Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

ΕΔΔΑ: Η μεταφορά οικογένειας αφγανών προσφύγων στην Ιταλία βάσει του κανονισμού Δουβλίνο χωρίς εγγυήσεις σχετικά με τη φροντίδα τους παραβιάζει το 3 της ΕΣΔΑ

Με την απόφαση του στην υπόθεση Tarakhel κατά Ελβετίας, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι υφίσταται παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (απαγόρευση απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης) στην περίπτωση που οι ελβετικές αρχές μετέφεραν βάσει του Κανονισμού «Δουβλίνο», τους προσφεύγοντες, αιτούντες άσυλο αλλοδαπούς και τα ανήλικα τέκνα τους, χωρίς προηγουμένως να έχουν ληφθεί κατάλληλες εγγυήσεις εκ μέρους των ιταλικών αρχών ότι η επίδικη μεταφορά θα λάμβανε χώρα κατά τρόπο που αρμόζει στην μικρή ηλικία των ανηλίκων τέκνων τους και ότι γενικά η οικογένεια θα παρέμενε μαζί.

Η υπόθεση αφορούσε στην άρνηση των ελβετικών αρχών να εξετάσουν αίτηση ασύλου ενός ζευγαριού Αφγανών πολιτών με έξι ανήλικα τέκνα και την μεταφορά αυτών στην Ιταλία βάσει του Κανονισμού «Δουβλίνο».

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό «Δουβλίνο», όταν υπήκοος τρίτης χώρας υποβάλλει αίτηση ασύλου σε κράτος-μέλος διαφορετικό από το κράτος που ο κανονισμός καθορίζει ως υπεύθυνο (κατά κανόνα το κράτος πρώτης εισόδου στην ΕΕ), προβλέπεται μεταφορά του αιτούντος στο κράτος αυτό.
 

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

"Το plea bargaining και η παρ’ ημίν ποινική συνδιαλλαγή. Ζητήματα αναφυόμενα κατά την εφαρμογή της τελευταίας" [Ευάγγελος Σ. Ζαμπίτης, Δικηγόρος, ΜΔΕ Ποινικού Δικαίου]

Α] Η αντιδικία στοιχείο της ανθρώπινης φύσης.
Το Ποινικό Δίκαιο ως μέσον επίλυσης της αντιδικίας και επιβολής της κοινωνικής ειρήνης.
Α.1] Η αντιδικία είναι στη φύση του ανθρώπου. Κατά τον Τόμας Χομπς (Thomas Hobbes), έναν από τους... θεμελιωτές της πολιτικής φιλοσοφίας, της μελέτης δηλαδή της φύσης και της δικαιολόγησης των εξαναγκαστικών θεσμών, ο άνθρωπος έχει ως στόχο του την κυριαρχία, την προσωπική υπεροχή και τον πλουτισμό σε βάρος των υπολοίπων. Οι άνθρωποι, υπακούοντας στις επιθετικές, ως επί το πλείστον, ενορμήσεις τους, οδεύουν προς την αλληλοεξόντωσή τους, από φιλοδοξία, (από) φόβο, αλλά και (από) συμφέρον. “Είναι έτσι φτιαγμένος ο άνθρωπος που τα ίδια λίγο πολύ θα γίνουν και στο μέλλον”.
Σ’ αυτές τις απαισιόδοξες πλην ρεαλιστικές μάλλον θέσεις του, ο ίδιος ο Χομπς δίδει την εξής αισιόδοξη απάντηση: “Μόνον οι αμοιβαίες συμφωνίες είναι ικανές να εδραιώσουν την ομόνοια μεταξύ των ανθρώπων”.
Α.2] Σήμερα, οι βασικές αιτίες των διαφορών που εισάγονται στη Δικαιοσύνη, γενικότερα, αλλά και, ειδικότερα, ως οικονομικά αδικήματα, στην ποινική Δικαιοσύνη και συνιστούν την αντιδικία μεταξύ άνισων, πολλές φορές, υποκειμένων, είναι, εκτός του σκοπού για γρήγορο και παράνομο πλουτισμό, ο ανταγωνισμός και η εγωιστική πρόσληψη των εννόμων συμφερόντων.
Προϋπόθεση για τη δίκαιη επίλυση κάθε αντιδικίας είναι η εξουσιαστική και, γι’ αυτό, δεσμευτική και ανεξάρτητη απόφαση ενός αμερόληπτου τρίτου: του δικαστή. Η ποινική δίκη αποβλέπει[1] στην ανεύρεση της ουσιαστικής αληθείας, από τη μία πλευρά και την παράλληλη προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου από την άλλη. Η αρχή της δίκαιης δίκης αποτελεί την κορυφαία, τη θεμελιώδη πολιτισμική κατάκτησή μας[2].
Α.3] Το Κράτος, με το μονοπώλιο της απόλυτης εξουσίας του, επιδιώκει τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης, με μέσον επιβολής της, εκτός άλλων, και το Ποινικό Δίκαιο. Μέσω (και) αυτού εκφράζει την εθνική του κυριαρχία, το οποίο ως έκφραση του μονοπωλίου εξουσίας ήταν και παραμένει δημόσιο δίκαιο, δηλαδή δίκαιο επιβολής κανόνων συμπεριφοράς και κυρώσεων.
Η θεμελιώδης έννοια της ποινικής αξιώσεως της πολιτείας και της ικανοποίησής της, γύρω από την οποίαν οικοδομείται το κατ’ εξοχήν δίκαιο καταναγκασμού, το ποινικό δίκαιο, είναι σύμφυτη με την αυθεντία του Κράτους. Βασικό ποιοτικό γνώρισμα της ποινικής δικαιοσύνης είναι ότι αυτή απονέμεται κυριαρχικά από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη βούληση των εμπλεκομένων σε αυτήν παραγόντων[3]. Ο δημόσιος χαρακτήρας του ποινικού δικαίου προκύπτει και εκ του ότι αποτελεί το βασικό εργαλείο προστασίας του γενικού συμφέροντος, το οποίο εκπροσωπείται από την ιδέα του Κράτους.

Β] Η αμφισβήτηση του δημοσίου χαρακτήρα του Ποινικού Δικαίου:
Από την κλασσική μορφή απονομής της ποινικής δικαιοσύνης στην εναλλακτική μορφή του plea bargaining.
Β.1] Πέραν των άλλων, πολλών και ποικίλων, παραγόντων που αλλοιώνουν σε σημαντικό βαθμό το δημόσιο χαρακτήρα του ποινικού δικαίου, το plea bargaining –και αυτό– είναι σήμερα διεθνώς (και όχι μόνον στο δυτικό κόσμο) ένας θεσμός που αυξάνει την τάση αμφισβήτησης της αποτελεσματικότητος του Κράτους για την αντιμετώπιση των νέων μορφών εγκληματικότητος[4] που συνδέονται κυρίως με την παγκοσμιοποίηση[5] & [6], την αλλαγή που επήλθε στην παραδοσιακή τέλεση των εγκλημάτων[7] και την προσαρμογή σε επίπεδο μέτρων καταναγκασμού και ανακριτικών πράξεων[8].

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

ΜονΠρΠειρ 2509/14 : Μισθώσεις Δημοσίου - Στέγαση υπηρεσιών Δημοσίου - μίσθωμα. Στέγαση ιατρείων του ΙΚΑ. Αντισυνταγματικότητα των νομοθετικών ρυθμίσεων για την μονομερή μείωση των μισθωμάτων στις μισθώσεις για στέγαση υπηρεσιών του Δημοσίου (άρθρο 21 του ν. 4002/2011 και άρθρο 2 του ν.4081/2012) - Οι υπό κρίση διατάξεις αντιτιθέμενες κατ' αρχάς στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της οικονομικής ελευθερίας, προσβάλλουν και τα κεκτημένα ενοχικά δικαώματα των εκμισθωτών, ενάντια στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Δεκτή η αγωγή. Υποχρεώνει το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα νομιμοτόκως και κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

(…) 1. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνον την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και παραλλάσσει η ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή ή ευμενή διάκριση, σε άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη διαφέρουσα αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, τα δικαστήρια επιλύουν τη διαφορά παρακάμπτοντας την, ως αντισυνταγματική κριθείσα από αυτά διάταξη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου, όπως επιβάλλεται από αυτήν. Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, ή να μην εφαρμόσουν την ευμενή, πλήττουσα την αρχή της ισότητας, διάταξη, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία (ΕΑ 1464/2012, αδημοσίευτη στο νομικό τύπο). Εξάλλου, κατά την ελληνική συνταγματική τάξη, η ελευθερία των συμβάσεων, που βρίσκει την θεμελίωση και δικαιολόγησή της στην αυτονομία και αυτοδέσμευση του ατόμου και η οποία αποτελεί αυτονόητη συνέπεια και μερικότερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας, καλύπτεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και του άρθρου 106 παρ. 2 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία. Οι συνταγματικές εγγυήσεις της συμβατικής ελευθερίας καλύπτουν τόσο την ελευθερία συνάψεως (ή μη) μιας συμβάσεως και επιλογής του αντισυμβαλλομένου όσο και την ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της, δηλαδή του καθορισμού των όρων, της διάρκειας του τύπου κ.λπ. Τον δεσμευτικό χαρακτήρα της συμβάσεως, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να αναιρέσει ούτε ο νομοθέτης, καθόσον η αρχή "pacta sunt servanda" ισχύει και έναντι του κράτους και πρέπει να είναι σεβαστή και από τον νομοθέτη, Και ναι μεν κατά την άσκηση της οικονομικής του πολιτικής, ο κοινός νομοθέτης έχει διακριτική ευχέρεια να τροποποιεί την νομοθεσία που ρυθμίζει υφιστάμενες περιουσιακές σχέσεις ενοχικού χαρακτήρα ή να τροποποιεί την ενέργεια των σχέσεων αυτών, έστω και αν έτσι προσβάλλονται κεκτημένα δικαιώματα των συμβαλλομένων, πλην όμως μία τέτοια νομοθετική μεταβολή, για να είναι συνταγματικώς ανεκτή, θα πρέπει να έχει τον χαρακτήρα της γενικότητας, να μην αντίκειται δηλαδή στην αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου, να είναι εύλογη και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο με αυτή σκοπό, να μην αντιστρατεύεται εμφανώς την δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των συμβαλλομένων στην σταθερότητα των εννόμων σχέσεων τους και, πάντως, να ανταποκρίνεται σε αποχρώντες λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, που ανάγονται σε προστατευόμενες από το Σύνταγμα αξίες και επιβάλλουν επιτακτικώς την σχετική μεταβολή, όπως συμβαίνει, ιδίως, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η συμβατική ελευθερία προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή ασκείται προς βλάβη της Εθνικής Οικονομίας (βλ. σχετ. AΠ Ολ 4/1998 Δνη 39, 66, ΑΠ Ολ 2/1995 Δνη 36, 583, ΑΠ 1234/1994 Δνη 37, 121, AΠ 391/1986 ΝοΒ 34,390, AΠ 919/1984 Δνη 26, 33, ΣτΕ 2193/1982 ΝοΒ 31, 589, Ν. Παπαντωνίου, Το πρόβλημα της αναδρομικής δύναμης του νόμου, τιμητικός τόμος Ελεγκτικού Συνεδρίου, 1984. σελ. 25 - 45, Μανιτάκη, γνμδ., Δνη 32,480 - 482).

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

"TO «ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ» ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ Η ΕΣΔΑ", [του Αντώνη Αργυρού, Δικηγόρου Αθηνών]

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: H ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ : “δυστυχώς κύριοι, επτωχεύσαμεν ”  

TO   «ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ» ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ  Η ΕΣΔΑ
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: H ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ  ΚΡΙΣΗΣ : “δυστυχώς κύριοι, επτωχεύσαμεν ”
 
1.1-Φέτος, κλείνουν ήδη 120 χρόνια από την ιστορική εκείνη μέρα(10.12.1893), που ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Χαρίλαος Τρικούπης – κάτω από το βάρος του δημόσιου χρέους – είπε δημόσια από το βήμα της ελληνικής Βουλής, το γνωστό “δυστυχώς κύριοι, επτωχεύσαμεν “!
Συνέπεια της κήρυξης της Ελλάδας σε πτώχευση επιβλήθηκε στην Ελλάδα ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (ΔΟΕ) με το νόμο ΒΦΙΘ/23 – 2 – 1898,με τη μορφή …”οικονομικής βοήθειας”. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. «Δυστυχώς η Ελλάς επτώχευσε»  είπε το 1932 ο μέγας Ελευθέριος Βενιζέλος  και ακολούθησε  μια νέα ελληνική πτώχευση. Σήμερα, ξαναβρίσκεται η  Ελλάδα στα πρόθυρα μιας άλλης οικονομικής πτώχευσης, ενώ είναι ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που μέσα στο πλαίσιο λειτουργίας της, έχει γίνει ένα αδύνατο, ένα προβληματικό, ένα ετοιμόρροπο μέλος, που κινδυνεύει πάλι με οικονομική κατάρρευση ύστερα από 76 χρόνια από την πτώχευση του 1933.
Η Ελλάδα βρέθηκε ξανά από τα τέλη του 2009 σε κατάσταση πτώχευσης, δηλαδή κατάσταση αδυναμίας χρηματοδότησης του τρέχοντος ελλείμματος, αδυναμίας αναχρηματοδότησης του χρέους και πληρωμής των ελληνικών κρατικών ομολόγων που έληγαν τον επόμενο χρόνο, ομόλογα που κατείχαν κατά ένα μέρος εγχώριες τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, κλπ, και κατά ένα μέρος φορείς και τράπεζες του εξωτερικού.
Η κατάσταση πτώχευσης στην οποία εξακολουθεί να βρίσκεται μέχρι στιγμής δεν έχει εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτη χρεοκοπία με τη βοήθεια ενός «μηχανισμού στήριξης» που δημιουργήθηκε από τη λεγόμενη «Τρόικα».

1.2- Στις 11 Απριλίου 2010  με απόφαση των υπουργών Οικονομικών του Eurogroup, στην οποία συμφωνήθηκε να χορηγηθούν στη χώρα μας από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης διμερή δάνεια, το επιτόκιο που προβλέφθηκε για δανεισμό άνω της τριετίας προσδιορίστηκε στο 6% περίπου.
Στις 11 Φεβρουαρίου 2010 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με δήλωση του έδωσε πολιτική στήριξη στην Ελλάδα, επιβάλλοντας ταυτόχρονα τριπλή βαριά επιτήρηση από Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΚΤ αλλά και ΔΝΤ .-
Στις 16 Φεβρουαρίου 2010 η χώρα με απόφαση του ECOFIN τέθηκε και τυπικά σε στενή επιτήρηση σύμφωνα με το άρθρο 126 παρ. 9 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κλήθηκε να λάβει μέτρα για τον περιορισμό του ελλείμματος μέχρι τις 15 Μαΐου 2010
Μετά από ομιλία του Πρωθυπουργού  στις 2 Μαρτίου 2010 . συγκλήθηκε την επομένη το Υπουργικό Συμβούλιο και αποφάσισε τη λήψη μέτρων.
Ακολούθως ψηφίστηκε από τη Βουλή, στη συνέχεια στις 15.03.2010, δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ (Α 40/15.03.2010) ο Ν. 3833/2010[1] «Προστασία της Εθνικής οικονομίας-Επείγοντα μέτρα[2] για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης».
Στις 3 Μαΐου 2010  η Ελλάδα αιτήθηκε €80δις από τις υπόλοιπες (15) χώρες του Ευρώ και €30δις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Την αίτηση συνόδευαν 3 συνημμένα μνημόνια[3]:
“Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής” (ΜΟΧΠ),
“Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης” (ΤΜΣ) και
“Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής” (ΣΠΟΠ).
Στις 6.5.2010, δημοσιεύτηκε ο Ν. 3845/2010[4] «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ΦΕΚ Α 65), στον οποίο προσαρτήθηκαν τα δύο από τα αναφερόμενα τρία επί μέρους Μνημόνια.
Δυνάμει δε εξουσιοδοτήσεως παρεχόμενη από το άρθρο 1 παρ. 4 του ανωτέρω νόμου προς τον Υπουργό Οικονομικών, ο τελευταίος στις 8.05.2010 υπέγραψε «Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης μεταξύ αφενός της Ελληνικής Δημοκρατίας ως δανειολήπτη και αφετέρου της κρατών μελών της Ευρωζώνης και του KfW ως δανειστών καθώς και του από 10 Μαΐου διακανονισμού χρηματοδότησης, αμέσου ετοιμότητας από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Συμμετοχή της Ελλάδας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης», η οποία ουδέποτε κυρώθηκε με τυπικό νόμο, ως απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 36  παρ.2 του Συντάγματος.

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

"Η επίθεση σε δίκτυα ηλεκτρονικών υπολογιστών (computer network attack) και η χρήση βίας κατά το διεθνές δίκαιο. (Η επίθεση σε δίκτυα η/υ με τη χρησιμοποίηση των η/υ και δικτύων ως όπλων.)’’ [Υπό Βασιλείου Γ. Μακρή, Στρατιωτικού Δικαστή Β’]

“You can’t say that civilization don’t advance, however, for in
every war they kill you in a new way” (Will Rogers, The New
York Times, December 23, 1929)

“Cyber-attacks pose difficult line-drawing problems, but we must
avoid missing the strategic forest in thinking about the legal
trees. Some problems of cyber-warfare for regulating force are at
the same time novel yet familiar” (M.C. Waxman)
 
I. Εισαγωγή
Αυτό που αποκαλούμε σήμερα "ηλεκτρονικoού υπολογιστή" εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1940 και το πρώτο δίκτυο η/υ λειτούργησε πειραματικά το έτος 1969. Σύμφωνα με εξακριβωμένες πληροφορίες ήδη το έτος 1982 η ΚεντρικήΥπηρεσία Πληροφοριών (CIA) των Η.Π.Α. εκτέλεσε μία κυβερνο-επιχείρηση που είχε ως σκοπό τον οποίο και τελικά πέτυχε να προμηθεύσει τους Σοβιετικούς ηλεκτρονικό εξοπλισμό με συγκεκριμένες εκ κατασκευής τρωτότητες για τη λειτουργία του υπερ - Σιβηρικού αγωγού φυσικού αερίου, ο οποίος (εξοπλισμός θα προερχόταν, φαινομενικά από την ελεύθερη αγορά. Το αποτέλεσμα ήταν η πρόκληση έκρηξης τρομακτικής ισχύος…2
Έξι χρόνια μετά το έτος 1988 και ήδη πριν από 22 –23 χρόνια απότη σημερινή εποχή, κυκλοφόρησε, απ’ ότι φαίνεται, το πρώτο δείγμα κακόβουλου λογισμικού που σήμερα μας απασχολεί καθημερινά γνωστό ως "ηλεκτρονικό σκουλήκι" (worm). Συγκεκριμένα, στις 02 Νοεμβρίου 1988 ένας φοιτητής του Πανεπιστημίου Cornell μόλυνε με κακόβουλο λογισμικό τύπου "worm" το δίκτυο η/υ του M.I.T.3