... και 4) ... ... του ... (Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. ...2025 Πρωτοδικείου Αθηνών και Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. .../2025 Εφετείου Αθηνών, αριθμ. πινακίου 17) και γ) η από 17- 1-2025 έφεση της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «...» και τον διακριτικό τίτλο «...Α.Ε.» (Γ.Α.Κ. .../Α.Κ.ΕΝΔ.ΜΕΣΟΥ ...2025 Πρωτοδικείου Αθηνών και Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. .../2025 Εφετείου Αθηνών, αριθμ. πινακίου 18), οι οποίες, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, καθώς αφορούν στην ίδια απόφαση (υπ' αριθμ. 966/2024 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών) και με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται η μείωση των εξόδων (αρθρ. 31, 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ).
Οι ανωτέρω υπό κρίση εφέσεις κατά της υπ'αρ. 966/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 614 περ. 3 επ. ΚΠολΔ), αρμοδίως εισάγονται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 19 του ΚΠολΔ) και έχουν ασκηθεί νομότυπα (άρθρ. 495 παρ. 1, 2, 496, 500, 511, 513 παρ.1, 516 παρ.1 και 517 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 3-12-2024 επιδόθηκε με επιμέλεια των εναγόντων, στις 20-12-2024 (βλ. σχετική σημείωση επί του κειμένου της προσκομιζόμενης εκκαλούμενης αποφάσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ...) και οι ανωτέρω εφέσεις ασκήθηκαν με την κατάθεσή τους στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση στις 16-1-2025, 16-1-2025 και 17-1-2025, αντιστοίχως (βλ. ανωτέρω πράξεις καταθέσεως τους ενώπιον της Γραμματείας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), ήτοι εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ. Εκ του περισσού δε, κατατέθηκε από τους εκκαλούντες εκάστης έφεσης το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.3 εδ.α' του ΚΠολΔ, παράβολο ποσού 100 ευρώ, για κάθε έφεση (όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση της Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κάτωθεν των εκθέσεων καταθέσεων εκάστης έφεσης), αν και στην ένδικη περίπτωση δεν απαιτείται η κατάθεσή του, διότι, σύμφωνα με το εδ.στ' της παρ.3 του ίδιου άρθρου, από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, οι διαφορές του άρθρου 614 παρ.3 ΚΠολΔ (εργατικές). Ως εκ τούτου και ανεξάρτητα από την κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσιαστικής βασιμότητας των εν λόγω εφέσεων, θα διαταχθεί η απόδοση των ανωτέρω κατατεθέντων παραβολών στους εκκαλούντες των ανωτέρω εφέσεων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Πρέπει, επομένως, οι εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν, περαιτέρω, στην ουσία τους, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1,2 ΚΠολΔ) και μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται από αυτούς (άρθρο 522 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες (ήδη εφεσίβλητοι στις υπό στοιχείο Α' και Γ' εφέσεις και εκκαλούντες στην υπό στοιχείο Β' έφεση) στην από 23-10-2023 αγωγή, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Γ.Α.Κ. .../Ε.Α.Κ. .../2023 - ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) σε βάρος: 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «...» και τον διακριτικό τίτλο «...Α.Ε.» και 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «ΟΣΕ Α.Ε.», εξέθεταν ότι τυγχάνουν η μεν πρώτη ενάγουσα σύζυγος του ... ... του ..., οι δεύτερος και τρίτος εξ αυτών τέκνα αυτού από το γάμο του με την πρώτη ενάγουσα και η τέταρτη ενάγουσα αδερφή αυτού, ο οποίος (... ... του ...) είχε προσληφθεί, στις ..., δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΠΡΟΑΣΤΙΑΚΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΣΤΙΚΩΝ, ΠΡΟΑΣΤΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΏΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ» και τον διακριτικό τίτλο «ΠΡΟΑΣΤΙΑΚΟΣ ΑΕ.», καθολική διάδοχος της οποίας είναι, ήδη, η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία και ότι έκτοτε απασχολούνταν ως ελεγκτής αμαξοστοιχιών και εισιτηρίων. Ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρεία έχει την εκμετάλλευση του σιδηροδρομικού δικτύου πραγματοποιώντας μεταφορές επιβατών και εμπορευμάτων, ενώ η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία έχει την ευθύνη της εύρυθμης και ασφαλούς λειτουργίας της σιδηροδρομικής υποδομής. Ότι ο ως άνω συγγενής των εναγόντων, εργαζόμενος της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, ο οποίος γεννήθηκε στις 21-1-1960, στις 28-2-2023 και ενώ είχε ολοκληρώσει την υπηρεσία του στην αμαξοστοιχία IC-58 με ωράριο εργασίας από τις 14.00' μ.μ. έως τις 22.00' μ.μ. επιβιβάστηκε στην επιβατική αμαξοστοιχία IC-62 από το σταθμό της Λάρισας, αναχωρώντας στις 23.04'μ.μ., προκειμένου, στο πλαίσιο των εργασιακών του καθηκόντων, να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη, όπου θα διανυκτέρευε, διότι την επόμενη ημέρα (01-03-2023) είχε προγραμματισμένη υπηρεσία στην αμαξοστοιχία IC-56 με δρομολόγιο Θεσσαλονίκη - Α.Ι.Ρέντη. Ότι στις 28-2-2023 και περί ώρα 23:18'η επιβατική ηλεκτροκίνητη αμαξοστοιχία INTERCITY IC-62, η οποία εκτελούσε προγραμματισμένο δρομολόγιο στη γραμμή Αθήνα - Θεσσαλονίκη συγκρούστηκε μετωπικά με την εμπορική αμαξοστοιχία ..., που εκτελούσε το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη - Πειραιάς με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό 57 ατόμων, συμπεριλαμβανομένου και προσωπικού υπαλλήλων της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, μεταξύ των οποίων και του ως άνω συγγενούς των εναγόντων και τον τραυματισμό 180 ατόμων, καθώς και την καταστροφή μέρους των αμαξοστοιχιών και εγκαταστάσεων της σιδηροδρομικής γραμμής. Ότι αμέσως μετά τη σύγκρουση αυτή προκλήθηκε πυρκαγιά. Ότι το ως άνω ατύχημα, το οποίο για το θανόντα συγγενή τους είναι εργατικό, οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγόμενων εταιρειών, λόγω της περιγραφόμενης βαριάς μορφής συγκλίνουσας αμέλειας τους, όπως αυτή θεμελιώνεται τόσο στις ειδικά αναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων αυτών υπαλλήλων (συγκεκριμένα ως προς την δεύτερη εναγόμενη εταιρεία του σταθμάρχη της ... ..., ο οποίος, επιπρόσθετα, στερούνταν των απαραίτητων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων και των κατάλληλων γνώσεων και εκπαίδευσης και ως προς την πρώτη εναγόμενη εταιρεία του πρώτου μηχανοδηγού της), όσο και στις παραλείψεις οφειλόμενων ενεργειών των οργάνων των εναγομένων, που είναι εκ του νόμου υπόχρεες, η μεν πρώτη εναγόμενη εταιρεία, ως εργοδότρια του θανόντος εργαζομένου της, να προβεί στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την εξασφάλιση ασφαλών συνθηκών εργασίας στο σιδηροδρομικό δίκτυο, εφόσον αποδέχθηκε να το χρησιμοποιεί παρά τις ελλείψεις, που έφερε σε πρόσωπα και τεχνολογικό εξοπλισμό, οι οποίες ήταν γνωστές σε αυτή, η δε δεύτερη εναγόμενη εταιρεία, ως φέρουσα την ευθύνη ασφαλούς λειτουργίας της σιδηροδρομικής υποδομής, όπως λεπτομερώς εκτίθεται στην αγωγή. Ότι, προς εξακρίβωση των παραγόντων, που συνέβαλαν στην επέλευση του ατυχήματος, συστήθηκε τριμελής επιτροπή Εμπειρογνωμόνων, το πόρισμα της οποίας αποτελεί περιεχόμενο της αγωγής ως προς κεφάλαιο της με αριθμό 3 με τον τίτλο «ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ» και το κεφάλαιο με αριθμ. 5 με τον τίτλο «ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΑΛΑΝ ΣΤΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ». Ότι με το υπ’ αριθμ. πρωτ. … έγγραφο του τμήματος Τροχαίας Λάρισας ορίστηκαν πραγματογνώμονες οι ... ..., μηχανολόγος - μηχανικός και ... ..., ηλεκτρολόγος - μηχανικός προκειμένου να διενεργήσουν πραγματογνωμοσύνη, προς εξακρίβωση των συνθηκών του δυστυχήματος, η οποία συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. …. παραγγελία του Διευθύνοντος την Εισαγγελία Πρωτοδικών Λάρισας. Ότι, ακολούθως, συντάχθηκε η από 19-6-2023 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ανωτέρω, τα συμπεράσματα της οποίας αποτελούν περιεχόμενο της αγωγής, όπως αναλυτικά εκτίθενται σε αυτή. Ότι, περαιτέρω, στο πλαίσιο διερεύνησης των συνθηκών του δυστυχήματος, εκδόθηκε και η υπ’ αριθμ. … απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ), οι διαπιστώσεις της οποίας αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή, όπως και το από 9-3-2023 Πόρισμα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων (ERA). Βάσει του ως άνω ιστορικού, οι ενάγοντες, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτώς περιορίστηκε από εν μέρει καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναλήφθηκε στις νομότυπα υποβληθείσες προτάσεις τους (άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1 και 297 του ΚΠολΔ), ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνόμενων αυτών αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε καθέναν από τους ενάγοντες, το ποσό των 245.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν συνεπεία της απώλειας του οικείου τους προσώπου υπό τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή συνθήκες, με το νόμιμο τόκο (υπερημερίας και επιδικίας) από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση. Τέλος, ζητούν να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 966/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία περιουσιακών - εργατικών διαφορών), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενες είναι υποχρεωμένες, εις ολόκληρο έκαστη, να καταβάλουν σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 200.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες με την ανωτέρω υπό στοιχ. В έφεση τους για λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους στο σύνολο της. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται και η δεύτερη εναγόμενη (ΟΣΕ Α.Ε.) με την ανωτέρω υπό στοιχ. A έφεση της για λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά και ως προς το ύψος της επικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ειδικότερα παραπονείται ως προς τις παραδοχές της εκκαλούμενης αποφάσεως: α) αναφορικά με το ζήτημα της μετάταξης, της εκπαίδευσης και των τυπικών προσόντων του σταθμάρχη Λάρισας (πρώτος λόγος εφέσεως), β) αναφορικά με την αυτοτελή ευθύνη του ΟΣΕ (δεύτερος λόγος εφέσεως), γ) αναφορικά με τις πράξεις και παραλείψεις των δύο προστηθέντων μηχανοδηγών της πρώτης εναγομένης εταιρείας (τρίτος λόγος εφέσεως) και δ) αναφορικά με το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης (τέταρτος λόγος εφέσεως). Ζητεί, δε, η δεύτερη εναγόμενη, με την ανωτέρω έφεση της, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται σε βάρος της και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι στη δικαστική της δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Τέλος, κατά της απόφασης παραπονείται και η πρώτη εναγόμενη (...Α.Ε.) με την ανωτέρω υπό στοιχ. Γ έφεση της για λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το κεφάλαιο της εκκαλούμενης αποφάσεως, που της αποδίδει ευθύνη για το δυστύχημα (αυτοτελή, αλλά και λόγω υπαίτιων πράξεων και παραλείψεων του προστηθέντος αυτής πρώτου μηχανοδηγού), αλλά και ως προς το ύψος της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ζητεί, δε, η πρώτη εναγομένη να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται σε βάρος της.

