Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

"ΤΟ ΑΡΘΡΟ 7 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ Δ΄ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ" (Η εξαίρεση του επιβάτη-κυρίου-κατόχου-ασφαλισμένου κλπ. από την ασφαλιστική κάλυψη) [του Γεωργίου Κ. Αμπατζή, δικηγόρου ε.τ.]

ΤΟ ΑΡΘΡΟ 7 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ  Δ΄ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
(Η εξαίρεση του επιβάτη-κυρίου-κατόχου-ασφαλισμένου κλπ. από την ασφαλιστική κάλυψη)
ΟΙ ΔΙΪΣΤΑΜΕΝΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ Δ΄ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ Α.Π. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ

 
Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Κεραμεύς έχει υποστηρίξει ότι η πρώτη αρχή του κράτους δικαίου είναι η ισότητα. Ως ισότητα δε νοείται εδώ μία συναισθηματική επιδίωξη, αλλά μία προσγειωμένη και αμέσως εφαρμόσιμη νομική επιταγή. Η ισότητα αυτή επιβάλει μεταξύ άλλων και την ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου, η οποία επιτυγχάνεται μέσα από τις αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων που καλούνται να είναι θεματοφύλακες και εγγυητές αυτής της αρχής[1]. Και είναι αληθές ότι το δικό μας δικαιϊκό σύστημα, στο οποίο επικρατεί η αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας, κανένα δικαστήριο δε δεσμεύεται από τις λύσεις που έχουν νομολογηθεί προηγουμένως ούτε ακόμα και από τη νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων[2]. Μοναδική εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα αποτελεί βέβαια η διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 580 του ΚΠολΔικ, σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Η συνύπαρξη όμως των Τμημάτων και της Ολομέλειας που προβλέπεται στην οργανωτική δομή του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας μας δεν είναι ξένη προς το σκοπό της επίτευξης της ομοιομορφίας στην ερμηνεία του δικαίου. Συγκεκριμένα η σύνθεση και η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των Τμημάτων και της Ολομέλειας, εμπεριέχει τη σιωπηλή παραδοχή ότι όσο ευρύτερο είναι το αποφασίζον σώμα τόσο καλύτερο και σταθερότερο το νομολογιακό δίκαιο που παράγεται από αυτό. Η «υψηλότερη» και «πληρέστερη» Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου θεωρείται ως εγγύηση για την ποιότητα και το αμετάβλητο των προσδοκώμενων από αυτήν δικαστικών αποφάσεων. Έτσι η ερμηνεία του δικαίου που γίνεται από την Ολομέλεια εξασφαλίζει όχι μόνο την ορθότητα, αλλά επίσης και την ομοιομορφία και τη διάρκεια ως προς το αληθές νόημα των κανόνων του δικαίου. Η πάρα πάνω λοιπόν συγκρότηση του Αρείου Πάγου σε Ολομέλεια και σε Τμήματα δημιουργεί την ψυχολογική υποχρέωση των τελευταίων να ακολουθούν την ερμηνεία που υιοθέτησε η Ολομέλεια, μια υποχρέωση που διασφαλίζει και την ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου[3]. Η υποχρέωση αυτή των Τμημάτων του ΑΠ δεν περιορίζεται μόνο στην ερμηνεία του εγχώριου δικαίου αλλά επεκτείνεται και στις διατάξεις του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου κατά το μέτρο που αυτές ενσωματώθηκαν στο εθνικό μας δίκαιο, αφού και το δίκαιο αυτό αποτελεί πηγή του ελληνικού δικαίου[4]. Με την προαναφερόμενη όμως ψυχολογική δέσμευση, κατά την έκφραση του καθηγητή Κ.Κεραμέως, δε φαίνεται να εναρμονίζεται το Δ΄Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με τις πρόσφατες αποφάσεις του, όπως θα προκύψει από την ανάλυση που ακολουθεί.

II. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 7 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΑΠΟ ΤΟ Δ΄ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στο άρθρο 7 του νόμου 489/1976 ορίζονται τέσσερις κατηγορίες προσώπων, των οποίων η ζημία που προέρχεται από τη σωματική τους βλάβη που προξενήθηκε σε αυτά λόγω τροχαίου ατυχήματος δεν καλύπτεται από τον ασφαλιστή, επειδή τα πρόσωπα αυτά δεν θεωρούνται τρίτοι κατά τη διατύπωση του νόμου. Τα πρόσωπα που εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη για τις ζημιές που τα ίδια υφίστανται, είναι τα ακόλουθα: 1) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημιά, 2) κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφάλισης. Πρόκειται για τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 6 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, δηλαδή τον κύριο και τον συγκύριο, τον κάτοχο και τον συγκάτοχο, τον οδηγό ή προστηθέντα για την οδήγηση ή υπεύθυνο του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. 3) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση και 4) οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα[5].Έτσι δεν λειτουργεί υπέρ αυτών η ασφαλιστική κάλυψη που προβλέπεται για τους τρίτους στα άρθρα 2 παρ. 1 εδαφ. α΄και 6 παρ. 2 εδαφ. α΄αυτού του νόμου. Κατά συνέπεια και οι συγγενείς αυτών των προσώπων, εάν αυτά θανατωθούν σε τροχαίο ατύχημα, δεν δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Η άρση αυτή της ασφαλιστικής κάλυψης επεκτείνεται και στην αντίστροφη περίπτωση κατά την οποία ο συγγενής του θανατωθέντος είχε μία από τις πάρα πάνω ιδιότητες, οπότε αυτός δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, όπως δέχεται ο Άρειος Πάγος ερμηνεύοντας αυτή τη διάταξη[6].

Με το ζήτημα των εξαιρέσεων που εισάγει το άρθρο 7 του Νόμου 489/1976 είχαμε ασχοληθεί σε σχετικό εκτενές άρθρο μας το οποίο δημοσιεύθηκε στον τόμο 2012 (σελ. 274 έως 298) αυτού του περιοδικού. Εκεί υποστηρίξαμε την άποψη ότι η διάταξη του άρθρου 7 αυτού του νόμου α) έρχεται σε άμεση αντίθεση προς το σκοπό τον οποίο καλείται να υπηρετήσει ο θεσμός της υποχρεωτικής ασφάλισης, β) ότι αυτή αντιβαίνει ευθέως προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 και 21 παρ. 6 του Συντάγματος, γ) κυρίως όμως υποστηρίξαμε ότι η  εν λόγω διάταξη δεν εναρμονίζεται με τις κοινοτικές οδηγίες, οι οποίες ρυθμίζουν την ασφαλιστική προστασία των παθόντων σε τροχαίο ατύχημα, όπως οι οδηγίες αυτές ερμηνεύθηκαν με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τότε ΔΕΚ και σήμερα ΔΕΕ). Η σχετική επιχειρηματολογία μας που αφορά το τελευταίο αυτό ζήτημα, της μη εναρμόνισης δηλαδή αυτής της διάταξης με τις κοινοτικές οδηγίες, αναπτύσσεται στην προαναφερόμενη εργασία μας και ιδιαίτερα στις σελίδες 286 έως 289 και 294 έως 296 του τόμου 2012 αυτού του περιοδικού, στις οποίες και παραπέμπουμε για πληρέστερη ενημέρωση.

Ο  λόγος για τον οποίο κρίθηκε σκόπιμο να επανέλθουμε στην ερμηνεία του άρθρου 7 του νόμου 489/1976 είναι ότι κατά το έτος 2013 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου διαμόρφωσε με αλλεπάλληλες αποφάσεις τους κανόνες ερμηνείας και εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου γενικώτερα, αλλά και των κοινοτικών οδηγιών ειδικώτερα. Προς τους καθοδηγητικούς όμως αυτούς κανόνες δεν φαίνεται να εναρμονίσθηκαν  οι υπ’αριθ. 1144 και 583/2014 αποφάσεις του Δ΄Τμήματος αυτού του δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι αυτές είναι μεταγενέστερες από τις αποφάσεις της Ολομέλειας.

Ειδικώτερα: α) Η υπ’ αριθμ. 1144/2014 απόφαση του Δ΄Τμήματος του ΑΠ (αδημ.)  κλήθηκε να αντιμετωπίσει τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο και τραυματίστηκε θανάσιμα η επιβάτης του αυτοκινήτου. Οι γονείς της θανούσας άσκησαν αγωγή κατά του υπαίτιου οδηγού και ζήτησαν να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για τον θάνατο της κόρης τους. Ο εναγόμενος οδηγός προσεπικάλεσε την ασφαλιστική εταιρία στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο και ζήτησε με τη σχετική αγωγή αποζημίωσης που ενώθηκε με την προσεπίκληση να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει ό,τι αυτός θα υποχρεωθεί να πληρώσει ως αποζημίωση στους ενάγοντες. Ο Άρειος Πάγος με την πάρα πάνω απόφασή του δέχτηκε, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 7 του Νόμου 489/1976, ότι ο ασφαλιστής δεν ήταν υποχρεωμένος να καλύψει ασφαλιστικά τον υπαίτιο οδηγό, διότι οι ενάγοντες ήταν ιδιοκτήτες του ζημιογόνου αυτοκινήτου και αντισυμβαλλόμενοι στη σύμβαση ασφάλισης και επομένως δεν ήταν τρίτοι, κατά την έννοια των πάρα πάνω διατάξεων, ώστε να γεννάται ευθεία αξίωση αποζημίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία είναι ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Αξίζει να τονιστεί ότι στο σκεπτικό αυτής της απόφασης γίνεται μνεία της σχετικής κοινοτικής οδηγίας (84/5/ΕΟΚ), δηλαδή της γνωστής ως Δεύτερης Οδηγίας, τις διατάξεις της οποίας ενσωμάτωσε ο έλληνας νομοθέτης στο εσωτερικό δίκαιο με το π.δ. 264/91, με το οποίο και τροποποιήθηκε το άρθρο 7 του Ν. 489/1976.

β) Την υπ’αριθ. 583/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου[7] απασχόλησε εξάλλου τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο από υπαιτιότητα του οδηγού τραυματίστηκε θανάσιμα ο συνεπιβάτης, ο οποίος ήταν σύζυγος της ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο οποίο αυτός επέβαινε. Το δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή την οποία άσκησε κατά της ασφαλιστικής εταιρίας η πάρα πάνω ιδιοκτήτρια αυτού του αυτοκινήτου, με την οποία και ζητούσε να της επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο του συζύγου της, είναι νομικά αβάσιμη, διότι σύμφωνα με την πάρα πάνω διάταξη του άρθρου 7 του νόμου 489/1976 η ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου δεν είναι τρίτη και επομένως περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις από την υποχρεωτική ασφάλιση που καθιερώνεται με την πάρα πάνω διάταξη. Και η απόφαση αυτή αναφέρεται στο π.δ. 264/91, με το οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Δεύτερη Κοινοτική Οδηγία. Με το σκεπτικό αυτό ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την υπ’αριθ. 113/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας (αδημ), η οποία είχε δεχτεί την αγωγή και είχε επιδικάσει στην πάρα πάνω ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου και σύζυγο του θανόντος χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
 


ΙΙΙ. ΤΟ ΕΝΩΣΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΔΙΚΑΣΤΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

 
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με μια σειρά αποφάσεών που εκδόθηκαν το έτος 2013, καθόρισε τους κανόνες που πρέπει να ακολουθεί ο έλληνας δικαστής όταν καλείται να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, με τους οποίους ενσωματώνεται στην εσωτερική έννομη τάξη ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων και των κοινοτικών οδηγιών. Παράλληλα προσδιόρισε και τα όρια της δεσμευτικής επίδρασης που έχει για τον έλληνα δικαστή η απόφαση του ΔΕΕ που έκρινε επί του ενωσιακού κανόνα δικαίου ο οποίος μεταγράφηκε στην εσωτερική έννομη τάξη. Οι αποφάσεις αυτές της Ολομέλειας του ΑΠ είναι οι ακόλουθες: 1) 16/2013 (Β΄ Σύνθεση), 2) 11/2013 (Α΄Σύνθεση) και 3) 10/2013 (Β΄Σύνθεση)[8], οι οποίες και θέσπισαν τους εξής κανόνες: 1) Η απόφαση 11/2013 θεσπίζει την ακόλουθη καθοδηγητική αρχή ως προς την ερμηνεία των Κοινοτικών Οδηγιών: «Με το άρθρο 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώνονται όλες οι κρατικές λειτουργίες, συνεπώς και η δικαστική, στη λήψη γενικών και ειδικών μέτρων κατάλληλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Η υποχρέωση σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, απορρέει από την αρχή της υπεροχής του πρώτου έναντι του δεύτερου. Τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και ο εθνικός δικαστής δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ή να παρερμηνεύουν τις διατάξεις κοινοτικής Οδηγίας, με παραβίαση στην περίπτωση αυτή του κοινοτικού δικαίου, το οποίο, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος κατισχύει πάσης άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998). Η υποχρέωση των κρατών μελών που απορρέει από την Κοινοτική Οδηγία να επιτύχουν με αυτήν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα καθώς και το καθήκον που έχουν κατά το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης να λαμβάνουν κάθε γενικό και ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους»[9].

2) Η απόφαση 10/2013 ορίζει την ακόλουθη αρχή ως προς την εφαρμογή αυτών των Οδηγιών : «Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής, δηλ. χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής, η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης της Οδηγίας. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει εθνικό δίκαιο και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, είναι δηλ. «κάθετη» και όχι «οριζόντια». Η οριζόντια ισχύς της ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα εσωτερικού δικαίου (ΟλομΑΠ 31/2009, 19/2007). Στην έννοια του «κράτους» έναντι του οποίου η Οδηγία έχει την άμεση (κάθετη) ισχύ υπάγονται εκτός από τους κρατικούς οργανισμούς και οι οργανισμοί εκείνοι στους οποίους, ασχέτως της νομικής τους μορφής, έχει ανατεθεί με πράξη της δημόσιας αρχής η παροχή υπηρεσιών δημόσιου συμφέροντος υπό την εποπτεία της αρχής αυτής (απόφαση ΔΕΚ της 12-7-1990. Foster κλπ, C -188/89, Συλλ. 1990, Ι 3313 σκέψη 20). Η επίκληση λοιπόν από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο της Οδηγίας έναντι ενός οργανισμού δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτός προσδιορίζεται πάρα πάνω, έχει ως συνέπεια τη μη εφαρμογή κανόνα εθνικού δικαίου που είναι αντίθετος προς τις διατάξεις της Οδηγίας, αλλά την απευθείας εφαρμογή από τον εθνικό δικαστή των διατάξεων της Οδηγίας η οποία δεν έχει ενσωματωθεί ακόμα, έστω και εν μέρει στο εσωτερικό δίκαιο (ΔΕΚ 20-4-1999, Skandia, C-241/97, Συλλ. 1999 1/879, σκέψη 57).

 3) Η απόφαση 16/2013 ως προς το ζήτημα της προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο της Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάσισε τα εξής: «Κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), πρώην άρθρο 234 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ) και παλιότερα άρθρο 177 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΣΕΟΚ) τα δικαστήρια των κρατών μελών στα οποία ανακύπτει, σε εκκρεμή σε αυτά υπόθεση, ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς ή δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή και των Οδηγιών (ΔΕΚ 11-5-2006, Friesland Coberco Dairy Foods, C-11/2005, σκέψεις 35 και 37, Συλλ. 2006 Ι-4285) μπορούν ή και υποχρεούνται, αν πρόκειται για δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κατά το εσωτερικό δίκαιο του αντίστοιχου κράτους μέλους, να παραπέμψουν το σχετικό ζήτημα με προδικαστική απόφασή τους στο Δικαστήριο της Ένωσης για να αποφανθεί ως προς το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα. Καθιερώνεται έτσι με τον θεσμό της προδικαστικής παραπομπής μία διαδικασία συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου της Ένωσης με κύριο στόχο τη διασφάλιση της ομοιομορφίας του δικαίου της Ένωσης, η οποία εξυπηρετεί και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εμπλεκομένων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού η αρχή αυτή ασφαλώς απειλείται αν οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη μέλη της Ένωσης. Κατά τη νομολογία του ΔΕΕ αποτελεί παραδεκτό αντικείμενο προδικαστικού ερωτήματος και η ερμηνεία κανόνων του εσωτερικού δικαίου κράτους μέλους κατά το μέρος που ενσωματώνουν όμοιες ρυθμίσεις του δικαίου της Ένωσης (ΔΕΚ 8-11-1990 Gmurzynska, C- 231/1989 Συλλ. 1990 Ι-1403, ΔΕΚ 16-3-2006, Poseidon C- 3/2004, Συλλ. 2006 Ι-2505). Η απόφαση του Δικαστηρίου της Ένωσης αναφορικά με τα προδικαστικά ερωτήματα είναι εξάλλου δεσμευτική τόσο για το εθνικό δικαστήριο που υπέβαλε το σχετικό ερώτημα όσο και για όλα τα εθνικά δικαστήρια που τυχόν θα δικάσουν στη συνέχεια την ίδια υπόθεση, εφόσον θεωρούν ότι για την έκδοση της δικής τους απόφασης είναι αναγκαία προηγουμένως η έκδοση ερμηνευτικής απόφασης του ΔΕΕ[10]. Η δεσμευτικότητα της απόφασης αυτής δεν προβλέπεται ως συνέπεια ρητά στη Συνθήκη της Ένωσης, είναι όμως αναμφίβολη αφού μόνο έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του Κοινοτικού Δικαίου».

Αξίζει να σημειωθεί ότι και πριν από τη δημοσίευση των αποφάσεων αυτών της Ολομέλειας του ΑΠ υπήρξαν αποφάσεις κυρίως του Α1 πολιτικού τμήματος, αλλά και της Ολομέλειας, οι οποίες ακολούθησαν τις πάρα πάνω αρχές ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των Κοινοτικών Οδηγιών[11].
 

IV. H ANΤΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 7 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΕΚ

Η διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 489/1976 ενσωματώνει στο εσωτερικό δίκαιο Κοινοτική Οδηγία, όπως δέχονται και οι δύο πάρα πάνω αποφάσεις του Δ΄Τμήματος του Αρείου Πάγου. Επομένως ο έλληνας εφαρμοστής του δικαίου οφείλει να ανατρέξει στο κείμενο αυτής της Οδηγίας και των συμπλεκομένων με αυτήν συναφών οδηγιών, προκειμένου να ανεύρει την ερμηνεία που έχει δώσει σε αυτήν το ΔΕΚ. Διότι μόνο αν αντιπαραβάλει τα νομοθετικά κείμενα της Ένωσης με τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου με τις οποίες αυτά κατέστησαν εγχώριο δίκαιο μπορεί να κρίνει αν η ενσωμάτωση αυτή ανταποκρίνεται ή όχι στη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, μία επιταγή την οποία ρητά υιοθετούν οι πάρα πάνω αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

 
α. Οι Κοινοτικές Οδηγίες που ρυθμίζουν την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης

Η ασφαλιστική προστασία των παθόντων σε τροχαίο ατύχημα όπως και ο κύκλος των προσώπων τα οποία υπάγονται σε αυτή την προστασία, ρυθμίζεται από τον κοινοτικό νομοθέτη με τις ακόλουθες οδηγίες: 1) Με την Οδηγία 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24-4-1972, την αποκαλούμενη Πρώτη Οδηγία[12], η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το π.δ. 1019/1981. Η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 αυτής της Οδηγίας ορίζει ότι «….κάθε κράτος μέλος λαμβάνει, υπό την επιφύλαξη εφαρμογής του άρθρου 4 όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση. Η έκταση της καλυπτόμενης ευθύνης και οι όροι και συνθήκες καλύψεως καθορίζονται με βάση τα μέτρα αυτά.». Η επιφύλαξη του άρθρου 4, για την οποία γίνεται λόγος σε αυτή τη διάταξη, αφορά ορισμένες κατηγορίες φυσικών ή νομικών προσώπων, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και έχει υπόψη της κυρίως τα αυτοκίνητα που ανήκουν στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. 2) Με την Οδηγία 85/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 30-12-1983, η οποία αναφέρεται ως Δεύτερη Οδηγία[13] και έγινε εσωτερικό δίκαιο με το π.δ. 264/1991. Με το άρθρο 1 παρ. 1 αυτής της Οδηγίας, θεσπίσθηκε ο κανόνας ότι «…. Η ασφάλιση που αναφέρεται στο άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ καλύπτει υποχρεωτικά τις υλικές ζημίες και τις σωματικές βλάβες». Το άρθρο 3 παρ. 1 εξάλλου της ίδιας Οδηγίας προβλέπει ότι: «…..Τα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου, του οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου το οποίο φέρει σε περίπτωση ατυχήματος την αστική ευθύνη η οποία καλύπτεται από την ασφάλιση του άρθρου 1 παρ. 1 δεν μπορούν να αποκλεισθούν, λόγω του δεσμού συγγενείας από το δικαίωμα ασφάλισης για τις σωματικές βλάβες τους…». 3) Η διάταξη του άρθρου 1 της Οδηγίας 90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14-5-1990, αποκαλούμενης Τρίτης Οδηγίας[14] ορίζει ότι «…η ασφάλιση που προβλέπει το άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ (δηλαδή της Πρώτης Οδηγίας), καλύπτει την ευθύνη για σωματικές βλάβες όλων των επιβατών, πλην του οδηγού που προκύπτουν από την κυκλοφορία ενός οχήματος.

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ 314/1993, αλλά μόνο εν μέρει και ειδικώτερα ως προς τα άρθρα 3 και 4 αυτής. Με το άρθρο 6 παρ. 2 αυτής της Οδηγίας χορηγήθηκε στην ελληνική δημοκρατία προθεσμία έως την 31-12-1995, προκειμένου να ενσωματώσει στο εσωτερικό δίκαιο, τόσο το πάρα πάνω άρθρο 1 αυτής όσο και το άρθρο 2, το οποίο αναφέρεται στο ενιαίο ασφάλιστρο και τη διασφάλιση της ασφαλιστικής κάλυψης σε όλο το έδαφος της Κοινότητας.

Οι Οδηγίες αυτές κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο με την 2009/103/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-9-2009. Οι διατάξεις που αναφέρονται πάρα πάνω μεταφέρθηκαν σχεδόν αυτούσιες χωρίς καμία τροποποίηση του περιεχομένου τους, ενώ μεταβλήθηκε απλά η αρίθμησή τους. Ειδικώτερα η πρώτη διάταξη στη νέα Οδηγία αριθμείται ως άρθρο 3 εδαφ. α΄ και β΄, η δεύτερη ως άρθρο 3 εδαφ. δ΄και ως άρθρο 12 παρ. 2 και η Τρίτη ως άρθρο 12 παρ. 1.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις αυτών των Οδηγιών αποτελούν ένα στεγανό πλέγμα ρυθμίσεων που έχουν εσωτερική συνάφεια και αλληλεξάρτηση, αλληλοσυμπληρώνονται και ρυθμίζουν έτσι με ενιαίο τρόπο την κάλυψη της αστικής ευθύνης των παθόντων σε τροχαίο ατύχημα. Στις διατάξεις αυτές οφείλει να ανατρέξει ο εθνικός δικαστής για να κρίνει αν το άρθρο 7 του Ν. 489/1976 εναρμονίζεται με αυτές και εξυπηρετεί το σκοπό τους, όπως δέχονται οι προαναφερόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Για την αποφυγή οποιασδήποτε παρανόησης πρέπει να τονισθεί ότι οι διατάξεις αυτές των Κοινοτικών Οδηγιών που μνημονεύονται πάρα πάνω αναφέρονται αποκλειστικά στην υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης και όχι στην προαιρετική ασφάλιση. Αυτό προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της Πρώτης Οδηγίας η οποία στην επικεφαλίδα της αναφέρεται στην «Υποχρέωση προς ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων».

 
β. Οι κοινοτικές οδηγίες και η νομολογία του ΔΕΕ

 β-Ι. Οι κοινοτικές οδηγίες, η φύση και η λειτουργία τους.

Τόσο στη νομική φιλολογία όσο και στη νομολογία έχει γίνει δεκτό ότι από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης της ΕΟΚ προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (αρχή της αποτελεσματικότητας)[15]. Από τις διατάξεις αυτές απορρέει και η ιδιομορφία της Οδηγίας και η διάκρισή της από τον Κανονισμό. Ενώ λοιπόν ο τελευταίος είναι πράξη που στοχεύει στην ενοποίηση των εθνικών νομοθεσιών και έχει άμεσο δεσμευτικό αποτέλεσμα  για τα κράτη μέλη, η Οδηγία αποβλέπει στη σύγκλιση των εθνικών δικαίων των κρατών μελών γύρω από κάποιες βασικές αρχές. Όμως η Οδηγία αποτελεί πράξη ατελή, με την έννοια ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εκδώσουν εθνικές νομοθετικές κανονιστικές ή διοικητικές πράξεις, προκειμένου μέσα στην τακτή προθεσμία που ορίζει η ίδια η Οδηγία να γίνει η μεταφορά των διατάξεών της στο εθνικό δίκαιο. Παρά την προαναφερόμενη ιδιομορφία οι διατάξεις της Οδηγίας έχουν για τα κράτη μέλη την ίδια δεσμευτικότητα που έχουν και οι διατάξεις των Κανονισμών και δεν βρίσκονται σε κατώτερη ιεραρχική θέση προς τους τελευταίους[16].

Αντιστάθμισμα στην εξάρτηση της ισχύος της Οδηγίας από τη συμμόρφωση του εθνικού νομοθέτη προς τις διατάξεις αυτής, την ορθή δηλαδή και εμπρόθεσμη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο, παρέχει το ΔΕΚ μέσα από τους κανόνες ερμηνείας της τους οποίους αυτό έχει υιοθετήσει με τρόπο πάγιο. Πρέπει κατ’αρχήν να τονιστεί ότι η βασική ερμηνευτική μέθοδος η οποία ακολουθείται για την ανεύρεση του αληθούς νοήματος των διατάξεων των Ενωσιακού δικαίου, επομένως και των Οδηγιών, είναι η τελολογική ερμηνεία η οποία έχει σαν στόχο να αναδείξει το σκοπό (τέλος) της κοινοτικής διάταξης. Εξάλλου το κοινοτικό δίκαιο είναι νομολογιακό δίκαιο και η νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης είναι εκείνη η οποία σε μεγάλο βαθμό δημιουργεί και το δίκαιο της Ένωσης. Έτσι έχει γραφτεί χαρακτηριστικά ότι η νομολογία αποτελεί πηγή του κοινοτικού δικαίου και έχει κανονιστικό χαρακτήρα. Μάλιστα τέτοιους κανόνες κοινοτικού δικαίου θέτει όχι μόνο ο ενωσιακός νομοθέτης, αλλά και ο ενωσιακός δικαστής, διότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει αναπότρεπτη ανάγκη δικαιοπαραγωγής[17].

 
β-2. Η ερμηνεία των κοινοτικών Οδηγιών που ρυθμίζουν την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης από το ΔΕΕ

 Το ΔΕΕ έχει ασχοληθεί επανειλημμένα με την ερμηνεία των διατάξεων των πάρα πάνω οδηγιών, πριν από την κωδικοποίησή τους με την τελευταία Κοινοτική Οδηγία, μετά από σχετικά προδικαστικά ερωτήματα των Εθνικών Δικαστηρίων. Οι νομολογιακοί κανόνες τους οποίους θέσπισε το Δικαστήριο αυτό και τους οποίους οφείλουν να ακολουθούν τα Εθνικά Δικαστήρια όλων των κρατών μελών της Ένωσης[18], είναι οι ακόλουθοι: 1) Ότι ο καθορισμός του περιεχομένου, της έκτασης και των προϋποθέσεων της αποζημίωσης, εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Όμως η ασφαλιστική κάλυψη αυτής της ευθύνης που προβλέπεται από τα επί μέρους εθνικά δίκαια κατά τρόπο αυτόνομο δεν ανήκει στη δικαιοδοσία του εθνικού, αλλά μόνο του κοινοτικού νομοθέτη. Επομένως η ασφαλιστική αυτή κάλυψη, η οποία εκφεύγει των αρμοδιοτήτων του νομοθέτη του κράτους μέλους, πρέπει να είναι σύμφωνη προς την κοινοτική ρύθμιση της Ένωσης και τους αντίστοιχους κοινοτικούς κανόνες, δηλαδή και τις σχετικές Κοινοτικές Οδηγίες, τους οποίους κανόνες οφείλει να ενσωματώνει πλήρως ο εθνικός νομοθέτης στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας του. (Υπόθεση Farell C-356/05 της 19-4-2007, σκέψεις 32 και 33, υπόθεση Gandolin 537/03 της 30-6-2005, σκέψη 24, υπόθεση Ferreira C-348/98 της 14-9-2000, σκέψεις 27,28 και 29, υπόθεση Santos C-484/09 της 17-3-2011 σκέψη 34, υπόθεση Lavrador C-409/2009, σκέψη 25). 2) Ότι οι Κοινοτικές Οδηγίες που αναφέρονται πάρα πάνω και προβλέπουν την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης στα αυτοκινητικά ατυχήματα έχουν σαν σκοπό να εγγυηθούν την παρόμοια μεταχείριση του παθόντος, ανεξάρτητα από τον τόπο που συνέβη το ατύχημα στο εσωτερικό της κοινότητας (υπόθεση Bernaldez C- 129/94 της 28-3-1996, σκέψη 13, η οποία επικαλείται είδικά την 4η αιτιολογική σκέψη της Τρίτης Οδηγίας για να στηρίξει αυτή την άποψή της, υπόθεση Gandolin οπ.παρ. σκέψεις 17 και 27, υπόθεση Evans C- 63/2001 της 4-12-2003 σκέψη 35 εν τέλει). Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Τρίτης Οδηγίας που αναφέρεται πάρα πάνω και η οποία επαναλαμβάνεται ως 20η αιτιολογική σκέψη της Κωδικοποιημένης Οδηγίας (Οδηγία 2009/103/ΕΚ) ορίζει ότι : «Θα πρέπει να διασφαλιστεί παρόμοια μεταχείριση των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων άσχετα με το πού λαμβάνει χώρα το ατύχημα στο εσωτερικό της Κοινότητας». 3) Ότι οι εθνικοί κανόνες που περιορίζουν το δικαίωμα των παθόντων σε τροχαίο ατύχημα να αποζημιωθούν σύμφωνα με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου οι οποίοι προβλέπουν την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, έρχονται σε άμεση αντίθεση με το δίκαιο της Ένωσης, αφού στερούν τις σχετικές οδηγίες από την πρακτική τους αποτελεσματικότητα (υπόθεση Gandolin, σκέψεις 27 και 28). 4) Ότι ο ενωσιακός νομοθέτης με το άρθρο 3 παρ. 1 της Πρώτης Οδηγίας, 2 παρ. 1 της Δεύτερης και 1 της Τρίτης Οδηγίας επιτάσσει ότι η υποχρεωτική ασφάλιση της ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα πρέπει να παρέχει σε όλους τους επιβάτες τη δυνατότητα να αποζημιωθούν για τη ζημία που αυτοί υπέστησαν (υπόθεση Gandolin σκέψη 27). 5) Ότι όταν το άρθρο 1 της Τρίτης Οδηγίας προβλέπει την εξαίρεση από την ασφαλιστική προστασία μόνο του οδηγού, αυτό σημαίνει ότι αντιδιαστέλλει όλους τους άλλους επιβάτες από τον οδηγό του οχήματος και τους συμπεριλαμβάνει στην ασφαλιστική προστασία. Επομένως επιβάλλεται να εξομοιωθεί η νομική κατάσταση του κυρίου του αυτοκινήτου, ο οποίος δεν είναι οδηγός του, με τη νομική κατάσταση οποιουδήποτε άλλου επιβάτη ο οποίος υπέστη ζημίες από σωματική βλάβη σε τροχαίο ατύχημα (υπόθεση Gandolin σκέψη 33). Στην υπόθεση αυτή το δικαστήριο ασχολήθηκε μόνο με τον κύριο του αυτοκινήτου, διότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης αφορούσαν τις ζημίες που αυτός υπέστη κατά το ατύχημα. Όμως οι πάρα πάνω σκέψεις του ΔΕΚ είναι αυτονόητο ότι επεκτείνονται και ισχύουν τόσο για τον κάτοχο και τον ασφαλισμένο όπως και για τα υπόλοιπα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 7 του Ν. 489/1976 για την ταυτότητα του νομικού λόγου. 6) Ότι μια εθνική ρύθμιση δεν μπορεί να συρρικνώσει την έννοια του «επιβάτη» και να στερήσει έτσι από την ασφαλιστική κάλυψη τα πρόσωπα που δικαιούνται, σύμφωνα με τις πάρα πάνω οδηγίες, αποζημίωση για βλάβες οι οποίες έχουν ως γενεσιουργό αιτία το αυτοκινητικό ατύχημα (υπόθεση Farell, σκέψη 30). Και αυτό διότι η εθνική νομοθεσία δεν επιτρέπεται να προβλέπει εξαιρέσεις από την ασφαλιστική προστασία μιας κατηγορίας προσώπων, εκτός από εκείνες τις εξαιρέσεις που ορίζει ρητά η κοινοτική νομοθεσία. Οι εξαιρέσεις αυτές είναι μόνο εκείνες που προβλέπονται στα άρθρα 1 παρ. 4 εδαφ. γ΄και 2 παρ. 1 της Δεύτερης Οδηγίας (άρθρο 10 παρ. 2 εδαφ. β΄και άρθ. 13 παρ. 1 της Κωδικοποιημένης Οδηγίας, αντίστοιχα). Οι εξαιρέσεις αυτές αφορούν τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Τη δυνατότητα του εθνικού νομοθέτη να αποκλείσει την υποχρέωση αποζημίωσης από τον Οργανισμό Αποζημίωσης (Επικουρικό Κεφάλαιο) των προσώπων τα οποία επιβιβάστηκαν με τη θέλησή τους στο όχημα που προκάλεσε τη ζημία, εφόσον ο οργανισμός μπορεί να αποδείξει ότι το όχημα δεν ήταν ασφαλισμένο και β) τις ρήτρες αποκλεισμού από την ασφάλιση που περιέχονται στο νόμο ή στα ασφαλιστήρια συμβόλαια (όταν π.χ. ο οδηγός δεν διαθέτει τη νόμιμη άδεια οδήγησης ή όταν ο όχημα δεν έχει τις τεχνικές προδιαγραφές ασφάλειας που προβλέπει η εθνική νομοθεσία). Μάλιστα στην περίπτωση αυτή η κοινοτική οδηγία προβλέπει ότι οι ρήτρες αυτές των ασφαλιστηρίων συμβολαίων είναι ανίσχυρες έναντι των τρίτων παθόντων σε τροχαίο ατύχημα.     

 
V. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 7 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠ

Η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 7 του Ν. 489/1976 σύμφωνα με τις ερμηνευτικές αρχές που καθιέρωσαν οι προαναφερόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του ΑΠ, οδηγεί στα ακόλουθα βέβαια συμπεράσματα: 1) Αφού ο έλληνας νομοθέτης δεν εξέδωσε τα μέτρα μεταφοράς του άρθρου 1 της Τρίτης Κοινοτικής Οδηγίας, με το οποίο προβλέπεται ότι η υποχρεωτική κάλυψη της αστικής ευθύνης περιλαμβάνει όλους τους επιβάτες εκτός από τον υπαίτιο οδηγό και για την οποία μεταφορά είχε ορισθεί προθεσμία συμμόρφωσης έως την 31-12-1995, το ελληνικό κράτος δεν έχει δικαίωμα να αντιτάξει κατά του νομικού ή φυσικού προσώπου την παράλειψη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία (Ολομ ΑΠ 10/2013). Επομένως ο έλληνας δικαστής ενώπιον του οποίου τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 7 του πάρα πάνω νόμου οφείλει να ερμηνεύσει αυτή τη διάταξη σύμφωνα με την Κοινοτική Οδηγία, ώστε να εξασφαλισθεί η πρακτική αποτελεσματικότητά της στον χώρο του εσωτερικού δικαίου. Κατά συνέπεια θα πρέπει να συμπεριλάβει στο πλάτος της εννοίας αυτής της διάταξης όλους τους επιβάτες του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ανεξάρτητα από τις ιδιότητες και σχέσεις που τους συνδέουν με το αυτοκίνητο ή με τον ασφαλιστή, εκτός από τον υπαίτιο οδηγό, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 1 της Τρίτης Οδηγίας, το οποίο και δεν ενσωμάτωσε ο έλληνας νομοθέτης στο εσωτερικό δίκαιο (υπόθεση Gandolin οπ.παρ, σκέψεις 27 και 33). Η ερμηνευτική αυτή οδός είναι απόρροια, όπως προαναφέρθηκε, του γεγονότος ότι αφενός μεν η ρύθμιση της ασφαλιστικής κάλυψης της αστικής ευθύνης έχει εξαιρεθεί από την εξουσία του εθνικού νομοθέτη και ανήκει αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του κοινοτικού νομοθέτη αφετέρου δε της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι του εθνικού.  Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία του άρθρου 7 αυτού του νόμου αποτελεί ανεπίτρεπτη παρεμβολή και παρερμηνεία των διατάξεων της κοινοτικής οδηγίας και κατά συνέπεια και παραβίαση του κοινοτικού δικαίου (ΟλομΑΠ 11/2013). Η συρρίκνωση εξάλλου της έννοιας του «επιβάτη», όπως συμβαίνει με το άρθρο 7 του πάρα πάνω νόμου, στερεί από την ασφαλιστική κάλυψη πρόσωπα που δικαιούνται αποζημίωσης σύμφωνα με την κοινοτική οδηγία, όπως δέχθηκε και το ΔΕΕ κατά την ερμηνεία αυτής της Οδηγίας (υπόθεση Farell οπ.παρ. σκέψη 30).

2) Αφού η ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία έχει ασφαλίσει το ζημιογόνο αυτοκίνητο, αρχίζει τη λειτουργία της με σχετική ατομική διοικητική πράξη που εκδίδεται από  δημόσια αρχή (Τράπεζα της Ελλάδος), παρέχει υπηρεσίες δημόσιου συμφέροντος και υπόκειται στη χρηματοοικονομική εποπτεία αυτής της αρχής ως προς το σύνολο των δραστηριοτήτων της, αυτή εξομοιώνεται με το κράτος, κατά την πάρα πάνω έννοια[19]. Δηλαδή και η ασφαλιστική επιχείρηση, όπως και το κράτος, δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του φυσικού ή νομικού προσώπου την παράλειψη συμμορφώσεως του εθνικού νομοθέτη προς την Οδηγία. Το κάθετο αυτό αποτέλεσμα της Οδηγίας έναντι της ασφαλιστικής επιχείρησης δέχεται ρητά η υπ’αριθ. 10/2013 πάρα πάνω απόφαση της Ολομέλειας, εναρμονιζόμενη με τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ[20]. Επομένως ο έλληνας δικαστής οφείλει να μην εφαρμόσει το εσωτερικό δίκαιο, αλλά τις διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας οι οποίες δεν έχουν μεταφερθεί στο εγχώριο δίκαιο και οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι σαφείς και ορισμένες χωρίς αιρέσεις και περιθώρια επιλογής.

3) Όταν το δικαστήριο καλείται να κρίνει σε εκκρεμή ενώπιόν του υπόθεση ζήτημα ερμηνείας κοινοτικών οδηγιών έχει τη δυνατότητα και την υποχρέωση, αν πρόκειται για δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κατά το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους, να παραπέμψει το σχετικό ζήτημα με προδικαστική απόφασή του στο δικαστήριο της Ένωσης για να αποφανθεί ως προς το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα (ΟλομΑΠ 16/2013).

Στις περιπτώσεις που έκριναν οι δύο πάρα πάνω αποφάσεις του Δ΄Τμήματος υπήρχε αναμφισβήτητα ζήτημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, αφού ο έλληνας νομοθέτης παρέλειψε να ενσωματώσει μέσα στη νόμιμη προθεσμία, δηλαδή ως την 31-12-1995, στο εσωτερικό δίκαιο την κρίσιμη διάταξη του άρθρου 1 της Τρίτης κοινοτικής οδηγίας, με την οποία επεκτάθηκε η ασφαλιστική κάλυψη σε όλους τους επιβάτες εκτός από τον οδηγό. Έτσι υπήρχε, και εξακολουθεί να υπάρχει, αναντιστοιχία μεταξύ του εσωτερικού δικαίου (άρθρο 7 του Ν. 489/1976) και του άρθρου 1 της Τρίτης κοινοτικής οδηγίας και το ζήτημα αυτό σύμφωνα με την πάρα πάνω απόφαση της Ολομέλειας του ΑΠ, έπρεπε να επιλυθεί με απόφαση του ΔΕΕ μετά από προδικαστικό ερώτημα που όφειλε να θέσει το Δ΄Τμήμα του εν λόγω δικαστηρίου. Την ύπαρξη του σχετικού ερμηνευτικού προβλήματος ως προς το άρθρο 7 του πάρα πάνω νόμου έχει πληροφορηθεί ο νομικός κόσμος της χώρας μας από σχετικές δημοσιεύσεις που έχουν γίνει σε νομικά περιοδικά, αλλά και από τις προαναφερόμενες αποφάσεις του ΔΕΕ οι οποίες έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό.

 
VI. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 7 ΤΟΥ Ν. 489/1976 ΑΠΟ ΤΟ Δ΄ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥ ΑΠ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ

 
Οι θέσεις που υιοθετούνται από τις πάρα πάνω αποφάσεις του Δ΄Πολιτικού Τμήματος ως προς την ερμηνεία του άρθρου 7 του ν. 489/1976, το οποίο ενσωματώνει κοινοτική οδηγία, έχουν κατά την άποψή μας τις ακόλουθες σοβαρές συνέπειες:

1) Θέτουν σε αμφισβήτηση το ρόλο της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας μας, ως του υψηλότερα ιστάμενου οργάνου το οποίο μεριμνά για την επίτευξη της ομοιομορφίας στην ερμηνεία του δικαίου, επομένως και του ενωσιακού δικαίου. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από την αντιπαραβολή των τριών πάρα πάνω αποφάσεων της Ολομέλειας και των βασικών ερμηνευτικών αρχών του ενωσιακού δικαίου που αυτές καθιέρωσαν με τη συλλογιστική που ακολουθούν οι αποφάσεις του Δ΄Τμήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τελευταίες περιορίζουν την ερμηνευτική τους προσέγγιση στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου, χωρίς να ανατρέξουν στις αντίστοιχες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, ενσωμάτωση των οποίων στο εγχώριο δίκαιο αποτελεί η διάταξη του άρθρου 7 αυτού του νόμου. Αξίζει να τονισθεί ότι  η πρώτη από τις πάρα πάνω αποφάσεις (1144/2014) στηρίζει την κρίση της στην ακόλουθη σκέψη: «….Εξάλλου δεν συνάδει με τον σκοπό για τον οποίο θεσπίσθηκε ο πάρα πάνω νόμος να συμπεριλαμβάνεται στην ασφαλιστική περίπτωση για την οποία καταρτίσθηκε η ασφάλιση της αστικής ευθύνης για ατυχήματα που προκαλούνται από αυτοκίνητα και η κάλυψη της αστικής ευθύνης του ενός ασφαλισμένου έναντι του άλλου….». Η δεύτερη από τις αποφάσεις αυτές εξάλλου (583/2014) δέχεται ότι «….ο Ν. 489/1976 ρυθμίζει την έναντι τρίτων υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκίνητο, αποβλέπει δηλαδή στην προστασία τρίτων προσώπων και όχι του ίδιου του κυρίου του αυτοκινήτου και ασφαλισμένου…». Και οι δύο αυτές σκέψεις των πάρα πάνω αποφάσεων έρχονται σε ευθεία αντίθεση προς το άρθρο 1 της Τρίτης κοινοτικής οδηγίας, όπως αυτή αυθεντικά ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, ο σκοπός των εν λόγω διατάξεων είναι, όπως προαναφέρθηκε, να εξασφαλίσουν ότι η υποχρεωτική ασφάλιση της ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα πρέπει να παρέχει σε όλους τους επιβάτες που είναι θύματα ατυχήματος τη δυνατότητα να αποζημιωθούν για τη ζημιά που υπέστησαν. Για την αποζημίωση αυτή από τον ασφαλιστή δεν έχει σημασία ότι ο σχετικός επιβάτης είναι ο κύριος του αυτοκινήτου του οποίου ο οδηγός προκάλεσε το ατύχημα, αφού η σχετική διάταξη κάνει διάκριση μόνο μεταξύ του οδηγού, τον οποίο εξαιρεί από την υποχρεωτική ασφάλιση και όλων των λοιπών επιβατών, τους οποίους περιλαμβάνει σε αυτήν.

2) Η διάσπαση αυτή της ομοιομορφίας στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, η οποία επέρχεται με τις θέσεις που υιοθετεί το Δ΄Τμήμα, έχει σαν άμεση συνέπεια και τη σοβαρή διακινδύνευση, αν όχι την ουσιαστική αναίρεση, της αρχής της ισότητας μεταξύ των πολιτών, δηλαδή της πρώτης αρχής του κράτους δικαίου σύμφωνα με την πάρα πάνω διατύπωση του καθηγητή Κ.Κεραμέως. Η επαπειλούμενη αυτή διακινδύνευση της αρχής της ισότητας εμφανίζεται διογκωμένη όταν ο δικαστής καλείται να εφαρμόσει διατάξεις του ενωσιακού δικαίου. Και αυτό διότι τα υπόλοιπα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν ήδη ενσωματώσει στο εσωτερικό τους δίκαιο τη διάταξη της παραγράφου 1 της Τρίτης Οδηγίας, με συνέπεια να καλύπτονται σε αυτές τις χώρες από την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης όλοι οι επιβάτες, εκτός από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Μάλιστα η σχετική διάταξη του γερμανικού ασφαλιστικού νόμου περιλαμβάνει στην κάλυψη αυτή και το υπαίτιο οδηγό[21]. Η άνιση αυτή μεταχείριση των πολιτών την οποία συνεπάγεται η ερμηνευτική άποψη του Δ Τμήματος, καταφαίνεται στο ακόλουθο παράδειγμα: Αν συμβεί τροχαίο ατύχημα στη Γερμανία κατά το οποίο τραυματίζεται ο επιβαίνων σε ελληνικό αυτοκίνητο και ο οποίος έχει την ιδιότητα του κυρίου, κατόχου ή ασφαλισμένου κλπ. τότε αυτός θα αποζημιωθεί πλήρως για τις ζημιές που υπέστη από τη σωματική του βλάβη. Και αυτό διότι το εφαρμοστέο δίκαιο σύμφωνα με τον κανονισμό 864/2007 (Ρώμη ΙΙ) είναι κατ’αρχήν το δίκαιο του τόπου στο οποίο επέρχεται η άμεση ζημία (lex loci damni). Αν το ατύχημα αυτό συμβεί στην Ελλάδα και ο επιβάτης που τραυματίσθηκε έχει κάποια από τις πάρα πάνω ιδιότητες δεν θα λάβει καμία αποζημίωση, λόγω της εφαρμογής του άρθρου 7 του Ν. 489/1976 όπως αυτό ερμηνεύεται από τις πάρα πάνω αποφάσεις του Δ Τμήματος[22]. Πρέπει να τονισθεί ότι τόσο ο ενωσιακός νομοθέτης όσο και το ΔΕΕ ανάγουν σε θεμελιώδη αρχή της ενωσιακής έννομης τάξης την ίση μεταχείριση των παθόντων ανεξάρτητα από τον τόπο που συνέβη το ατύχημα στο εσωτερικό της Κοινότητας, όπως αναφέρεται πάρα πάνω στην παράγραφο IV β 2.

3) Η παράλειψη του Δ΄Τμήματος να προκαλέσει με προδικαστική του απόφαση αντίστοιχη απόφαση του ΔΕΕ, προκειμένου να επιτευχθεί αυθεντική ερμηνεία του άρθρου 7 από το δικαιοδοτικό αυτό όργανο της Ένωσης, δεν διευκολύνει την ομοιόμορφη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στα κράτη μέλη της Ένωσης. Έτσι και για τον πρόσθετο αυτό λόγο απειλείται άμεσα η αρχή της ίσης μεταχείρισης των πολιτών της Ένωσης, αφού οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη μέλη αυτής, όπως δέχεται και η υπ’αριθ. 16/2013 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΠ.

4) Δεδομένου ότι ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1 της Τρίτης Οδηγίας υπάρχει πάγια νομολογία του ΔΕΕ, όπως αναφέρεται πάρα πάνω (παρ. IV β2), θεμελιώνεται κατά το δικαστήριο αυτό δικαίωμα αποζημίωσης του παθόντος κατά του ελληνικού Δημοσίου (απόφαση ΔΕΚ C- 224/01, υπόθεση Kobler κατά Αυστρίας). Σύμφωνα με την απόφαση αυτή δημιουργείται αστική ευθύνη του κράτους μέλους για παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου και όταν οι παραβάσεις αυτές γίνονται  από δικαστικές αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων[23]. Το δυσμενές αποτέλεσμα είναι ότι αν ευσταθήσει η σχετική αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου, μετακυλύεται η ασφαλιστική υποχρέωση από τον κατά νόμο υπόχρεο που είναι ο ασφαλιστής στο ελληνικό Δημόσιο και κατά συνέπεια στο κοινωνικό σύνολο.




[1] Κ.Κεραμεύς ΝοΒ 2001 σελ. 1 κ.επ.
[2] Παν.Λαδάς «Γεν. Αρχές Αστ. Δικαίου» εκδ. 2007 παρ. ΙΙΙ αριθ. 30
[3] Κ.Κεραμεύς οπ.παρ. σελ. 11
[4] Παν.Λαδάς οπ.παρ. παρ. 9 σελ. 25
[5] Για τον εγγύτερο προσδιορισμό των πάρα πάνω προσώπων βλέπετε Α.Κρητικό «Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα» εκδ. 2008 παρ. 26 αριθ. 94 κ.επ.
 
[6] ΑΠ 1659/2007 ΧρΙΔ 2008 σελ. 548 και 1395/2007 ΧρΙΔ 2008 σελ. 355.
[7] Επιθ.Συγκ.Δικ. 2014 σελ. 294 με σχόλια της Νίκης Τεμπονέρα
[8] Επ.Εμπ.Δικ. 2013 σελ. 578, 675 και 587, αντίστοιχα
[9] Ομοίως έκρινε και η ΑΠ 926/2011 Α΄Πολ.Τμήμα, δημοσίευση σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ».
[10] Όμοια και η ΟλομΑΠ 19/1999 Δνη 2000 σελ. 25
[11] ΑΠ 631/2011 ΔΕΕ 2011 σελ. 1258, ΑΠ 534/2011 ΧρΙδ 2012 σελ. 205, ΑΠΟλομ 23/1998
[12] EEL Ειδική έκδοση της 31-12-1980, κατηγορία 66 Τόμος 001
[13] EEL 8/17
[14] EEL 129/33
[15] ΑΠ (Ολομ) 31/2009 Δ/νη 2010 σελ. 367
[16] Β.Χριστιανός «Εισαγωγή στο δίκαιο της ΕΕ», εκδ. 2010, σελ. 156 με παραπομπή στη σχετική νομολογία του ΔΕΚ
[17] Β.Χριστιανός οπ.παρ. σελ. 15-17
[18] Για τη δεσμευτικότητα του εθνικού δικαστή από τις αποφάσεις του ΔΕΕ βλέπετε Ηλία Κλάππα σε ΕπιθΣυγκΔικ 2014 σελ. 210 κ.επ.
[19] ΑΠ 668/2005 ΕπΕμπΔ 2005 σελ. 749, Ρένα Χατζηνικολάου-Αγγελίδου «Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο» γ΄εκδ. σελ. 84 κ.επ. , Ι.Ρόκας «Ασφαλιστικό Δίκαιο» β εκδ. σελ. 173 κ.επ.
[20] ΔΕΚ C -188/89 της 12-7-1990, υπόθεση Foster
[21] Για το γερμανικό και αυστριακό δίκαιο βλέπετε την πάρα πάνω μελέτη μας σε ΕπιθΣυγκΔικ 2012 σελ. 274 κ.επ. και ιδιαίτερα σελ. 290-291.
[22] Χαρακτηριστικό δείγμα οφθαλμοφανώς ανεπιεικών λύσεων αυτής της ερμηνείας της εν λόγω διάταξης βλέπετε στην πάρα πάνω μελέτη μας σελ. 277 και 278.
[23] Για τις προϋποθέσεις και τους όρους της σχετικής αξίωσης του παθόντος βλέπετε Η.Κλάππα οπ.παρ. σελ. 214 -218.

* η ανωτέρω μελέτη δημοσιεύθηκε στην "Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου", τεύχος 3ο  Απρίλιος 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου